ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Αντισθένης ο Κυνικός ο εκ Πειραιώς Πεζοπόρος

ΑΝΤΙΣΘΕΝΗΣ Ο ΕΚ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ

Μετά τον θάνατο του Σωκράτη οι μαθητές του διαιρέθηκαν σε τρεις διαφορετικές ομάδες. Την Κυνική, την Ακαδημαϊκή και την Κυρηναϊκή. Αρχηγός των Κυνικών έγινε ο Αντισθένης. Υπάρχουν πολλές αναφορές σχετικά με την ονομασία "Κυνικοί" με την πλέον επικρατούσα εκείνη που υποστηρίζει, πως έλαβαν αυτό το όνομα επειδή συναθροίζονταν σε μια περιοχή των Αθηνών, έξω από την οχύρωση της πόλης, που καλείτο Κυνόσαργες.

Ο Αντισθένης γεννημένος το 444 π.Χ., ήταν γιος Αθηναίου και μιας δούλης από την Φρυγία. Επειδή λοιπόν η μητέρα του δεν ήταν Αθηναία, αυτό δημιουργούσε στους άλλους κίνητρο για να τον κοροϊδεύουν επαναλαμβάνοντας διαρκώς για την Φρυγία. Εκείνος τότε απαντούσε:
-"Και τι με αυτό; Μήπως και η Ρέα, η μητέρα των θεών, δεν ήταν από το ίδιο μέρος;" 


Καθώς ήταν εύγλωττος είχε αρχικά δημιουργήσει δική του σχολή η οποία ήταν πανελλήνια γνωστή και από όλα τα μέρη έρχονταν για να τον ακούσουν. Αρχικά στην σχολή αυτή δίδασκε όσα είχε και εκείνος διδαχθεί από τον Γοργία που ήταν ο πρώτος του δάσκαλος. Όταν όμως μια ημέρα άκουσε τον Σωκράτη να αγορεύει, γοητεύτηκε τόσο, που διέλυσε την σχολή του και έστειλε όλους τους μαθητές του να παρακολουθούν τις διαλέξεις του. Η λατρεία του για τον Σωκράτη, ήταν τόσο μεγάλη που αν και η κατοικία του ήταν στον Πειραιά, περπατούσε κάθε ημέρα απόσταση σαράντα στάδια, προκειμένου να ανεβαίνει στην Αθήνα για να τον ακούει. Γιαυτό και στην εποχή του αν και ήταν γεννημένος στην Αθήνα, ήταν γνωστός και ως "Εκ Πειραιώς πεζοπόρος".

Ο Αντισθένης ήταν σκληρός με τους μαθητές του και όταν κάποτε τον ρώτησαν γιατί φέρεται έτσι εκείνος απάντησε:
- "Μήπως και οι ιατροί δεν φέρονται κατά τον ίδιο τρόπο προς τους ασθενείς τους;"

Οι Κυνικοί ήταν γνωστοί γενικά για τον αυστηρό τρόπο ζωής τους. Δεν έτρωγαν παρά όσπρια και φρούτα. Έπιναν μόνο νερό. Κοιμόντουσαν στην γη, καταφρονούσαν όλα τα υλικά και τα πλούτη. Ο Αντισθένης ουδέποτε ξύρισε την γενειάδα του και έδινε την εντύπωση κυριολεκτικά ζητιάνου, λόγω της εμφανίσεώς του. Ως υπέρτατη αξία δεχόταν μόνο την ηθική, ενώ όλα τα υπόλοιπα τα θεωρούσε άχρηστα. Ωστόσο κατά την μάχη της Τανάγρας (το 426 π.Χ.), ο Αντισθένης έδειξε μεγάλη ανδρεία, τόσο που και ο ίδιος ο Σωκράτης είχε χαρεί πολύ. Ακόμα και τότε όμως οι Αθηναίοι τον πείραζαν, καθώς ισχυρίζονταν πως μόνο οι αυτόχθονες μπορούσαν να είναι ήρωες στις μάχες. 
- "Μοιάζετε σαν τις χελώνες και τα σαλιγκάρια", τους είπε ο Αντισθένης, "που μένουν πάντοτε στους τόπους που θα γεννηθούν". 

Εκείνους που απέφευγε ο Αντισθένης, ήταν οι άνθρωποι του φθόνου. Κατατρώγονταν έλεγε, από το ίδιο τους το πάθος, σαν το σίδηρο που γεννά σκουριά. Μάλιστα έλεγε ότι εάν έπρεπε να διαλέξει αν θα έπρεπε να γίνει κοράκι ή φθονερός άνθρωπος, θα διάλεγε να γίνει κοράκι. Κι αυτό διότι το κοράκι τρώει μόνο πεθαμένους, ενώ οι φθονεροί άνθρωποι κατασπαράζουν τους ζωντανούς.

Κάποιος τον ρώτησε:
- "Είναι αλήθεια ότι ο πόλεμος γίνεται αιτία να καταστραφούν πολλοί δυστυχείς;"
- "Ναι" απάντησε ο Αντισθένης "αλλά και δημιουργεί περισσότερους από ότι καταστρέφει"

Για την φιλία είπε:
- "Δεν υπάρχει δεσμός πιο δυνατός από τον δεσμό της αρετής. Για αυτό έναν τίμιο φίλο πρέπει να τον τιμούμε περισσότερο από έναν συγγενή."

Ο Αντισθένης διατήρησε μέχρι τέλους την αγάπη του για τον Σωκράτη και ήταν απαρηγόρητος για τον άδικο θάνατο του μεγάλου του δασκάλου. Κάποιοι μαθητές του Σωκράτη από τον Εύξεινο Πόντο, ήρθαν μετά τη θανάτωσή του, μη πιστεύοντας τον θάνατο του δασκάλου τους. Φυσικά δεν τον βρήκαν καθότι είχε θανατωθεί. Τότε τους παρέλαβε ο Αντισθένης και τους οδήγησε προς τον κατήγορο του Σωκράτη, τον Άνυτο, ο οποίος ήταν και η αφορμή που καταδικάσθηκε ο μεγάλος δάσκαλος. Ο Αντισθένης τον έδειξε και είπε:
- "Να ένας πολύ πιο σοφός από τον Σωκράτη, αφού αυτός είναι που τον κατηγόρησε."

Τότε οι μαθητές του Πόντου βλέποντας ότι ο κατήγορος ήταν ρηχός σκέψεως (βυρσοδέψης στο επάγγελμα και πολιτικός) και δεν μπορούσε να απαντήσει σε καμιά από τις ερωτήσεις τους τον καταδίωξαν, ενώ έναν άλλο κατήγορο του Σωκράτη τον Μέλητο, τον θανάτωσαν επί τόπου. (Ο Άνυτος είχε στο παρελθόν αρνηθεί να στείλει τον γιο του ως μαθητή του Σωκράτη και προτίμησε να τον κάνει βυρσοδέψη).

Ο Αντισθένης λόγω των στερήσεων ασθένησε. Μπήκε λοιπόν στον κοιτώνα του ο μαθητής του ο Διογένης κρατώντας ένα ξίφος στο χέρι του. Μόλις ο Αντισθένης τον είδε είπε:
- "Πότε λοιπόν Διογένη, θα με απαλλάξεις από τα δεινά μου;"
- "Αυτό" είπε ο Διογένης, "θα σε απαλλάξει", δείχνοντας το ξίφος που κρατούσε.
- "Μα εγώ", είπε ο Αντισθένης, "ζήτησα να ελευθερωθώ από τα δεινά μου, όχι από την ζωή μου!"

Δυστυχώς ο Αντισθένης πέθανε τελικά από εκείνη την ασθένεια που ο κόσμος καλούσε φθίση. 

Ελληνικά Μηχανοποιεία "Βασιλειάδης" (1859)

LE PIREE - CHANTIERS VASSILIADES


Το 1859 ήταν το έτος εκείνο που εμφανίσθηκε στον Πειραιά, μια μικρή αρχικά μονάδα που έφερε την ονομασία Μηχανοποιείο "Βασιλειάδης" από την ονομασία του ιδρυτού της Γεωργίου Βασιλειάδη.


Ο Γεώργιος Βασιλειάδης, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1811 και πέθανε στον Πειραιά το 1892 στην πόλη που ανέπτυξε την δραστηριότητά του. 


Γεώργιος Βασιλειάδης

Ο Βασιλειάδης έφθασε για πρώτη φορά στον Πειραιά το 1858, αφού είχε ολοκληρώσει πρώτα μια περιήγηση σε όλες τις πόλεις του τότε Ελληνικού Βασιλείου και αφού εδώ μόνο είχε διαβλέψει με την μεγάλη διορατικότητα που τον διέκρινε, τις δυνατότητες που του προσέφερε το λιμάνι στην ανάπτυξη των σχεδίων του.

Έτσι τον επόμενο κιόλας χρόνο, το 1859, αξιοποίησε την τεράστια περιουσία που είχε στην Κωνσταντινούπολη, αγοράζοντας έκταση στην αριστερή κατά την είσοδο, πλευρά του λιμανιού προκειμένου να κατασκευάσει μηχανουργικής και ναυπηγικής μονάδας. Στην συνέχεια μετά την αγορά, έκανε μια δεύτερη περιήγηση, αυτή την φορά όμως σε βιομηχανικά κέντρα της Δύσης, προκειμένου να μελετήσει την ίδρυση και λειτουργία ανάλογων μονάδων. Από εκεί εκτός των σχεδίων ίδρυσης προμηθεύθηκε μηχανήματα αλλά και μεγάλο αριθμό αλλοδαπών ειδικευμένων εργατών και μηχανικών προκειμένου να λειτουργήσει την δική του μονάδα, μέχρι να ειδικευθεί ο ανάλογος αριθμός Ελλήνων, στη μηχανουργική εργασία. Για πολλούς αυτό ίσως θεωρείται και το σημαντικότερο έργο του Βασιλειάδη, δηλαδή η μόρφωση και εξειδίκευση Ελλήνων στο βιομηχανικό έργο. 




Δυστυχώς την ραγδαία ανάπτυξη του κολοσσιαίου έργου για την εποχή, ανέκαμψε το 1869 μια καταστρεπτική πυρκαγιά που κατέστρεψε ολοσχερώς την βιομηχανική μονάδα. Ο Βασιλειάδης κατά την δεκαετή λειτουργία της μονάδος του όμως, είχε δημιουργήσει θετικό κλίμα γύρω από το όνομά του, κλίμα που ενέπνευσε πιστωτικά ιδρύματα να τον συνδράμουν στην εκ νέου θεμελίωσή της. Από το 1870 μια νέα μονάδα είχε υψωθεί ξανά πάνω στην τέφρα της παλιάς. 




Όμως και αυτή η νέα μονάδα λειτούργησε μέχρι το 1888, έτος κατά το οποίο ο Βασιλειάδης διέβλεψε πως είχε φτάσει ο καιρός για νέες επεκτάσεις και καινοτομίες. Γιαυτό και προέβη στην μετατροπή της μονάδας σε ανώνυμο Εταιρεία, που έφερε όμως την ίδια ονομασία, καθώς οι μέτοχοι αναγνώριζαν στο πρόσωπό του, τον θεμελιωτή, μιας μεγάλης σε έκταση και σημασία, βιομηχανικής μονάδας.




Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της μονάδας είχε και ο γιος του ιδρυτού της, ο Βασίλειος Βασιλειάδης που συμμετείχε ενεργά στην λήψη αποφάσεων, αφού ήταν ο Γενικός Διευθυντής αυτής.


Βασίλειος Βασιλειάδης
  
Η Εταιρεία από το 1867 συμμετείχε ενεργά σε όλες τις Παγκόσμιες Εκθέσεις αποσπώντας χρυσά και αργυρά μετάλλια πετυχημένης λειτουργίας και πρωτότυπης παραγωγής, απασχολώντας 400 άτομα! 

Χαρακτηριστικό της καινοτομίας της επιχείρησης είναι πως καταπιάνεται με την συστηματική έρευνα. Έτσι στα πλαίσια αυτά πετυχαίνει την κατασκευή της πρώτης στην Ελλάδα Ατμάμαξας για λογαριασμό της Εταιρείας των Σιδηροδρόμων Αττικής. Η πρώτη ελληνική ατμάμαξα που έφερε την ονομασία "Ελληνίς", αναγνωρίσθηκε πανευρωπαϊκώς για την πληρότητα και την συνοχή της κατασκευής της.




Στις 17 Απριλίου του 1886 πετυχαίνει με νόμο την κρατική αναγνώριση εφεύρεσης ελαιοεκσαρκιστικής μηχανής και το προνόμιο της αποκλειστικής κατασκευής και εκμετάλλευσης αυτής.





Η μετασκευή των Θωρηκτών "Ύδρας" και "Σπετσών" και εκατοντάδες άλλες μετασκευές και καθαρισμούς εμπορικών και πολεμικών μονάδων του στόλου λαμβάνει χώρα στις εγκαταστάσεις του. Σε όλη την Ελλάδα σιδηροδρομικές ατμάμαξες, μεταλλικές γέφυρες σιδηροδρόμου που υπάρχουν μέχρι σήμερα στα δίκτυα Πελοποννήσου και Λαρίσης αλλά και μεταλλικά στέγαστρα κτηρίων είναι κατασκευής του "Βασιλειάδη". Πλήθος από καινοτομίες σε πολεμικά και εξοπλιστικά είδη προκαλούσαν τον θαυμασμό της εποχής αλλά που δυστυχώς χάθηκαν κάτω από το βάρος γραφειοκρατικών μηχανισμών και της μη κρατικής υποστήριξης. 



    ΜΗΧΑΝΟΠΟΙΕΙΟΝ "ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ" - 1899
    ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ
    ΔΕΣΤΡΑ ΠΛΟΙΟΥ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
     ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΜΠΟΥΚΗ











Ο ποιητής Νίκος Χαντζάρας (Ο Πειραιώτης)



Ο Νίκος Χαντζάρας γεννήθηκε στον Πειραιά το 1884. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο πειραϊκό περιοδικό του Γεράσιμου Βώκου. Με τον Βώκο εκτός της λογοτεχνίας είχαν και κοινή καταγωγή, καθώς η μητέρα του Χαντζάρα η Μπίλτω Γεωργίου Ξένου ήταν από την Ύδρα. 

Ο Νίκος Χαντζάρας λόγω της καταγωγής της μητέρας του λοιπόν, έγινε ένας τυπικός Υδραίος του Πειραιά, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως η καταγωγή του πατέρα του, που ήταν από τα Ιωάννινα, δεν τον επηρρέασε. 

Το σπίτι του στον Πειραιά βρισκόταν εντός των Υδραϊκής συνοικίας στην περιοχή "Σταυρός" (όχι φυσικά στον Σταυρό της Πειραϊκής όπως σήμερα εννοούμε, αλλά πέριξ του Σηματογραφικού Σταθμού της σημερινής οδού Κρυστάλλη στην Πλατεία Σερφιώτου). 

Ο ίδιος τελείωσε το Υδραϊκό Δημοτικό Σχολείο (συμβολή των οδών Χατζηκυριακού και Σαχτούρη) στη Συνοικία του Βρυώνη. Την περίοδο εκείνη τον βρίσκουμε να βοηθά τον πατέρα του Ιωάννη, που ήταν αμαξηλάτης στον Πειραιά. Κατέβαζαν μαζί το άλογο στην Πειραϊκή για να το πλύνουν στη θάλασσα. Έτσι ο μικρός Νίκος μαζί με τον πατέρα του έκαναν συχνά την διαδρομή "Σταυρό" με τη σημερινή θέση "Καλαμπάκα" εκεί που σχηματίζεται μια μικρή παραλία, μετά την οποία ξεκινά σήμερα ο τοίχος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.  

Ακολούθως συνεχίζει κι αυτός στο Πρώτο Γυμνάσιο, που ήταν και το μοναδικό στον Πειραιά εκείνη την εποχή όπως έκαναν όλοι οι συνομήλικοί του. Δυστυχώς όμως δεν το τελειώνει καθώς ήταν λάτρης των βιβλίων και των βιβλιοθηκών. Η λατρεία του αυτή τον οδήγησε να γράψει σε μια έκθεση με ανάλογο θέμα, πως και το Πρώτο Γυμνάσιο Πειραιώς διαθέτε βιβλιοθήκη, που βρισκόταν όμως στην τύχη των Καθηγητών! 

Στο σημείο αυτό να πούμε πως η βιβλιοθήκη του Πρώτου Γυμνασίου φιλοξενούσε πλήθος σπουδαίων βιβλίων που είχε δωρίσει ο Δημήτριος Μαυροκορδάτος, στον Δήμο Πειραιώς προκειμένου να συσταθεί Δημοτική Βιβλιοθήκη. Δυστυχώς ο Δήμος άργησε να αξιοποιήσει την δωρεά αυτή και είχε εναποθέσει τα βιβλία στο Πρώτο Γυμνάσιο, ενάντια στην θέληση του δωρητή. Η Δημοτική βιβλιοθήκη Πειραιώς έγινε το 1927, δηλαδή πολλά χρόνια μετά τη δωρέα. 

Αργότερα τον συναντούμε να γράφει στο περιοδικό "Νουμάς" και σε πλήθος άλλα λογοτεχνικά περιοδικά. Σε πολλά από αυτά παρουσίαζε τις ποιητικές δημιουργίες του με το ψευδώνυμο "Πειραιώτης"

Ο ποιητής με το ψευδώνυμο αυτό (Πειραιώτης) έγινε γνωστός, όταν ο Δημήτριος Ταγκόπουλος εκδότης του περιοδικού "Νουμάς", αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα. Ήταν φίλος με όλους τους λογοτέχνες του Πειραιά, όπως με τον ποιητή της Φρεαττύδας Λάμπρο Πορφύρα, με τον Χρήστο Λεβάντα, με τον Δημοσθένη Βουτυρά και με τον Παύλο Νιρβάνα

Ωστόσο το 1931 το περιοδικό "Μουσικά χρονικά" εξέδωσε μια και μοναδική συλλογή, με τον τίτλο "Ειδύλλια" που δεν αντιπροσωπεύει όμως τον πραγματικό αριθμό των  ποιημάτων του. Για αυτή την συλλογή του απονέμεται το Αριστείο του Δήμου Πειραιώς

Το Νοέμβριο του 1940 υπογράφει κι αυτός τη διακήρυξη διαμαρτυρίας μαζί με άλλους Πειραιώτες λογοτέχνες για τον επιθετικό πόλεμο της Ιταλίας κατά της Ελλάδας. 

Το 1942 ο Δήμος Πειραιώς χορηγεί σε τρεις Πειραιώτες λογοτέχνες και συγκεκριμένα στους Νίκο Χαντζάρα, Δημοσθένη Βουτυρά και  Γ. Αναγνωστόπουλο ένα χρηματικό επίδομα τιμής ένεκεν.  

Γράφει και δημοσιογραφικά άρθρα σε πολλές εφημερίδες της Αθήνας και του Πειραιά. Από το 1945 γράφει μεταξύ άλλων και στη "Φωνή του Πειραιώς" τα λεγόμενα "Πειραιώτικα", άρθρα δηλαδή που αναφέρονται αποκλειστικά σε αναμνήσεις του από τον παλιό Πειραιά.

Δυστυχώς από την εποχή της "Φωνής" και μετά άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα σημάδια μιας ασθένειας μάλλον ψυχικής. Σταμάτησε να γράφει και άρχισε για το της ζωής του να διορθώνει διαρκώς ή να ξαναγράφει εκείνα τα 18 και μόνο ποιήματα που είχαν εκδοθεί στα "Ειδύλλια"!




Ήταν 2 Ιουνίου του 1949 όταν προσβεβλημένος από εγκεφαλική παράλυση είχε νοσηλευτεί αρχικά σε διάφορα θεραπευτήρια και ιδρύματα (αρχικά στον Λευκό Σταυρό και εν συνεχεία στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιώς) και στο τέλος μόνος, είχε καταφύγει στο Γηροκομείο Πειραιώς. Εκεί στην προσπάθειά του να ανάψει τσιγάρο προκάλεσε πυρκαγιά, από την οποία έπαθε εκτεταμένα εγκαύματα. Μεταφέρθηκε στο Ζάννειο Νοσοκομείο όπου ανακοινώθηκε και ο θάνατός του. Η κηδεία του έγινε στον Άγιο Κωνσταντίνο Πειραιώς. 

Όμορφος μάνα που ΄ναι ο κόσμος
απάρθενος και φωτεινός!
Κι΄ είναι βαθύς κι είναι μεγάλος
ψηλά ο γαλάζιος ουρανός

Ενταφιάζεται σε τάφο προσφορά του Δήμου Πειραιώς στο νεκροταφείο της Ανάστασης.

Το 1952 ο φίλος του Χρήστος Λεβάντας θα δημοσιεύσει βιβλίο με τίτλο "Δύο Μορφές: Δημοσθένης Βουτυράς - Νίκ. Ι. Χαντζάρας", μια μελέτη σε έκδοση των "Πειραϊκών Χρονικών".  

Ένα παιδί της Φρεαττύδας



     Αγαπημένοι μου φίλοι, 

   Δεν θα ήθελα να περάσει κι αυτή η ευκαιρία για επικοινωνία μαζί σας. Αν λόγοι ανώτεροι από την θέλησή μου με κράτησαν μακριά σας, δεχθείτε τώρα αυτά τα λόγια που θα σας απευθύνω, σαν να ήμουν εγώ ο ίδιος ανάμεσά σας, με όλη μου την ψυχή, με όλη μου την σκέψη και με όλη μου την αγάπη. 

   Δεν ξεχνώ πως είμαι κι εγώ ένα παιδί της Φρεαττύδας. Ήλθα στον Πειραιά πέντε χρονών κι έφυγα με άσπρα μαλλιά. Έφυγα είναι ένας λόγος! Δεν φεύγει ποτέ κανείς από τον τόπο που πρωτογνώρισε την ζωή και τις ομορφιές της, που πρωτοαγάπησε, που πρωτοσκέφθηκε και που έκανε τις πρώτες του γνωριμίες  με ότι στάθηκε κατόπιν ο έρωτας όλης του της ζωής. Και τώρα, εσείς η νεώτερη γενιά! Σε σας πετούν οι στοχασμοί μου, στην μακρινή εκείνη ευτυχία, που λίγα παιδιά, και εμείς στην ηλικία σας, στήναμε δειλά τον βωμό του λόγιου Ερμή δίπλα στον βωμό του Κερδώου. Μέσα στους καπνούς των εργοστασίων, στον εμπορικό θόρυβο του λιμανιού και τους λόφους των αποικιακών, μέσα σ΄ ένα κόσμο πρακτικών και εργατικών ανθρώπων, που προετοίμαζαν το εμπορικό και βιομηχανικό μέλλον του πρώτου λιμανιού της Ελλάδας και ενός από τα πρώτα σήμερα της Μεσογείου, εμείς, μικροί νεραϊδοπαρμένοι, καταγινόμαστε να γράφουμε ποιήματα πάνω σε σάκους αποικιακών και κάτω από τα βλέμματα πρακτικών αλλά καλών ανθρώπων, που μας κοίταγαν όμως λοξά, σαν παραστρατημένους και ίσως σαν παιδιά χαμένα. 

Μα εμείς είχαμε στήσει πια τα ποιητικά μας ταμπούρια. Στον "Απόλλωνα", το περιοδικό του τυφλού ποιητή Σακελλαρόπουλου, οι υπογραφές μας άρχισαν να φανερώνονται κάτω από τα πρωτόλεια πεζά και στίχους μας και η εφημεριδούλα του Λυμπεράκη η "Πρόνοια" είχε γίνει για κάμποσο καιρό το φιλολογικό μας όργανο. 

Ο καημένος ο Λυμπεράκης μας την είχε παραδώσει, με τυφλή εμπιστοσύνη και εμείς την είχαμε κάνει αγνώριστη. Εκεί που περίμεναν οι αναγνώστες της να βρουν κανένα πολιτικό άρθρο, καμία εμπορική είδηση, αντίκριζαν σονέτα, φιλολογικά άρθρα, θεατρικές κριτικές και ολόκληρα φιλολογικά φύλλα! Ίσως αξίζει για την ιστορική περιέργεια, αν βρείτε κάποτε ένα παλαιό πειραιώτικο φιλολογικό αρχείο, να περιμαζέψετε όλα εκείνα τα φιλολογικά έντυπα, που από μέσα τους πέρασαν με τα πρώτα τους φανερώματα οι προκάτοχοί σας, αυτοί που μια μακρινή ημέρα, εξόρμησαν από το ποιητικό ερημητήριο της Φρεαττύδας και κατέκτησαν με τον καιρό μια θέση στα νεοελληνικά γράμματα. Αν τους μετρήσετε θα βρείτε πολλούς, αλίμονο πόσοι από αυτούς λησμονήθηκαν και σβήστηκαν;

Τώρα η Φρεαττύδα είναι και η δική σας ποιητική πατρίδα, όπως ήταν και δική μας. Πατάτε πάνω στα ίδια χώματα που πατήσαμε και που ίσως ακόμα να σώζονται και τα χνάρια μας. Και μεις ξαναζούμε μέσα από σας. Εμείς και όσοι ήρθαμε κατόπιν μας αλλά πριν από σας.Και ίσως πρέπει να σας χαιρετίσω τούτη την συγκινητική στιγμή με τους παλιούς τύπους, σύμφωνα με τους οποίους μου είχε κάνει την τιμή να χαιρετίσει, όταν ήμουν ακόμα στα δικά σας χαρούμενα χρόνια, ο μεγάλος μας ποιητής και φίλος μου Κωστής Παλαμάς.

"Ω, μη μας λησμονάτε, και εμείς για σας αηδόνια,
φυτέψαμε τις δάφνες και τις τριανταφυλλιές 
τραβήξαμε κι αγκάθια εμείς και καταφρόνια
για νάχετ'  εσείς τ΄ άνθη και τις μοσχοβολιές"


Μαζί σας πάντα, δικός σας πάντα αγαπητοί μου νέοι συνάδελφοι, σας σφίγγω το χέρι.

Παύλος Νιρβάνας


(Επιστολή του Παύλου Νιρβάνα προς τους νέους λογοτέχνες τους Πειραιά. Διαβάστηκε το 1937 σε συγκέντρωση στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς)


ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ:

Παύλος Νιρβάνας. Η ζωή του στο Νέο Φάληρο



Οι μαρμαρωμένοι ήρωες του Πειραιά


Του Παύλου Νιρβάνα
Πειραιάς, 1 Οκτωβρίου 1935

Δεν το κρύβω πως ανησυχώ πολύ για τους ήρωες που πρόκειται να μαρμαρώσουν κάθε φορά. Όταν πρόκειται να μαρμαρώσει ένας άνθρωπος στην Ελλάδα, κάθε ανησυχία είναι δικαιολογημένη.

Είδατε τι έπαθε εδώ και κάμποσα χρόνια, στον Πειραιά, ο καημένος ο Καραϊσκάκης; Πριν να μαρμαρώσει άξιζε κάθε τιμή και υπόληψη όπως του άξιζε. Από την στιγμή που μαρμάρωσε όμως γελούσαν μαζί του και οι μάγκες του Ρολογιού!

- Πώς κατάντησε ο κακομοίρης!

Απλούστατα ο γιος της Καλογριάς έγινε αγνώριστος. Εγώ που έζησα από κοντά την τραγική του αυτή μεταμόρφωση, σαν παλιός Πειραιώτης, μπορώ να την διηγηθώ με περισσότερες λεπτομέρειες. 

Στον Πειραιά υπήρχε μια πλατεία πάνω στο λιμάνι, που όλη την ήξεραν Τζελέπη. Ήτανε μια πλατεία βρώμικη, πολυσύχναστη και πολυθόρυβη, όπως είναι και σήμερα γιατί εκεί μπαρκάρανε και ξεμπαρκάρανε κάθε μέρα επιβάτες και εμπορεύματα. Βαρκάρηδες, χαμάληδες, κουλουρτζήδες, αμαξάδες, στραγαλάδες και καρροτσέρηδες ήταν ο μόνιμος πληθυσμός της. Και όταν έφτανε ή έφευγε βαπόρι, στο μόνιμο αυτόν πληθυσμό, ερχόντουσαν να προστεθούν όλα τα ετερόκλιτα και παρδαλά πλήθη των ταξιδιωτών με τα μπαούλα τους, τις κασέλες τους, τα κοφίνια τους και τα γυναικόπαιδά τους.

Η πλατεία αυτή που όλοι την ήξεραν Πλατεία Τζελέπη, από το όνομα του πρώτου που είχε ανοίξει εκεί καφενείο, είχε το επίσημο όνομα Πλατεία Απόλλωνος. Και στην μέση απάνω σε μια υπερύψηλη κολόνα, ήτανε στημένο ένα μαρμάρινο κεφάλι, που έπρεπε να πιστέψει κανείς πως ήταν το κεφάλι του Μουσηγέτη. 

Ο καημένος ο Απόλλωνας, για να μαρμαρώσει κι αυτός είχε γίνει αγνώριστος. Και συναγωνιζόταν με τον Τζελέπη για την κυριότητα της Πλατείας. Τι σχέση είχε τώρα ο Απόλλωνα με τον Τζελέπη στον Πειραιά, το λιμάνι και την πλατεία του μόνο η Μυθολογία δεν το ήξερε. Το ήξερα εκείνοι που το είχαν στήσει εκεί επάνω.

Την εποχή λοιπόν εκείνη, ένας Πειραιώτης Δημοσιογράφος, έτυχε να έχει αισθηματικούς δεσμούς, με την κόρη της οικογένειας ενός γλύπτη και πολιτικούς δεσμούς με τον τότε Δήμαρχο του Πειραιώς. Η οικογένεια πάλι του μακαρίτη του γλύπτη, είχε στην αυλή της έναν ανδριάντα πολεμιστή, με φουστανέλες, που ο μακαρίτης τον είχε αφήσει αβάφτιστο, περιμένοντας ίσως τον κατάλληλο νουνό! Και ο νουνός άργησε να βρεθεί, μα βρέθηκε!
Ήταν ο δημοσιογράφος ο φίλος της οικογένειας, που τον βάφτισε... Καραϊσκάκη!

Και αφού τον βάφτισε, είχε βλέπετε τον σκοπό του, παρουσιάστηκε στην συνέχεια στον φίλο του Δήμαρχο και του είπε:

- Κύριε Δήμαρχε, ο Πειραιεύς δεν έχει τιμήσει ακόμη τον ήρωα, που έπεσε δύο βήματα έξω από την πόλη μας, πολεμώντας για την απελευθέρωση της Αθήνας. Του χρωστάμε μια Πλατεία και έναν ανδριάντα. 

- Να του δώσουμε, είπε πρόθυμα ο Δήμαρχος, αλλά πώς;

- Απλούστατα, θα βγάλουμε τον Απόλλωνα, που δεν του χρωστάμε καμία υποχρέωση, από την πλατεία του και θα την δώσουμε στον Καραϊσκάκη.

- Και ο ανδριάντας;

- Είναι έτοιμος κι αυτός. Θα τον πάρουμε μάλιστα σε τιμή ευκαιρίας. Τον έχει η οικογένεια ενός γλύπτη. Και επειδή βρίσκεται τώρα σε οικονομικές στενοχώριες θα μας τον δώσει μισοτιμής. 

Ο Δήμαρχος βρέθηκε σύμφωνος κι έτσι έφυγε από την Πλατεία ο Απόλλωνας που δεν ήταν ο Απόλλωνας και θρονιάστηκε ο Καραϊσκάκης που δεν ήταν ο Καραϊσκάκης! 



Δεν είχε ούτε την ορθή και τουρλωτή φεσάρα του, ούτε τις μεγάλες του μουστάκες, ούτε την αχάμνια του. Αυτός ο "άγνωστος στρατιώτης" του καιρού εκείνου, που υποχρεώθηκε να παραστήσει κάποιον δεν είχε στον μυαλό του τον Καραϊσκάκη. Βρέθηκε λοιπόν μπροστά στον Βασιλιά, στον Πρωθυπουργό, στον Δήμαρχο Πειραιώς, τους Προξένους και τους απογόνους ακόμα του Καραϊσκάκη, να προσπαθεί να μοιάσει με τον μακαρίτη! Και για πολλά χρόνια προσπαθούσε να του μοιάσει, μέχρι που τελείωσαν κι αυτουνού τα βάσανά του και πήγε να συναντήσει σε μια αποθήκη άχρηστων του Δήμου, τον ομοιόπαθό του τον Απόλλωνα. (τα βάσανα του τελείωσαν με την μεγάλη φωτιά της Πλατείας Καραϊσκάκη το 1929 που καταστράφηκε ο ανδριάντας).

Στον Πειραιά όμως δεν την έπαθαν, με τον να μαρμαρώσουν μόνο ο Απόλλωνας και ο Καραϊσκάκης. Την έπαθε και ο κακομοίρης ο Θεμιστοκλής. Του είχανε χαρίσει κι αυτουνού μια Πλατεία, στην μέση της οποίας πάνω σε ένα μαρμάρινο παλούκι, είχαν στήσει μια μαρμαρένια κολοκύθα με περικεφαλαία, που παρίστανε το κεφάλι του δοξασμένου Ναυάρχου της Σαλαμίνας. Ευτυχώς και για αυτόν, η Πλατεία έγινε οικόπεδα, την σκέπασε το Μέγαρο της Εθνικής Τραπέζης (σημερινό Ν.Α.Τ.) και ο Θεμιστοκλής που δεν ήτανε ο Θεμιστοκλής, πήρε τα βρεμένα του και την δόξα του και πήγε να αναπαυθεί κι αυτός σε κάποια αποθήκη αχρήστων, μαζί με τον Απόλλωνα που δεν ήταν ο Απόλλωνας, και τον Καραϊσκάκη που δεν ήταν ο Καραϊσκάκης. 


Όπως και να είναι τέλος πάντων στον Πειραιά οι μαρμαρωμένοι ήρωες δεν έχουν καμία τύχη. Έχουν όμως ένα τέλος, αντίθετα από την Αθήνα, που υπάρχουν ακόμη τόσοι μαρμαρωμένοι φουκαράδες, που τα βάσανά τους καθώς φαίνεται, δεν υπάρχει καμία ελπίδα, να τελειώσουν τόσο γρήγορα.
.......
Στον Πειραιά, στην πόλη της χώρας που δόξασε κάποτε το μάρμαρο, δεν υπάρχει σήμερα μεγαλύτερη κατάρα, για έναν άνθρωπο από το μαρμάρωμα.  

Σχετικές αναρτήσεις:

Πλατεία Απόλλωνος








34ο Σύνταγμα Πεζικού (Το Σύνταγμα των Πειραιωτών)




Του Στέφανου Μίλεση


Το 34ο Πεζικό Σύνταγμα, ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1918 από συνενώσεις κάποιων τμημάτων του 1ου και 7ου Συντάγματος. Έλαβε μέρος στην περίφημο μάχη του Τουλού Μπουνάρ στην οποία θριάμβευσαν τα ελληνικά όπλα, στην μάχη της Άγκυρας, ενώ στην εποποιία του Σαγγαρίου και του Εσκήρ Σεχίρ βρέθηκε στην πρώτη γραμμή. Το όνομά του όμως συνδέθηκε με τις θρυλικές μάχες που έδωσε στην Χερσώνα της Ρωσίας, όταν συμμετείχε παρά το πλευρό των "Λευκών" (Τσαρικών στρατευμάτων) κατά των Ερυθρών.

 Συνδέθηκε άρρηκτα με την ιστορία του Πειραιώς, καθώς σε αυτό τα παλαιότερα χρόνια κατατάσσονταν εκείνοι που είχαν γεννηθεί στον Πειραιά και στις Κυκλάδες (οι Αθηναίοι κατατάσσονταν στο 1ο Σύνταγμα). 

Προς τιμή των πεσόντων Πειραιωτών που υπηρέτησαν στο 34ο Σύνταγμα πεζικού, το 1953 ο Δήμος Πειραιά, μετονόμασε την οδό Ντενί Κοσέν σε "34ου Συντάγματος Πεζικού".

Η έδρα του βρίσκονταν στα παλιά παραπήγματα στου Κουτσικάρι, στον σημερινό δηλαδή Κορυδαλλό, που τότε ανήκε στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιώς. Εκεί παρέμεινε μέχρι και τo μέσο της δεκαετίας του '30, όπου ανεγέρθηκαν οι νέοι στρατώνες του Συντάγματος στο Γουδί. Έκτοτε έδρευε στις νέες του εγκαταστάσεις στο Γουδί, συνέχιζε όμως να τροφοδοτείται από κατατάξεις Πειραιωτών. 


Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΧΕΡΣΩΝΑ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ
(Γνωστή και ως Εκστρατεία στην Μεσημβρινή Ρωσία, ή Εκστρατεία στην Ουκρανία ή Εκστρατεία στην Κριμαία)


Άνδρες του 34ου Συντάγματος αναχωρούν για την Οδησσό

Από τις 21 Ιανουαρίου του 1919 οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες που πάτησαν το πόδι τους στην Ουκρανία ήταν οι άνδρες του 34ου Συντάγματος. Κατά τις αρχές Μαρτίου του 1919, το πρώτο Τάγμα του, ευρισκόμενο υπό την Διοίκηση του Ταγματάρχη Κωνσταντίνου Βλάχου (τέως Διοικητού Μεραρχίας Ηπείρου), αποκλείσθηκε στην Χερσώνα από 10.000 Ερυθρούς Στρατιώτες αρχηγός των οποίων ήταν ο Γρηγόριεφ (ένας πρώην υπασπιστής του Τσαρικού Στρατού). 


Οι Αξιωματικοί του 1ου Τάγματος του 34ου Συντάγματος Πεζικού
λίγο πριν επιβιβαστούν σε πλοίο προκειμένου να αναχωρήσουν στην Ουκρανία

Επί μια ολόκληρη εβδομάδα το ελληνικό Τάγμα του 34ου Συντάγματος αποτελούμενο από 23 Αξιωματικούς και 853 στρατιώτες, παρέμενε αποκλεισμένο, πιεζόμενο διαρκώς από τους εξαγριωμένους επαναστάτες, που επιζητούσαν τη θανάτωση των εισβολέων, άνευ όρων και με την εντολή να μην συλλάβουν αιχμαλώτους. Στο μεταξύ και ενώ οι τροφές είχαν τελειώσει και οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενέστατες, η αντοχή και ο ηρωισμός των ανδρών προξενούσε αιματηρές απώλειες στους Ερυθρούς, τόσο μεγάλες ώστε ο αρχηγός τους Γρηγόριεφ, δέχθηκε να αποτραβήξει τον στρατό του, προκειμένου οι Έλληνες να αποχωρήσουν με τα όπλα τους και χωρίς να τους ενοχλήσει κανείς!

Ο Γρηγόριεφ για να δικαιολογήσει την πράξη του, την παρουσίασε ως πράξη θαυμασμού που του προξένησε ο ηρωισμός του Τάγματος, ενώ στην ουσία αδυνατούσε να κάμψει την αντίστασή τους.

Και εκεί που όλοι πίστευαν πως ο Έλληνας Διοικητής Βλάχος, θα δεχόταν την δελεαστική πρόταση του Γρηγόριεφ, διασώζοντας τους άνδρες του, εκείνος αρνήθηκε λέγοντας "για τους Έλληνες Στρατιώτες που είναι απόγονοι του Λεωνίδα, είναι ανάξιο να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους".


Κατάθεση στεφάνου στο κενοτάφιο  του 34ου Συντάγματος Πεζικού,
που δέσποζε στο κέντρο του στρατοπέδου

Έτσι οι επιθέσεις των Ρώσων επαναλήφθηκαν με μεγαλύτερη ορμή και ένταση, τόσες σε αριθμό που οι λιγοστοί άνδρες του Τάγματος επιδόθηκαν σε έναν απελπισμένο αγώνα εκ του συστάδην, ο οποίος έστρωσε με πτώματα τους δρόμους της Χερσώνας! Αφού έμειναν άπαντες από πολεμοφόδια ο Κωνσταντίνος Βλάχος, εξέδωσε διαταγή σύμφωνα με την οποία "πάντες μέχρι του τελευταίου, θ΄ αποθάνωσιν αμυνόμενοι και επιτιθέμενοι δια της λόγχης". Η σωτηρία έφθασε την τελευταία στιγμή πριν την ολοκληρωτική εξόντωση, όταν οι επιτιθέμενοι Ερυθροί δέχθηκαν την επίθεση από το 1ο Πεζικό Σύνταγμα και αναγκάσθηκαν καθώς βρέθηκαν σε διασταυρούμενα πυρά, να ανοίξουν δίοδο από όπου διέφυγαν όσοι επέζησαν. 

Το πολεμικό αυτό επεισόδιο αποτέλεσε μια από τις λαμπρότερες σελίδες δόξας του Ελληνικού Στρατού, που δεν έλαβε όμως την θέση που του αξίζει, καθώς επρόκειτο για ανάμειξη Ελλήνων σε ξένες υποθέσεις καθώς γενικότερα η Εκστρατεία στην Ουκρανία είχε επικριθεί από πολλούς.


Ένας από τους Διοικητές του 34ου, ο Συνταγματάρχης Λάβδας
σε σκίτσο Ε. Τερζόπουλου το 1934



1937 - Άνδρες του 34ου Συντάγματος Πεζικού, με έδρα πλέον το Γουδί


Η δράση στο Τουλού Μπουνάρ 

Οι σφοδρές μάχες του 34ου Συντάγματος Πεζικού, στο Τουλου Μπουνάρ, έγιναν αιτία να αναγραφεί και στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. 

Τμήμα του 34ου Συντάγματος Πεζικού, υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Δημοσθένη Διαλέτη (γιαυτό και έμεινε γνωστό ως απόσπασμα Διαλέτη) αντιμετώπισε ηρωικά την επίθεση τριών Τουρκικών Μεραρχιών Πεζικού και εντός Τάγματος. 

Η κρισιμότερη ημέρα της μάχης ήταν η 27η Μαρτίου 1921 όταν και εδώ αποφασίζεται η δια λόγχης επίθεση, σε δυνάμεις υπέρτερες. Αποτέλεσμα της έλλειψης δύναμης ήταν ο Συνταγματάρχης Διαλέτης να ενεργήσει την τελική κρίσιμη αντεπίθεση χρησιμοποιώντας τους ιπποκόμους και τους μαγείρους! 

Τιθέμενος ο ίδιος μπροστά κρατώντας ένα κομμάτι ξύλου καθώς το περίστροφό του στερείτο φυσιγγίων και ακολουθούμενος από τον ιερέα του Συντάγματος Αρχιμανδρίτη Βαλανιδιώτη που σημειωτέον έφερε τα άμφιά του και την σημαία του Συντάγματος, αναγκάζει τους Τούρκους σε υποχώρηση. 

Έκτοτε κάθε 27 Μαρτίου το 34ο Σύνταγμα Πεζικού τιμούσε την μάχη του Τουλού Μπουνάρ, με κατάθεση στεφάνου σε Μνημείο που δέσποζε στο κέντρο του Στρατοπέδου.  


27 Μαρτίου 1937. Το 34ο Σύνταγμα τιμά τους νεκρούς του Τουλού Μουνάρ

Το 34ο Σύνταγμα Πεζικού αποδίδει τιμές στο Κενοτάφιο στο κέντρο του στρατοπέδου.
Ημέρα μνήμης στους πεσόντες στο Τουλού Μπουνάρ (27η Μαρτίου)

Κάθε φορά λοιπόν εμείς οι Πειραιώτες, όταν βρισκόμαστε στην οδό 34ου Συντάγματος Πεζικού, μπορούμε έστω με μια σκέψη μας μόνο να τιμούμε εκείνους που έπεσαν, τιμώντας την Ελλάδα, το 34ο Σύνταγμα Πεζικού αλλά και την πόλη καταγωγής τους. Μια πόλη που δυστυχώς δεν διαθέτει ούτε ένα μνημείο για το 34ο Σύνταγμα Πεζικού στο οποίο να μπορεί κάποιος να καταθέτει στεφάνι κάθε 27 Μαρτίου.     

Τα Θεοφάνεια στον Πειραιά τα παλιότερα χρόνια



Του Στέφανου Μίλεση

Κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου, ο Πειραιάς ξυπνά με μια όψη αλλιώτικη, αφού γίνεται στο λιμάνι του, η Τελετή Καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού (Θεοφάνεια), με την οποία καθαγιάζονται τα ύδατα, ένα γεγονός που ενδιαφέρει όλο το ναυτικό κόσμο της χώρας. Η λαμπρότερη ίσως ναυτική εορτή, λαμβάνει χώρα δικαιωματικά στη ναυτική Πρωτεύουσα της Ελλάδας, στον Πειραιά. Βέβαια με το πέρασμα των δεκαετιών η γιορτή σταδιακά έχασε την λάμψη που αρχικά είχε. 

Θεοφάνια μπροστά από το παλαιό Ρολόι (Φωτογραφία Γαζιάδης, 1910)

Σε παλαιότερες εποχές, όλη η πόλη ήταν σημαιοστόλιστη και όχι μόνο το λιμάνι. Ο Σιδηρόδρομος δεν προλάβαινε από το πρωί να μεταφέρει διαρκώς κόσμο, με όλα του τα βαγόνια ασφυκτικά γεμάτα. Στην βασιλική προκυμαία που βρισκόταν μπροστά από το Δημαρχείο Πειραιώς (το παλαιό Ρολόι), είχε στηθεί όχι μία, αλλά τρεις εξέδρες στολισμένες με στέφανα μυρτιάς και σημαίες. Η πρώτη ήταν για τους επισήμους και τον κλήρο, η δεύτερη για τους προσκεκλημένους και η τρίτη για τα Προεδρεία όλων των Πειραϊκών Σωματείων και Συλλόγων του Πειραιά, που η Δημοτική Αρχή ιστορικά πάντα έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η δημοτική εξουσία άλλαζε, αλλά οι σύλλογοι της πόλης, πάντα εκπροσωπούσαν επάξια τα μέλη τους και την ιστορία της πόλης. 

Τα τιμητικά αγήματα ήταν τρία και αποτελούνταν πάντοτε από ένα Τάγμα Ευζώνων, ένα ναυτών και ένα Προσκόπων του Πειραιά.

Αριστερά Ναυτοπρόσκοποι αποδίδουν τιμές

Ο κόσμος δεν συγκεντρώνονταν μόνο κατά μήκος της παραλίας, αλλά γέμιζε και κάθε είδους πλεούμενου μεγάλα και μικρά ιστιοφόρα, επιβατικά ατμόπλοια και κάθε λογής βάρκες. Η πομπή εξερχόμενη πάντοτε από τον Μητροπολιτικό ναό της Αγίας Τριάδας, κατευθύνονταν στην πρώτη εξέδρα.Το τι επακολουθούσε την στιγμή της καταδύσεως, είναι αδύνατον σήμερα να το φανταστεί κάποιος. Όλες οι σειρήνες της πόλης και των πλοίων, οι καμπάνες των εκκλησιών και τα επάκτια πυροβολεία του Πειραιά απέδιδαν χαιρετισμούς. Κι όταν λέμε επάκτια πυροβολεία, αυτά ήταν πολλά! Στον Άγιο Βασίλειο, στην Ψυττάλεια, στην Ηετιώνεια, στην Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Στρατιωτικά αεροπλάνα πετούσαν πάντα την στιγμή εκείνη πάνω από την πόλη, διαγράφοντας κύκλους. 


Δεν ήταν σπάνια και τα ατυχήματα που συνέβαιναν καθώς πολύς ήταν ο κόσμος που βούταγε για να πιάσει πρώτος τον Σταυρό. Πλησίαζαν λοιπόν τόσοι πολλοί με τις βάρκες για να βρίσκονται πιο κοντά στην εξέδρα, που στην κυριολεξία ο Σταυρός δεν προλάβαινε να αγγίξει την θάλασσα! Γιαυτό και ένα από τα πρώτα μέτρα που έλαβε τότε το Λιμεναρχείο Πειραιώς, ήταν να απαγορεύσει την ανέλκυση του Σταυρού από πολίτες, αν πρώτα για αυτούς δεν υπήρχαν προηγούμενες συστάσεις από Σωματεία, συλλόγους κ.ο.κ.


Ότι ακριβώς γινόταν μπροστά από το Ρολόι, γινόταν και στις άλλες εκκλησίες του Πειραιά, αφού οι περισσότερες ήταν και είναι παραθαλάσσιες πλην λίγων εξαιρέσεων. 

Κι επειδή ο κόσμος τότε στον Πειραιά, ζούσε στις συνοικίες καταγωγής του, κάθε εκκλησία τηρούσε κατά κάποιον τρόπο και τα δικά της έθιμα την ημέρα εκείνη. Οι Σπετσιώτες για παράδειγμα συνήθιζαν κάποτε να βαπτίζουν τον Σταυρό πρώτα σε ένα πηγάδι, πριν τον πάνε στην Ντάπια! Το ίδιο έκαναν και οι Υδραίοι και πολλοί άλλοι νησιώτες. Όσο πιο πολύ ήταν οι συνθήκες αντίξοες, τόσο περισσότεροι ήταν και οι υποψήφιοι βουτηχτές, δείχνοντας έτσι την γενναιότητα και την ναυτοσύνη του τόπου καταγωγής τους! Πέντε βουτηχτές η Αγία Όλγα στο Ρώσικο Νοσοκομείο; Δέκα οι υποψήφιοι τουλάχιστον στον Άγιο Νικόλαο!   

Ακόμα όμως κι εκείνες που δεν ήταν παραθαλάσσιες, εύρισκαν τον τρόπο για την Τελετή Καταδύσεως, όπως ο ναός του Προφήτη Ηλία στη συνοικία των Κρητικών, που κατέβαινε στην Πλατεία Αλεξάνδρας. Μήπως θα μπορούσαν οι Κρητικοί να μείνουν πίσω;

Επίσης όλα τα πλεούμενα έπρεπε την ημέρα εκείνη να βρίσκονται στο λιμάνι για να αποδώσουν τιμές, εκτός μόνο από αυτά που ταξίδευαν πολύ μακριά! Μόνο αυτά ήταν δικαιολογημένα... 

Τα ακόμη πιο παλιά χρόνια, όταν τα πλοία ήταν ιστιοφόρα, δεν ταξίδευαν αν πρώτα τα νερά δεν είχαν αγιασθεί. Τότε βέβαια οι ναυτικοί συνήθιζαν να δένουν τα καΐκια τους ή να τα τραβάνε σε ταρσανάδες και επισκευές, αφού το να ταξιδεύει κάποιος από τα Νικολοβάρβαρα μέχρι τα Θεοφάνεια ήταν καθαρή αποκοτιά!

 Όλοι πίστευαν μετά βεβαιότητας, πως αν τα νερά δεν αγιασθούν πρώτα, συμφορές μεγάλες θα βρουν τον καραβοκύρη. Έπρεπε πρώτα να φτάσουν τα Θεοφάνεια, να "φωτιστούν" τα νερά, ώστε να μην γίνονται φουρτούνες και δυστυχήματα.  

Δυστυχώς τα χρόνια πέρασαν και έφτασε κάποτε εποχή (δεκαετία του '80), όπου ο Σταυρός δένεται με μια κορδελίστα και ανασύρεται από το χέρι του Αρχιεπισκόπου, χωρίς κανείς να κάνει τον κόπο να βραχεί, ακόμα και στην λιακάδα! Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια, όλο και κάποιοι τολμηροί, εμφανίστηκαν ξανά να μας θυμίζουν την εποχή του παλιού Πειραιά, την ναυτικής Πρωτεύουσας της Ελλάδας.    

Ο τάφος της Λουίζας Άρμανσμπεργκ στην Ψυττάλεια

Ο Τάφος της Λουίζας Άρμανσμπεργκ
(Φωτ. Αρχείο: PRAXAGORAS MCXLVII)

Του Στέφανου Μίλεση

Η Κόμισσα Άρμανσμπεργκ ήταν η σύζυγος του Βαυαρού Κόμη Ιωσήφ Άρμανσμπεργκ, ενός άκαμπτου και ψυχρού γραφειοκράτη, που είχε διοριστεί αντιβασιλιάς, στο νεοσύστατο Ελληνικό Βασίλειο την εποχή του Όθωνα. Ήταν γυναίκα πνευματώδης, ηλικίας περίπου 40 ετών, εύσωμης εξωτερικής εμφάνισης, αλλά ελκυστικού γενικού παρουσιαστικού. 

Οι καλοί της τρόποι εντυπωσίαζαν όσους έκαναν παρέα μαζί της, αλλά υπερνικούσε πάντοτε το πάθος της που ήταν η τάση της για δόξα και πολιτική δύναμη. Είχε ήδη τέσσερις κόρες από τις οποίες οι τρεις ήταν σε ηλικία γάμου, σύμφωνα με τη ήθη της εκείνης εποχής (η μεγαλύτερη όλων η Λουίζα αλλά κι αυτή ήταν κάτω των 20 ετών). Δηλαδή σχετικά κοντινής ηλικίας με τον Όθωνα, γιαυτό και οι κόρες της αποτελούσαν την μόνιμη παρέα του. 


Από την εποχή ακόμα που το Ναύπλιο ήταν Πρωτεύουσα της Ελλάδας, η Κόμισσα προέβαλε τις κόρες της καθώς τις έπαιρνε μαζί της σε "επιθεωρήσεις" που ενεργούσε αυτοβούλως σε Φρουραρχεία και Στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις είχε επισκεφθεί και τον Βαυαρό Φρούραρχο του Παλαμηδίου Χριστόφορο Νέζερ. Αφού όλοι είχαν ανέβει τα ατέλειωτα σκαλιά του κάστρου του Ναυπλίου, παρότι επικρατούσε άνεμος ισχυρός, η Κόμισσα είχε πληροφορηθεί για την στρατηγική σημασία του Φρουρίου και τον ρόλο του Φρουράρχου αυτού. Στο μεταξύ με τέτοιου είδους επισκέψεις, έρχονταν σε επαφή με τους Αξιωματικούς Βαυαρούς και Έλληνες, ερευνώντας διαρκώς για τους κατάλληλους συζύγους.
Ο Τάφος της Λουΐζας Άρμανσμπεργκ
(Φωτ. Αρχείο:
 Fryktories.net)


Όταν η Αθήνα έγινε η νέα Πρωτεύουσα της Ελλάδας, η Κόμισσα με τον Άρμανσμπεργκ και τις τέσσερις κόρες της, μετακόμισαν σε οικία στην οδό Πειραιώς, στην άλλοτε οικία Βλαχούτση. Και εδώ σχεδόν κάθε απόγευμα ο Όθωνας πήγαινε στο σπίτι τους που ήταν στην πραγματικότητα ένα μικρό ανάκτορο. Δεν έλειπε ούτε το πιάνο, που είχε μεταφερθεί από την Τεργέστη, με μια από τις πολλές διαδρομές του πλοίου "Μαδαγασκάρη" που είχε φέρει τον Όθωνα στην Ελλάδα, την πρώτη φορά στο Ναύπλιο τον Ιανουάριο του 1833 και μετέπειτα στον Πειραιά. Εκεί έγινε γνωστό πως ο Όθωνας ήταν ερωτευμένος με την μεγαλύτερη κόρη την Λουΐζα. Αυτός ο έρωτας όμως διακόπηκε ξαφνικά, όταν το τέλος του 1835 κατέφθασε στην Ελλάδα ο πατέρας του Όθωνα, Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α΄. Εκείνος ήταν που υπέδειξε ουσιαστικά την Πριγκίπισσα που θα νυμφευόταν ο Όθωνας και την θέση του Παλατιού του, που θα ήταν στην μετέπειτα Πλατεία Συντάγματος. 

Τότε ήταν που οι επισκέψεις του Όθωνα αραίωσαν και έπαψε να βλέπει πλέον την Λουΐζα. 
Η Κόμισσα όμως κατάλαβε καλά, πως ο νεαρός βασιλιάς προοριζόταν για γάμο, με κάποια γαλαζοαίματη των ευρωπαϊκών βασιλικών οίκων. Έτσι σταδιακά στράφηκε εναντίον του και έφτασε να τον κατηγορεί με επιστολές στην Αγγλική Κυβέρνηση. Η Κόμισσα φρόντιζε να ερευνά διαρκώς ώστε οι κόρες της καλοπαντρευτούν κάποιους αντάξιους των προσδοκιών της. 

Εκεί με χορούς και δεξιώσεις κατάφερε να φέρει σε επαφή τις δύο μεγαλύτερες κόρες της με τους αδελφούς Κατακουζηνούς που μόλις είχαν καταφθάσει από την Ρουμανία. Αυτοί αντικατέστησαν στις επισκέψεις τον Όθωνα και τελικά η Κόμισσα κατάφερε να φέρει σε γάμο, τις Λουίζα και Σοφία, με τα δύο αδέλφια αρχοντικής καταγωγής, αφού προέρχονταν από την Βυζαντινή Βασιλική οικογένεια των Κατακουζηνών.

Στο μεταξύ ένα νέο εμπόδιο δημιουργήθηκε, καθώς η Εκκλησία δεν έδινε άδεια για τέλεση γάμου, δύο αδελφών με δύο αδελφές. Τότε η Κόμισσα πήγε στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δανιήλ και του πρότεινε την εξής περίεργη λύση:
Να γίνουν και οι δύο γάμοι, την ίδια ημέρα και ώρα, σε δύο διαφορετικά δωμάτια του σπιτιού της, ώστε να μην υπάρχει συγγένεια την στιγμή που διενεργείται το μυστήριο ταυτόχρονα! Ο Αρχιεπίσκοπος με την πίεση του Αντιβασιλέα και των Υπουργών δέχθηκε και έτσι ο Στέφανος Κατακουζηνός παντρεύτηκε την Λουΐζα και ο αδελφός του Δημήτριος την Σοφία. Και οι δύο γάμοι έγιναν ταυτόχρονα!

Αλλά και οι δύο γάμοι υπήρξαν ατυχείς.

Η μεγαλύτερη κόρη η Λουίζα Άρμανσμπεργκ αμέσως μετά το γαμήλιο ταξίδι της στην Κωνσταντινούπολη, αρρώστησε από πανώλη και κατά την επάνοδό της με πλοίο στον Πειραιά, πέθανε. Τάφηκε λοιπόν το 1835, όπως αναφέρει ο Χριστόφορος Νέζερ στα απομνημονεύματά του "επί τινος νήσου, εξ ευωνύμων, τω εισπλέοντι τον λιμένα τούτον". Δηλαδή τάφηκε στην νήσο της Ψυττάλειας όπου συνήθιζαν να θάβουν τότε, όσους ξένους ή Έλληνες ναυτικούς αποβίωναν επί πλοίων, εξαιτίας μολυσματικών ασθενειών. Γιαυτό και μέχρι σήμερα στην Ψυττάλεια εκτός του τάφου της Λουίζας Άρμπανσμπεργκ υπάρχουν και τάφοι ξένων ναυτικών. 

(Φωτ. Αρχείο: Fryktories.net)


Η αδελφή της Σοφία, μετά από λίγο καιρό χώρισε και επέστρεψε στην Βαυαρία. Η τρίτη κόρη της Κόμισσας η ομορφότερη όλων η Καρολίνα παντρεύτηκε έναν Πρώσσο Βουλευτή που αργότερα καταδιώχθηκε και κατέληξε πρόσφυγας στην Σμύρνη. Αλλά και το τέταρτο κορίτσι της Κόμισσας η μικρή Μαρία, ερωτεύτηκε τον δάσκαλό της και κλέφτηκε μαζί του, χωρίς κανείς να μάθει ποτέ νέα της. 

   
Τάφος VRENIERE THEODORE - THOMAS (11 Σεπτεμβρίου 1845). Το όνομά του αναφέρεται στους αποδέκτες των Γαλλικών Ναυτικών Χρονικών του 1834.
Κι ένας ακόμα τάφος  αυτός του Samuel Pole που σώζεται μέχρι σήμερα(Φωτ. Αρχείο: Γ. Λεκάκη και www.Fryktories.net)
Ο τάφος της Λουίζας Άρμανσμπεργκ όπως είχε
φωτογραφηθεί παλαιότερα από την Λίζα Μιχελή

Όσοι επιθυμούν μπορούν να δουν όλο το βίντεο με τίτλο "Η άγνωστη Ψυττάλεια" από το www.Fryktories.net και τον Γιώργο Λεκάκη: