ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ιστορίες του Πόρτο Λεόνε του Χρήστου Λεβάντα

Ο Πειραιάς είναι μια κόντρα γέφυρα για να την πατούνε ναύτες με φημισμένη αξιωσύνη

Το χρονικό του Πόρτο Λεόνε (απόσπασμα):

Ο Πειραιάς είναι μια "κόντρα-γέφυρα" για να την πατούνε γερά και να την τιμονεύουνε άτρομοι ναυμάχοι, σοφοί θαλασσινοί, καπετανέοι, σκεβρωμένοι από την αρμύρα του νερού, ναύτες με φημισμένη αξιωσύνη...

Το εξώφυλλο του βιβλίου "Ιστορίες του Πόρτο Λεόνε" του Χρήστου Λεβάντα

Τούτο το κομμάτι της γης, που κατά πως λένε οι σοφοί και το πανάρχαιο όνομά του "Περαίας", τόχε από γεννησιμιού του να ταξιδεύει σε πολύ μακρινούς καιρούς, πριν έρθει ν΄ αράξει στα κράσπεδα της Αττικής και να γίνει ένα πράμα μαζί της...

Και στους νεώτερους χρόνου, το φύλαγε ακόμα, ένα πελώριο πέτρινο λιοντάρι, ψηλό  ίσαμε τρία μέτρα, ακοίμητος Δράκος του παραμυθιού, μεγαλόπρεπα ορθωμένο στο μυχό του λιμανιού, κει που άραζαν καράβια πολύκωπα κι είχε τα μάτια ανοιχτά κατά τη στενή μπούκα του μήπως και την περάσουνε τα γιουρούσια τους αχόρταγα τσούρμα.

Σε κείνους τους αλλοτινούς καιρούς, τόχαν ονοματίσει τούτο το κομμάτι της στεριάς, ναύτες και κοντραμπατζήδες, πλερωμένοι ξένοι καταπατητές και κουρσάροι "Πόρτο Λεόνε" ή "Πόρτο Δράκο" ώσπου στα χίλια εξακόσια εξήντα εφτά, καθώς λένε, τα πολυκαιρισμένα κιτάπια, ήρταν και πάτησαν πάνω του οι Βενετσιάνοι, με τον Φραγκίσκο Μοροζίνη, κι αδιάντροπα στήσανε στα αρχαία χαλάσματα και στα πέτρινα κάστρα, τα μπαϊράκια των Δόγηδων, κι ύστερα σα πισωγύρισαν στη Βενετιά, πήραν μαζί τους και το Λιοντάρι, τρόπαιο της καπατσοσύνης τους της αναίσχυντης και της μουλωχτής, που ανασήκωνε μπρος στα μάτια των τυραγνισμένων ραγιάδων από τους αλλόπιστους, το Σταυρό, να ονειρευτούν την ποθητή λύτρωση, κι έπειτα τους κάρφωνε πισώπλατα με το μαχαίρι.

πήραν μαζί τους και το Λιοντάρι, τρόπαιο της καπατσοσύνης τους της αναίσχυντης και της μουλωχτής
Όμως αν αποχαλάστηκαν απ΄τις μπάλες των Βενετσιάνων τα πέτρινα κάστρα, αν πάρθηκε το λιοντάρι, απ΄ τα κάτεργα της Βενετιάς και σούρθηκε στα ξένα χώματα, δεν έπαψαν ποτές να στέκονται ακοίμητοι βιγλάτορες και βαρδιάνοι, πάνω σ΄ αυτό το κομμμάτι της στεριάς, οι Θεμιστοκλήδες κι οι Μιαούληδες και κοντά σ΄ αυτούς πλήθος από ξωμάχους κι εργάτες της θάλασσας, μαστόρους και δουλευτές, ψυχές που ζυμώθηκαν μαζί του, που μάλαξαν το σίδερο και την πέτρα, από χρόνο σε χρόνο, από γενιά σε γενιά, από πάππο σε πάππο, έτσι που το πλάσαν σε πολιτεία ξακουσμένη στα πέρατα, κάστρο, ακριβό πολύβοο και πολύζωο, να υψώνεται κάτω απ΄ τον ήλιο, αιώνιο σύμβολο αυτής της μακραίωνης φυλής, αυτού του γιγαντόψυχου λαού, που ξέρει ν΄ανασηκώνεται μέσα από τους κουρνιαχτούς των καιρών και να ορμάει, μπρος σαν ακατάβλητος δρομέας, σε Οικουμενική Ολυμπιάδα.... 

πάνω σ΄ αυτό το κομμμάτι της στεριάς, οι Θεμιστοκλήδες κι οι Μιαούληδες και κοντά σ΄ αυτούς πλήθος από ξωμάχους κι εργάτες της θάλασσας, μαστόρους και δουλευτές, ψυχές που ζυμώθηκαν μαζί του

Δεν είναι μιά, ούτε δυό, ούτε πέντε οι φορές, π΄ ανασκάφτηκε τούτη η γλώσσα της στεριάς...
Είναι τόσες που δύσκολα τις αναθυμάται η μνήμη. Μα κύρια είδε τον αφανισμό σαν πάτησε εδώ τη φτέρνα μαζί με τους Ρωμαίους του ο Σύλλας, και στα χρόνια μας, σαν κύλησαν πάνω της βαριά οι σιδερόφρακτες φάλαγγες των μαύρων ορδών του Φάτσιο και της Σβάστικας. Στην Εποχή του Σύλλα χάθηκε τότε ο Πειραιάς, με τους μεγαλόπρεπους ναούς του Δία Σωτήρα και της Αθηνάς, με τα επιβλητικά ιερά της Αφροδίτης Ευπλοίας και της Ουράνιας, με τα περίλαμπρα μνημεία του Μουνύχου, του Ευρυμέδοντα, του Θησέα και του Σήραγγου, με τα Διονυσιακά Θέατρα στη Μουνυχία, στο λόφο της Καστέλλας και στη Ζέα, με την Ιπποδάμεια Αγορά, με τις Στοές του Εμπορίου πλάι λιμάνι, με τις κατοικίες των Μινυών  τους Νεώσοικους και τη φημισμένη Σκευοθήκη του Φίλωνα, τον απέραντο και θαλασσόδαρτο τάφου του Θεμιστοκλή και τόσα άλλα έργα μεγάλα και θαυμαστά. Ανασκάφτηκε κι έσβησε ολότελα. Γέμισε από ρήμαξη και συντρίμμια. Έγινε σωρός από πέτρες και χώμα. Μονάχα μερικά σημάδια του απέμειναν να μαρτυρούνε το πέρασμα των Ρωμαίων.


γέμισε από ρήμαξη και συντρίμμια. Έγινε σωρός από πέτρες και χώμα

 Και χρειάστηκαν να περάσουν οι καιροί, άσωστοι, αιώνες ολόκληροι, γεμάτοι από ερήμωση, για να μπορέσει να αναστηθεί η νέα πόλη από το στάχτη του αφανισμένου εκείνου Πειραιά, στα παλιά αυτά χρόνια, τούτη η πολιτεία, που βλέπουμε στα τωρινά, με το απέραντο δάσος των σπιτιών, τις λογής οικοδομές, τους φαρδιούς και ευθύγραμμους δρόμους, με τα πάρκα και το μεγαλόπρεπο θέατρο, τις πλατείες, τα άπειρα εργαστήρια και τις φάμπρικες, με τις καμινάδες, που ξερνούνε κίτρινους, σταχτιούς κι άσπρους καπνούς και το μεγάλο λιμάνι με τους στερεωμένους πέτρινους μώλους....

τούτη η πολιτεία που βλέπουμε στα τωρινά, με το απέραντο δάσος των σπιτιών, τις λογής οικοδομές, τους φαρδιούς και ευθύγραμμους δρόμους

Μυριάδες είναι κείνοι, που ζούνε σ΄ αυτό το κομμάτι της στεριάς με τους τρεις κόρφους, τον Μέγα Λιμένα με την Ηετώνεια άκρα και την ακτή του Άλκιμου - αυτήν πούδωκε στους πρωτομάστορες των Αρχαίων καιρών τον "Ακτίτη λίθο" τον Πειραιώτικο, να χτίσουν τα τείχη και τα κάστρα του- τον Λιμένα της Μουνυχίας - που είδε στις μεγάλες μέρες του ν΄αναπαύονται στα νερά του πελώριες τριήρεις και νήες, τα πλοία που φορτώθηκαν από δόξα, σαν απόδιωξαν τους Πέρσες από τη Σαλαμίνα και μικρό λιμένα της Ζέας με τα ήρεμα νερά, τα καραβάκια και τα ψαροκάικα. Πλήθος από εργάτες, από μαστόρους, ονομαστούς, από μεταπράτες, από ναυτίλους, από πραματευτές, από δουλευτές του χεριού και της πένας, από μεροκαματιάρηδες, μα κι από αφεντάδες που διαφεντεύουν, τις μηχανές και τις φάμπρικες κι από καραβοκυρέους.

η γη πούδωκε στους πρωτομάστορες των αρχαίων καιρών τον "Ακτίτη λίθο" τον Πειραιώτικο (σύγχρονη εκσκαφή Ακτίτη λίθου) 

Κι είναι τέτοια η αίσθηση, που νιώθει κανείς, καθώς ζει σε τούτη την πολιτεία, καθώς σέρνει τα βήματά της στα χώματά της, που λέει με το ξαναμμένο πνέμα του σαν ακούγεται να βιράρουν οι άγκυρες, να σφυράνε οι καπεταναίοι πάνω από τις κουβέρτες για το σαλπάρισμα των πλοίων, να ξεφυσάνε καυτερό ατμό οι αυλοί των καζανιών, πως δεν πατάει γης, σ΄ ασάλευτη στεριά, αλλά πάνω σ΄ ένα κομμάτι, που ταξιδεύει χωρίς τέλος, ανάμεσα στο όνειρο και τον θρύλο, το χτες και το σήμερα, για το άγνωστο "αύριο", μια "ράχη καραβιού" πολυκαιρισμένη, μουσκεμένη βαθιά απ  την αρμύρα του κύματος, ανεμοδαρμένη από μαϊστράλια και ντραμουντάνες, από γρέγους και πουνεντογάρμπηδες, που τη στεφανώνουν σμαραγδένια χρώματα και τη συντροφεύουν στην αδιάκοπη πορεία της, κατάλευκοι γλάροι....

ανεμοδαρμένη από μαϊστράλια και ντραμουντάνες από γρέγους και πουνεντογάρμπηδες (άποψη παραλίας Καστέλλας)


ιδιόχειρη αφιέρωση του Χρήστου Λεβάντα την 7-5-1971

ακόμα και πάνω στο βιβλίο ο ίδιος ο Λεβάντας κάνει διορθώσεις σε ότι νομίζει ότι τυπώθηκε λάθος

Ποιος ήταν ο Λεβάντας;

Ο Χρήστος Λεβάντας γεννήθηκε και πέθανε στον Πειραιά (1904-1975). Όλα τα έργα του προέρχονται από βιώματα και εικόνες του τόπου του δηλαδή του Πειραιά. Ήταν θαυμαστής του άλλου μεγάλου Πειραιώτη του Δημοσθένη Βουτυρά. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κυριάκος Χατζηδάκης. Εργάστηκε δημοσιογράφος για περισσότερο από 40 χρόνια τόσο στον τοπικό Πειραϊκό Τύπο όσο και στις μεγάλες εφημερίδες της εποχής. 

Πηγές:
Βιβλίο "Ιστορίες του Πόρτο Λεόνε" του Χρήστου Λεβάντα. Εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ, 1960

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου