"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Μνήμη μιας Πρωτοχρονιάς του 1942

Φώτο: D. Kessel - Πλανόδιος πωλητής τσιγάρων το 1944

Του Γιάννη Χατζημανωλάκη

Η μνήμη μου επιστρέφει σήμερα σε καιρούς πολέμου. Δεν ξέρω γιατί πάντα τέτοιες μέρες, αναθυμάμαι τις δύσκολες στιγμές της δικής μου ζωής, τις δύσκολες στιγμές της γενιάς μου. Μιας γενιάς που δεν πρόλαβε να χαρεί κι είδε να διαλύεται μέσα στη συμφορά του πολέμου και της κατοχής το όνειρο των παιδικών χρόνων.

Ένα παιδί αναθυμάται σήμερα, ένα οχτάχρονο παιδί του 1941. Δεν ξέρω αν στην ιστορία αυτή αναβιώνει ο ίδιος ο εαυτός μου ή κάποιο άλλο από το ανώνυμο και πολύπαθο πλήθος των παιδιών της κατοχής, πάντως είναι πέρα για πέρα αληθινή. Ξανάρχεται μπροστά μου το ισχνό αγέλαστο παιδί με τα τριμμένα ρούχα, απομεινάρια της προπολεμικής εποχής, και τα μαύρα, ατημέλητα μαλλιά που μάταια πάσκιζε να τα συμμαζέψει κάτω από ένα "μπερεδάκι" με ξεθωριασμένο καφετί χρώμα.

Ήταν 31 Δεκεμβρίου 1941, παραμονή πρωτοχρονιάς, της πρώτης πρωτοχρονιάς της Κατοχής. Παντού συμφορά, οδύνη και πείνα. Το χιόνι είχε απλωθεί ολόγυρα μοναδικό λευκό σημείο στα σκοτάδια των καιρών. Και το παιδί με το ισχνό πρόσωπο και τ΄ ατημέλητα μαλλιά, έχοντας χάσει τα "νερά" του γύριζε δώθε κείθε προσπαθώντας να ανακαλύψει με την παιδική του όραση κάτι που θα του θύμιζε τις γιορτάσιμες μέρες, όπως στα προηγούμενα χρόνια.

Μάταια όμως. Τίποτε δε θύμιζε Πρωτοχρονιά. Οι "μποναμάδες" με τις αυτοσχέδιες παράγκες στη Λεωφόρο Βασ. Γεωργίου Α' και στην Πλατεία Κοραή δεν υπήρχαν. Βέβαια και τώρα δεν υπάρχουν. Τις παρέσυρε στην καταλυτική ορμή τους η πρόοδος που μπορεί να έχει τα "καλά" της αλλά δεν παύει σύγκαιρα να εξαφανίζει από τη ζωή μας κάθε ίχνος γραφικότητας. Οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, οι βασιλόπιτες ήταν πια μια μακρινή ανάμνηση. Μάταια πάσκιζαν οι μανάδες να ανατικαταστήσουν τις πρωτοχρονιάτικες λιχουδιές με τα "περίεργα" κατασκευάσματα των καιρών, τα μπομποτόψωμα και τις χαρουπόπιτες. Τίποτε, ούτε ένας μποναμάς, ούτε ένα πρωτοχρονιάτικο γλυκό. Μόνο το άγχος, το καθημερινό άγχος για το "ψωμί" που δεν έφτανε, για τις λαχανίδες που άρχιζαν κι αυτές να γίνονται σπάνιο είδος....

1945 Άψυχο σώμα στους δρόμους του χειμώνα και της πείνας. (Φωτο D. Kessel)

Και το παιδί με τα τριμμένα ρούχα και τ΄  ατημέλητα μαλλιά, μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς απορούσε και προσπαθούσε να πιστέψει - μα πώς να πιστέψει;- ότι ο παλιός χρόνος έφευγε κι ερχότανε ο καινούργιος, ένας νέος χρόνος χωρίς "μποναμάδες", δίχως την τόσο οικεία στην παιδική δράση παρουσία του "Άη Βασίλη", χωρίς υποσχέσεις και προσδοκίες, αλλά με μεγαλύτερες ίσως συμφορές για την ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα.

Αυτά έβλεπαν, μπροστά σ΄ αυτά στέκονταν με δέος τα παιδιά. Και προσπαθούσαν, με τον τρόπο τους ν΄ αντιδράσουν. Αλλά πώς ν΄ αντιδράσουν; Κάποια απ΄ όλα έρριξε την ιδέα. Να πούνε τα κάλαντα στα σπίτια της γειτονιάς και παρά πέρα ακόμη, για να θυμηθούνε επί τέλους πως ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς!

Κάλαντα με το χιόνι, με την πείνα, ποιός να το φανταστεί; Κι΄ όμως μόνο τα παιδιά ήταν δυνατό να το σκεφτούν σ΄ αυτές τις δύσκολες ώρες και να πραγματώσουν...

Πήραν τα καμπανέλια τους, μαζεύτηκαν τέσσερα-πέντε παρέα και ξεκίνησαν. Χτυπούσαν τις πόρτες. Άλλοι άνοιγαν, άλλοι -οι πιο πολλοί- αποφεύγανε ν΄ ανοίξουν γιατί δεν είχαν τίποτα να φιλέψουν τα παιδιά. Μα οι πιτσιρίκοι δεν τόβαζαν κάτω. Έτσι ξεμάκρυναν σιγά - σιγά από τη γειτονιά τους. Κι΄ είχε φτάσει πιά τ΄ απομεσήμερο όταν έγινε το "θαύμα"....

Χτύπησαν την πόρτα ενός διώροφου σπιτού. Τους άνοιξαν για να τα "πούνε". Κι όταν τελειώσαν είδαν τη νοικοκυρά νάρχεται με μια πιατέλα γεμάτη κουραμπιέδες και μελομακάρονα και να τα μοιράζει μαζί με τ΄ απαραίτητο χαρτζιλίκι στα παιδιά. Τούτα ζούσαν σαν σε όνειρο. Πούχε βρει τ΄ αλεύρι; Πούχε βρει ττο βούτυρο, τη ζάχαρη το μέλι; Πώς αυτή μπόρεσε κι έφτιαξε τα γλυκά της τα πρωτοχρονιάτικα, όταν οι δικές μας μανάδες σκέφτονταν ακόμη και το ανύπαρκτο "ψωμί";

Όλα αυτά τα ερωτηματικά προκαλούσαν καινούργιες απορίες στα παιδιά. Είχαν κατά τύχη βρεθεί στο σπίτι κανενός νεόπλουτου; Κανενός μαυραγορίτη; Αυτό όμως δεν έχει τότε πολλή σημασία. Σημασία είχαν οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα που γεύτηκαν μη ξέροντας πως να ευχαριστήσουν την "καλή κυρία" που τους τα πρόσφερε. 

Χειμώνας 1941 - 42. Ψάξιμο στα σκουπίδια για φαγητό,
γωνία Πραξιτέλους και Λεωφ. Βασ. Γεωργίου Α΄.
(Αρχείο Γεωργίου)

Κι όταν γυρίζοντας αντίκρυσαν σ΄ ένα στενοσόκακο τη νεκροφόρα  του Δήμου να παίρνει από κάποιο υπόγειο μια γριά πούχε πεθάνει από αβιταμίνωση, όταν είδαν πάνω σ΄ ένα σανίδι την πρησμένη σάρκινη μάζα, απόρησαν και πάλι για όσα ξετυλίγονταν μπρός τους μα η σκέψη τους δεν πήγε ασφαλώς στην κακότυχη γριά αλλά στους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα, που η γεύση τους, τόσο απρόσμενη, είχε γλυκάνει την πίκρα των στιγμών. Και γελούσαν και έλαμπαν από χαρα΄τα μάτια τους, και γελούσε και το ισχνό κι αγέλαστο παιδί της ιστορίας μας, ο εαυτός μου, ίσως μα οπωσδήποτε ένα παιδί του 1941, ένα από τα ανώνυμα και πολύπαθα παιδιά της Κατοχής....

Πάντα ευχόμουν και εύχομαι ολόψυχα όλα τα παιδιά να μας δίνουν την ίδια χαρούμενη εικόνα, καθώς τα χείλη τους κελαϊδούνε:

"Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
κι αρχή καλός σας χρόνος"



Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην "Φωνή του Πειραιά" το 1969 κι επιλέχθηκε από τον ίδιο τον αρθρογράφο του κ. Γιάννη Χατζημανωλάκη να αναγνωσθεί από τον Γεν. Γραμματέα της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς, κ. Στέφανο Μίλεση, στο πειραϊκό ραδιόφωνο "Κανάλι 1" (90.4) στις 27 Δεκεμβρίου 2015, παρουσία του Διευθυντή του Σταθμού κου  Νίκου Παρασκευά και του δημοσιογράφου κ. Θεόδωρου Ασβεστόπουλου σε εκπομπή με θέμα τα "Πειραϊκά Χριστούγεννα". Στη συνέχεια ακολούθησε από την δημοσιογράφο Κωνσταντίνα Πετούση η ανάγνωση του αφηγήματος  "Οδοιπορικό στα γιορτινά Ταμπούρια μετά τον πόλεμο" της Νανάς Ιωαννίδου που επίσης έχει δημοσιευθεί για πρώτη φορά στο Pireorama Ιστορίας και Πολιτισμού. 

Σε μια από τις επισκέψεις στο σπίτι του Γιάννη Χατζημανωλάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου