"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Όταν Μπελμοντό και Ομάρ Σαρίφ έτρεχαν στον Πειραιά του 1971



Ο Ομάρ Σαρίφ εντός του αυτοκινήτου κυνηγά τον Μπελμοντό στην Καστέλλα (1971). Το Όπελ κατεβαίνει "ανεξέλεγκτα" τη μεγάλη κατηφόρα της Γεωργίου.


του Στέφανου Μίλεση

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1971 στις τρεις το μεσημέρι δόθηκε το σήμα για την εκκίνηση των γυρισμάτων της ταινίας του Ανρί Βερνέιγ (Hneri Verneuil) στον Πειραιά. 

Επρόκειτο για μια νέα ταινία της κινηματογραφικής εταιρείας Κολούμπια, η οποία περιελάμβανε γυρίσματα μεγάλης διάρκειας στον Πειραιά. Η αστυνομική αυτή περιπέτεια γαλλικής παραγωγής, είχε συγκεντρώσει σπουδαία εμπορικά ονόματα της εποχής, όπως οι Ζαν Πωλ Μπελμοντό, Ομάρ Σαρίφ, Ρενάτο Σαλβατόρε, ενώ από ελληνικής πλευράς ξεχώριζε το όνομα του Σωτήρη Μουστάκα. Έφερε τον γαλλικό τίτλο «Le Casse» (Λε Κας) ενώ στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τίτλο «Οι διαρρήκτες».

Ως ενδεικτική σκηνή της ταινίας που αποτελεί μάλιστα και φόντο της κεντρικής της αφίσας, είναι το Φίατ του Μπελμοντό την στιγμή που κατεβαίνει τα σκαλάκια του Προφήτη Ηλία.


Λίγο πριν την εκκίνηση της όλης επιχείρησης, ο σκηνοθέτης της ταινίας ο Βερνέιγ, συνοδευόμενος από τον εκπρόσωπο της ΕΤΒΑ και διευθυντή παραγωγής στην συγκεκριμένη ταινία, τον Ιωάννη Πετροπουλάκη, φρόντισε να επισκεφθεί πρώτα τον Σκυλίτση στο Δημαρχείο, ώστε να εξασφαλίσει τη συμπαράσταση του Δήμου. 

Ο Βερνέιγ είχε αποφασίσει αρχικά τα γυρίσματα της ταινίας να γίνουν στο Αμβούργο και μάλιστα κάποια δοκιμαστικά είχαν ήδη παραχθεί εκεί. Είναι άγνωστο τι ήταν εκείνο που μετέβαλε την απόφασή του και τελικώς επιλέχθηκε η Ελλάδα και ο Πειραιάς. Ίσως το γεγονός ότι η ταινία χρηματοδοτήθηκε από την Εμπορική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ). Αν και ο Βερνέιγ αρνήθηκε κάτι τέτοιο, διάψευση αποτελεί η ίδια η επίσκεψή του στον Σκυλίτση συνοδευόμενος από τον επίσημο εκπρόσωπο της ΕΤΒΑ. 
Ο Πετροπουλάκης άλλωστε ουδέποτε απέκρυψε το γεγονός της χρηματοδότησης, παρουσιάζοντας ο ίδιος τον εαυτό του στον Δήμαρχο ως Διευθυντή παραγωγής της ταινίας.

Ο Σκυλίτσης έδωσε το «ελεύθερο» στον Βερνέιγ να ζητήσει ότι χρειάζεται που θα μπορούσε να βοηθήσει στο καλύτερο «γύρισμα» της ταινίας. Ωστόσο του ζήτησε η ταινία να εστιάζει έστω και για λίγο, στα έργα που μόλις είχε ολοκληρώσει. Ο Σκυλίτσης έσκυψε για μια στιγμή πάνω στο γραφείο του και έγραψε πρόχειρα σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί τα εξής ονόματα: «Σκυλίτσειον, Τουρκολίμανο, κεντρικάς λεωφόρους, Πλατεία Κοραή, σιντριβάνι Αγίας Τριάδος…». 

Τα πρώτα συνεργεία, τεχνικοί, κομπάρσοι και ηθοποιοί συγκεντρώθηκαν μέσα στον κήπο του Θεμιστοκλή (Τινάνειο), ενώ περίεργοι Πειραιώτες έζωσαν ολόγυρα τον κήπο για να δουν από κοντά το πώς γυρίζεται μια ταινία. Η ταινία γρήγορα θα ξεκινούσε ικανοποιώντας μια από τις απαιτήσεις του Σκυλίτση που ήταν το σιντριβάνι. Επρόκειτο για το τελευταίο "δημιούργημα" του Σκυλίτση στο ίδιο σημείο που κάποτε κυριαρχούσε με την παρουσία του το σύμβολο της πόλης του Πειραιά, το θρυλικό Ρολόι, που ο Αριστείδης Σκυλίτσης κατεδάφισε αποκαλώντας το «σάπιο οικοδόμημα». Στη θέση του κατασκεύασε ένα μεγάλο σιντριβάνι το οποίο δούλευε μάλιστα με μηχανισμό φωτισμού των υδάτων από την γερμανική εταιρεία Siemens

Το σιντριβάνι της Πλατείας Ωρολογίου παρά το γεγονός ότι στα πλάνα της ταινίας φαίνεται καθόλα έτοιμο θα παραληφθεί επίσημα από τον Δήμο Πειραιώς στις 16 Απριλίου του ίδιου έτους. 

Την 10 Φεβρουαρίου, τρίτη κατά σειρά ημέρα των γυρισμάτων, οι σκηνές περιελάμβαναν και εικόνες από την περιοχή του Νέου Φαλήρου. Γενικώς όλη η κυκλοφορία στον Πειραιά είχε διακοπεί από μεγάλη δύναμη της Τροχαίας καθώς οι σκηνές που γυρίζονταν περιελάμβαναν καταδιώξεις αυτοκινήτων, καταστροφές και επικίνδυνες σκηνές. 

Ένα Όπελ Ρέκορντ που οδηγεί ο Ομάρ Σαρίφ, κυνηγά ένα κόκκινο «Φίατ 124 σπέσιαλ», με οδηγό τον Ζαν Πωλ Μπελμοντό. Φυσικά έτσι φαίνεται, αλλά στην ουσία στις σκηνές που απαιτούν δεξιοτεχνία οδήγησης οι ηθοποιοί ντουμπλάρονται από οδηγούς αγώνων. 

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά του υπόγειου σταθμού του ηλεκτρικού του Νέου Φαλήρου


Το κυνηγητό ξεκινά μπροστά από τον υπαίθριο σταθμό αυτοκινήτων που υπήρχε μπροστά από τον Άγιο Νικόλαο. Όσοι οδηγοί έχουν αφήσει εκεί τα αυτοκίνητά του πηγαίνοντας εκεί ανυποψίαστοι για να τα παραλάβουν αδυνατούν, καθώς όλη η περιοχή έχει αποκλειστεί. Οι ανηφοριές και οι απότομες κατηφόρες του Προφήτη Ηλία βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. 

Καταδίωξη στο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων έξω από τον Άγιο Νικόλαο ο οποίος είναι με κόκκινο τρούλο.


Παρά το γεγονός ότι είναι καθημερινή και τα σχολεία θα έπρεπε να λειτουργούν, στα περισσότερα σχολεία του Πειραιά έχει δοθεί άδεια «εκπαιδευτικού περιπάτου». Οι μαθητές και οι μαθήτριες των σχολείων κλήθηκαν να γεμίσουν τις εξέδρες του νεόδμητου τότε «Σκυλίτσειου» (σημερινό «Βεάκειο»). Και αυτό καθώς ο Βερνέιγ θα ικανοποιούσε ένα ακόμα αίτημα του Σκυλίτση και θα συμπεριελάμβανε σκηνές από το θέατρο καύχημά του στην ταινία. Στις σκηνές αυτές προβλεπόταν το πλήθος των μαθητών να αδιαφορούσε για την παράσταση που έπαιζε επί σκηνής, τρέχοντας να δει από κοντά την μανιώδη καταδίωξη που εξελισσόταν γύρω από το θέατρο. 

Σύμφωνα με το σενάριο οι μαθητές εγκαταλείπουν το θέατρο αφήνοντας τους χορευτές να παρουσιάζουν μόνους την παράσταση, αφού το θέαμα της καταδίωξης έλκει τα πλήθη περισσότερο...


Βέβαια σε όσους παρακολουθούν την ταινία, μέχρι και σήμερα, διαφεύγει το γεγονός πως τα γυρίσματα γίνονται μήνα Φεβρουάριο, μέσα δηλαδή στο Χειμώνα και μάλιστα με ένα δαιμονισμένο κρύο να επικρατεί την περίοδο εκείνη, κρύο που έχει προκαλέσει μέχρι και θανάτους ηλικιωμένων ανθρώπων στον Πειραιά.
Παραβλέποντας λοιπόν τη λεπτομέρεια ότι το Χειμώνα το «Βεάκειο» δεν λειτουργεί -καθώς πρόκειται για υπαίθριο θερινό θέατρο- οι μαθητές και οι μαθήτριες έχουν στην κυριολεξία ξεπαγιάσει για τις ανάγκες των γυρισμάτων. Όμως τα νιάτα δεν καταλαβαίνουν από αυτά, ημέρα που δεν βρίσκονται στα θρανία είναι ημέρα γιορτής και ο ενθουσιασμός μεγάλος, ειδικά μάλιστα εφόσον πρόκειται να αποτελέσουν και τη σκηνή κινηματογραφικής παραγωγής. Η χαρά και οι φωνές φαίνονται άλλωστε και στην ταινία.





Την εποχή των γυρισμάτων ο Δήμος μετέφερε την προτομή του θαλασσογράφου Κωνσταντίνου Βολανάκη από την αρχική της θέση, έξω από το Ναυτικό Νοσοκομείο Πειραιά, και την τοποθετούσε στο πεζοδρόμιο πάνω από τη Μαρίνα Ζέας, θέση που μέχρι σήμερα καταλαμβάνει. Η μετακίνηση της προτομής του Βολανάκη, δώρο της οικογένειας Μελετόπουλου, γινόταν καθώς ο ΕΟΤ είχε προχωρήσει σε έργα διαμόρφωσης της παράλιας ζώνης και η μετακίνηση της προτομής ήταν αναγκαία. Εξαιτίας των έργων αυτών, δεν συμπεριελήφθησαν στην ταινία σκηνές από την παράλια ζώνη της Μαρίνας Ζέας, καθώς έμοιαζε περισσότερο με εργοτάξιο, προκαλώντας απογοήτευση στον Σκυλίτση που επιθυμούσε την προβολή των έργων του στη Μαρίνα Ζέας. 

Φυσικά οι σκηνές που γυρίστηκαν στον Πειραιά για τις ανάγκες της ταινίας δεν έγιναν με τη σειρά που προβλήθηκαν στην οθόνη. Σκηνές που στην ταινία φαίνονται στην αρχή, στην πραγματικότητα γυρίστηκαν τελευταίες. Για παράδειγμα στις 20 Φεβρουαρίου, δεκατρείς ημέρες από την εκκίνηση των γυρισμάτων, οι λήψεις εστίαζαν στην προβλήτα Βασιλέως Κωνσταντίνου (Τρούμπα) και στην Ακτή Μιαούλη, που στην ταινία όμως παρουσιάζονται στην αρχή. Σε κάθε περίπτωση στη διακοπή των γυρισμάτων όλο και κάποιες τολμηρές νεαρές πλησίαζαν τους ηθοποιούς ζητώντας τους αυτόγραφα. 

Ο Μπελμοντό στο γνωστό αλουμινένιο υπόστεγο της Ακτής Ποσειδώνος από όπου εκδίδονταν τα εισιτήρια για τα δρομολόγια του Σαρωνικού. Στο βάθος διακρίνεται η πινακίδα για τα δρομολόγια του πλοίου "Νεράιδα".
Στις χαρακτηριστικές καμάρες της Λεωφόρου Γεωργίου


Να αναφέρουμε ότι σήμερα οι σκηνές καταδίωξης των αυτοκινήτων στα στενά σοκάκια του Πειραιά κόβουν πραγματικά την ανάσα. Ωστόσο τα αυτοκίνητα στην πραγματικότητα δεν ανέπτυσσαν μεγάλες ταχύτητες, αλλά η αίσθηση αυτή δόθηκε από το «τρέξιμο» της ταινίας σε fast motion όπως λέγεται. Ζαν Πωλ Μπελμοντό και Ομάρ Σαρίφ για περισσότερο από έναν μήνα έμειναν στην Ελλάδα για τις ανάγκες των γυρισμάτων. Στον ελεύθερο χρόνο τους φυσικά μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον των εφημερίδων με τις εμφανίσεις τους σε «Σπηλιά του Παρασκευά», στου «Βασίλαινα» και σε άλλα κοσμικά ή γραφικά ταβερνάκια του Πειραιά.

Φωτογραφία από την εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ". Μπελμοντό, Νικόλ Καλφάν και Ομάρ Σαρίφ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στον Πειραιά (φωτογραφία από www.thebest.gr)


Στις 7 Μαρτίου του 1971 οι Μπελμοντό και Σαρίφ βρέθηκαν στις εξέδρες του Σταδίου Καραϊσκάκη να παρακολουθούν από την εξέδρα των επισήμων τον αγώνα Εθνικός Πειραιά – Αιγάλεω. Η κάμερα των ειδήσεων της εποχής τους «συλλαμβάνει» την ώρα που ο ποδοσφαιριστής του Εθνικού ο Κρητικόπουλος, πετυχαίνει γκολ και οι φίλαθλοι πανηγυρίζουν. Οι εμφανίσεις του Μπελμοντό έχοντας πάντα στο πλευρό του την θρυλική Ούρσουλα Άντρες προκαλούν πραγματικό παραλήρημα. Βρίσκονται μαζί σχεδόν έναν χρόνο έχοντας τραβήξει πάνω τους όλη τη παγκόσμια δημοσιότητα. Ο Μπελμοντό ταυτίζει την εικόνα του στην Ελλάδα φορώντας διαρκώς ένα δερμάτινο μπουφάν με γούνα και έχοντας μόνιμα στο στόμα ένα τεράστιο πούρο. 

Οι εμφανίσεις του Μπελμοντό έχοντας πάντα στο πλευρό του την θρυλική Ούρσουλα Άντρες προκαλούν πραγματικό παραλήρημα
(Φωτογραφία από www.retromaniax.gr)


Η ταινία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στους κινηματογράφους στις 27 Οκτωβρίου 1971 ντυμένη μουσικά από τον Ένιο Μορικόνε. Ως ενδεικτική σκηνή της ταινίας που αποτελεί μάλιστα και φόντο της κεντρικής της αφίσας, είναι το Φίατ του Μπελμοντό την στιγμή που κατεβαίνει τα σκαλάκια του Προφήτη Ηλία.



Με την ευκαιρία της λήξης των κινηματογραφικών εργασιών στον Πειραιά για την παραγωγή της ταινίας, ως αποχαιρετισμός ο Σκυλίτσης οργάνωσε το βράδυ του Σαββάτου 3 Απριλίου 1971 δεξίωση στον τότε Βασιλικό Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος. Στην εκδήλωση βρέθηκε σύσσωμο όλο το διοικητικό συμβούλιο της ΕΤΒΑ επιβεβαιώνοντας για μια φορά ακόμα τη χρηματοδότηση του εγχειρήματος. Την επομένη κιόλας ημέρα, παρότι ήταν Κυριακή, το σύνολο του συνεργείου θα αναχωρούσε για την Κέρκυρα για τη συνέχεια των γυρισμάτων, μετά το πέρας των οποίων θα επέστρεφε στο Παρίσι.          


1 σχόλιο:

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!

Τα παιδιά στις σκηνές ήταν από τα Γυμνάσια του Πειραιά.
Ανάμεσα τους πολλοί φίλοι.....
Να είσαι καλά!

Δημοσίευση σχολίου