"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Τρεις θανατικές εκτελέσεις με λαιμητόμο στον Πειραιά του 1887

Ο Πειραιάς τη χρονιά της τριπλής καρατόμησης των καταδικασμένων σε θάνατο (1887)


του Στέφανου Μίλεση

Η μεταφορά της λαιμητόμου και των δημίων στα διάφορα μέρη της ελληνικής επικράτειας όπου είχε αποφασισθεί να γίνουν εκτελέσεις δια καρατομήσεως, γινόταν από το Ναύπλιο (ήταν η μόνιμη έδρα τόσο της λαιμητόμου όσο και των Δημίων) με πλοία του πολεμικού ναυτικού.

Στον Πειραιά οι εκτελέσεις γίνονταν πίσω από το κοιμητήριο της πόλης, που τότε ήταν το κοιμητήριο του Αγίου Διονυσίου. Εκεί στο ίδιο σημείο οι καταδικασμένοι εκτελούνταν είτε δια τουφεκισμού, είτε δια καρατόμησης. 

Το Νοέμβριο του 1887 το πλοίο του πολεμικού ναυτικού "Ευρώτας" αναχωρεί από τον Πειραιά, με σκοπό να μεταφέρει τη λαιμητόμο και τους δήμιους από το Ναύπλιο, στα πλησιέστερα λιμάνια των περιοχών όπου θα γίνονταν εκτελέσεις. Και αυτοί οι προορισμοί της λαιμητόμου ήταν η Λάρισα, η Καλαμάτα, η Ιτέα, η Κέρκυρα, το Ληξούρι και τέλος ο Πειραιάς.  

Ο "Ευρώτας" προσέγγιζε τα πλησιέστερα λιμάνια προς τον τόπο εκτέλεσης των ποινών και από εκεί η λαιμητόμος μεταφερόταν οδικώς. Ο αριθμός των καταδικασθέντων εκείνη τη χρονιά φτάνει στους πενήντα σε όλη την επικράτεια! 

Οι εκτελέσεις προγραμματίζονταν να γίνουν ομαδικά ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε όλη την Ελλάδα, με ένα ταξίδι του "Ευρώτα", καθώς τα δρομολόγια για μια μόνο εκτέλεση κόστιζαν... Στο συγκεκριμένο ταξίδι του οι Δήμιοι με το θανατηφόρο εξάρτημά τους, τη Λαιμητόμο, θα εκτελούσαν εννέα συνολικά καταδικασθέντες. 

Σε αυτό το παράξενο ταξίδι ο "Ευρώτας" είχε ως τελευταίο σταθμό εκτελέσεων τον Πειραιά. Ύστερα λαιμητόμος και δήμιοι θα επέστρεφαν και πάλι στο Ναύπλιο. Στον Πειραιά ήταν προγραμματισμένη να γίνει τριπλή καρατόμηση! 

Πραγματικά ο "Ευρώτας" αφού ολοκλήρωσε την προγραμματισμένη περιοδεία, κατέπλευσε στον Πειραιά στις 16 Δεκεμβρίου του 1887 όπου άφησε πρώτα τη λαιμητόμο για να στηθεί στον Άγιο Διονύσιο. 

Το πλοίο αναχώρησε αυθημερόν για την Αίγινα καθώς έπρεπε να μεταφέρει τους μελλοθανάτους από τις φυλακές της Αίγινας όπου κρατούνταν. Στον Πειραιά εκτελούνταν συνήθως οι ποινές για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στη θάλασσα εντός ή εκτός χωρικών υδάτων αν επρόκειτο για πλοία με ελληνική σημαία. 

Το ατμόπλοιο "Ευρώτας"


Στις 17 Δεκεμβρίου οι κρατούμενοι ετοιμάζονταν να μεταφερθούν από τα ιδιαίτερα δωμάτια των φυλακών της Αίγινας όπου κρατούνται για τον Πειραιά. Πρόκειται για τους Μικ. Παρώδη ή Αγγελέτο, Νικόλαο Λεοντόπουλο  ή Λέοντα και Μανώλη Βλαχοπαναγιώτη ή Αχλάδα. Με τον τελευταίο όμως δημιουργήθηκε πρόβλημα καθώς στεκούμενος στη θύρα του κελιού του, κρατώντας δύο μαχαίρια απειλούσε ότι θα σκοτώσει όποιον τον πλησίαζε. 

- "Δεν παραδίδομαι" έλεγε "τουφεκίστε με"

Η εκτέλεση δια τουφεκισμού αποτελούσε πάντα μόνιμο αίτημα των καταδικασμένων που τον προτιμούσαν συγκριτικά με τη λαιμητόμο. Τελικώς ο Βλαχοπαναγιώτης πείσθηκε και ύστερα από διαπραγματεύσεις παραδόθηκε. 
Η μεταγωγή τελικώς αναβλήθηκε για την επομένη μέρα.

Πραγματικά στις 18 Δεκεμβρίου οι τρεις καταδικασμένοι μετήχθησαν τον Πειραιά. Επί του πλοίου υπήρχε και ένας ακόμα μελλοθάνατος ο Ξηραδάκης, η εκτέλεση του οποίου όμως θα γινόταν σε άλλο χρόνο στην Αθήνα.
Ο Λεοντόπουλος ήταν 36 ετών, με καταγωγή από την Άμφισσα Παρνασσίδας, ο Βλαχοπαναγιώτης 34 ετών από την Κυνουρία και ο Παρώδης 26 ετών με καταγωγή από την Άνδρο. 

Όλοι τους είχαν καταδικασθεί σε θάνατο, διότι τα ξημερώματα της 1ης Απριλίου του 1886, στη θάλασσα του Μαρμαρά, επιτέθηκαν κατά του αγκυροβολημένου ελληνικού πλοίου "Ποσειδών", όπου σκότωσαν τον κυβερνήτη του Μακρή, και άρπαξαν 19 χιλιάδες χρυσά φράγκα που είχε κρυμμένα κάτω από το μαξιλάρι του. 
Στο δικαστήριο βασικός μάρτυρας κατηγορίας υπήρξε ο ναύτης του πλοίου Παλαιοκρασσάς, ο οποίος είχε δεχθεί πολλαπλές μαχαιριές, αλλά είχε καταφέρει να επιβιώσει. 

Η τριάδα αυτών των πειρατών είχε δημιουργήσει τρομερή φήμη γύρω από το όνομά τους. Η σκληρότητά τους ήταν ιδιαίτερη ενώ σχεδόν πάντα ύστερα από τις πράξεις τους επιδίδονταν σε άκρατη οινοποσία. Άλλωστε σε τέτοια κατάσταση τους συνέλαβαν αργότερα σε ταβέρνα της Κωνσταντινούπολης. Αφού οδηγήθηκαν στην ελληνική προξενική αρχή, ομολόγησαν τα εγκλήματά τους. 

Παρά το γεγονός ότι το 1887 η πειρατεία είχε παταχθεί σε μεγάλο βαθμό, είχε σχεδόν εξαφανιστεί, σποραδικά υπήρχαν κρούσματα. Και οι ποινές για τα εγκλήματα αυτά συνέχιζαν να είναι εξοντωτικές. Τα εφετεία ποτέ δεν μετέβαλαν την ποινή της θανατικής καταδίκης που είχε επιβληθεί για πειρατεία.


Στις 4 μ.μ. ο "Ευρώτας" εισήλθε στο λιμάνι του Πειραιά. Καθώς η είδηση είχε διαδοθεί στην πόλη, λέμβοι πολλοί ανέμεναν την άφιξη του πλοίου, ενώ κατά μήκος της παραλίας περίεργοι και μη είχαν σχηματίσει μια ανθρώπινη γραμμή μεγάλους μήκους. Ο Κυβερνήτης του "Ευρώτα" Πλωτάρχης Μπούμπουλης και ο ύπαρχος Κριεζής επέτρεψαν την άνοδο στο πλοίο μόνο σε δημοσιογράφους. Οι τρεις καταδικασμένοι κάπνιζαν διαρκώς. Ο Παρώδης ήταν ο μόνος από τους τρεις που ήταν ομιλητικός. 

Κι αυτό διότι ήθελε να πει τον πόνο του σε όσους τον πλησίαζαν. Και ο πόνος του δεν ήταν η επικείμενη εκτέλεσή του αλλά η απόρριψη και εγκατάλειψη εκ μέρους της γυναίκας του, της Φραντζέσκας, που τον εγκατέλειψε.
Δεν τον επισκέφθηκε ούτε μια φορά στις φυλακές της Αίγινας να τον δει. Απογοητευμένος καθώς ήταν με τη συμπεριφορά της, έγραψε μια επιστολή που της έλεγε ότι είχε κρυμμένα χρήματα από τις ληστείες. Μόνο τότε εκείνη πήγε να τον συναντήσει κι έτσι ο Παρώδης βεβαιώθηκε ότι παρακινήθηκε από τη φιλοχρηματία της και όχι από αισθήματα προς το πρόσωπό του. 

Ο Παρώδης ήταν ερωτευμένος μαζί της. Παρότι πολύ νεώτερός της την είχε νυμφευθεί και η μελαχρινή και ζωηρά Φραντζέσκα απολάμβανε τα χρήματα προϊόν της πειρατείας του, ωστόσο μόλις συνελήφθη τον εγκατέλειψε και αυτό κόστισε πολύ στον τρομερό πειρατή.

Στο πλοίο ύστερα από τους δημοσιογράφους ανέβηκε ο ιερέας για την καθιερωμένη εξομολόγηση. Σε διπλανή καμπίνα βρίσκονταν οι Δήμιοι οι οποίοι όπως και η λαιμητόμος είχαν μόνιμη έδρα στο Ναύπλιο. Το όνομα του ενός ήταν Τελώνης και του δευτέρου Αμοιραδάκης. 
Ο Τελώνης κυκλοφορούσε πάντοτε με μια ρόμπα έχοντας δύο σκυλιά να τον συνοδεύουν, τον Οσμάν και την Ελπίδα. Ο Αμοιραδάκης εμφανιζόταν έχοντας μια γάτα στα πόδια του. 
Όταν τους συνάντησαν οι δημοσιογράφοι εκείνοι τους είπαν:
- "Ας ευχηθούμε αυτή η εκτέλεση να είναι η τελευταία στη θητεία μας. Ο νόμος τους καταδικάζει και εμείς είμαστε τα όργανά του. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν σφάλματα. Ξέρουμε και παπά που έκανε κακούργημα". 

Η εκτέλεση είχε κανονιστεί να γίνει στις 19.30', ώρα που περίπου ο ήλιος έδυε, ώστε οι καταδικασμένοι να αντικρίσουν την δύση για τελευταία φορά. Συνήθως οι εκτελέσεις γίνονταν ώρες ανατολής ή δύσης ώστε οι καταδικασμένοι να βλέπουν για τελευταία φορά την ανατολή ή την δύση του ηλίου. 

Εκτός από τους περίεργους Πειραιώτες υπήρχε πολύς κόσμος από την Αθήνα που επίσης επιθυμούσε να δει την τριπλή εκτέλεση του Πειραιά. Είχε κατακλύσει από νωρίς τα καφενεία της περιοχής ενώ δεν έλειψαν και εκείνοι που από την προηγούμενη νύχτα -μη βρίσκοντας κλίνες στα διάφορα ξενοδοχεία του Πειραιά καθώς όλα ήταν κατάμεστα- είχαν αναγκαστεί να μείνουν άυπνοι όλη τη νύχτα περιμένοντας στο χώρο πίσω από το κοιμητήριο του Αγίου Διονυσίου. Εκεί όπου δηλαδή που είχε συναρμολογηθεί και ήταν έτοιμη να λειτουργήσει η απαίσια μηχανή.  

Η τελευταία δημόσια εκτέλεση με χρήση λαιμητόμου στη Γαλλία το 1939


Δύο ώρες πριν την εκτέλεση, στις πέντε το απόγευμα, υπολογιζόταν ότι ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί ξεπερνούσε τα 20 χιλιάδες άτομα! 
Μεγάλο μέρος του είχε κατέβει από την Αθήνα πεζοπορώντας ή με το σιδηρόδρομο αλλά και με άμαξες. Κανείς ποτέ δεν είχε ξαναδεί τόσο μεγάλο πλήθος σε εκτέλεση. Οι εφημερίδες της εποχής γράφουν ότι ο αριθμός του κόσμου ξεπερνούσε ακόμα και τους αντίστοιχους απαγχονισμούς που γίνονταν στο Λονδίνο. 

Στις 18.30 ώρα έφτασαν οι δήμιοι συνοδευόμενοι από χωροφύλακες. Η εμφάνισή τους συντάραξε το πλήθος. Ο ένας εκ των δύο δημίων, ο Τελώνης, ακολουθείτο από τον έναν από τους δύο σκύλους του και ήταν εμφανώς μεθυσμένος, ενώ ο άλλος ο Αμοιραδάκης καθόταν αδιάφορος. Κατά τις επτά και τέταρτο ακούστηκαν φωνές από τον κόσμο
- "Τους φέρνουν, τους φέρνουν" φώναζαν.

Φάνηκαν να έρχονται τρεις άμαξες συνοδεία έφιππων χωροφυλάκων. Οι κατάδικοι είχαν φτάσει ο καθένας σε ξεχωριστή άμαξα. Μόλις τους κατέβασαν από τις άμαξες ζήτησαν να κοινωνήσουν επί της προκυμαίας. Συνοδευόμενοι με έναν ιερέα και οι τρεις ξεκίνησαν και το μόνο που ακουγόταν ήταν νεκρώσιμος ακολουθία. Φορούσαν σωφρονιστικό μανδύα με αποτέλεσμα τα χέρια τους να μην είναι ελεύθερα. Καθένας ενώ ήταν όρθιος δενόταν πάνω σε μια όρθια σανίδα. Στη συνέχεια έπιαναν τη σανίδα και την ξάπλωναν πάνω στο μηχάνημα ώστε το κεφάλι του καταδίκου που εξείχε να εφαρμόζει στην υποδοχή της λαιμητόμου. 

Το κοιμητήριο του Αγίου Διονυσίου όπισθεν του οποίου εκτελούνταν οι καταδικασμένοι σε θάνατο δια τουφεκισμού ή δια καρατομήσεως.
Η φωτογραφία είναι του 1917, τριάντα δηλαδή χρόνια αργότερα.


- "Αδέλφια εγώ ποτέ το χέρι μου δεν το έβαψα με αίμα, ούτε έκλεψα. Πηγαίνω άδικα. Ας όψονται οι πατριώτες του συγχωρεμένου. Εγώ πήγαινα για λαθρεμπόριο μονάχα" είπε ο πρώτος που ήταν ο Βλαχοπαναγιώτης.

Μετά από αυτό οι δήμιοι τον ασπάστηκαν κατά την πρακτική τρεις και τέσσερις φορές και σπρώχνοντας τη σανίδα προς τη λαιμητόμο τον καρατόμησαν. Μετά τον Βλαχογιάννη προσήγαγαν τον Παρώδη. Ζήτησε λίγο νερό και του έδωσαν από το δοχείο το οποίο χρησιμοποιούσαν για να ξεπλύνουν τη λαιμητόμο. 

- "Αφήστε με μωρέ μάτια μου να μιλήσω δυο λόγια" είπε στους Δημίους ο Παρώδης. Αυτοί διαφώνησαν μεταξύ τους για το αν θα έπρεπε να τον αφήσουν να μιλήσει. Και ενώ οι δήμιοι μιλούσαν μεταξύ τους αυτός βρήκε την ευκαιρία να πει:
- "Εγώ δεν πήγαινα με κακό σκοπό, αλλά με έφαγε η πλεονεξία. Τώρα εδώ που με έφεραν κόβομαι δικαίως, αυτό δε το κάνει ο νόμος για να παραδειγματιστείτε". 

Αφού και αυτός καρατομήθηκε ακολούθησε ο τελευταίος που ήταν ο Λεοντόπουλος. Έδειξε πραγματικά ατάραχος μπροστά στη λαιμητόμο. Πριν ανέβει στο ικρίωμα μίλησε με τον εισαγγελέα που επέβλεπε τις εκτελέσεις, τον Γαλιάτσα, τον οποίο παρακάλεσε να μεριμνήσει για την τύχη της αδελφής του Ελένης που ήταν άπορη. 

Όταν όλα τελείωσαν ανέβηκε κάποιος στο ικρίωμα που δήλωσε ιατρός ο οποίος άρπαξε μια εκ των κεφαλών από το καλάθι και αφού τη σήκωσε ψηλά, σε κοινή θέα, εστίασε πάνω της και οι γύρω από αυτόν τον άκουσαν να λέει "Κρίμα, κρίμα...". 



Κατά τη διάλυση του πλήθους ακούστηκαν και ολίγα γιούχα κατά των δημίων που αναχωρούσαν. Οι συγγενείς του Βλαχοπαναγιώτη που ανέμεναν, παρέλαβαν το πτώμα και το έθαψαν εντός πολυτελούς φέρετρου. Τους άλλους τους μετέφεραν με το κάρο της δημαρχίας στο διπλανό κοιμητήριο του Αγίου Διονυσίου. 

Όσο για τον Δήμιο Λάμπρο Τελώνη στις 21 Δεκεμβρίου του 1895 όταν γύρισε στο χωριό του στην Φθιώτιδα, περιφρονήθηκε από τους κατοίκους και ντροπιασμένος τριγυρνούσε μόνο. Προτίμησε να απαγχονιστεί με το σχοινί του κωδωνοστασίου. Έτσι ο άνθρωπος που είχε γίνει γνωστός σε όλη την Ελλάδα ως Δήμιος με καρμανιόλα έφτασε να απαγχονιστεί. 

Οι καρατομήσεις στην Ελλάδα:

Η θανατική ποινή εφαρμόστηκε στην Ελλάδα με ιδιαίτερο ζήλο και οι καρατομήσεις (εκτελέσεις δια της λαιμητόμου) από τη σύσταση του Ελληνικού Βασιλείου αποτελούσαν μια συνηθισμένη τακτική. Πριν από το 1860 στατιστικά στοιχεία εκτελέσεων με χρήση λαιμητόμου δεν υπάρχουν και ότι απόμεινε βασίζεται μόνο σε δημοσιεύματα εφημερίδων περί εκτελέσεων καθώς και κατά τόπους παραδόσεις. 

Έτσι παρά το γεγονός ότι επί Οθωνικής περιόδου η λαιμητόμος είχε "πάρει φωτιά", το κράτος ευρισκόμενο ακόμα ανοργάνωτο δεν κρατούσε αρχεία εκτελέσεων. Μετά το 1860 άρχισαν οι αρμόδιες υπηρεσίες να τηρούν σχετικό αρχείο. Η καταπολέμηση των ληστρικών συμμοριών αποτελούσε πάντα για την Ελλάδα, ένα δεύτερο εσωτερικό μέτωπο, παράλληλα με όλα τα υπόλοιπα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει. Η θανατική ποινή θεωρήθηκε τότε ως το μόνο φάρμακο για την αντιμετώπιση όσων διαπράττουν ληστεία, και σπανίως δινόταν βασιλική χάρη σε ληστές και σε φονιάδες. Η ληστεία και η πειρατεία ήταν τα πλέον καταδιωχθέντα εγκλήματα που έπρεπε να εξαλειφθούν.  


Χαρακτηριστικό παράδειγμα μη καταγραφής ομαδικής εκτέλεσης αποτελεί και η περίπτωση συμμορίας αποτελούμενης από 15 άνδρες και μια γυναίκα που όλοι καρατομήθηκαν την ίδια ημέρα με συνοπτικές διαδικασίες. Και καθώς η γυναίκα ήταν παχύσαρκη και δεν μπορούσε να φτάσει το κεφάλι της στη λαιμοδόχο, ο δήμιος δήλωσε ότι η γυναίκα δεν ήταν δυνατόν να καρατομηθεί λόγω της σωματικής της διάπλασης.

Τότε ο εισαγγελέας που παρίστατο του απάντησε:
"Κόψε το κεφάλι της με το μαχαίρι σου". 

Η οργή του πλήθους που είχε παρακολουθήσει τις 15 εκτελέσεις που είχαν προηγηθεί (είχαν αφήσει τελευταία τη γυναίκα από λεπτότητα!), ξέσπασε σε φρικτό λιθοβολισμό ενώ οι στρατιώτες που περιφρουρούσαν την εκτέλεση αδυνατούσαν να σώσουν εισαγγελέα και δήμιο από τα χέρια του πλήθους. Τέτοια περιστατικά εκτελέσεων διασώζονται πριν από το 1860 στα οποία δυστυχώς δεν αναφέρονται οι τόποι που έλαβαν χώρα, ούτε οι χρονολογίες τους. Περιγράφονται στις εφημερίδες ως αναμνήσεις βαρβαρότητας άλλων εποχών.

Κάθε εκτέλεση θανατικής ποινής αποτελούσε όντως και μια διαφορετική ιστορία βαρβαρότητας, ειδικά όπως είπαμε πριν από το 1860 που κανένα στοιχείο ανθρωπισμού δεν κρατείτο και καμία συγκεκριμένη διαδικασία δεν εφαρμοζόταν. Η εκτέλεση για να θεωρείται πετυχημένη θα πρέπει να προκαλεί μέχρι εσχάτων ώστε να αποτελεί παράδειγμα για όσους την παρακολουθούν. Και πρόκληση θεωρείται να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο φρικαλέα και βδελυρή. 

Στη Χαλκίδα (την περίοδο πριν από το 1860), η κεφαλή καρατομηθέντος εκτέθηκε στην αγορά και καθώς ήταν Πάσχα, όλοι οι διερχόμενοι προς προμήθεια πασχαλινού κρέατος που την έβλεπαν αμέσως έφευγαν. Και η αποστροφή ήταν τόσο μεγάλη που κανένας αμνός εκείνη τη χρονιά δεν πωλήθηκε.     

Όταν ύστερα από το 1860 άρχισαν να τηρούνται αρχεία δικαστικών αποφάσεων, αμέσως έγινε αντιληπτό ότι η Ελλάδα καρατομούσε ανθρώπους με ιδιαίτερη ευκολία. Παρά το γεγονός ότι σήμερα έχουμε τη εντύπωση, ότι η εκτέλεση δια της λαιμητόμου αποτελούσε μια "ξενόφερτη" τακτική θανάτωσης, άμεσα συνδεδεμένη με τη Γαλλία όπου πρωτοεφαρμόστηκε, τα στατιστικά από το 1860 και ύστερα δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Ελλάδα τουλάχιστον για συγκεκριμένη περίοδο διατηρούσε τα σκήπτρα καρατομήσεων. 


Καρατομηθέντες την περίοδο 1860 - 1887
μόνο στην δικαστική περιφέρεια της Αθήνας. Οι περισσότεροι εξ αυτών αποτελούσαν μέλη ληστρικών συμμοριών που δρούσαν στην κυριολεξία "δέκα βήματα" έξω από τα όρια της Αθήνας.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι για την περίοδο από το 1866 έως το 1873 καταδικάστηκαν στην Ελλάδα να εκτελεστούν με λαιμητόμο ή με τουφεκισμό 131 άτομα σε μια χώρα που τότε αριθμούσε περίπου 1,5 εκατομμύριο κατοίκους. Από αυτά τα 131 άτομα, τα 124 θανατώθηκαν με λαιμητόμο. Την ίδια ακριβώς περίοδο στη Γαλλία των 40 εκατομμυρίων κατοίκων εκτελέστηκαν με λαιμητόμο 95 άτομα. 

Θα πρέπει να προστεθεί ότι στην περίοδο σύγκρισης καρατομήσεων μεταξύ Ελλάδας - Γαλλίας, ένας μεγάλος αριθμός καταδικασθέντων σε θάνατο αφέθηκε στην Ελλάδα να φύγουν από τις φυλακές, καθώς μεσολάβησε η εκθρόνιση του Όθωνα και καθώς θεωρήθηκε ότι φυλακίστηκε μεγάλος αριθμός επαναστατών, μαζί με αυτούς αφέθηκαν ελεύθερα και μέλη ληστρικών συμμοριών. Καταλαβαίνουμε ότι αν δε μεσολαβούσε η εκδίωξη του Όθωνα, ο αριθμός καρατομηθέντων για την ίδια περίοδο θα ήταν πολύ μεγαλύτερος.

Εισαγωγή της λαιμητόμου στην Ελλάδα:

 Η πρώτη λαιμητόμος αγοράσθηκε επί Όθωνα από τη Γαλλία. Μαζί με αυτήν έφτασε στην Ελλάδα και Γάλλος Δήμιος για να εκπαιδεύσει ντόπιους υποψηφίους. Η λαιμητόμος μετά τον διαφόρων εξαρτημάτων της συσκευασμένη σε κιβώτια μεταφερόταν από πόλη σε πόλη όπου είχε γίνει έγκλημα. Επειδή τελικώς η μεταφορά προκαλούσε δαπάνες στο δημόσιο, καταργήθηκε η περιφορά της στην επαρχία και όλες οι εκτελέσεις γίνονταν στο Παλαμήδι του Ναυπλίου. Η τελευταία χρήση της λαιμητόμου έγινε το 1911 όπου εκτελέσθηκαν 22 εγκληματίες. Η λαιμητόμος όταν καταργήθηκε δωρήθηκε το 1934 στην Ιατροδικαστική υπηρεσία Αθηνών.   

   Διαβάστε επίσης:


Το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου

"Λάμπρος Πορφύρας" του Κώστα Βάρναλη




Η θύμηση του Πορφύρα είναι γεμάτη από καλοκαιριάτικο φως, είναι γεμάτη από γαλάζια θάλασσα και χαρούμενες ακρογιαλιές, από άσπρα καΐκια και γλάρους, είναι γεμάτη από το μπάρσαμο του ρετσινιού που δεν έρχεται από τα δάση παρά ανεβαίνει σπιθιρίζοντας μέσα από τα σκοτεινά υπόγεια ή τις δροσερές ξυλαποθήκες, είναι προ πάντων γεμάτη από κείνο το ανάλαφρο χαριτωμένο πνεύμα που θέλει σε όλα το μέτρο και την αρμονία και που ο Οράτιος το ονόμασε "spiritum Graiae tenuem Camenae", ήγουν: λεπτό πνεύμα της ελληνικής Μούσας. 

Ο Πορφύρας ήταν ο πιο αγαπημένος σύντροφος σ΄όλες τις παρέες του κρασιού - παρέες είτε από ανθρώπους των γραμμάτων είτε από ανθρώπους του λαού. Η παρουσία του άνοιγε τις καρδιές κ'  έφερνε έναν αέρα πολιτισμού κ' εμπιστοσύνης. Με τη γαλήνη του και τη βαθειά του γνώση του πρωτόκολλου της ταβέρνας ήταν το φρένο στις υπερβασίες των άλλων. "Η ταβέρνα είναι λεπτό πράγμα", έλεγε συχνά. Και κατόρθωσε να μορφώσει ολάκερη γενιά ανθρώπους, που ξέρανε να φερθούνε στην ταβέρνα.

Τα καλοκαίρια ανέβαινε σχεδόν κάθε απόγευμα στην Αθήνα. Γιατί το καλοκαίρι τ' αθηνιώτικα κρασιά είναι καλύτερα απ' τα πειραιώτικα. Μα από τ' Αη - Δημητριού και πέρα τον χάναμε. Ανοίγανε τα καινούργια κρασιά στον Περαία. Κ'  έβρισκε στο Πασά - λιμάνι κει στην Φρεατύδα ό,τι του χρειαζότανε: το καλό κρασί και την καλή παρέα από ναυτικούς και ψαράδες. Τότες ξαναγινότανε ο κυρ Δημητράκης Σύψωμος. Γιατί κάπου εκεί έκρυβε και το φιλολογικό του ψευδώνυμο, και πως ήτανε ποιητής. Αν το μάθαιναν οι απλοϊκοί άνθρωποι ή θα κρατούσανε κάποια απόσταση απεναντί του ή θα παύανε να τον ... εχτιμούνε. Και τότες, αντίο ευχαρίστηση του πιοτού! Απ΄ αυτούς τους γερόλυκους της θάλασσας, τους ψημένους στην άρμη του αφρού και στους βοριάδες, μάθαινε διάφορα ανέκδοτα, που κατόπι τα στυλιζάριζε και τ' αποπνευματοποιούσε, όταν τα διηγότανε και σε μας μ΄ ένα ράθυμο και πονηρό ύφος ποντικομαμής. Έτσι το χειμώνα, όπως είπα, τόνε χάναμε. Και όχι λίγες φορές, νοσταλγώντας τη συντροφιά του, παίρναμε το τραίνο και κατεβαίναμε στον Περαία να τον πετύχουμε στου Τρίχα την ταβέρνα καθισμένο σ'  ένα σιδερένιο τραπέζι, δίπλα στη σειρά των βαρελιών μέσα στο μισόφωτο, σαν ήσκιο "αλλουνού κόσμου". 



Τον πρωτογνώρισα στα 1911 στα "Ηνωμένα Βουστάσια". Μου τόνε σύστησε ο Ρώμος Φιλύρας - η πιο πηγαία, η πιο εκρηχτική φλέβα του νεοελληνικού λυρισμού. Κάθησε στο τραπέζι μας, ήπιε καφέ και ζήτημα αν μας είπε τρεις λέξεις. Ύστερα, στην επιστράτευση του 1912 - 13 τον είχα "συνάδελφο" στον 13ο λόχο Εμπέδου Τάγματος στο Ζάππειο. Εκεί βρέθηκε να υπηρετεί κι ο Σκίπης κι ο Μπόγρης και πολλοί δικηγόροι, δάσκαλοι, δικαστικοί και μάγκες Αθηναίοι, όλοι μουστακαλήδες αγύμναστοι των κλάσεων 1900 - 1902. Στον ίδιο λόχο υπηρετούσανε κ'  ένα σωρό τσομπαναρέοι και περιβολάρηδες Αξιώτες, όλοι τους αγαθοί άνθρωποι κι "ανεπίδεκτοι μαθήσεως", γιατί ολάκερους μήνας δεν μπορούσανε να μάθουν πιο είναι το δεξί και πιο το ζερβί τους πόδι.


Ο Λάμπρος Πορφύρας την εποχή που υπηρετούσε
στον 13ο λόχο Εμπέδου Τάγματος


Ο Πορφύρας ήταν από τους πιο πειθαρχικούς στρατιώτες. Όχι τόσο από υψηλή συνείδηση του καθήκοντος, όσο από βαριεστημάρα και αυτοεγκατάληψη. Μικρόσωμος, αμίλητος με την καμπουρίτσα του, με το γυρισμένο του κεφάλι κάτου, με τα μισόκλειστα μάτια του κι ανόρεχτος ήτανε πάντα ο τελευταίος του πρώτου ζυγού, όπως ήτανε πάντα πρώτος ο ατελείωτος Μυλωνάς. Μέσα στην τσέπη του κουβαλούσε τα "Εις εαυτόν" του Μάρκου Αυρηλίου, για να ασκείται στη στωϊκήν απάθεια, που τόσο του χρειαζότανε σ'  αυτήν την περίσταση. Σ'  όλο του το είναι διάβαζε τον αφορισμό του φιλόσοφου αυτοκράτορα: "πόλις και πατρίς ως μεν Αντωνίνω μοι η Ρώμη, ως δε ανθρώπω ο κόσμος" συμπληρωμένο έτσι: "ως δε ποιητή το ... άπειρον". Κι αληθινά δε φαινότανε να ζει στο λόχο, μα στο άπειρο. Στο άπειρο τ΄ουρανού και του πελάγου.

Ποτές δεν το έσκαγε από τα γυμνάσια ή τη θεωρία, όπως οι άλλοι Αθηναίοι μάγκες. Όταν όμως μας πηγαίνανε πέρα από το Παγκράτι (τόπος έρημος σχεδόν εκείνη την εποχή) και μας διέταζαν οι υπαξιωματικοί "εφ'  όπλου λόγχη", για να καταλάβουμε "εξ εφόδου από διακοσίων μέτρων" με φωνές κι αλαλητά το λόφο της Αγίας Ανάληψης, αι τότες ο άθλος ξεπερνούσε τα όρια της σωματικής και της ηθικής τους αντοχής. Πλάγιαζε μπρούμητα σε κανένα χαντάκι, άναβε το τσιγάρο του και περίμενε... στωικά να γυρίσουν οι άλλοι θριαμβευτές για να μοιραστεί μαζί τους τη δόξα!

Με τη σατνακρούτα του πάντα της ώρας, με τον παναμά του και το μπαστουνάκι του "ένα ψιλό καλαμάκι από κείνα που λυγούνε, σαν του Σαρλώ) και με το αργό και κουνιστό του περπάτημα παρουσιαζότανε το απομεσήμερο στο καφενείο, που ήταν στην αυλή του θερινού θεάτρου της Κυβέλης, αντίκρα στο παλιό Χρηματιστήριο. Εκεί είχε πάντα ήσκιο και δροσιά κι αεράκι. Άμα βράδιαζε, τραβούσε για το βιβλιοπωλείο του Βασιλείου στην οδό Σταδίου. Εκεί μαζευόντανε με το σούρουπο οι λόγιοι στα 1920 και πέρα:
αλλά, με τη δύση του ηλίου
θα πηγαίνω στου Βασιλείου.

όπως λέγει κι ο Καρυωτάκης.

Ο Πορφύρας στο Πασαλιμάνι
Ο Πορφύρας στα βραχάκια της Φρεαττύδας


Κι από κεί ξεκινούσανε είτε για το υπόγειο του Νίκου Σιδέρη στην Αγορά, είτε για το υπόγειο του κυρ Χρίστου στην οδό Μεταξά, είτε για κάποια άλλη ταβέρνα στο τέρμα της οδού Ευριπίδου, Πορφύρας, Βουτυράς, Παπαγιάννης, Σπαταλάς, Γιοφύλης, Πάνος Ταγκόπουλος, Γ. Σταυρόπουλος, Γ. Δογάνης, Θεοδόσης Σπεράντζας κτλ. Η παρέα αυτή βάσταξε χρόνια. Γιατί ποτές απάνου στο κρασί δε μιλούσανε για φιλολογία. Ούτε έπαινος, ούτε επίκριση, ούτε απαγγελία. Έτσι δεν υπήρχε έδαφος για παρεξήγηση ή για πλήξη. Το πολύ - πολύ κουτσομπολεύανε τους... απόντες. Χαλάλι τους. Και τραγουδούσανε. Ο Βουτυράς ήταν ο μαέστρος ("ένας πετεινός μεγάλος και τρανός", "τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια" κτλ.).

Ο Πορφύρας ήταν τύπος "κλειστός". Ούτε τραγουδούσε, ούτε μιλούσε πολύ. Κάπου - κάπου έκανε κανένα νόστιμο σχόλιο ή διηγότανε κανένα από κείνα τ΄ ανέκδοτα, που ως τα σήμερα τα θυμάται η παρέα του και γελά. Δεν είχε κανέναν οχτρό και δε μισούσε κανέναν. Όταν κάποτες του είπα, πώς τον σκυλοβρίζει ο Αποστολάκης, χαμογέλασε λίγο σουφρώνοντας τα ρουθούνια και ξέχασε αμέσως και για πάντα και τις βρισιές και τον άνθρωπο. 



Μια Κυριακή κάποια λογία κυρία έκανε γι' αυτόν διάλεξη στην αίθουσα του Χρηματιστηρίου του Πειραιά. Τον προσκάλεσε κι αυτόν. Ο Πορφύρας πέρασε μια δυό φορές απ΄ έξω και δεν τολμούσε να μπει. Ντρεπότανε. Σα νά ξερε τι θα πάθαινε. Επί τέλους το πήρε απόφαση. Τον βάλανε να καθήσει στη μέση της πρώτης σειράς στην πιο περίφαντη θέση. Αντικρυστά στο βήμα. Η κυρία απάνου κι αυτός από κάτου δέχτηκε κατακέφαλα όλο το λούσιμο της "αντικειμενικής" κριτικής. Βρήκε όλα του τα ποιήματα μέτρια και τόνε ρεζίλεψε μπροστά σ'  όλο τον κόσμο, πως δε στάθηκε άξιος να πάρει το δίπλωμά του. Μέσα στην αίθουσα κυκλοφορούσανε και μερικοί χρηματιστές, που δεν τον ξέρανε. Ο ένας με τον άλλον τον μάθανε. Στεκόντανε αντίκρα του τόνε δείχνανε με το δάχτυλο και λέγανε: "αυτός είναι"! Δεν άνοιγε η γη να τον καταπιεί; Στο τέλος η κυρία έκανε και μια παραχώρηση. Αναγνώρισε πως αν δεν είναι καλός ποιητής, είναι όμως ευγενέστατος άνθρωπος. "Τότες κ'  εγώ", έλεγε ο Πορφύρας, "σηκώθηκα κ'  έφυγα απότομα για να δείξω, πως δεν είμαι ούτε ευγενέστατος άνθρωπος"! Κι όταν μετά καιρό το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη του ζήτησε βιογραφικές πληροφορίες ο Πορφύρας σημείωσε στο χαρτί: "Δεν πήρα το δίπλωμά μου". Για να μη λένε, πως το κρύβει!



Κάποτες η παρέα διαλύθηκε. Γιατί ο Βουτυράς, που ήτανε το θεμέλιό της, την παράτησε άσπλαχνα. Δεν πήγαινε πια στις ταβέρνες. Οι κακές γλώσσες λέγανε, πως είχε... πλουτίσει και δεν καταδεχότανε πια το κρασί. Έπινε μπύρα! Μα κι ο Πορφύρας το είχε κόψει, δηλαδή του το κόψαν οι γιατροί. Είχε πάθει το σηκώτι του από το πιοτό. Ένα δυό χρόνια δεν ξαναφάνηκε στην Αθήνα. Έν'  απόγευμα τόνε συνάντησα τυχαία έξω από του Ζαχαράτου. Τι αποκαρδιωτικό θέαμα! Το πρόσωπό του ήτανε πρησμένο και χάλκινο. Τα μάτια του γουρλωμένα και κόκκινα. Προσπάθησε να γελάσει κ'  έκανε μια τραγική γκριμάτσα. Τόνε φοβήθηκα. "Δε θα βγάλει το χρόνο" (καλοκαίρι του 1933). Ο σιωπηλός και "σκιώδης" αυτός άνθρωπος, ο ποιητής των "Σκιών", έφυγε για το βασίλειο των Σκιών και της Σιωπής. Ο ποιητής που δεν είχε καμιά πόζα, που δε θορύβησε ποτές για τον εαυτό του, που δε ζήτησε να φανεί απαρατήρητος, μας άφησε φεύγοντας ένα μεγάλο θησαυρό: την τρυφερότητα, τη μουσική και την αλήθεια των στίχων του. Κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο αγαπούμε περισσότερο τους στίχους του, δηλ. αυτόν ολάκερο. 

Η σκιά του ποιητή των "Σκιών" Λάμπρου Πορφύρα


Πηγή: Άνθρωποι του Κώστα Βάρναλη, Εκδόσεις Κέδρος, 1958.
Σχέδιο Λάμπρου Πορφύρα από Ευθ. Παπαδημητρίου