"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ στον Πειραιά του 1958



του Στέφανου Μίλεση

Στην καταγραφή της ιστορίας μιας πόλης σημαντικός είναι επίσης και ο ρόλος του κινηματογράφου. Η μεγάλη οθόνη έχει την ικανότητα όχι μόνο να μαγεύει προσφέροντας θέαμα, αλλά και να μας τροφοδοτεί με εικόνες τοπίων και συνοικιών που σήμερα έχουν αλλάξει ριζικά όψη. Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν σε ταινίες στις οποίες καταγράφονται διάφορα σημεία του Πειραιά. Μια από αυτές είναι και η αμερικανική ταινία με τίτλο «Οργισμένοι λόφοι» (The angry Hills) που προβλήθηκε στους ελληνικούς κινηματογράφους το 1959. Στις αρχές του Ιουνίου του 1958 έφτασε στην Ελλάδα ο διάσημος Αμερικανός ηθοποιός Ρόμπερτ Μίτσαμ, ο οποίος παρέμεινε για χρονικό διάστημα ενός περίπου μήνα στη χώρα μας, για τις ανάγκες των γυρισμάτων της προαναφερόμενης ταινίας που είχε ως υπόθεση την περιπέτεια ενός Αμερικανού πολεμικού ανταποκριτή που βρέθηκε στην Ελλάδα το 1941, την περίοδο δηλαδή της γερμανικής εισβολής. 

Αρκετές από τις σκηνές της ταινίας περιελάμβαναν γυρίσματα στην Καστέλλα και στο Πασαλιμάνι. Μάλιστα χρησιμοποιήθηκε ένα δίπατο σπίτι στον Προφήτη Ηλία στο οποίο γυρίστηκαν αρκετά πλάνα της ταινίας, καθώς ο Αμερικανός σκηνοθέτης Ρόμπερτ Όλτριτζ (Robert Aldrich), επιθυμούσε ο γραφικός όρμος του Τουρκολίμανου, να απεικονίζεται ως φόντο στο βάθος. Το Τουρκολίμανο εκείνη την εποχή είχε ήδη δημιουργήσει αξιοπρόσεκτη φήμη γύρω από τη γραφικότητά του και την διάσημη ψαροφαγία του και είχε αρχίσει να αποτελεί προορισμό αρκετών τουριστών. Μάλιστα ο σκηνοθέτης φοβόταν μήπως η ομορφιά των τοπίων αφήσει στο περιθώριο τον πρωταγωνιστή της ταινίας. 

Από το παράθυρο του σπιτιού που εξελίσσεται η υπόθεση στον Πειραιά δεσπόζει το μαγευτικό Τουρκολίμανο


Το σενάριο ήταν γραμμένο από τον ελληνικής καταγωγής σεναριογράφο του Χόλυγουντ Αλβέρτου Ισαάκ Μπεζερίδη. Ο Μπεζερίδης ήταν γεννημένος στη Σαμψούντα της Τουρκίας αλλά από Έλληνα πατέρα και Αρμένισα μητέρα. Οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ όταν ο Μπεζερίδης ήταν ενός μόλις ετών. Μοναδικές οι σκηνές με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ να στέκεται στο παράθυρο του σπιτιού που προαναφέραμε, στον Προφήτη Ηλία, ατενίζοντας το Τουρκολίμανο ή κατεβαίνοντας σχεδόν τρέχοντας τα σκαλάκια της οδού Φώσκολου στην Καστέλλα. 

Ο Μίτσαμ κατεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα της Φώσκολου στην Καστέλλα


Εκεί στη διασταύρωση της Φώσκολου με τη λεωφόρο Βασιλέως Παύλου (νυν Αλέξανδρου Παπαναστασίου) συναντιέται με μια ομάδα μαθητών που φέρουν στο κεφάλι τους τα χαρακτηριστικά πηλήκια που οι μαθητές σχολείων έφεραν τότε. Τραγουδάνε το «ήτανε ένα μικρό καράβι». Ψάχνει ανάμεσά τους να βρει κάποιο μαθητή που να μιλά αγγλικά, ενώ πίσω του δεσπόζει ακμαίο και λαμπρό ακόμα το νεοκλασικό, του οποίου μόνο η πρόσοψη έχει απομείνει σήμερα. 

Ο Ρ. Μίτσαμ συναντά ομάδα μαθητών με τα χαρακτηριστικά πηλήκια

Οι δρόμοι και οι ανηφοριές του Προφήτη Ηλία είναι ακόμα χωματόδρομοι. Προς το τέλος της ταινίας ο Μίτσαμ για τις ανάγκες του σεναρίου επιβιβάζεται σε καΐκι από το Πασαλιμάνι. Πίσω του διακρίνεται ο θρυλικός κινηματογράφος «Σπλέντιτ» με την ταράτσα του, στην άκρη της οποίας στέκονται κάποιοι νεαροί της εποχής, οι οποίοι προφανώς έχοντας «μυριστεί» ότι κάτι σπουδαίο γίνεται εκεί και παρακολουθούν με προσοχή. Άραγε πόσα αγόρια και κορίτσια της δεκαετίας του 1950, δεν ονειρεύτηκαν στις αίθουσες των κινηματογράφων του Πασαλιμανιού; 
Τι συναισθήματα να γεννήθηκαν, όταν ήρωες του θρυλικού Χόλιγουντ, για τους οποίους οι νέοι έκαναν ουρές να τους δουν στην κινηματογραφική οθόνη, «έπαιζαν» τώρα μπροστά από τους ίδιους κινηματογράφους αλλά ολοζώντανοι και πραγματικοί; Λες και είχαν βγει από την οθόνη του «Σπλέντιτ» και είχαν τρέξει μέχρι την άκρη της προκυμαίας για να συνεχίσουν τη δράση που προηγούμενα άφησαν!




 Σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά στα γυρίσματα της Αθήνας, στη συνοικία της Πλάκας και στην Πλατεία Συντάγματος (έξω από το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία») ο κόσμος έμενε κατάπληκτος αντικρίζοντας ξαφνικά μια ανατριχιαστική εικόνα που έκανε προσπάθεια να ξεχάσει. Γερμανοί στρατιώτες και αξιωματικοί των Ες-Ες να περιφέρονται στους κεντρικούς δρόμους. Φυσικά επρόκειτο για κομπάρσους και ηθοποιούς της ταινίας. Κάποια άλλα γυρίσματα έγιναν στους Δελφούς και σε τοποθεσίες του Παρνασσού. Ύστερα από τα πετυχημένα γυρίσματα της ταινίας «Το παιδί και το Δελφίνι», η Ελλάδα φάνταζε ελκυστικός και κατάλληλος τόπος για την παραγωγή και άλλων αμερικανικών ταινιών λόγω του χαμηλού κόστους. Η ιταλικής καταγωγής… Βρετανή ηθοποιός του Χόλιγουντ Τζία Σκάλα ήρθε αμέσως την άφιξη του Μίτσαμ μετά για να συμπληρώσει την ομάδα. Από Έλληνες ηθοποιούς συμμετείχε ο Δημήτρης Νικολαΐδης. Τις τεχνικές ανάγκες των γυρισμάτων στην Ελλάδα κάλυψε το ελληνικό στούντιο «Άλφα» τις εγκαταστάσεις του οποίου επισκέφθηκε για να δει από κοντά και ο ίδιος ο Ρόμπερτ Μίτσαμ. Ωστόσο ο Αμερικανός σκηνοθέτης Όλντριτζ στην κυριολεξία «έφριξε» από το πλήθος των περιορισμών και των διατυπώσεων που αντιμετώπισε καθώς και από την έλλειψη κρατικής αρωγής. Σε όλες τις χώρες το κινηματογραφικό υλικό ήταν και είναι το πρώτο κατά προτεραιότητα υλικό που εξέρχεται από το τελωνείο, ενώ στην Ελλάδα σημειώθηκε μεγάλη καθυστέρηση εκτελωνισμού. 

Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ με φόντο το Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος

Τα γυρίσματα του Πειραιά απαιτούσαν απομάκρυνση «περιέργων» και «άδειασμα» των δρόμων από αυτοκίνητα και περαστικούς, απαίτηση που παρουσίασε μεγάλες δυσκολίες στην περίπτωση του Πειραιά, καθώς η αστυνομία των Αθηνών δεν διέθετε δύναμη για να καλύψει τις ανάγκες. Αντίθετα στον Πειραιά η παραγωγή απαιτούσε την εκκένωση της παραλιακής λεωφόρου της Ακτής Μουτσοπούλου από το ύψος της Δευτέρας Μεραρχίας μέχρι το Ρολόι, που επιτεύχθηκε μόνο από τρεις αστυφύλακες. Η συγκεκριμένη σκηνή της ταινίας είναι απολύτως ίδια με μια λίγο παλαιότερη που γυρίστηκε ακριβώς στο ίδιο σημείο. Στην ταινία «Το παιδί και το Δελφίνι» ένα αυτοκίνητο διέσχιζε και τότε την έρημη Ακτή Μουτσοπούλου όπως και στους «Οργισμένους Λόφους». Μόνο που η εμφάνιση της Σοφίας Λόρεν στο Πασαλιμάνι στις 8 Νοεμβρίου του 1956, για το ίδιο περίπου γύρισμα είχε δημιουργήσει έναν πραγματικό παροξυσμό, όταν έξαλλο πλήθος από θαυμαστές της και από περίεργους παραλίγο να απαγάγει την Ιταλίδα σταρ μαζί με το αυτοκίνητό της. 

Το ίδιο ακριβώς πλάνο στον ίδιο δρόμο με δύο χρόνια διαφορά!
Πάνω:
Στην ταινία "Το παιδί και το Δελφίνι" με τη Σοφία Λόρεν σε γύρισμα του 1956
Κάτω:
Στην ταινία "Οργισμένοι λόφοι" με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ σε γύρισμα του 1958

Η Τζιά Σκάλα η οποία προφανώς είχε ακούσει για την παρουσία της Σοφίας Λόρεν στο Πασαλιμάνι δύο χρόνια πριν, δήλωσε ότι «η Σοφία Λόρεν την αφήνει ασυγκίνητη και ότι προτιμά την ελληνική κουζίνα». Την πορεία της ταινίας παρακολουθούσε από κοντά και ο Φρέντυ Γερμανός για λογαριασμό της εφημερίδας «Ελευθερία». Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν στα τέλη του Ιουλίου του ίδιου έτους και το συνεργείο με τους ηθοποιούς αναχώρησαν για το Λονδίνο όπου θα γυρίζονταν οι «εσωτερικές» σκηνές σε στούντιο. Εκεί παραλίγο η ταινία να μην ολοκληρωθεί καθώς η Τζία Σκάλα πληροφορήθηκε το θάνατο της μάνας της με την οποία ήταν πολύ συνδεδεμένη και σύμφωνα με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων προσπάθησε να αυτοκτονήσει πέφτοντας από γέφυρα στον Τάμεση. Οι παραγωγοί της ταινίας ωστόσο στη συνέχεια εξέδωσαν δελτίο τύπου πληροφορώντας το κοινό ότι η κυρία Σκάλα είχε πιει λίγο παραπάνω και πήρε ένα ταξί για να περάσει από τα μέρη που περπάτησε στο παρελθόν με τη μάνα της, μεταξύ των οποίων ήταν και η συγκεκριμένη γέφυρα και ότι απλώς ο ταξιτζής που τη μετέφερε παρεξήγησε τις προθέσεις της.  

Στις χωμάτινες ανηφοριές του Προφήτη Ηλία

Πέρα από κάποιες εικόνες ενός Πειραιά του παρελθόντος που χάθηκε οριστικά, η ταινία έμεινε μνημονεύεται περισσότερο από τη σκηνή ενός ελληνικού καμπαρέ όπου αρτίστρια τραγουδά και χορεύει γυμνόστηθη προσφέροντας σκηνές υπερβολικά προκλητικές για την εποχή της. Πρόκειται –σύμφωνα πάντα με τους τίτλους της ταινίας- για κάποια Μαρίτα Κωνσταντίνου αγνώστων λοιπών στοιχείων, που ερμηνεύει ωστόσο το πρώτο τραγούδι που έγραψε ο Μίμης Πλέσσας για κινηματογραφικές ανάγκες. Στο διαδίκτυο υποστηρίζεται ότι πρόκειται για την Μπέμπα Κυριακίδη την τελευταία σύζυγο του Μανώλη Χιώτη η οποία συμμετέχει στην ταινία χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο. Η παρουσία της, ο χορός της, το τραγούδι της αποτέλεσαν μια από τις πλέον εντυπωσιακές παρουσίες της ταινίας, τόσο ώστε η σκηνή συμπεριελήφθη στα διαφημιστικά πόστερ της ταινίας, αλλά ντυμένη ευπρεπώς, φορώντας δηλαδή στηθόδεσμο! 

Διαφημιστικό πόστερ της ταινίας με την χορεύτρια ντυμένη ευπρεπώς...
https://www.imdb.com

Και από ένα παράξενο παιχνίδισμα της τύχης όπως συνήθως συμβαίνει, το χρονικό διάστημα που ο Μίτσαμ γύρισε τις πειραϊκές σκηνές της ταινίας, κάτω ακριβώς από τα συνεργεία των γυρισμάτων, στη «Σπηλιά του Παρασκευά» τραγουδούσε ο Μανώλης Χιώτης με την Μελάγια ενώ στο πρόγραμμα διακρίνεται και το όνομα της Μάρθας Καραγιάννη! 

Το πρόγραμμα της "Σπηλιάς" με έναρξη την Πρωτομαγιά του 1958

Τελευταία εικόνα της ταινίας με το ΝΑΣ με το Τουρκολίμανο και το ΝΑΣ και με τις κουκλίτσες του Εύζωνα και της Αμαλίας να "κάθονται" στα κάγκελα του παραθύρου, στο σπίτι όπου έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας στον Πειραιά. 

Οι τίτλοι τέλους πέφτουν με το φακό να εστιάζει στο Τουρκολίμανο. Ακριβώς μπροστά δύο κούκλες σουβενίρ, ένας Εύζωνας και μια Αμαλία κρέμονται από τα κάγκελα του παραθύρου που χρησιμοποιήθηκε στα γυρίσματα. Δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της τουριστικής ατραξιόν της εποχής. Η εικόνα του Τουρκολίμανου και τα θρυλικά τσολιαδάκια που κατά δεκάδες πωλούνταν τότε στα τουριστικά περίπτερα για σουβενίρ.

Τα "ρεμπέτικα" τραγούδια και τα "ταγκό", του Μαν. Καλομοίρη



Στην εφημερίδα "Έθνος" της 8ης Ιανουαρίου του 1947, στη δεύτερη σελίδα, δημοσιεύεται ένα άρθρο του μεγάλου μουσουργού Μανώλη Καλομοίρη, του "πρωτομάστορα" της εθνικής μουσικής μας σχολής, με τίτλο: ΤΑ "ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ" ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ "ΤΑΓΚΟ"  και υπότιτλο "Τα κατασκευάσματα της ελαφράς μουσικής καταστρέφουν το μουσικό αίσθημα". 



"του Ακαδημαϊκού Μαν. Καλομοίρη"

Αρκετός θόρυβος γίνεται τώρα τελευταία γύρω στα λεγόμενα ρεμπέτικα και χασικλίδικα τραγούδια. 
Καθώς μαθαίνω, επιζητείται εξοστρακισμός τους, κάπου μάλιστα – νομίζω στον Πειραιά- απαγορεύθηκαν ήδη. 

Αν και πιστεύω πως με καμμιάν επέμβασι και κανένα παρεμβατισμό δεν μπορούνε να κανονισθούν και να μεταρρυθμισθούν μουσικά ζητήματα, που έχουν άμεση σχέσι με το μουσικό ένστικτο του Λαού και τον αυθορμητισμό του, συμφωνώ πως το όλο ζήτημα της λαϊκής μουσικής είνε ζωτικώτατο για τον τόπο.

Νομίζω όμως πως δεν μπορεί να εξετασθή ασυσχέτιστο με την όλην υπόθεσι της λεγομένης ελαφράς ελληνικής μουσικής των ταγκό, των φοξ και των παρόμοιων.


Στίχοι και μουσική των «ελαφρών» αυτών τραγουδιών είνε τόσο ανόητοι και τόσο αντιαισθητικοί, ώστε στο βάθος να ποτίζουν το Λαό μας με χειρότερο αφιόνι και να τον αποχαυνώνουν και αποβλακώνουν περισσότερο και από το πιο άσεμνο χασικλίδικο τραγούδι. Κάνουν δε και ένα άλλο κακό, που τα ρεμπέτικα τραγούδια ίσως να το αποφεύγουν. Του χαλούν το τονικό και ρυθμικό του αίσθημα έτσι, που ο μείζων και ο ελάσσων τρόπος, αν εξακολουθήση ο κατακλυσμός των ταγκό και των φοξ, θα εξοστρακίσουν μέσα σε λίγα χρόνια τους ήχους και τους τρόπους της δημοτικής μας μουσικής και ο ελληνικός Λαός –που νομίζουμε πως θα τον κάνωμε να ξεχάση τον αμανέ- θάχη το ίδιο τονικό και ρυθμικό αίσθημα με τους νέγρους της Αμερικής.

Τα χασικλίδικα τραγούδια οι λουλάδες και τα «μαστουρώματα» δεν θα εξοστρακισθούν με την καταδίωξι της μουσικής μελωδίας τους, αλλά με την καταδίωξι των χασικλήδων κι όταν ο Λαός διαφωτισθή και του δοθή μια ανώτερη πνευματική και ψυχική διαπαιδαγώγησις. Πρέπει να δημιουργήσωμε μιαν αληθινή λαϊκή μουσική, βασισμένη απάνω στο λαϊκό μουσικό και ποιητικό ένστικτο και να υποβοηθήσωμε τη λαϊκή μουσική έμπνευσι στο να εκδηλωθή όσον το δυνατόν πιο αβίαστα και ευγενικώτερα. Όχι όμως, προς Θεού, να υποκαταστήσωμε το λαϊκό τραγούδι, έστω και το ρεμπέτικο ακόμη, έστω και τον αμανέ ακόμη, με τα διάφορα κατασκευάσματα των λεγομένων ελαφρών ελληνικών τραγουδιών.

Μαν. Καλομοίρης"