"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Πειραϊκές ιστορίες καλοκαιριού γραμμένες στους βράχους και στις αυλές των αναμνήσεών μας.

Γυναίκες στα βράχια το 1920
Γυναίκες στα βράχια το 1920



του Στέφανου Μίλεση

Ο Πειραιάς, όπως έχω γράψει και παλαιότερα, τα καλοκαίρια αποκτούσε άλλο χρώμα. Με τη θάλασσα ολόγυρα, τα γραφικά παράκτια ή συνοικιακά ταβερνάκια, τα ηλιοβασιλέματα του Σαρωνικού, προέβαλε μια μοναδική ομορφιά κατεξοχήν καλοκαιρινή. Αν θα έπρεπε να προσδιορίσουμε την ταυτότητα εκείνου του Πειραιά των καλοκαιριών του παρελθόντος θα το κάναμε με δύο μόνο λέξεις : «Βράχος και αυλή»


Διότι οι περισσότερες πειραϊκές ιστορίες ανθρώπων καταγράφηκαν πάνω σε κάποιον βράχο της ακτής ή στην αυλή κάποιου σπιτιού. Το εξιστορούν οι ίδιες οι παλιές φωτογραφίες. Αρχειοθετημένες σε παλιά κουτιά παπουτσιών, οι μισές από αυτές απεικονίζουν τους πατεράδες ή τους παππούδες σας, τις μητέρες σας ή τις γιαγιάδες σας με φόντο κάποια θάλασσα του Πειραιά. Πάνω στα βραχάκια της ακτής ποζάρουν με τα ολόσωμα μαγιό τους επιδεικνύοντας τη ζωντάνια των χρόνων τους, τη φρεσκάδα της νιότης τους με φόντο τη θάλασσα του Πειραιά. Στα βραχάκια της πειραϊκής ακτής ο κόσμος κολύμπησε, ψάρεψε, έπαιξε τα νεώτερα χρόνια υδατοσφαίριση, ερωτεύθηκε, έκανε το πρώτο του ραντεβού. Οι άλλες μισές φωτογραφίες τους απεικονίζουν σε κοινά τραπέζια στην αυλή! 

Καλοκαιρινές ιστορίες ανθρώπων γραμμένες πάνω στους βράχους των πειραϊκών ακτών


Είναι γεγονός ότι τα καλοκαίρια στον Πειραιά οι μέχρι τότε έρημοι δρόμοι και πλατείες αποκτούσαν ζωή, γέμιζαν από κίνηση, πλημμύριζαν από ανθρώπους που επιθυμούσαν την κοινωνική συναναστροφή, ήθελαν να μείνουν μέχρι αργά έξω από τα σπίτια τους. Αλλά και εκείνοι ακόμα που έμεναν εντός οικίας, πάλι έξω από αυτήν ήταν! Γνώριμη σε όλους μας η εικόνα των περισσοτέρων συνοικιών με τους ενοίκους να κάθονται έξω από την εξώπορτα των σπιτιών τους, στα σκαλάκια των μονοκατοικιών ή ακόμα καλύτερα στις ταράτσες και στις αυλές τους. Τα περισσότερα σπίτια διέθεταν αυλές ακόμα, οι οποίες αποτελούσαν το κέντρο ζωής των ενοίκων τους. Αφού τα τετραγωνικά των δωματίων τους ήταν ελάχιστα, διαβίωναν οι περισσότεροι στην αυλή. Μόνο το κρύο του χειμώνα τους έκλεινε μέσα. 


Σήμερα δεν είναι λίγες οι φορές που λέμε πως τα παλιά χρόνια όλα τα σπίτια στον Πειραιά ήταν μονοκατοικίες εννοώντας ότι δεν είχαν ακόμα οικοδομηθεί οι πολυκατοικίες. Η αλήθεια είναι ότι και τότε «πολυκατοικίες» ήταν με την έννοια της κατοικίας των πολλών… Μόνο που τότε η ανάπτυξη των ενοίκων γίνονταν οριζοντίως και όχι καθέτως όπως γίνεται σήμερα. 


Γύρω από τις περισσότερες αυλές τότε, υπήρχαν αραδιασμένα δωμάτια το ένα δίπλα στο άλλο μέσα στα οποία ζούσαν, από ένας ένοικος μέχρι μια ολάκερη οικογένεια. Δεν χρειάζονταν και πολλά!... Πολυπληθείς οικογένειες έζησαν και πρόκοψαν σε λίγα τετραγωνικά. Η τουαλέτα έξω κοινόχρηστη. Για να έφτανες σε αυτήν έπρεπε να περάσεις πρώτα από την αυλή όπου κάθονταν όλοι οι υπόλοιποι. Ήθελες δεν ήθελες η ζωή σου δεν είχε κανένα μυστικό. Όλοι οι σύνοικοι γνώριζαν από το τι κάνεις, που δουλεύεις, μέχρι πότε λούζεσαι!... Ο λόγος για «προσωπικά δεδομένα» ανήκε ακόμα στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. 

- «Μπανιαριζόμαστε σήμερα; Μπα - μπα τι βλέπω ραντεβουδάκι; Ραντεβουδάκι;» όλο και κάποιος της αυλής σχολίαζε με πειρακτική διάθεση τον υποψήφιο μπανιαριζόμενο που περνούσε μπροστά απ΄ όλους. 

Ανά χείρας η πετσέτα, η τσατσάρα, πραγματική «παρέλαση» με το φανελάκι από τη μέση και πάνω, διάβαινε μπροστά από τους υπόλοιπους που κάθονταν στην αυλή που έπιναν ελληνικό καφέ στη σκιά κάτω από μια κρεβατίνα. Πάνω στο μικρό τραπεζάκι απαραίτητα αξεσουάρ το τασάκι και ο βασιλικός.  Με την προϋπόθεση όμως ότι το βρυσάκι του καμπινέ θα ήταν ελεύθερο. Διαφορετικά θα έπρεπε να επαναληφθεί η προσπάθεια. Βλέπετε οι υποψήφιοι εξοδούχοι ήταν πολλοί την καλοκαιρινή περίοδο. Όλα κοινά, τουαλέτα, αυλή, κατοικία η ίδια η ζωή. 

Στου Καλαμπάκα την παραλία στην Πειραϊκή μεταπολεμικά

Ο μπακάλης, ο μανάβης, ο χασάπης της γειτονιάς σου όχι απλά σε γνώριζαν αλλά ήξεραν και τις διατροφικές σου προτιμήσεις, τις συνήθειές σου, τα τσιγάρα που κάπνιζες. «Κυρ Στέλιο πιάσε ένα πακέτο τσιγάρα» έλεγες  στον περιπτερά και ο κυρ-Στέλιος σου έδινε αμέσως τη μάρκα από τα τσιγάρα που κάπνιζες χωρίς να την έχεις καν αναφέρει. Από εκείνες τις αυλές πολλοί γάμοι έγιναν, πολλές νέες οικογένειες φτιάχτηκαν. Ο νέος του Προμηθέα, του Πρωτέα, του Αρχιμήδη, του Πυθαγόρα, ο έφηβος του μηχανουργείου, της τεχνικής ή της ναυτικής σχολής που ερχόμενος από το νησί του νοίκιαζε στην αυλή,  όλο και κάποια κοπελιά θα γνώριζε, κόρη σύνοικου της αυλής. Απαραίτητη προϋπόθεση να είναι εργατικό παιδί. Να θέλει να εργαστεί σκληρά, να προκόψει. Αυτό και μόνο αρκούσε για να προχωρήσει η σχέση, έστω με μια ματιά! Οι νέοι τότε μιλούσαν με τα μάτια και έλεγαν περισσότερα απ’ αυτά που γράφουν σε ατέλειωτες αράδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή καλύτερα κοινωνικής απομόνωσης! Διότι για να είσαι μέσα σε αυτά, θα πρέπει να είσαι έξω από την πραγματική ζωή. Γράφεις σε κάποιον όταν δεν τον βλέπεις. Και αφού οι νέοι σήμερα δεν βλέπουν κανέναν, γράφουν σε όλους! Κι έτσι περνάνε όλη τους τη ζωή σκυμμένοι πάνω σε ένα πληκτρολόγιο. Και φυσικά δεν μπορούν να δουν τα μάτια του άλλου.


Καλοκαιρινό τραπέζι στον δρόμο. Οδός Μητρώου 46, Πειραιάς
 


Που με αυτά τα μάτια τότε, περιέγραφαν τα πάντα! Πόσα τραγούδια δεν γράφτηκαν για τέτοιες ματιές…  «Τα ζηλιάρικά σου μάτια μ’ έχουνε τρελάνει», «Σε έβλεπα στα μάτια κι ήσουνα δικός μου», «μάτια μου, μάτια σκαλιστά γραμμένα στο κοντύλι», «τα μάτια σου ερωτεύτηκα με τα φιλιά μαγεύτηκα», «μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, κατσαρά μαύρα μαλλιά», «μάτια μου μάτια μάτια μου, των εματιών μου μάτια, τα μάτια μου δεν είδανε σαν τα δικά σου μάτια»… Παλιά και νέα τραγούδια που αναφέρονται όμως στο παρελθόν είναι σίγουρο ότι θα συμπεριλαμβάνουν τουλάχιστον έναν στίχο για εκείνα τα μάτια τα λάγνα ή για εκείνη την υποσχόμενη ματιά. Μέχρι και στη σύγχρονη εποχή των σέικ και των πάρτι τα μάτια συνέχιζαν να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, «Θα κλείσω τα μάτια θ’ απλώσεις τα χέρια να βρουν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια» χόρευαν αγκαλιά οι νέοι την εποχή του βερμούτ και της μέντας διότι «αυτά τα μάτια ήτανε πλάνα καταιγίδα και τραμουντάνα, τρικυμία και συμφορά!».

Ο Μπαγιαντέρας τραγουδά στα βράχια της Πειραϊκής

Ψαράδες στα βράχια της Πειραϊκής 1939

 Όλα αυτά άλλαξαν μόλις ο Πειραιάς αποχρωματίστηκε! Αναφέρομαι φυσικά στην εποχή που ο Πειραιάς ήταν ακόμα μια πόλη χρώματος καφέ! Διότι αυτό ήταν το χρώμα της πόλης μας. Ποιες μυστικές δυνάμεις είναι άραγε εκείνες που κινούν τη ζωή μιας πόλης και την κάνουν να αλλάξει όψη μέσα σε λίγα χρόνια, αναρωτιόνταν ο λογοτέχνης και ιστορικός Διονύσιος Κόκκινος, σε ένα άρθρο του το 1934. Και απεύθυνε έντρομος αυτό το ερώτημα, σε μια εποχή που λίγα δεινά είχαν συμβεί εκεί, συγκριτικά με όσα άλλα ακολούθησαν. Σε  όλη την πόλη κυριαρχούσε το καφέ χρώμα από τα κεραμίδια και ήταν σε απίστευτο βαθμό ορατή τόσο η θάλασσα και ο ουρανός. Αυτό συνέβαινε φυσικά διότι επικρατούσε η χαμηλή δόμηση, τα ψηλότερη κτήρια ήταν οι εκκλησίες και έτσι το μάτι απλωνόταν μακριά στον ορίζοντα. Δεν μας άρεσε όμως αυτή η πόλη και είπαμε να την αλλάξουμε. Οικοδομημένη δίπλα στα γαλάζια νερά του Σαρωνικού, λουσμένη από τον ήλιο της Μεσογείου, στολισμένη ολόγυρα από νησιά και βουνά, θα την ζήλευαν όλες οι πόλεις του κόσμου. Αντί αυτού την μετατρέψαμε σε ένα τεράστιο γιαπί, που στη θέση των αρχοντικών υψώθηκαν ογκώδεις, ακαλαίσθητες πολυκατοικίες, χωρίς ρυθμό, χωρίς σχέδιο, μόνο για το κέρδος. Σε στενά σοκάκια οικοδομήθηκαν μεγαθήρια που θα χρειάζονταν οικοδομικά τετράγωνα από μόνα τους για να σταθούν πολεοδομικά. Ο ουρανός γέμισε τέντες, κεραίες και θερμοσίφωνες. Ο Πειραιάς όπως και η Αθήνα μετατράπηκαν σε πόλεις χωρίς χρώμα, χωρίς σχέδιο, χωρίς πράσινο, χωρίς δημόσιους χώρους και εκτάσεις. Τα πάντα γκρι. Το τοπίο διαλύθηκε, σε μια πόλη που έπαψε να είναι πόλη και έχει μετατραπεί σε καταυλισμό ανθρώπων που καλούνται να καλύψουν μόνο πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Τι να άλλο να πει κανείς... Οι ταράτσες των πολυκατοικιών αντικατοπτρίζουν το χαρακτήρα των ενοίκων τους. Δηλαδή το απόλυτο τίποτα… αφού δεν υπάρχει κανένας χαρακτήρας. Ο χαρακτήρας των ανθρώπων μιας πόλης διαμορφώνει και την όψη της.  Κάθε πόλη είτε μας αρέσει είτε όχι είναι καμωμένη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των κατοίκων της. Ο χαρακτήρας των ανθρώπων τότε ήταν χαλυβδωμένος με επιθυμία για εργασία και μέριμνα για τον γείτονα. 


Δύο αδελφοί Ανδριανόπουλοι κολυμπούν με άλλους στα βράχια του Τουρκολίμανου (1922)


Η θέληση για εργασία αποτελούσε βασικό κριτήριο και ας ήταν η ανεργία και τότε τρομερή. Οι άνθρωποι μετανάστευαν για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Το μπαλκόνι του αποχαιρετισμού (goodbye όπως το έλεγαν) απέναντι από τον Άγιο Νικόλαο ήταν καθημερινώς γεμάτο. Θα μου επιτρέψετε όμως να επανέλθω στον καλοκαιρινό παλιό Πειραιά, αυτόν που ο καθένας διατηρεί στη μνήμη του, καθώς ο σύγχρονος με πληγώνει βαθιά. Οι βραχώδεις ακτές του Πειραιά ήταν τα σημεία σύναξης των Πειραιωτών όταν έβγαιναν από τις αυλές τους, ανάλογα με τη συνοικία που έμενε ο καθένας. Οι βράχοι που έσφυζαν από ζωή πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Από αυτούς κατά την διάρκεια της ζεστής καλοκαιρινής ημέρας βουτούσαν πολλοί Πειραιώτες στη θάλασσα, ενώ άλλοι ψάρευαν. Τα βράδια στους ίδιους βράχους κατέφευγαν τα ζευγαράκια και ονειρεύονταν το κοινό τους μέλλον. Ζούσαν τη μαγεία περιγράφοντας τη ζωή του κοινού μέλλοντός τους, χωρίς να γνωρίζουν όμως ότι όταν θα έφτανε το μέλλον που ονειρευόταν, θα αναπολούσαν τις στιγμές που το σχεδίαζαν, καθήμενοι στα βραχάκια του παρελθόντος. Πόσο παράξενη είναι πραγματικά η ζωή! Παραβλέπουμε την ομορφιά που απολαμβάνουμε σήμερα, προσβλέποντας ένα καλύτερο αύριο και όταν το «αύριο» κάποια στιγμή έρχεται, αναπολούμε το χθες που ενώ το είχαμε στο χέρια μας, ενώ ήταν μια πραγματικότητα, εμείς αφελώς το παραμερίσαμε νομίζοντας ότι τα πράγματα πάντα θα είναι έτσι, αμετάβλητα και σταθερά.        


Ο Θάνατος στον Πειραιά ενός επαναστάτη (1934)

1925 - Επιστολογράφοι στο έναντι του Ταχυδρομείου πεζοδρομίου όπου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους


του Στέφανου Μίλεση


Στις 24 Μαΐου του 1934 καταγράφεται στην εφημερίδα «Ακρόπολις» ο θάνατος ενός περίφημου τύπου –έτσι τον αποκαλεί η εφημερίδα - του Παϊνόλδου Ρόσσι. Ουδέποτε είχα ακούσει το όνομά του και στις άλλες εφημερίδες που αναζήτησα στοιχεία για τη ζωή του μερικά μόνο προστέθηκαν σε ότι κατέγραψε η "Ακρόπολις".   

Η φήμη που είχε δημιουργηθεί στον Πειραιά γύρω από το όνομά του ήταν φαίνεται μεγάλη, καθώς η «Ακρόπολις» που ανήγγειλε τον θάνατό του, τον εμφάνισε ως κάποιον που ήταν στους αναγνώστες ήδη γνωστός!  Αν και δεν ήταν Πειραιώτης δεν θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερος μάγκας στο λιμάνι από εκείνον, έγραφαν, διασκεδαστικός, σερέτης, γνωστός και σαν «αδελφάκι» καθώς άρχιζε σχεδόν όλες τις κουβέντες του προσφωνώντας τους άλλους «αδελφάκι». 



