ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

Μαργαρίτα Οριγώνη - Μιχαήλ Μουτούσης. Η εκρηκτική σχέση της Καστέλλας που συντάραξε το Πανελλήνιο

Η Μαργαρίτα Οριγώνη

Του Στέφανου Μίλεση

Τον Οκτώβριο του 1932 μια δίκη απασχόλησε τις εφημερίδες και συνάμα βρέθηκε στο επίκεντρο της Πειραϊκής, και όχι μόνο κοινωνίας, καθώς είχαν εμπλακεί σε αυτή δύο σπουδαία ονόματα της εποχής εκείνης.

Το ένα εξ αυτών αφορούσε άμεσα τον Πειραιά καθώς επρόκειτο για τη Μαργαρίτα Οριγώνη, κόρη του μεγαλοεπιχειρηματία και Προξένου της Σερβίας στον Πειραιά του Πέτρου Οριγώνη, του γνωστού ιδιοκτήτη του πέτρινου πύργου που δεσπόζει στην Καστέλλα απέναντι ακριβώς από τη νήσο Σταλίδα. 


Η οικία Οριγώνη με τη νήσο Σταλίδα

Το άλλο όνομα ήταν ακόμη μεγαλύτερο καθώς ήταν πανελλήνιας εμβέλειας. Επρόκειτο για τον Στρατηγό Μιχαήλ Μουτούση (με αυτό το βαθμό προσφωνείται κατά τη διάρκεια της δίκης του 1932), γνωστό σε όλους πρωτοπόρο των ελληνικών φτερών, από τους πρώτους στην Ελλάδα που επάνδρωσαν την νεοϊδρυθείσα στη χώρα μας Αεροπορική Υπηρεσία Στρατού. 

Το όνομα του Μιχαήλ Μουτούση ταυτίστηκε με τα θρυλικά ανδραγαθήματά του, στους Βαλκανικούς Πολέμου του 1912 – 1913, ειδικά όταν μαζί με τον Αριστείδη Μωραϊτίνη προκάλεσαν τον εναέριο βομβαρδισμό του Τουρκικού Στόλου στα Δαρδανέλια, πραγματοποιώντας έτσι την πρώτη παγκοσμίως επιχείρηση ναυτικής συνεργασίας.

Η ιστορία όμως της οποίας η δίκη έγινε το 1932, είχε παρελθόν μεγάλο καθώς η αρχή της ιστορίας μας βρίσκεται το 1909 και έχει ως κέντρο της την Καστέλλα στον Πειραιά.

Και η ιστορία αρχίζει:

Την εποχή εκείνη η Μαργαρίτα Οριγώνη ήταν μόλις 18 ετών, στον ανθό της νιότης και της ομορφιάς της. Είχε μια βάρκα με πανί αραγμένη έξω από το πυργόσπιτό της, εκεί που μέχρι σήμερα διατηρείται μια παραλία της οποίας φυσικό κυματοθραύστη αποτελεί η ιστορική νησίδα της Σταλίδα (το νησάκι Κουμουνδούρου ή Παρασκευά). Με αυτή την βαρκούλα έκανε μοναχικές βόλτες ιστιοπλοώντας πότε προς την Πειραϊκή και πότε προς τον Φαληρικό όρμο. Και όταν ο καιρός δεν το επέτρεπε μελετούσε επί ώρες μέσα στο σαλόνι του σπιτιού της πιάνο. Της άρεσε τόσο που η καθημερινή της άσκηση κρατούσε ώρες ολόκληρες, χωρίς διακοπή, χωρίς ούτε καν φαγητό. Το σπίτι τους στην Καστέλλα αποτελούσε το κέντρο της Πειραϊκής κοσμικής ζωής με δεξιώσεις, βεγγέρες και προβεγγέρες. Επίσημα πρόσωπα μπαινοέβγαιναν στην λαμπρή οικία, Πρόεδροι, Πρωθυπουργοί και μέλη της Κυβερνήσεως. 

Συνεπώς η Μαργαρίτα Οριγώνη δεν ήταν κάποια τυχαία κοπέλα που μάθαινε πιάνο, αλλά αποτελούσε πρότυπο κοπέλας από «καλή» οικογένεια και περιζήτητη νύφη. Πολύς κόσμος επίσης είχε ευεργετηθεί από τον πατέρα της με χρηματικά βοηθήματα με τα οποία κατά καιρούς ενίσχυε φτωχές πειραϊκές οικογένειες.

Η Μαργαρίτα Οριγώνη καθώς ήταν μορφωμένη και πλούσια,
αποτελούσε  μια περιζήτητη νύφη

Ο Μιχαήλ Μουτούσης την ίδια εποχή, ήταν ένας Ανθυπολοχαγός του Μηχανικού που ανήκε στο Τάγμα των Γεφυροποιών, πριν ακόμα αποκτήσει τη φήμη των ηρωικών πράξεών του, φήμη που θα τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή. Ήταν μεν απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων, αλλά μπροστά στην αίγλη και στη φήμη της οικογενείας Οριγώνη υστερούσε. Ο βίος του ήταν λιτός, στρατιωτικός, έμενε μαζί με τον επίσης Ανθυπολοχαγό αδελφό του στο ίδιο μικρό δωμάτιο στη Νεάπολη Αθήνας (Εξάρχεια), που μαζί είχαν ενοικιάσει συμφωνώντας να πληρώνουν από 7,5 δραχμές ο καθένας, για να συμπληρώσουν το μηνιαίο τους ενοίκιο. 
Ο Μιχαήλ Μουτούσης όπως και ο αδελφός του ήταν δοσμένοι με το επάγγελμά τους, καθώς για αυτούς δεν ήταν απλά ένας τρόπος βιοπορισμού, αλλά η ίδια τους η ζωή.

Ο Μιχαήλ Μουτούσης την ίδια εποχή,
ήταν ένας Ανθυπολοχαγός του Μηχανικού

Το 1909 ο λόχος του Τάγματος των Γεφυροποιών που υπηρετούσε ο Μουτούσης διενεργούσε ασκήσεις κατασκευής προχείρων γεφυρών, στην αραιοκατοικημένη περιοχή της Καστέλλας. Το Νέο Φάληρο, η Καστέλλα, η Φρεαττύδα ήταν περιοχές που από τις αρχές του αιώνα ήδη, διάφορα στρατιωτικά τμήματα επέλεγαν για εκτέλεση διαφόρων ειδών γυμνασίων, σε έναν Πειραιά του οποίου η γεωγραφία ήταν αρκετά διαφορετική από ότι σήμερα. Έτσι ο Μιχαήλ Μουτούσης όπως και άλλοι Αξιωματικοί στρατοπέδευσε στην παραλία, κάτω ακριβώς από την οικία Οριγώνη. Φυσικό ήταν σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, οι Αξιωματικοί να προσκληθούν σε μια από τις βραδιές εκείνες που η Έπαυλη Οριγώνη άνοιγε διάπλατα τις πύλες της, προσφέροντας καμπανίτη και άφθονη μουσική πιάνου. 

Σκίτσο της Μαργαρίτας Οριγώνη

Εκεί λοιπόν ήταν που η Μαργαρίτα Οριγώνη ξεχώρισε τον Μουτούση ανάμεσα σε άλλους Αξιωματικούς. Η ορμητικότητα του χαρακτήρα του (η ίδια ορμητικότητα είναι που θα τον οδηγήσει αργότερα σε ανδραγαθήματα την περίοδο των Βαλκανικών, αλλά και σε ατοπήματα παρορμητικών πράξεων), τον έκανε να ξεχωρίζει από όλους τους άλλους. Η Μαργαρίτα τον ερωτεύθηκε παράφορα, αν και ο Μουτούσης δεν έδειξε την ίδια θέρμη αρχικά. Ίσως αυτή η έλλειψη παρορμητικότητας εκ μέρους του Μουτούση, ήταν η αιτία, ώστε η σχέση αυτή να αναπτυχθεί και να διατηρηθεί για πέντε ολόκληρα χρόνια. Πέντε χρόνια στα οποία η Μαργαρίτα ένοιωθε ασφυκτικά την πίεση των γονιών της να σταματήσει αυτό το δεσμό που δεν οδηγούσε πουθενά, κατά την άποψή τους, καθώς επρόκειτο για έναν επαρχιώτη Αξιωματικό και μάλιστα του Μηχανικού, που αδυνατούσε να καταβάλλει ακόμα και το μίσθωμα του ενός δωματίου που μοιραζόταν με τον αδελφό του! 

Ο πρόξενος της Σερβίας και της Ολλανδίας, ο μεγαλοεπιχειρηματίας και οικοπεδούχος τεραστίων εκτάσεων πέριξ από το Πασαλιμάνι Πέτρος Οριγώνης, ήταν δεδομένο ότι δεν προόριζε την κόρη του για έναν τέτοιο γάμο.


Η οικία Οριγώνη από τη πλευρά της θάλασσας

Ο Μουτούσης γνώριζε την αντίδραση των γονιών της Μαργαρίτας και στεναχωρείτο πολύ καθώς πίστευε στον εαυτό του και στην αξία του. Αυτή η αντίδραση των γονιών της Μαργαρίτας, λειτούργησε ως κινητήριος δύναμη στον Μουτούση για να ψάχνει διαρκώς για κάτι σπουδαίο, για κάτι μεγαλύτερο από αυτό που είχε επιτύχει. Έπρεπε να δείξει στους γονείς της Μαργαρίτας την πραγματική του αξία, ποιος ήταν πίσω από τον ανώνυμο χωρίς αίγλη Ανθυπολοχαγό του Τάγματος των Γεφυροποιών. 

Και η δύναμη ήταν τόσο ισχυρή, που μόλις δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία την άρπαξε από τα μαλλιά. Ο Μουτούσης χωρίς καν να σκεφτεί (η παρορμητικότητα που λέγαμε) υπέβαλλε αίτηση μαζί με τον Δημήτρη Καμπέρο (Πειραιώτης Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού τότε) και τον Χρήστο Αδαμίδη (Ανθυπίλαρχο)  για να μεταβούν στη Γαλλία όπου θα εκπαιδεύονταν ως αεροπόροι. 

Και πραγματικά το 1910 επέστρεψαν από τη Γαλλία, έτοιμοι αεροπόροι φέροντας κατά την επιστροφή τους συσκευασμένα σε ξύλινα κουτιά και τα τρία πρώτα αεροπλάνα που οι ίδιοι θα πετούσαν. Ο Μουτούσης ως πιλότος πια πετούσε συχνά πάνω από την Έπαυλη του Οριγώνη εκτελώντας παράτολμα ακροβατικά προς εντυπωσιασμό της Μαργαρίτας. Δεν ήταν ο μόνος άλλωστε, αφού και ο Καμπέρος έκανε ακόμη πιο παράτολμες πτήσεις (εξ ου και Τρελοκαμπέρος) πάνω από την Φρεαττύδα όπου βρισκόταν το δικό του σπίτι. Λέγεται ότι σε μια από εκείνες της πτήσεις, ο Μουτούσης πίεσε υπερβολικά θα λέγαμε τον κινητήρα του αεροπλάνου του, με αποτέλεσμα αυτός να σβήσει και να αναγκαστεί να το προσθαλασσώσει έξω ακριβώς από την Έπαυλη του Οριγώνη.  Για καλή του τύχη ήταν ρηχά και το αεροπλάνο δεν χάθηκε στη θάλασσα. Και ο καιρός περνούσε με τον έρωτα του Μουτούση και της Μαργαρίτας Οριγώνη να διαρκεί, παρά τις συνεχιζόμενες αντιρρήσεις των γονιών της, που άκαμπτοι συνέχιζαν να την παροτρύνουν να θέσει τέρμα.


Η νήσος Σταλίδα ακριβώς κάτω από την οικία Οριγώνη πλησίον της οποία προσθαλασσώθηκε ο Μουτούσης
Η έκταση που μεσολαβεί σήμερα μεταξύ της οικίας Οριγώνη και της θάλασσας. 

Το 1912 ξεκίνησαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι στους οποίους τα ονόματα των Καμπέρου και Μουτούση θα βρίσκονται διαρκώς στην επικαιρότητα χάρη στις παράτολμες πράξεις τους. Και όταν οι Βαλκανικοί τελείωσαν, ο Μουτούσης δεν ήταν απλώς ο φτωχός επαρχιώτης Γεφυροποιός αλλά ο ήρωας Μουτούσης, το όνομα του οποίου συνοδευόταν πάντοτε από δάφνες δόξας. Παρόλα αυτά ο γερό Πέτρος ο Οριγώνης συνέχιζε άκαμπτος να τον κρίνει ως «λίγο» για την κόρη του. Ο γερό-Οριγώνης ενισχυμένος επιπρόσθετα με το πείσμα εκείνο που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους ανθρώπους της ηλικίας του, σε συνδυασμό με το άκαμπτο του χαρακτήρα του, προέβη σε ριζοσπαστικά μέτρα. 

Αφού η κόρη του δεν εγκατέλειπε τον «ξυπόλητο» θα την κλείδωνε στο δωμάτιο, από όπου θα έβγαινε μόνο αφού θα είχε αποφασίσει να τον χωρίσει. Η Μαργαρίτα όμως αποφασισμένη για τον έρωτά της με τον Μιχάλη, μόλις ο πατέρας της την κλείδωσε, ξεκίνησε το δικό της πόλεμο, καθώς προχώρησε σε άρνηση λήψης φαγητού! Μεταγενέστερα οι αρθρογράφοι έγραψαν πως αυτή θα πρέπει να ήταν και η πρώτη «απεργία πείνας» στην Ελλάδα!


Η οικία Οριγώνη σε φωτογράφηση της δεκαετίας του '90

Κόντρα στην κόντρα ο καιρός περνούσε με την Μαργαρίτα έγκλειστη στο δωμάτιό της και σε φανερή αδυναμία καθώς αρνιόταν τη λήψη φαγητού. Άρνηση που οδήγησε σε λιποθυμίες και σε επισκέψεις κατ΄ οίκων ιατρών, οι οποίοι διαβεβαίωναν τον γερο-Οριγώνη ότι αν συνεχίσει έτσι το κορίτσι θα χαθεί άδικα, για ένα αίσθημα εκ μέρους της και για μια πεισμονή εκ μέρους του πατέρα της.



Ο Οριγώνης τελικώς ενέδωσε και ο γάμος μεταξύ Μαργαρίτας Οριγώνη και Μιχάλη Μουτούση έγινε με κάθε μεγαλοπρέπεια, όμοια με πριγκιπικό γάμο της εποχής. Είχε αποκτήσει φήμη (ήρωας των Βαλκανικών πολέμων), κάποιο ανώτερο βαθμό και πολλά χρήματα (μέσω της οικογένειας Οριγώνη). Έμενε κι αυτός στην Έπαυλη της Καστέλλας ακολουθώντας τη ζωή της οικογενείας με χορούς και δεξιώσεις. Είχε αγοράσει και ένα σπορ αυτοκίνητο με το οποίο απολάμβανε την γρήγορη οδήγηση, ακολουθώντας την γρήγορη "Πακάρ" του Πρίγκιπα Αλεξάνδρου (πριν ακόμη γίνει Βασιλιάς) στη διαδρομή Καστέλλα - Τατόι. Είχαν γίνει καλοί φίλοι και συχνά ο Αλέξανδρος φιλοξενείτο στην οικία Οριγώνη, ειδικά όταν είχε πολύ πρωινές προπονήσεις κωπηλασίας στον Όμιλο Ερετών στο Πασαλιμάνι.  

Η Έπαυλη Οριγώνη δεν φιλοξενούσε μόνο τον Αλέξανδρο αλλά και τον Βασιλιά της Σερβίας Πέτρο (διαβάστε για τη διαμονή του Βασιλέα Πέτρου στην Καστέλλα σε παλαιότερο αφιέρωμα του 2012). Από εκείνες τις επισκέψεις άλλωστε έλαβε και το όνομα ο δρόμος που μέχρι σήμερα οδηγεί στην Έπαυλη του Οριγώνη και που καλείται «οδός Καραγεώργη Σερβίας». 

Το ζεύγος Μουτούση (πλέον) ζώντας όπως ονειρεύονταν σε εκείνο το σπίτι έπαυλη, ευτύχισαν να φέρουν στον κόσμο και δύο παιδιά τη Σοφία και τον Πέτρο (ο Μουτούσης έδωσε στο παιδί του, το όνομα του πεθερού του που πολέμησε όσο κανείς άλλος, δείχνοντας ότι δεν του κρατούσε κακία).


Οι οικογένεια Μουτούση όταν ακόμα ήταν ενωμένη και ζούσε ειρηνικά. Στο κέντρο τα παιδιά τους Πέτρο και Σοφία

Και ενώ η ιστορία φαίνεται ότι θα τελείωνε εδώ, έχοντας ευτυχισμένο τέλος, η «ειμαρμένη» συνεχίζει να γράφει ιστορία με έναν τρόπο απρόσμενο.

Η Μαργαρίτα, η οποία όπως θυμόμαστε, πριν το γάμο της συνήθιζε να παίζει πιάνο ώρες ατελείωτες, δεν έπαψε ποτέ να παίζει μουσική. Αυτή άλλωστε της κρατούσε συντροφιά τις ατέλειωτες ώρες του υποχρεωτικού εγκλεισμού της στο δωμάτιο, από τον πατέρα της. Η αγάπη της για τη μουσική συνεχίστηκε και μετά τον γάμο, όταν έδινε ρεσιτάλ πιάνου όχι μόνο στο σαλόνι του σπιτιού της διασκεδάζοντας τους καλεσμένους, αλλά και σε ωδεία. Η αγάπη της αυτή μεταβλήθηκε σε πραγματικό πάθος ειδικά όταν στην Ελλάδα εμφανίστηκε το άστρο του μεγάλου μουσουργού Δημητρίου Μητρόπουλου. Η Μαργαρίτα έγινε από τους πρώτους ένθερμους οπαδούς του. Άρχισε να γίνεται κήρυκας του έργου του, αφιερώνοντας ολοένα και περισσότερο χρόνο στον μεγάλο μουσουργό. Ο Μουτούσης που όπως είπαμε διακρινόταν για τον παρορμητικό του χαρακτήρα άρχισε να ενοχλείται, καθώς παραγκωνίστηκε. Παρά το γεγονός πως όλοι τον διαβεβαίωναν ότι η σχέση Μητρόπουλου με τη Μαργαρίτα Οριγώνη – Μουτούση περιοριζόταν αυστηρά σε μουσικά ενδιαφέροντα, η γκρίνια ανάμεσα στο ζευγάρι μεγάλωνε, χωρίς η Μαργαρίτα να μειώνει τις ώρες που περνούσε στο ωδείο μαζί με τον Μητρόπουλο. Γκρίνια που τελικώς έφερε το χωρισμό τους. 

Ευθέως ο Μουτούσης την κατηγορεί για μοιχεία! Μη ανεχόμενος την κατάσταση αιτείται τη μετάθεσή του ως στρατιωτικός ακόλουθος στην Ελληνική Πρεσβεία στη Σόφια, και την επιτυγχάνει. Ήταν Ιούνιος του 1928. Από τότε ξεκίνησε ο χωρισμός με την κατηγορία της μοιχείας που κατέληξε σε φονική διαμάχη, σε έναν αγώνα εξόντωσης πρωτόγνωρο στα ελληνικά χρονικά. Είναι δύσκολο στο εξής να παρακολουθήσει κάποιος την ιστορία, καθώς κάθε πλευρά προβαίνει σε έναν χείμαρρο δηλώσεων εναντίον του άλλου στις εφημερίδες, η οποίες φαίνονται εξίσου διχασμένες. Άλλες υπέρ του ενός και άλλες υπέρ του άλλου.


Ο Μιχαήλ Μουτούσης τη δεκαετία του '30
Η δίκη που ξεκίνησε με αίτημα διαζυγίου κατέληξε να διαρκέσει τέσσερα χρόνια με έτος έναρξης το 1928. Σε μια σειρά ακροαματικών διαδικασιών που δεν περιλάμβαναν μόνο το διαζύγιο, αλλά και αγωγές και μηνύσεις, ακούγονται πρωτόγνωρα πράγματα που συνταράσσουν την ελληνική κοινωνία! Τόσο συνταρακτικά ώστε Εισαγγελέας από ένα σημείο και ύστερα, απαγορεύει την παρουσία δημοσιογράφων εντός της αίθουσας και απαγορεύει επίσης και την δημοσίευση των πρακτικών ακόμη και των αποσπασμάτων τους στις εφημερίδες. Εκτός δικών όμως, καθένας ξεχωριστά προβαίνει σε δικές του αποκαλύψεις, ώστε να συμπαρασύρει τη κοινή γνώμη. Η ίδια ιστορία εμφανίζεται σε δεκάδες εκδοχές που εξαρτούνται από τη πηγή που χρησιμοποιεί ο καθένας για να καλύψει το γεγονός.


Δίκη κεκλεισμένων των θυρών και με απαγόρευση δημοσίευσης των πρακτικών. Ο Μουτούσης είναι ο πρώτος στα δεξιά.

Καλούνται όλοι οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, γείτονες από κάθε πλευρά να καταθέσουν. Όλη η Καστέλλα βρίσκεται ξαφνικά στους διαδρόμους των δικαστηρίων της οδού Σανταρόζα. Σημαντικές προσωπικότητες της πειραϊκής ζωής παρελαύνουν υποστηρίζοντας τον έναν ή τον άλλο. Η Καίτη Καλλιμασιώτη, η Ελένη Καζανόβα, ο Καθηγητής Λούβαρης, ο πρώην Υπουργός Ιωάννης Μεταξάς, ο Γενικός Διευθυντής του Ναυστάθμου, ο υπασπιστής του Πρίγκιπα Ανδρέα, η Ανδριανή Φίλωνος τότε Πρόεδρος του Συμβουλίου του Χατζηκυριάκειου Ορφανοτροφείου, ο Αντώνιος Σκόκκος, η Σοφία Ροϊλού που έμενε σε ένα από τα διπλανά Πυργόσπιτα της οδού Παυσίλυπου, η κυρία Πανά του Αξιωματικού Πανά, και 40 ακόμη προσωπικότητες!


Ο Μουτούσης σε σκίτσο την ώρα της δίκης λόγω της απαγόρευσης
λήψης φωτογραφιών εντός της αιθούσης

Η πρωτόδικη απόφαση απορρίπτει παταγωδώς την κατηγορία της μοιχείας. Είναι 26 Ιουλίου 1930 όταν ο Μουτούσης στρέφεται λυσσωδώς κατά των συνηγόρων της Μαργαρίτας Οριγώνη που είναι ο Τσουκαλάς και κυρίως ο Γεράσιμος Βασιλάτος. Ακολουθεί απόφαση που αφορά τη κηδεμονία των δύο παιδιών. Από μια επιστολή που εμφανίζει ο Μουτούσης που έχει στείλει στις 8 Μαΐου 1928, η πρώην σύζυγός του προς τη φίλη της και δασκάλα των παιδιών Θέλξη (Θελξινόη) Πασχάλη[1], φαίνεται ότι η Μαργαρίτα διατηρούσε σχέσεις με άλλον άνδρα. Με αυτή την επιστολή κερδίζει τη κηδεμονία και των δύο παιδιών τους, τα οποία παίρνει αμέσως μαζί του στην Βουλγαρία, απαγορεύοντας κάθε επικοινωνία με τη μητέρα. Η Οριγώνη αποδεικνύει ότι η επιστολή ήταν πλαστή και πετυχαίνει την αλλαγή της απόφασης, όπως και το δικαίωμα να έχει τη κόρη μαζί της.

Έτσι λοιπόν η 16χρονη Σοφία μένει μαζί της, ενώ ο 11χρονος Πέτρος με τον πατέρα του. Τότε η Μαργαρίτα Οριγώνη εμφανίζεται στις εφημερίδες και δηλώνει ότι ο Μουτούσης την προσέγγισε και της πρότεινε να της δώσει και τον μικρό Πέτρο, καθώς είναι άρρωστος και έχει ανάγκη της μητέρας του, με αντάλλαγμα το 20 τοις εκατό της προίκας της και αποζημίωση 600.000 δραχμές, καθώς τόσα ήταν τα χρήματα που είχε ξοδέψει για τη συντήρηση της Έπαυλης της Καστέλλας. Ο Μουτούσης που διαβάζει τις δηλώσεις της γίνεται έξω φρενών, καθώς πιστεύει ακράδαντα ότι αυτά είναι ενορχηστρωμένα από τους δικηγόρους, και ειδικά από τον Γεράσιμο Βασιλάτο

Η Έπαυλη Οριγώνη σε πίνακα ζωγραφικής του Αντώνη Κανά

Τότε αποσύρει δημόσια κάθε απαίτηση με μια μόνο! Τα αφήνει όλα παιδιά, σπίτια, χρήματα, αποζημιώσεις στην πρώην σύζυγό του, αρκεί αυτή να βγει δημόσια και να δηλώσει ότι αυτά που έλεγε ήταν τεχνάσματα του δικηγόρου Γεράσιμου Βασιλάτου και να τον παύσει δημόσια από συνήγορο. Πίσω από αυτή την απαίτηση του Μουτούση κρύβεται η πίστη, ότι η γυναίκα του δεν τον πολεμά με πρωτοβουλία της αλλά βρίσκεται υπό τη καθοδήγηση ενός πραγματικά διαβολικού δικηγόρου. Είναι διατεθειμένος να τα χαρίσει όλα, αρκεί μόνο αυτός ο διάβολος των δικαστηρίων να εξαφανιστεί! Η αφοσίωσή του, η εφευρετικότητά του να εκτοξεύει προσωπικές κατηγορίες εναντίον του, σαφώς δεν έχει να κάνουν με έναν επαγγελματία δικηγόρο που υπερασπίζεται το πελάτη του. Ο Γεράσιμος Βασιλάτος είναι πασιφανές ότι θέλει να τον βγάλει από τη μέση, καθώς θέλει να έχει ελεύθερο πεδίο ώστε να προχωρήσει με τη πρώην γυναίκα του τη Μαργαρίτα! Αυτό πιστεύει ότι συμβαίνει ο Μουτούσης.

Στις 27 Οκτωβρίου 1931 η Μαργαρίτα που όπως πάντα συνόδευε τον Μητρόπουλο στις εμφανίσεις του, βρισκόταν στο θέατρο «Ολύμπια» για μια συναυλία που έδινε ο μεγάλος μουσουργός. Μαζί της την φορά αυτή και ο συνήγορος ο Γεράσιμος Βασιλάτος. Μετά το πέρας της συναυλίας σε καρτέρι που είχε στήσει ο Μουτούσης και ενώ όλοι έμπαιναν στο αυτοκίνητο, ρίχνει 6 σφαίρες εναντίον του, χωρίς όμως να τον τραυματίσει. 


Ο δικηγόρος της Μαργαρίτας Οριγώνη, ο Γεράσιμος Βασιλάτος και υποτιθέμενος
 κατά την άποψη του Μουτούση εραστής της πρώην γυναίκας του

Στις 13 Οκτωβρίου 1932 ακολουθεί η δίκη για την απόπειρα ανθρωποκτονίας του Μουτούση κατά του Γεράσιμου Βασιλάτου. Η αίθουσα γεμίζει από μάρτυρες και από τις δύο πλευρές. Συνολικά ξεπερνούν τους 300! Η υπεράσπιση στηρίζει το επιχείρημά της σε προσπάθεια εκφοβισμού και όχι φόνου. Δεν είναι δυνατόν ένας επαγγελματίας στρατιωτικός, ήρωας πολέμων, να ρίξει έξι σφαίρες από κοντινή απόσταση και να αστοχήσει! Μόνο για εκφοβισμό κάποιος μπορεί να το κάνει. Η αιτιολογία αυτή πείθει και ο Μουτούσης καταδικάζεται μόνο για την οπλοφορία σε φυλακή τριών ημερών, την οποία ο Μουτούσης εξαγοράζει αντί 30 δραχμών.

Η ιστορία μεταξύ της Οριγώνη και του Μουτούση φαίνεται να εξασθενεί τουλάχιστον στον Πειραιά, όταν την ίδια περίοδο κατηγορείται ο Δήμαρχος Τάκης Παναγιωτόπουλος για υπεξαίρεση μεγάλου χρηματικού ποσού από τα ταμεία του Δήμου. Η ιστορία της Μαργαρίτας Οριγώνη με τον Μιχαήλ Μουτούση διαρκεί από το 1909 έως περίπου και το 1933. Ο σφοδρός έρωτάς του που διήρκεσε πέντε χρόνια (1909 - 1914), κατέληξε σε άλλα τόσα δικαστηρίων (πέντε ξανά, 1928 - 1933). Στον Πειραιά τίποτε πια δεν θα είναι το ίδιο στους κόλπους της "καλής κοινωνίας". Άπαντες διχασμένοι θα σταματήσουν τις δεξιώσεις και τις κοινωνικές επισκέψεις σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί να ισχυριστούν ότι η τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου, έθεσε ένα τέρμα στη κοσμική ζωή της καλής κοινωνίας του Πειραιά. 
          


[1] Πρόκειται για τη Θελξινόη Πασχάλη που προέρχετο ως δασκάλα από το Χατζηκυριάκειο Ίδρυμα και καθώς είχε διακριθεί για τις υπηρεσίες της προσελήφθη να εργαστεί αποκλειστικά στην Οικία Οριγώνη. 

Σοφία Αντωνιάδη (1895-1972). Η πρώτη γυναίκα Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Λέιντεν Ολλανδίας

Ο πίνακας της Σοφίας Αντωνιάδη στο Ολλανδικό Πανεπιστήμιο
που φέρει από κάτω την ένδειξη "Γεννημένη στον Πειραιά"

Του Στέφανου Μίλεση

Η Σοφία Αντωνιάδη γεννήθηκε στον Πειραιά στις 31 Ιουλίου 1895 και ακολούθησε μια μοναχική και δύσκολη πορεία, καθώς η σταδιοδρομία γυναικών σε επιστημονικούς τομείς, ήταν την εποχή εκείνη αν όχι ακατόρθωτη, οπωσδήποτε δύσκολη, κι ακόμη δυσκολότερη για τις Ελληνίδες που επιθυμούσαν επιστημονική σταδιοδρομία και καταξίωση. 

Πατέρας της Σοφίας Αντωνιάδη ήταν ο δικηγόρος Ανδρέας Αντωνιάδης και μητέρα της η Ευφροσύνη Λέλη. Η ίδια απόφοιτος της Ελληνογαλλικής Σχολής Πειραιά «Jeanne DArc»,  επιλέγει να χαράξει το μοναχικό της δρόμο στο εξωτερικό. Σπούδασε Κλασική φιλολογία στη Σορβόννη (1920) και έκτοτε η ζωή της ήταν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στη μελέτη της Βυζαντινής εποχής.

Άποψη της Ελληνογαλλικής Σχολής Πειραιά "JEANNE D' ARC" 

Στις 19 Ιουλίου του 1929 διενεργούνται εκλογές για την ανάληψη της έδρας της Μετακλασικής Ελληνικής εποχής του Πανεπιστημίου Λέιντεν (Leiden) της Ολλανδίας. Σε αυτές η Σοφία Αντωνιάδη εκλέγεται για την κατάληψη της έδρας. 

Ήταν η πρώτη γυναίκα που αποκτούσε Έδρα στο συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο που είναι το αρχαιότερο της Ολλανδίας. Παρά του ότι αναφέρεται ως η πρώτη γυναίκα Καθηγήτρια Πανεπιστημίου στην Ολλανδία, αυτό δεν φαίνεται να είναι σωστό, καθώς σε άλλα δύο Ολλανδικά Πανεπιστήμια, της Ουτρέχτης και του Χρόνιγκεν, ήδη υπήρχαν γυναίκες Καθηγήτριες, χωρίς αυτό βέβαια να μειώνει τη δική της επιτυχία. 


Το Πανεπιστήμιο στο οποίο απέκτησε έδρα η Αντωνιάδη, βρίσκεται στη «πόλη του κλειδιού», -αποκαλείται έτσι λόγω του θυρεού της που απεικονίζει τα ίδια κλειδιά με εκείνα του Βατικανού- και είναι γνωστό παγκοσμίως για το υψηλό επίπεδο σπουδών. Η ίδρυσή του χρονολογείται από τον 16ο αιώνα και είναι εγκατεστημένο σε ένα παλαιό Μοναστήρι.

Επρόκειτο συνεπώς για ένα Πανεπιστήμιο που τηρούσε με θρησκευτική ευλάβεια της παραδόσεις και ήταν πολύ δύσκολο έδρα να καταληφθεί από γυναίκα και μάλιστα ξένη. Στο παρεκκλήσι αυτού του παλαιού μοναστηριού η Αντωνιάδη έδωσε τον εναρκτήριο λόγο της στις 13 Νοεμβρίου του 1929. Αυτό κατάμεστο καθώς όλοι ήθελαν να δουν και να γνωρίσουν από κοντά τη πρώτη γυναίκα Καθηγήτρια. Στην αίθουσα εκτός από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου παρίστατο ο Έλληνας Πρόξενος του Ρότερνταμ, η διάδοχος του Θρόνου Πριγκίπισσα Ιουλιάνα η οποία στη συνέχεια θα εγγραφεί στην τάξη της Αντωνιάδου και θα παρακολουθεί ανελλιπώς το τμήμα της.

Η τάξη της Αντωνιάδη το 1930, πρώτη χρονιά διδασκαλίας της, είχε 30 φοιτητές από τους 2.000 που συνολικά φοιτούσαν στον Πανεπιστήμιο του Λέιντεν. Η Σοφία Αντωνιάδου αποτελούσε αγαπημένο θέμα ενασχόλησης των Ολλανδικών εφημερίδων λόγω της διάσημης μαθήτριάς της που όπως προαναφέραμε ήταν η Διάδοχος του Ολλανδικού Θρόνου. Η Πριγκίπισσα Ιουλιάνα ήταν ήδη απόφοιτος της Νομικής Σχολής ενώ παράλληλα ακολουθούσε μαθήματα Γαλλικής Φιλολογίας, Ιστορίας Τέχνης, ενώ ήθελε η Αντωνιάδου να την προσφωνεί απλώς ως Ιουλιάνα χωρίς να την προσαγορεύει με τον τίτλο της.

Φωτογραφία της Σοφίας Αντωνιάδη στο Πανεπιστήμιο του Λέιντεν
(http://www.universiteitleiden.nl)

Η Σοφία Αντωνιάδου στην Έδρα της "Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, Παλαιοχριστιανικής, Βυζαντινής και σύγχρονης εποχής" (έτσι την είχαν ονομάσει οι Ολλανδοί), δίδασκε τα Ευαγγέλια όχι από δογματικής αλλά γλωσσολογικής και Φιλολογικής άποψης. Παράλληλα όμως δίδασκε Σολωμό, Βαλαωρίτη και Παλαμά, Γρυπάρη, Μαλακάση αλλά και τον ποιητή του γενέθλιου τόπου της τον ποιητή του Πειραιά Λάμπρο Πορφύρα. Η Αντωνιάδου μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Ολλανδικά ως μητρική της γλώσσα. 


Τα καλοκαίρια που επέστρεφε στην Ελλάδα αποτελούσε μόνιμο «στόχο» των δημοσιογράφων των Ελληνικών Εφημερίδων που ήθελαν να μάθουν τα πάντα γύρω από τη ζωή της στην Ολλανδία. Δυστυχώς οι δημοσιογράφοι διατύπωναν ερωτήσεις για την ίδια τη χώρα και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της και όχι για τις επιστημονικές μελέτες και διδασκαλίας της ίδιας. Και η Σοφία Αντωνιάδου που δεν ήθελε να δυσαρεστήσει κανέναν απαντούσε σε ότι μόνο την ρωτούσαν με αποτέλεσμα τα περισσότερα άρθρα της σε εφημερίδες της εποχής αναφέρονται στην Ολλανδία, στον πολιτισμό της με τα άνθη της και τα πολυάριθμα ποτάμια της, για την ευημερία των κατοίκων της.

Η Σοφία Αντωνιάδου την περίοδο εκείνη εξέδωσε στην Ολλανδία δύο διατριβές (Εκδοτικό Οίκο Μπρίλλ). Η μια είχε τίτλο «Το Ευαγγέλιον του Λουκά, Δοκίμιον γραμματικής και Φιλολογικού ύφους» και η άλλη «Ο Πασκάλ ως μεταφραστής της Βίβλου».  Αυτές τις δύο διατριβές τις υποστήριξε στη Σορβόννη από όπου κατέκτησε το Διδακτορικό της (Doctorat DEtat). Η Αντωνιάδη υποστήριξε με ζήλο μέσα από την επιστημονική της έρευνα ότι η Καινή Διαθήκη είναι το πρώτο νεοελληνικό βιβλίο παραβάλλοντας τη γλώσσα των Ευαγγελίων με την κλασική ελληνική αλλά και με τη νεοελληνική αποδεικνύοντας ότι η τελευταία είναι απαραίτητη για τη κατανόηση της γλώσσας των Ευαγγελίων. 

Ειδικά για τη γλώσσα του Ευαγγελιστή Λουκά παραβάλλει αποσπάσματα από τον Πλάτωνα, τον Πλούταρχο και τον Επίκτητο αλλά και από τους Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο και φυσικά τον «Πειραιώτη» Παύλο Νιρβάνα. Με τις παραβολές αυτές κειμένων διαφορετικής εποχής, αποδεικνύει ότι τα κείμενα των Ευαγγελίων αν και απέχουν πέντε αιώνες από την Κλασσική εποχή και είκοσι αιώνες από τη σημερινή εποχή χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, την Ελληνική, που στην ουσία είναι απαράλλακτη.

Κατά την περίοδο του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου η Αντωνιάδη επιστρέφει στην Ελλάδα όπως μας πληροφορεί η Μαρία Χαιρέτη προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της στον υπόδουλο τόπο της. Συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση και το σπίτι της στην οδό Ξενοφώντος στο Σύνταγμα γίνεται σημείο συνάντησης μελών αντιστασιακών οργανώσεων. Το 1948 εκλέγεται καθηγήτρια και στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ. 

Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος γράφει για το έργο της Αντωνιάδη ότι "σε όποιο μέρος κι αν πάμε θα βρούμε μια ομάδα φωτισμένων ανθρώπων που μεθούν και μόνο με το όνομα "Ελλάδα" σαν ακούσουν. Εκεί στο Λέιντεν είναι μια τέτοια περίπτωση, αυτή της Σοφίας Αντωνιάδη".

Το 1955 της ανατίθεται η διεύθυνση του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας. Το τεράστιο έργο που επιτέλεσε η Σοφία Αντωνιάδη στη Βενετία αποτελεί ένα άλλο τεράστιο κεφάλαιο που θα ήταν αδύνατο να συμπεριληφθεί στα πλαίσια μιας απλής αρθρογραφίας. 

Επιστολή της Σοφίας Αντωνιάδη προς τον Τριανταφυλλίδη με ημερομηνία 7 Ιουλίου 1958
(Αρχείο Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης)

Η Σοφία Αντωνιάδη πεθαίνει στις 25 Ιανουαρίου του 1972 αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο έργο. Την ανήκει επίσης η ευγνωμοσύνη όλων των ερευνητών και μελετητών της μεσαιωνικής ελληνικής ιστορίας για την επιστημονική της δραστηριότητα.

   
Πρώτη φωτογραφία ανάρτησης από:(http://www.universiteitleiden.nl)