«Και που λες αδελφάκι…» ή «τι θέλεις μωρέ αδελφάκι…». Το «αδελφάκι» του Πειραιά ο ξένος αλλά τόσο Πειραιώτης Παϊνόλδος Ρόσσι πέθανε μόνος κι έρημος μέρα μεσημέρι σε ένα από τα κρεβάτια απόρων του Ζαννείου Δημοτικού Νοσοκομείου Πειραιά, σε ηλικία 80 ετών όπου νοσηλευόταν για καιρό εξαιτίας ανίατης ασθένειας.

Το λιμάνι του Πειραιά του Γιώργη Βαρλάμη, έργο φιλοτεχνημένο με κάρβουνο το 1985

Πολλοί φαίνεται να γνώριζαν για αυτόν, αλλά οι πραγματικοί γνώστες της ζωής του ήταν μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού. Ο σερέτης Ρόσσι ήταν πολυμαθέστατος και δεν υπήρχε τομέας συζήτησης που να μη μπορεί να λάβει μέρος, να μη μπορεί να εκφέρει άποψη. Παρά το ιταλικό επίθετό του, έλεγε ότι ήταν Γάλλος. Το καταγράφει άλλωστε και η ίδια η εφημερίδα. Είχε φτάσει στην Αθήνα εξόριστος από τα νεανικά του χρόνια ακόμα. Δεν έλεγε το λόγο που εξορίστηκε. Όμως είδε ότι ο Πειραιάς ταίριαζε καλύτερα στην ιδιοσυγκρασία του, στο φέρσιμό του. Έτσι κατέβηκε και έμεινε κοντά στο λιμάνι. Ίσως ήθελε να είναι πιο κοντά στην πατρίδα του καθώς τα δρομολόγια των βαποριών με τη Μασσαλία έδιναν κι έπαιρναν διαρκώς. 

Έκανε ό,τι δουλειά έπεφτε στην πλώρη του και τις δουλειές τις άλλαζε με την ίδια συχνότητα που άλλαζε και τα δωμάτια που έμενε. Τον περισσότερο καιρό τον θυμούνται με ένα τραπεζάκι στο απέναντι πεζοδρόμιο του ταχυδρομείου Πειραιά στην οδό Φίλωνος να γράφει γράμματα στα γαλλικά ή στα αγγλικά ή να μεταφράζει. Έστηνε το τραπεζάκι του δίπλα σε άλλους «επιστολογράφους» που συνέτασσαν κείμενα για όσους πήγαιναν στο ταχυδρομείο, που επιθυμούσαν να στείλουν μαντάτο σε συγγενείς τους στην επαρχία ή στο εξωτερικό αλλά που δεν γνώριζαν να γράφουν ή να διαβάζουν. 

Έτσι υπαγόρευαν την επιστολή στους «επιστολογράφους» του ταχυδρομείου. Ανάμεσά τους και ο Ρόσσι με το επιπλέον προσόν του ότι γνώριζε να γράφει και να διαβάζει αγγλικά και γαλλικά.  Λάμβανε ό,τι προσέφερε ο καθένας και με τα χρήματα που συγκέντρωνε πλήρωνε το δωματιάκι του. Επαναλάμβανε διαρκώς τη θέλησή του να επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του την Γαλλία. Πίστευε ότι κάποια στιγμή θα δινόταν χάρη στην εξορία του και με αυτήν την προσμονή έζησε όλη του τη ζωή. Στα νιάτα του είχε συχνά «επαναστατικές εκρήξεις» στις συζητήσεις του. Όμως καθώς τα χρόνια περνούσαν η αρρώστια και οι κακουχίες της ζωής είχαν σβήσει την επαναστατική του φλόγα. 

Στην Ελλάδα από την πρώτη στιγμή που έφτασε άρχισε να πολιτικολογεί. Τη μια ήταν υπέρ του Κονδύλη και την άλλη εναντίον του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του μη μπορώντας να εργαστεί ούτε έξω από το ταχυδρομείο, τα χέρια του έτρεμαν και η όρασή του είχε εξασθενήσει σημαντικά, ζούσε στη μικρή σοφίτα ενός από τα ακίνητα που είχε στην ιδιοκτησία του το Ζάννειο Νοσοκομείο. Άγνωστο το πώς γνωρίστηκε με τον διευθυντή του Ζαννείου νοσοκομείου τον Εμμανουήλ Στάη ο οποίος τον συμπόνεσε και του προσέφερε δωρεάν ένα καταφύγιο ζωής. 
Κανείς στην πραγματικότητα δεν έμαθε περισσότερα για τον Παϊνάλδο Ρόσσι… ο μόνος ξένος που καταχωρήθηκε στην πειραϊκή συνείδηση (και αρθρογραφία) ως παλαιός μάγκας!



Εφημερίδα "Ακρόπολις", φ. 24ης Μαΐου 1934, σελ. 5, "Το γιωτ των Ποντοπόρων, ο θάνατος ενός παληού μάγκα, το μυστήριο του νέου των φορτηγίδων" καθώς και άλλες εφημερίδες ίδιας ημερομηνίας. 

Η εξέγερση των σπουδαστών της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στον Πειραιά (1846)

Στο εσωτερικό της Σχολής Ευελπίδων το 1885 όταν ακόμα έδρευε στον Πειραιά




του Στέφανου Μίλεση

Στις 11 Απριλίου 1846, στις οκτώ η ώρα το πρωί, οι Ευέλπιδες της Στρατιωτικής Σχολής που τότε έδρευε στον Πειραιά (Πολεμικόν Σχολείον) πραγματοποίησαν στάση κατά του Διοικητή της Σχολής Συνταγματάρχη Γεωργίου Καρατζά και των Αξιωματικών – εκπαιδευτών τους. Ως αιτία της στάσεως αυτής προβλήθηκε αρχικά ότι ήταν ο σκληρός και απότομος τρόπος του Διοικητή και των Αξιωματικών προς τους σπουδαστές και η ανεπαρκής παρεχόμενη τροφή συσσιτίου. 

Προ της στάσεως επικράτησε φήμη μεταξύ των σπουδαστών ότι είχε προηγηθεί έγγραφη αναφορά σπουδαστή προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών η οποία ουδέποτε απαντήθηκε. Αφού οι σπουδαστές ανέμεναν για κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα για την υποτιθέμενη απάντηση, στις οκτώ το πρωί μετά την ολοκλήρωση του πρωινού συσσιτίου, άρχισαν να σπάνε τα πιάτα και τα τζάμια των παραθύρων της τραπεζαρίας. Σύντομα η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη και δεν άργησε η στάση να λάβει τα χαρακτηριστικά ένοπλης εξέγερσης, καθώς οι σπουδαστές κινήθηκαν προς την αποθήκη οπλισμού, έσπασαν τα λουκέτα αυτής και άρχισαν να διανέμουν όπλα και πυρομαχικά. 

Η αποθήκη της σχολής διέθετε 1.500 τυφέκια και ένα μικρό κανόνι, το οποίο οι σπουδαστές έβγαλαν έξω από την αποθήκη και αφού το γέμισαν το έστησαν μπροστά από την κεντρική πύλη της Σχολής. Οκτώ μόνιμοι υπαξιωματικοί που υπηρετούσαν στη σχολή συνελήφθησαν και κλείσθηκαν στο πειθαρχείο της σχολής ενώ την ώρα της σύλληψής τους ρίχθηκαν και κάποιοι πυροβολισμοί εκφοβισμού. Η κατάσταση ακροβατούσε επικίνδυνα και η κατάσταση έδειχνε να ξεφεύγει τελείως. Γρήγορα ειδοποιήθηκε το Υπουργείο των Στρατιωτικών, σύμφωνα πάντα με τα μέσα της εποχής, δηλαδή μέσω αγγελιαφόρων. 

Κατά τα μεσάνυχτα κατέβηκε στον Πειραιά ο Γάλλος Συνταγματάρχης Ιλαρίων Τουρέ και παρακάλεσε τους μαθητές να ανοίξουν την κεντρική θύρα της σχολής και να μιλήσουν με ηρεμία. Αυτοί αρνήθηκαν και του υπέβαλαν γραπτή αναφορά όμοια με εκείνη που κατά δήλωσή τους είχαν στείλει ταχυδρομικώς προς το υπουργείο για την οποία ουδέποτε έλαβαν απάντηση. Ανέφεραν ότι θα μιλούσαν μόνο με τον ίδιο τον υπουργό. Πραγματικά την επομένη ημέρα 12 Απριλίου το μεσημέρι έφτασε στη σχολή και ο υπουργός των Στρατιωτικών, ο Σουλιώτης ήρωας της επανάστασης Κίτσος Τζαβέλας

Συνταγματάρχης Ιλαρίων Τουρέ


Μόλις τον είδαν οι σπουδαστές άνοιξαν την πύλη της σχολής και τον υποδέχθηκαν εν μέσω ζητωκραυγών δίνοντας την εντύπωση ότι η λύση θα ερχόταν μέσω του υπουργού. Ο Τζαβέλας όμως εισήλθε στη σχολή μαζί με κάποιους αξιωματικούς, στους οποίους είχε ανατεθεί ο σχηματισμός επιτροπής διερεύνησης των αιτιών της στάσης αλλά και της εύρεσης των πρωταιτίων αυτής. Ο Κίτσος Τζαβέλας αντίθετα από ότι θα περίμεναν οι σπουδαστές μίλησε σκληρά, αρνήθηκε να συνδιαλέγει μαζί τους λέγοντας ότι η ανάρμοστη συμπεριφορά τους δεν θα μπορούσε να παραβλεφθεί και θα επιβάλλονταν ποινές ανάλογες των πράξεών τους. Η επιτροπή έλαβε μαρτυρικές καταθέσεις από όλους τους σπουδαστές και δήλωσε ότι η ενέργεια ήταν ομαδική καθώς εκδηλώθηκε ταυτόχρονα. Δέκα Ευέλπιδες φυλακίστηκαν ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και ο Δημήτριος Τζαβέλας γιος του Σουλιώτη υποστρατήγου και υπουργού των Στρατιωτικών Κίτσου Τζαβέλα, ο οποίος το 1827 ύστερα από τον θάνατο του Γεωργίου Καραϊσκάκη είχε διοριστεί αρχηγός του ελληνικού στρατοπέδου στον Πειραιά. 

Κίτσος Τζαβέλας 


Οι ανώτατοι στρατιωτικοί πίεζαν για την προσωρινή διάλυση της σχολής, άλλοι για τρεις μήνες κι άλλοι για ένα έτος, άποψη που επικροτούσαν και οι εφημερίδες της εποχής καθώς έκριναν ότι στη σχολή επικρατούσε «φατριαστικόν πνεύμα»[1]

Συγκεκριμένα οι εκατό περίπου Ευέλπιδες της σχολής ήταν συγγενείς βουλευτών ή γερουσιαστών οι οποίοι έδιδαν ως αντάλλαγμα της εισόδου στη σχολή, τη στήριξή τους προς την κυβέρνηση και ειδικώς προς το πρόσωπο και τις αποφάσεις του εκάστοτε υπουργού των στρατιωτικών. Όταν η επιτροπή που είχε συγκροτηθεί ολοκλήρωσε τη λήψη καταθέσεων διαπίστωσε τα εξής. Ουδέποτε σημειώθηκε περίπτωση ανεπάρκειας τροφής ή μη σίτισης των σπουδαστών. Κι αυτό διότι η διατροφή είχε ανατεθεί σε ιδιώτη (εργολαβία) με συμβόλαιο ύστερα από κρατικό διαγωνισμό. 

Η ανάληψη αυτής της εργολαβίας απαιτούσε να ορίζεται η ακριβής ποσότητα και ποιότητα των φαγητών. Υπήρχε οικονομικό συμβούλιο που επόπτευε την τήρηση του συμβολαίου και έλεγχε το παρεχόμενο φαγητό. Επικεφαλής του συμβουλίου αυτού ήταν ο Συνταγματάρχης Σταυρίδης. Οι Ευέλπιδες έτρωγαν τέσσερις φορές την ημέρα, πρόγευμα στις επτά το πρωί, γεύμα στις δώδεκα το μεσημέρι, πρόδειπνο στις πέντε το απόγευμα και δείπνο στις εννιά το βράδυ. Τα παρεχόμενα φαγητά, όχι μόνο ως προς τη συχνότητά τους αλλά και ως προς την ποσότητα, έκλειναν μάλλον προς την πολυφαγία και ουσιαστικά έρχονταν σε αντίθεση με το στρατιωτικό πνεύμα που απαιτούσε ολιγάρκεια. Μάλιστα είχε τεθεί και το ερώτημα μείωσης φαγητού καθώς το παρεχόμενο κρίθηκε ότι δεν θα διαπαιδαγωγούσε στρατιωτικά τους Ευέλπιδες. Το εβδομαδιαίο πρόγραμμα γινόταν γνωστό με τοιχοκόλληση κάθε Κυριακή στην κεντρική θύρα της τραπεζαρίας.




Διαπιστώθηκε επίσης ότι ουδέποτε οι Ευέλπιδες είχαν υποβάλλει έγγραφη αναφορά που δεν απαντήθηκε προς το υπουργείο ή προς την διοίκηση της σχολής, όπως λανθασμένα είχε διαδοθεί μεταξύ τους. Οι περισσότεροι Ευέλπιδες της συγκεκριμένης σειράς ήταν όντως παιδιά ή συγγενικά πρόσωπα βουλευτών, υπουργών και γερουσιαστών που μόλις είχαν επιστρέψει από τα σπίτια των γονιών τους, από την άδεια που είχαν λάβει για τον εορτασμό του Πάσχα. Ως προς την αυστηρότητα του Διοικητή που κατηγορήθηκε ότι έφτανε μέχρι… τυραννίας οι σπουδαστές δεν κατάφεραν να περιγράψουν στην επιτροπή χαρακτηριστικά παραδείγματα υπέρβασης ορίων αυστηρότητας. Η επιτροπή διαπίστωσε ότι στην ερώτησή της προς τους σπουδαστές «πώς αντιλαμβάνονται την αυστηρότητα» οι περισσότεροι απάντησαν ότι αυτή εκφράστηκε μέσω των βαθμών των τριμηνιαίων εξετάσεων! 

Η επιτροπή κατέληξε ότι εξωτερικοί παράγοντες παρενέβαιναν διαρκώς στο ημερήσιο πρόγραμμα, με σκοπό να πλήξουν τον Διοικητή που δεν υποχωρούσε στις πιέσεις τους, διασπείροντας ψεύδη ή διαβάλλοντας την διοίκηση της σχολής. Η Επιτροπή που ολοκλήρωσε τις ανακρίσεις την 20η Απριλίου του 1846[2] δεν διαπίστωσε στρατιωτική ή διδασκαλική υστέρηση αλλά κάθε αντιθέτως κάθε υπηρεσία εκτελείτο με ακρίβεια όπως προέβλεπαν οι εγκύκλιοι του υπουργείου. Η στάση των σπουδαστών της συγκεκριμένης εκπαιδευτικής σειράς προήλθε «από την κακώς εννοούμενη πολιτικήν επήρειαν των γονέων των και των συγγενών των, και από κακώς εννοουμένην και κάκιστα ενεργουμένην υπό των γονέων τούτων και συγγενών φιλοστοργίαν και προστασίαν»

Με λίγα λόγια υπήρξε διαρκής παρέμβαση πολιτικών της εποχής, για την απαλλαγή των δικών τους παιδιών από καθήκοντα, διαρκή αιτήματα με σκοπό την ευνοϊκή μεταχείριση, τη μη επιβολή ποινών σε παραπτώματά τους, τη μεσολάβηση για την διαμόρφωση επετηρίδας εξόδου μέσω βαθμολόγησης που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική αξία των σπουδαστών. Η προστασία των πολιτικών προσώπων ήταν τόσο μεγάλη που τελικώς καλλιέργησε το πνεύμα της απείθειας στους γιους και συγγενείς των επεμβαινόντων και για αυτό το λόγο και εκείνοι ήταν που στάθηκαν πρωταίτιοι της εξέγερσης! Καμιά διοίκηση δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει σε τέτοιες συνθήκες. 

«Πάσα δε άλλη φήμη, είτε προφορική, είτε έγγραφος, τείνουσα να προσάψη κατηγορίαν εις τους διέποντας την σχολή ταύτην, είναι παραμόρφωσις της αληθείας και συκοφαντία αγενής, δόλιον σκοπόν έχουσα, και από πνεύμα κομματικών αντιπαθειών υπηγορευμένη»[3].  Οι εξωτερικές πιέσεις που δεχόταν ο διοικητής της σχολής Συνταγματάρχης Γεώργιος Καρατζάς ήταν μεγάλες που έφταναν στα όρια απειλής. Καθώς τα πολιτικά πρόσωπα έβλεπαν ότι οι πιέσεις τους δεν έπιαναν τόπο συμβούλευσαν τους Ευέλπιδες να κινηθούν «δια της απείθειας» ώστε να πετύχουν την αντικατάσταση του Διοικητού της σχολής.

Διοικητής της Σχολής Ευελπίδων όταν σημειώθηκε η εξέγερση ήταν ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Καρατζάς


Η ανατροφή των παιδιών αυτών των οικογενειών, που παρά το γεγονός ότι πολλά εξ αυτών προέρχονταν από γονείς ήρωες της επανάστασης, όπως του Κίτσου Τζαβέλα, υστερούσε ως προς την πειθαρχία, βασικό παράγοντα για στρατιωτική σταδιοδρομία. Το πρώτο μάθημα του στρατιώτη είναι η πειθαρχία. Ακόμα και αν είναι καλός στα μαθηματικά ή στα υπόλοιπα μαθήματα, όταν δεν έχει πειθαρχία κάθε διδασκαλία και μάθηση καθίσταται περιττή[4]

Οι Ευέλπιδες πίστευαν ότι μπορούσαν να κάνουν τα πάντα έχοντας την υψηλή προστασία των κρατούντων την εξουσία γονιών τους! Η εξέγερση της Σχολής Ευελπίδων στον Πειραιά καταγράφηκε λανθασμένα στην ιστορία ότι έγινε για την ανεπαρκή τροφή και την αυστηρότητα του διοικητού της. Η πραγματικότητα δυστυχώς κατέδειξε την ίδια ασθένεια από την οποία έπασχε και πάσχει όλη η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα. Άνωθεν παρεμβάσεις, προστασία των «δικών μας» παιδιών και πολιτικές πιέσεις ανάλογα με το βαθμό συγγένειας του προστατευόμενου ατόμου… Η εξέγερση της σχολής το μόνο που τελικώς κατέδειξε ήταν η προσήλωση της στρατιωτικής διοίκησης στο έργο της, τη μη υποχώρηση του διοικητού της Σχολής Καρατζά στις αφόρητες πιέσεις των πολιτικών παρεμβάσεων, παρά τις απειλές που δεχόταν και ειδικώς του υπουργού των Στρατιωτικών του Κίτσου Τζαβέλα. Η στάση όμως της Σχολής Ευελπίδων κατέδειξε και άλλα μειονεκτήματα λειτουργίας τα οποία κλήθηκαν να διορθωθούν στη συνέχεια.[5] 


Άλλωστε και οι εφημερίδες της εποχής, ήδη από την επομένη της εξέγερσης, είχαν αρχίσει να κάνουν λόγο για έξωθεν παρεμβάσεις. Η εφημερίδα «ΑΙΩΝ» στο φύλο της 13ης Απριλίου του 1846 καταγράφει το ερώτημα «πώς είναι δυνατόν να μη συμβούν αυτά, όταν και στο παρελθόν υπήρχαν σπουδαστές ευνοούμενοι του υπουργείου, οι οποίοι όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν για τις αταξίες και την ανομία και την απείθειά τους αλλά σκανδαλωδώς προβιβάστηκαν (μετά την έξοδό τους από τη σχολή) φτάνοντας μάλιστα στις ανώτερες τάξεις του στρατεύματος παρότι στη σχολή είχαν καταπατήσει τις διατάξεις του οργανισμού της!» καταδεικνύοντας ότι και στο παρελθόν είχαν καταπατηθεί διατάξεις του κανονισμού της σχολής από μεμονωμένους σπουδαστές, οι οποίοι ωστόσο είχαν μείνει ατιμώρητοι λόγω υψηλής προστασίας και υποχωρητικότητας της διοίκησης. Αυτή τη φορά η διοίκηση όμως δεν ενέδωσε! 

Η Σχολή Ευελπίδων ύστερα από τα γεγονότα της 11ης Απριλίου παρέμεινε κλειστή μέχρι την 7η Σεπτεμβρίου, για ένα διάστημα περίπου πέντε μηνών. Άλλοι εκ των σπουδαστών αποβλήθηκαν για πάντα, άλλοι φυλακίστηκαν και ελάχιστοι μόνο επέστρεψαν στα σπίτια τους έχοντας το δικαίωμα συμμετοχής όταν η σχολή θα επαναλειτουργούσε. Μεταξύ των οριστικώς αποβληθέντων ήταν και ο γιος του Σουλιώτη ήρωα της επανάστασης Κίτσου Τζαβέλα, ο ανυπάκουος Δημήτρης Τζαβέλας που εκτός του ότι βρέθηκε ανεπάγγελτος, δεν επιδείκνυε  ιδιαίτερη επαγγελματική κλίση σε οτιδήποτε. Ο πατέρας του Κίτσος απογοητευμένος με την πορεία του γιου του, έδωσε προσταγή να μην επιστρέψει ποτέ ξανά στο σπίτι των Τζαβελαίων, παρά μόνο όταν θα έχει διαπρέψει στα πεδία των μαχών. Ο Δημήτρης Τζαβέλας εξαφανίστηκε από την Ελλάδα για μισό περίπου αιώνα και όταν εμφανίστηκε ξανά στο λιμάνι του Πειραιά, μονοπώλησε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων με τις απίστευτες περιπέτειές του

Ένας από τους αρχηγούς της στάσης των Ευελπίδων ήταν και ο Δημήτρης Τζαβέλας, γιος του Σουλιώτη ήρωα της επανάστασης και υπουργού των Στρατιωτικών Κίτσου Τζαβέλα. Μετά την αποβολή του από τη σχολή θεωρεί ως ευκαιρία τον πόλεμο που έχει ξεσπάσει μεταξύ Γάλλων και Αλγερινών και κατατάσσεται στον γαλλικό στρατό που μάχεται στο Αλγέρι. Μετά την πάροδο μιας δεκαετίας ο Κίτσος Τζαβέλας θεωρεί το παιδί του σκοτωμένο σε κάποια από τις μάχες του Αλγερίου. Ωστόσο ύστερα από πολλά χρόνια ο Δημήτρης Τζαβέλας εμφανίζεται κατάστικτος (γεμάτος τατουάζ) να περιφέρεται στο λιμάνι του Πειραιά! 

Ανακοίνωση διάλυσης της Σχολής Ευελπίδων στον Πειραιά


Ο Διοικητής της Σχολής, Συνταγματάρχης Γεώργιος Καρατζάς όχι μόνο δεν μετακινήθηκε αλλά παρέμεινε διοικητής της, συμπληρώνοντας συνολικά  18 χρόνια (από 1844 έως το 1862) με μια μικρά παύση το 1855 – 56 που την διοίκηση ανέλαβε ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Σταυρίδης που ήταν εκείνος που κατά την διάρκεια της στάσης των σπουδαστών απέδειξε ότι δεν υπήρχε ανεπάρκεια τροφής, καθώς ήταν ο διευθυντής της επιτροπής σίτισης.

Διαβάστε σχετικώς:

Ο παράξενος ταξιδιώτης του πειραϊκού καφενείου του Ρολογιού (Δημήτρης Τζαβέλας)


Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων Πειραιά (Πολεμικόν Σχολείον)


Ιλαρίων Τουρέ. Ο Γάλλος Φιλέλληνας που πέθανε στον Πειραιά (1857)



[1] Εφημερίδα «ΑΙΩΝ», φ. 24 Απριλίου 1846
[2] Εφημερίδα «ΠΡΩΙΝΟΣ ΚΗΡΥΞ», φ. 22ας Απριλίου 1846.
[3] Εφημερίδα «ΑΘΗΝΑ» φ. 4ης Μαΐου 1846
[4] Εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ», φ. 17ης Απρλίου 1846
[5] Μέχρι τότε είχε επικρατήσει η συνήθεια να μένει εντός της σχολής και η οικογένεια του διοικητή. Η εφημερίδα «ΑΘΗΝΑ» (φ. 21 Απριλίου 1846) σημειώνει: «οι διευθυνταί πρέπει να είναι ελεύθεροι από τα οικιακά των και να έχουν ώρας προσδιωρισμένας δια να επαγρυπνούν την σχολή και ιδιαιτέρως τους μαθητάς. Η ανάμιξις δε των οικιακών και των της υπηρεσίας καθηκόντων έφερε την παράλυσιν της σχολής». Την τακτική αυτή την εποχή εκείνη πήγε να ακολουθήσει και το Εθνικό Τυπογραφείο στο οποίο η οικογένεια του διευθυντού της κατά μίμηση του διευθυντού της Στρατιωτικής Σχολής κλήθηκε να εγκατασταθεί εντός του καταστήματος.

Οι Κρήτες του Πειραιά στην εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου


 
Η Κρήτη σε ανάγλυφη μορφή. Έργο που κοσμεί την Αδελφότητα Κρητών Πειραιά "Η Ομόνοια" φιλοτεχνημένο το 1937


του Γεωργίου Καρτσώνη

Στο τέλος του 1908 το Ελληνικό Κράτος βρίσκεται μπροστά σε μεγάλο αδιέξοδο. Η ένοπλη φάση του Μακεδονικού Αγώνα, στην οποία ενεπλάκη και η «ΟΜΟΝΟΙΑ» έχει λήξει. Η Τουρκία μετά τη νίκη της στον πόλεμο του 1897 γίνεται θρασύτερη. Ο Τούρκος αντιστράτηγος κομπάζει στη Θεσσαλονίκη ότι θα πιει τον καφέ του στο Σύνταγμα. Το Κρητικό ζήτημα βρίσκεται σε τέλμα, καθώς το αίτημα του Κρητικού λαού για Ένωση δεν ικανοποιείται.

Οι Κρητικοί δε σταματούν να ζητούν ένωση. Η επικοινωνία Κρήτης και Πειραιά είναι πια ελεύθερη. Η πόλη του Πειραιά εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτατα. Ο κυριότερος λόγος είναι το λιμάνι, το οποίο μετά τη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου υποσκελίζει το λιμάνι της Ερμούπολης και γίνεται το πρώτο λιμάνι της χώρας.

Κρήτες Μακεδονομάχοι


Το πολιτικό κατεστημένο της Αθήνας αδυνατεί να αντιληφθεί τόσο τη διεθνή κατάσταση, η οποία μεταβάλλεται ραγδαία, όσο και την εσωτερική. Τυρβάζει περί άλλων και ενδιαφέρεται για τη διαχείριση του σήμερα αντί για το σχεδιασμό του αύριο.
Όμως, το βαθύτερο σκοτάδι είναι λίγο πριν την αυγή.

Στην Αθήνα μια μικρή ομάδα νεαρών αξιωματικών συγκροτεί το Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Στο πρόγραμμα του Συνδέσμου υπήρχε η δέσμευση ότι θα μετακληθεί από την Κρήτη ο «χαλύβδινος», όπως τον χαρακτήριζε, Ελευθέριος Βενιζέλος.
Δύο γεγονότα στα οποία εμπλέκονταν Κρητικοί, επιτάχυναν την έναρξη της επανάστασης της 15ης Αυγούστου 1909, η οποία άλλαξε τη ροή της ιστορίας.

Η φωτογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Αδελφότητα Κρητών Πειραιά


Το πρώτο ήταν η γνωστή αποκοπή του ιστού της Ελληνικής Σημαίας από τα αγήματα των ξένων δυνάμεων στο φρούριο Φιρκά στα Χανιά. Το γεγονός αυτό προσέβαλε την εθνική φιλοτιμία τόσο του στρατού, όσο και του λαού. Έτσι, το κλίμα που δημιουργήθηκε ήταν ιδιαίτερα θετικό για την επανάσταση.

Στο δεύτερο γεγονός εμπλέκεται και η «ΟΜΟΝΟΙΑ». Αξίζει τον κόπο να το διηγηθούμε. Η κυβέρνηση, πριν την έκρηξη του κινήματος, είχε συλλάβει δύο αξιωματικούς τον Ταμπακόπουλο και τον Σάρρο, οι οποίοι κρατούνταν  στο τμήμα μεταγωγών. Οι συνάδελφοί τους οργάνωσαν με τη βοήθεια ενός αμαξά, του Γιάννη «του Λατέρνα», μια κινηματογραφική απόδραση που έγινε κυριολεκτικά μέρα – μεσημέρι. Ενώ οι χωροφύλακες κατεδίωκαν την άμαξα, οι δύο αξιωματικοί είχαν επιβιβαστεί στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο με κατεύθυνση τον Πειραιά. Από εκεί οδηγήθηκαν και κρύφτηκαν στο σπίτι του Παπαμαλέκου στην Καστέλα, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Θεόδωρος Πάγκαλος που οργάνωσε και συμμετείχε ενεργά στην επιχείρηση. 

Ο ιερέας Παπαμαλέκος ήταν αγωνιστής των Κρητικών επαναστάσεων, μέλος της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ». Στους Κρητικούς του Πειραιά αναζήτησαν οι νεαροί επαναστάτες του 1909 τους φυσικούς τους συμμάχους.

Το κίνημα λοιπόν εξερράγη. Θα μπορούσε όμως να κατασταλεί εν τη γενέσει του. (Η μεγαλύτερη πυρκαγιά μπορεί στην αρχή να σβηστεί με ένα ποτήρι νερό).
Και πάλι εδώ εμπλέκεται Κρητικός.

Είναι ο θρυλικός στρατηγός Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκης, ο οποίος ως υπουργός Στρατιωτικών που ήταν τότε, αρνήθηκε να καταστείλει ενόπλως το κίνημα. Όπως είπε κατόπιν, πείστηκε ότι οι αξιωματικοί που έκαναν το κίνημα δεν ήταν «σπαθοφόρα παιδαρέλια».

Οι Κρητικοί του Πειραιά πρωτοστάτησαν στα συλλαλητήρια υπέρ της επαναστάσεως, την οποία συνέδεσαν με το Θέρισο.

Ο Βενιζέλος έρχεται στην Αθήνα για συνεννοήσεις με το Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Το εισιτήριο του πλοίου, το οποίο τον μετέφερε στον Πειραιά, πλήρωσε η «ΟΜΟΝΟΙΑ».

Ο θρυλικός Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκης που αρνήθηκε να καταστείλει το κίνημα καθώς πείστηκε ότι οι Αξιωματικοί που κινήθηκαν δεν επρόκειτο για "σπαθοφόρα παιδαρέλια"
(Φωτογραφία της Αδελφότητας Κρητών Πειραιά)

Η είσοδος στην πολιτική ζωή της Ελλάδας του Ελευθερίου Βενιζέλου ξεκίνησε από τον Πειραιά, του οποίου ο Εθνάρχης έγινε δημότης, και τελείωσε στον Πειραιά. Ο Βενιζέλος σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις πολιτευόταν στον Πειραιά και όχι στην Κρήτη, όπως ίσως θεωρούν κάποιοι. Ο ίδιος βέβαια είχε κάνει δηλώσεις γιατί είχε επιλέξει τον Πειραιά.



Πέραν των επισήμων δηλώσεων, που βέβαια γίνονται και για προεκλογικούς λόγους, νομίζω ότι οι λόγοι για τους οποίους επελέγη ο Πειραιάς και όχι η Αθήνα, ήταν οι εξής: Ο Πειραιάς ως νέα πόλη δεχόταν συνεχώς κόσμο που ασχολείτο με τη ναυτιλία, το εμπόριο και τη βιομηχανία. Όλοι αυτοί ήθελαν το μεγάλωμα, την επέκταση της χώρας. Αντίθετα τα παλιά τζάκια, που στήριζαν τα ανάκτορα δεν ήθελαν καμιά μεταβολή στο «στάτους» του Ελληνικού κράτους, γιατί έτσι θα έχαναν ή πίστευαν ότι θα έχαναν μέρος των εξουσιών τους.

   Η ύπαρξη συμπαγούς Κρητικού στοιχείου, το οποίο και μέσω της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ» μετατρεπόταν σε εν δυνάμει έτοιμο κομματικό μηχανισμό του Ελ. Βενιζέλου. «Η ΟΜΟΝΟΙΑ», όπως αναφέρει σε άρθρο του ιστορικός ερευνητής της αριστεράς, ήταν το ισχυρότερο προπύργιο του Βενιζελισμού εκτός Κρήτης. Η αλήθεια είναι ότι όλος ο Πειραιάς λόγω των Κρητών και της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ» ήταν προπύργιο του Βενιζελισμού, ισχυρότερο ακόμη και από πολλές περιοχές της Κρήτης, ιδιαίτερα της Ανατολικής. Αντιβενιζελικοί Κρητικοί υπήρχαν και είχαν σημαντική πολιτική παρουσία στην Κρήτη. Το κόμμα του Ελ. Βενιζέλου έχασε τις εκλογές που έγιναν το 1912, πριν τους Βαλκανικούς πολέμους, στην Κρήτη όντας ο ίδιος πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης της «Εθνικής Άμυνας» το 1916 έγινε απόπειρα αντίδρασης στα Χανιά, ενώ στο Ηράκλειο σημειώθηκαν συγκρούσεις με νεκρούς. Αντιβενιζελικοί πολιτικοί Κρήτες στον Πειραιά δεν υπήρξαν την περίοδο εκείνη.

Τον απόλυτο Βενιζελισμό της Κρήτης επέβαλαν πρώτα οι Κρητικοί του Πειραιά. Ο βασικότερος «κοινωνικός» λόγος είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, οι Κρητικοί είχαν ξεκινήσει μια νέα ζωή σε μια νέα ιδιαίτερη πατρίδα, στον Πειραιά. Το λιμάνι, που αποτελούσε μια βασική πηγή βιοπορισμού, κατεχόταν ουσιαστικά από τους Μανιάτες, που βέβαια είχαν ισχυρά πλοκάμια στον κρατικό μηχανισμό από την εποχή της επανάστασης του 1821. Το ίδιο και οι υπόλοιπες θέσεις του κρατικού μηχανισμού.

Το λιμάνι ήταν και η κυριότερη αιτία της παραδοσιακής διαμάχης Μανιατών και Κρητών που φτάνει ως «φολκλόρ» στις μέρες μας. Ο Βενιζέλος βρήκε στον Πειραιά λαϊκές μάζες που τον εμπιστεύτηκαν από την αρχή και δεν τον εγκατέλειψαν ούτε και μετά το θάνατό του.

Επισκέπτεται ο ίδιος τα «Κρητικά» πολλές φορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Πρωτοχρονιά του 1911, όπου μετά τη δοξολογία στον Προφήτη Ηλία παρακάθεται σε δεξίωση στο σπίτι του προέδρου της Αδελφότητας Θεόδωρου Λουκάκη.

Το Καφενείο "Η Κρήτη" του Εμμανουήλ Ρουσσάκη, έτος ίδρυσης 1904



Ό,τι έχει απομείνει από το ιστορικό καφενείο του Εμμανουήλ Ρουσσάκη στα Κρητικά του Πειραιά στον Προφήτη Ηλία.


Στους πολέμους του 1912-13 η «ΟΜΟΝΟΙΑ» βοηθά όσους Κρήτες διέρχονται από τον Πειραιά, όπως το σώμα του Λεωνίδα Παπαμαλέκου (αδελφού του ιερέα) που έπεσε ηρωικά στη Σιάτιστα.
Πριν την αναχώρηση έγινε τραπέζι στο σπίτι του παπά, όπου παρέστη και ο ίδιος ο Βενιζέλος (αφήγηση του Μανώλη Κωνσταντουδάκη, εκλεκτού παλαιού μέλους του σωματείου).

Το ίδιο συνέβη και στο Βορειοηπειρωτικό Αγώνα το 1914. Βέβαια εδώ δεν υπήρχε το φαινόμενο του Μακεδονικού Αγώνα, πρώτον γιατί τα περισσότερα σώματα των Κρητών έφυγαν κατευθείαν από την Κρήτη, που είχε ενωθεί με την Ελλάδα, και δεύτερον διότι η διάρκεια του αγώνα είναι λίγοι μήνες.

Κατόπιν ξεκίνησε ο «Εθνικός διχασμός». Όλοι οι Πειραιώτες, Κρητικοί και άλλοι, βρίσκονται από την αρχή στο πλευρό του Βενιζέλου.

Οι πρώτοι στρατιώτες της επανάστασης του 1916, της Εθνικής Άμυνας, ήταν τα μέλη της Βενιζελικής οργάνωσης του Πειραιά (πάρα πολλοί ήταν Κρητικοί) που κάλυψαν την αναχώρηση του Βενιζέλου από τον Πειραιά με προορισμό τα Χανιά τα μεσάνυχτα της 12ης προς 13η Σεπτεμβρίου 1916. 

Είχε οργανωθεί ένα θορυβώδες γλέντι σε παραλιακό κέντρο του Νέου Φαλήρου, προκειμένου να παραπλανηθούν οι αστυνομικοί  που παρακολουθούσαν το Βενιζέλο, τον Κουντουριώτη και τους 100 περίπου συνοδούς τους. Έτσι μπόρεσαν να επιβιβαστούν σε άκατο του Γαλλικού καταδρομικού «Μπρουϊξ», η οποία τους μετέφερε στα πλοία «Εσπερία» και «Ατρόμητος» που ανέμεναν στα ανοιχτά του Φαλήρου.

Οι Πειραιώτες έζησαν δύσκολες ώρες εξ αιτίας του αποκλεισμού, λόγω του πολέμου. Αποκορύφωμα υπήρξαν τα περίφημα Νοεμβριανά (18-23 Νοεμβρίου 1916), οπότε εξαπολύθηκε ένα ανηλεές πογκρόμ κατά των Βενιζελικών πολιτών της Αθήνας και του Πειραιά, που έφτασαν μέχρι και σε εκτελέσεις. 

Συνελήφθη ακόμη και η ανήλικη κόρη του δημάρχου Πειραιά Παναγιωτόπουλου, επειδή δεν βρέθηκε ο ίδιος. Τότε εξαφανίστηκε μέρος του αρχείου της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ», αφού λεηλατήθηκαν τα γραφεία της. Τότε πιθανόν χάθηκε και το εισιτήριο του Βενιζέλου.

Ο Πειραϊκός λαός υποδέχτηκε με ανακούφιση τον Ιούνιο του 1917 το Βενιζέλο ως ελευθερωτή (έξωση του Κωνσταντίνου και ενοποίηση του κράτους).

Το ίδιο έτος η «ΟΜΟΝΟΙΑ» αποκτά νέα στέγη. Είναι το κτίριο στο οποίο στεγάζεται και σήμερα. Ήταν κατοικία του Αρχηγού Χατζημιχάλη Γιάνναρη. Ο Βενιζέλος το αγόρασε και το πρόσφερε στην «ΟΜΟΝΟΙΑ». Τα ολίγα χρήματα που δαπανήθηκαν είναι ασήμαντα σε σχέση με τη μεγάλη εθνική προσφορά τη «ΟΜΟΝΟΙΑΣ», φέρεται να είχε δηλώσει.

Ήταν κατοικία του Αρχηγού Χατζημιχάλη Γιάνναρη. Ο Βενιζέλος το αγόρασε και το πρόσφερε στην «ΟΜΟΝΟΙΑ».


Το 1918 ο Πειραιά απέκτησε και δικό του σύνταγμα πεζικού. Ήταν το θρυλικό 34ο , το οποίο διακρίθηκε στη Μικρά Ασία και στο οποίο υπηρέτησαν από τότε πολλοί Κρητικοί του Πειραιά.

Τότε κάθε περιοχή της χώρας είχε το δικό της σύνταγμα πεζικού. Με το μέτρο αυτό εξασφαλιζόταν η μέγιστη δυνατή απόδοση των ανδρών στη μάχη, καθώς ήταν πιο δύσκολο για κάποιον να δειλιάσει γιατί τότε «εξευτελίζετο» μπροστά σε συγγενείς, γνωστούς και φίλους. Παράλληλα δεν εγκατέλειπε εύκολα στο πεδίο της μάχης τους συμπολεμιστές του που ήταν τραυματισμένοι. Η αρνητική πτυχή του μέτρου αυτού ήταν ότι, αν η μονάδα είχε απώλειες, γέμιζε μια ολόκληρη περιοχή με χήρες και ορφανά.

Αμέσως μετά την επάνοδο του Βενιζέλου στην Αθήνα το βασικότερο μέλημα της κυβέρνησης ήταν η άμεση συγκρότηση στρατού από τις περιοχές που δεν ήλεγχε η Εθνική Άμυνα. Δυστυχώς έγιναν αρκετές στάσεις στρατιωτικών τμημάτων, με την υποκίνηση του έκπτωτου βασιλιά.

Η Κυβέρνηση λοιπόν με τη σύσταση Πειραιώτικου συντάγματος απέκτησε μια ακόμη μονάδα πιστή σε αυτήν. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα πιστά στο Βενιζέλο τμήματα ήταν αυτά που πολεμούσαν και ότι τότε «τα παιδιά του καθεστώτος» πήγαιναν στην πρώτη γραμμή.

Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 οι Πειραιώτες ψήφισαν το Βενιζέλο. Όμως λόγω του ότι η περιφέρεια Αττικοβοιωτίας ήταν ενιαία, το κόμμα των Φιλελευθέρων έχασε με μικρή διαφορά εξ αιτίας των ψήφων της Αττικής και της Βοιωτίας που ήταν παραδοσιακά φιλοβασιλικές. Έτσι ο Βενιζέλος δεν εξελέγη καν βουλευτής (το σύστημα ήταν πλειοψηφικό). Τα γραφεία της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ» δέχτηκαν τότε επίθεση από τους φιλοβασιλικούς, οι οποίοι τα έσπασαν κατά τα επινίκια.

Η τοποθέτηση από τη μετανοεμβριανή κυβέρνηση του συνταγματάρχη Γεωργίου Τσόντου (Βάρδα) ως φρούραρχου της Αθήνας έσωσε τα γραφεία της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ» από άλλες επιθέσεις, αλλά και αρκετούς Κρητικούς του Πειραιά από διώξεις. Αυτή ήταν γνώμη του αείμνηστου πατέρα μου Παύλου, την οποία μου είχε πει σε σχετική συζήτηση.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή ο Πειραιάς δέχτηκε μεγάλο αριθμό προσφύγων. Έτσι παρέμεινε προπύργιο του Βενιζελισμού.



Ο βουλευτής Πειραιά Σταμάτης Χατζήμπεης αναφέρει ότι ο Βενιζέλος του ζήτησε να επισκεφτεί ο ίδιος τις προσφυγικές παράγκες της Δραπετσώνας και των Ταμπουρίων, για να μορφώσει προσωπική άποψη για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσαν οι πρόσφυγες. Ο Γύπαρης είχε πολλούς ενδοιασμούς για λόγους ασφαλείας. Ο Βενιζέλος όμως επέμενε.  Έτσι μια μέρα συνοδευόμενος από τους βουλευτές Πειραιά Παύλο Ντεντιδάκη, Σάββα Σαββίδη και φυσικά το Σταμάτη Χατζήμπεη πήγε στις παράγκες.

Θυμάται ο Χατζήμπεης: «Σταματούσαμε και βγαίναμε στα χειρότερα σημεία της προσφυγικής αθλιότητας και μόλις άρχιζαν οι φωνές «ο Βενιζέλος, ο Βενιζέλος» και άρχιζε ο λαϊκός πανζουρλισμός, εμείς ανεβαίναμε στο αυτοκίνητο και φεύγαμε για άλλα σημεία. «Χίλια ευχαριστώ γιατί είδα ο ίδιος τη σκληρή ζωή των προσφύγων μας» μου είπε ο Βενιζέλος και πρόσθεσε: «Απορώ πώς με ψηφίζουν οι άνθρωποι αυτοί και δεν έγιναν ακόμη κομμουνιστές».

Στις 28 Φεβρουαρίου 1932 έγιναν δημοτικές εκλογές στον Πειραιά. Πρώτος ήρθε ο Σωτήριος Στρατήγης του Λαϊκού κόμματος και κατόπιν οι δύο φιλελεύθεροι υποψήφιοι Μεταξάς και Βαρδόπουλος. Έλαβαν αντίστοιχα 12.723, 7.986 και 6.938 ψήφους). Επειδή κανένας συνδυασμός δε συγκέντρωσε το απαιτούμενο από την τότε νομοθεσία ποσοστό ψήφων για να εκλεγεί, ορίστηκαν επαναληπτικές εκλογές στις 10 Απριλίου. Βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου ο διχασμός έχει ξαναφουντώσει. Οι «Λαϊκοί» δε συγχωρούν στους Φιλελεύθερους την εκτέλεση των έξι. Οι Φιλελεύθεροι πάλι καταλογίζουν, δικαίως, στους Λαϊκούς την ευθύνη της Μικρασιατικής καταστροφής.



Το Λαϊκό κόμμα περιμένει να επιτύχει έναν εκλογικό θρίαμβο μέσα στο «σπίτι» του Βενιζέλου. Οι προσκείμενες σε αυτό εφημερίδες διακηρύσσουν ότι αν ο Βενιζέλος χάσει τον Πειραιά θα παραιτηθεί.  Οι Φιλελεύθεροι ορίζουν νέο υποψήφιο το ναύαρχο Αθανάσιο Μιαούλη. Η «ΟΜΟΝΟΙΑ» με τον τότε πρόεδρό της Σήφη Βαρδινογιάννη, στρατεύεται υπέρ του Αθανασίου Μιαούλη. Στην προεκλογική συγκέντρωση του Στρατήγη στο εκλογικό κέντρο της Κοκκινιάς γίνονται εκτεταμένα επεισόδια. 

Πέφτουν και πυροβολισμοί. Το αποτέλεσμα είναι δύο νεκροί. Ο ένας από τους νεκρούς είναι ο αδελφός του τότε αστυνομικού διευθυντή Κέρκυρας Ιωάννη Πολυχρονόπουλου, που περιέργως παρευρίσκεται και αυτός στη συγκέντρωση του Στρατήγη. Η παρουσία του Πολυχρονόπουλου, παράγοντα του Λαϊκού κόμματος, στον Πειραιά αποδεικνύει και τη βαρύτητα που έδινε το Λαϊκό κόμμα στις εκλογές αυτές. Για το φόνο κατηγορείται ο Σήφης Βαρδινογιάννης, τον οποίο οι αντίπαλοί του αποκαλούν Βαρδουλογιάννη. Η κατηγορία δεν αποδείχτηκε στο δικαστήριο και ο Βαρδινογιάννης απαλλάχθηκε. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι στις εκλογές εκλέχτηκε δήμαρχος ο Αθανάσιος Μιαούλης, ο οποίος δυστυχώς πέθανε λίγες ημέρες μετά την εκλογή του. 

Τις εκλογές που έγιναν το Μάρτιο του 1933 κέρδισε το Λαϊκό κόμμα του Παναγή Τσαλδάρη. Μία από τις πρώτες ενέργειές του ήταν η τοποθέτηση του Πολυχρονόπουλου ως διοικητή Ασφαλείας Αθηνών. Ο Πολυχρονόπουλος είναι ο άνθρωπος που οργάνωσε τη δολοφονική απόπειρα κατά της ζωής του Ελευθερίου Βενιζέλου στη λεωφόρο Κηφισίας στις 6 Ιουνίου 1933. 



Τα πάθη οξύνθηκαν για να καταλήξουμε στην επανάσταση του 1935, η αποτυχία της οποίας σήμανε και το τέλος της δημοκρατίας. Δεινές ημέρες περίμεναν το δημοκρατικό κόσμο μετά την καταστολή του κινήματος. Ο Βενιζέλος έφυγε από την Ελλάδα (δικάστηκε αυτός και άλλοι ερήμην σε θάνατο), οι Παπούας, Κοιμήσης και Βολάνης (ανιψιός του Κρητικού Μακεδονομάχου) εκτελέστηκαν. Οι Πειραιώτες Βενιζελικοί υπέστησαν και αυτοί πάρα πολλές διώξεις, ενώ τα γραφεία της «ΟΜΟΝΟΙΑΣ» δέχτηκαν ξανά την επίθεση του αντιβενιζελικού όχλου.

Οι εκλογές του Ιανουαρίου 1936 είναι οι πρώτες εκλογές που γίνονται μετά την παλινόρθωση του Γεωργίου. Ο Βενιζέλος βρίσκεται αυτοεξόριστος στο Παρίσι, είναι αρχηγός του κόμματος, χωρίς να μετέχει ο ίδιος στις εκλογές. Οι Πειραιώτες ψηφίζουν το κόμμα των Φιλελευθέρων, δείχνοντας για μια ακόμη φορά την αφοσίωσή τους στο Βενιζέλο (και στην επικράτεια πλειοψήφησαν οι Φιλελεύθεροι). Από τις 13 έδρες του Πειραιά 3 πήρε η Γενική Λαϊκή Ριζοσπαστική Ένωση (Κονδύλης – Ράλλης), 2 το Λαϊκό κόμμα (Παναγής Τσαλδάρης), 1 το Παλλαϊκό Μέτωπο (Κ.Κ.Ε.) και τις υπόλοιπες 7 οι Φιλελεύθεροι. Ανάμεσα στους εκλεγέντες ήταν και ο Παύλος Ντεντιδάκης.

1937 - Εορτασμός Προφήτη Ηλία από τους Κρήτες του Πειραιά


Στις 18 Μαρτίου 1936 ο Βενιζέλος πεθαίνει από εγκεφαλικό στο Παρίσι. Ο Πειραϊκός λαός, που επί 5 ημέρες παρακολουθούσε την πορεία της ασθένειάς του, περίμενε ότι το πλοίο που μετέφερε τη σωρό του θα προσέγγιζε στον Πειραιά, προκειμένου να αποχαιρετίσει το νεκρό. Δυστυχώς όμως έγιναν στην Αθήνα διαδηλώσεις σε βάρος του νεκρού πια Βενιζέλου. Ο πρωθυπουργός Δεμερτζής, που παρέμεινε και μετά τις εκλογές το Ιανουαρίου, ζήτησε από το Θεμιστοκλή Σοφούλη να μην προσεγγίσει καν το πλοίο στον Πειραιά. Η αρχική σκέψη ήταν να εκτεθεί σε προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών. Θέλοντας και μη ο Σοφούλης συμφώνησε. Έτσι οι Πειραιώτες έμειναν με το παράπονο ότι δε χαιρέτισαν το δικό τους άνθρωπο, το συνδημότη τους, το βουλευτή τους, τον Αρχηγό τους.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΤΣΩΝΗΣ