ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ένας Πειραιώτης φωτογραφίζει τον Παπαδιαμάντη



Είχα διηγηθεί και άλλοτε την παράξενη ιστορία της φωτογραφίας του. Καμμιά εικόνα του μεγάλου διηγηματογράφου δεν υπήρχε μέχρι τότε. Κι αυτό καθώς ο Παπαδιαμάντης απέφευγε συστηματικά να φωτογραφηθεί. Ακόμα κι όταν το βιβλιοπωλείο της Εστίας είχε εκδώσει μια ανθολογία, όταν κάποιος έφτανε στη σελίδα του Παπαδιαμάντη αντίκρυζε μια σημείωση που έλεγε πως δεν υπήρχε εικόνα του.


Πολλές φορές είχα σκεφτεί πως ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος που γέννησε η ελληνική γη, θα πέθαινε χωρίς να αφήσει την εικόνα του σ΄ εκείνους που θα έρθουν ύστερα από εμας, για να τον θαυμάσουν. Και συλλογιζόμουν πως αυτό δεν θα μας το συγχωρήσουν ποτέ οι μεταγενέστεροι, σε μια εποχή μάλιστα, που τα μέσα φωτογραφίας ήταν τόσο κοινά και τόσο άφθονα, ώστε να μην υπάρχει η παραμικρότερη δικαιολογία για την αμέλειά μας. Μια αδιαφορία πραγματικά εγκληματική για μια δόξα του καιρού μας.

Είχα τότε αποκτήσει μια μικρή φωτογραφική μηχανούλα και η πρώτη μου σκέψη ήταν να κλέψω με κάθε τρόπο την μορφή του Παπαδιαμάντη. 

- Θα σου φωτογραφίσω τον Παπαδιαμάντη, είπα μια μέρα στον διευθυντή των "Παναθήναιων" τον αλησμόνητο Κίμωνα Μιχαηλίδη.

- Αν τα καταφέρεις μου είπε, θα είναι μια επιτυχία για τα "Παναθήναια" αλλά δεν το πιστεύω.


Ο Παύλος Νιρβάνας

Από την στιγμή εκείνη μου είχε καρφωθεί τόσο αυτή η ιδέα, ώστε ως που να φτάσει εκείνη η στιγμή να εκστρατεύσω στη Δεξαμενή, τρεις ανησυχίες με βασάνιζαν. Πρώτη, μήπως πεθάνει στο μεταξύ ο Παπαδιαμάντης, δεύτερη μήπως πεθάνω εγώ και τρίτη μήπως προφτάσει κανένας άλλος και τον φωτογραφίσει παίρνοντάς μου την προτεραιότητα, που την λογάριαζα σαν ένα τίτλο τιμής για τον εαυτό μου. Επιτέλους πήρα τη μεγάλη απόφαση, όπλισα την Κόντακ μου, αφού πρώτα κατάστρωσα με όλες τις λεπτομέρειες το σχέδιο της επιχειρήσεως και ξεκίνησα για την δεξαμενή, σαν άνθρωπος που δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη αν αυτό που κάνει είναι αγαθή πράξη ή έγκλημα.


Η προτομή του Νιρβάνα
 στην Φρεαττύδα

Τον βρήκα όπως περίμενα μέσα στο καφενείο της Δεξαμενής, καθισμένο με τρεις ανθρώπους του λαού. Μου είπε να καθήσω και με παρουσίασε στους φίλους του με έναν εξαιρετικό σεβασμό στα πρόσωπά τους. Φοβόταν μάλιστα μήπως και ρίξω το κέντρο της προσοχής μου σ΄ αυτόν παραμελώντας τους φίλους του. Έτσι προσπαθούσε να μειώσει τον εαυτό του προβάλλοντας τους άλλους. 
- Αυτός εδώ, μου είπε, είναι στωϊκός φιλόσοφος, μας λέει ωραία πράγματα.
Ήταν σα να μου έλεγε
- Για τον Θεό, μην προσέχεις εμένα, αλλά αυτόν εδώ!
......................................
Σκοπός μου βέβαια δεν ήταν οι φίλοι του, αλλά μια φωτογράφιση του ίδιου. Ακούμπησα με τρόπο την κόντακ μου σε μια καρέκλα χωρίς να την προσέξει ο Παπαδιαμάντης. Ήθελα να του αρπάξω κανένα ενσταντοννέ, χωρίς να το καταλάβει ή να του κάνω μια ανάλογη πρόταση. Από την άλλη φοβόμουν πως το μάτι του έπεφτε πάνω στην φωτογραφική μηχανή θα μου χαλούσε όλη η δουλειά. Και εκείνο τελικά για το οποίο φοβόμουν, δεν το απέφυγα.
- Τι είναι αυτό το κουτί που έχεις μαζί σου;

Τι θα μπορούσα να απαντήσω; Έτσι απάντησα με ένα ψέμα που με κάνει να ντρέπομαι ακόμα.

- Είναι θερμοκαυστήρας... Ένα ιατρικό εργαλείο.

Χαμογέλασε πικρά για την απάτη.

- Μη με γελάς. Ξέρω καλά τι είναι. Είναι αυτό που λένε Κόντακ.

Δεν μπορούσα να κρυφτώ περισσότερο. Εξομοληγήθηκα την ανομία μου με πραγματική συντριβή και αφού έλαβα "άφεσιν αμαρτιών" από τον μεγάλο χριστιανό, όπως ήταν ο Παπαδιαμάντης, προσπάθησα να του εξηγήσω το σκοπό μου.

- Κι αν ήθελα να σε φωτογραφίσω Αλέξανδρε, τι κακό βρίσκεις σ΄ αυτό;

- Ού ποιήσεις σ΄ αυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα...μου είπε με ένα τόνο αυστηρό και επίσημο.

Το ρητό που είχε πει ήταν στην ουσία μια άρνηση. Προσπάθησα να του αγγίξω μια ευαίσθητη χορδή. 

- Επί τέλους δεν είσαι εσύ που μου ζήτησες να σε φωτογραφίσω. Σκέψου, πως μπορούσα να πάρω μια φωτογραφία σου, όπως και κάθε άλλος, χωρίς να το καταλάβεις. Έπειτα κάνουμε τη φωτογραφία όχι για τον εαυτό μας. Όταν πεθάνουμε οι άνθρωποι που μας αγαπούν, θέλουν να μας έχουν ακόμα μπροστά τους για να μας θυμούνται. Για συλλογίσου μια στιγμή τη χαρά που θα νοιώσουν οι αδελφάδες σου όταν λάβουν τη φωτογραφία σου, που θα τους στείλω. 

Φάνηκε πως άρχισε να λυγίζει. Όμως δεν ήταν τα επιχειρήματά μου που τον έκαναν να αλλάξει γνώμη, αλλά η επιθυμία του να με ευχαριστήσει. 

- Ας είναι μου είπε. Η επιθυμία νίκησε το ζομπαλίκι. 

Αντιγράφω τη φράση του κατά λέξη όπως την άκουσα. Η αντίστασή του στην ιδέα να φωτογραφηθεί ήταν το "ζομπαλίκι", η παλληκαριά του, η περηφάνια του. 
- Έλα μου είπε να τελειώνουμε.

Φανταζόταν πως η φωτογραφία θα μπορούσε να γίνει επί τόπου, όπου το φως ήταν άθλιο. Του είπε πως πρέπει να βγούμε έξω στο φως. Η πρότασή μου δεν του πολυάρεσε. Για μια στιγμή φοβήθηκα, όταν όμως τον είδα να σηκώνεται και να βγαίνει έξω από το καφενείο δεν πίστευα στα μάτια μου.

- Πού θες να πάμε; μου είπε στενοχωρημένος.
Ο ήλιος έγερνε στη δύση του και οι τελευταίες αχτίνες έπεφταν στη δυτική πλευρά του καφενείου. Σε μια γωνιά το μόνο σημείο που ήταν φωτισμένο ήταν μια καρέκλα!
- Κάθεσαι σ΄ αυτήν την καρέκλα Αλέξανδρε; Σε δύο λεπτά τελειώνουμε.

- Να καθήσω μουρμούρησε.

Κάθησε, έσκυψε το κεφάλι του πάνω στο στήθος, σταύρωσε τα χέρια του πάνω στο μπαστούνι του, που κρατούσε ανάμεσα στα πόδια του. Δεν θα μπορούσε να του καθορίσει κάποιος μια άλλη πόζα, πιο χαρακτηριστική από αυτή που ταίριαζε με την φύση του, τον ασκητικό του χαρακτήρα, που είχε πάρει μονάχος του. Ήταν τυχαία; Ήταν μελετημένη αυτή η πόζα; Δεν ξέρω.

Στάθηκα αντίκρυ του βιαστηκός μη μου χαλάσει τίποτε την υπέροχη αυτή σύνθεση, που είχα μπροστά μου και του πήρα δύο "ενσταντανέ" στην ίδια πόζα.

Στο μεταξύ δύο τρεις άνθρωποι του καφενείου και ένα παιδάκι είχαν μαζευτεί γύρω μας για να δουν από κοντά το ανέλπιστο αυτό θέαμα. Ο Παπαδιαμάντης μόλις τους είδε γύρισε και μου είπε στα γαλλικά:
- Nous excitons la curiosite du public...

Το κοινό που τον έκανε να ανησυχεί δεν ήταν παρά τρεις άνθρωποι του καφενείου και ένα παιδάκι. 
Τον ευχαρίστησα, πήρα μαζί μου το κουτί της φωτογραφικής μηχανής που έκλεινε έναν θησαυρό για εμένα και κατέβηκα στον Πειραιά νικητής και τροπαιούχος. Η μόνη μου ανησυχία ήταν μήπως και δεν πέτυχαν οι πλάκες. Το ίδιο βράδυ όμως έκανα την εμφάνισή τους και βρέθηκα μπροστά σε μια επιτυχία.

Ύστερα από λίγες ημέρες, η φωτογραφία του Παπαδιαμάντη, η πρώτη που είχε κάνει στη ζωή του, δημοσιεύτηκε, μεγαλωμένη σε ολοσέλιδο στα "Παναθήναια" και η εντύπωση που προκάλεσε ήταν μοναδική. 
Μέσα σ΄ αυτήν την εικόνα βρίσκεται ολόκληρο ο Παπαδιαμάντης. Αμφιβάλλω αν θα μπορούσε ένας γλύπτης, ένας ζωγράφος, αν θα μπορούσε να αποδώσει τόσο ολοκληρωτικά, τόσο τέλεια, εκείνο που απέδωσε τυχαία και εντελώς περιστατικά ο φωτογραφικός φακός. Λίγο αργότερα ο Παπαδιαμάντης έφυγε για το νησί του τη Σκιάθο. Αργότερα, έγινε μια γιορτή στον φιλολογικό σύλλογο "Παρνασσό" με την παρουσία της Πρίγκιπισσας Μαρίας Βοναπάρτη του Γεωργίου, όπου μαζεύτηκαν χρήματα για την αντιμετώπιση της ασθένειάς του που τον είχε κτυπήσει. 

Ο αλκοολισμός απαιτούσε συστηματική θεραπεία. Ξανπήγα στην Δεξαμενή για να του πω για το ποσό που είχε συγκεντρωθεί και να τον πείσουμε να μπει σε μια κλινική. Δακρυσμένος γέρος κι άρρωστος είπε ικετευτικά.
- Όχι νοσοκομείο....Οι νοσοκόμοι είναι είρωνες. 

Είχε τον φόβο μήπως οι νοσοκόμοι τον ειρωνευτούν για την αιτία της ασθένειάς του. 

- Καλύτερα στην πατρίδα, πρόσθεσε. Να πεθάνω κοντά στους δικούς μου. 

- Όπως αγαπάς Αλέξανδρε.

Σε λίγες μέρες έφευγε για τη Σκιάθο και την αιωνιότητα. 


*: Το κείμενο αλιεύθηκε και προσαρμόσθηκε σε μέγεθος ανάρτησης, από τον Στέφανο Μίλεση. Ως πηγή χρησιμοποιήθηκε το βιβλίο "Φιλολογικά απομνημονεύματα" του Παύλου Νιρβάνα (Εκδόσεις ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΛΛΑΡΟΣ - Βιβλιοπωλείο της Εστίας) 

Η ταινία "Αστέρω". Μια "πειραιώτικη" παραγωγή (1929)



Του Στέφανου Μίλεση

Και μόνο το γεγονός πως το σενάριο ήταν γραμμένο από τον Πειραιώτη λογοτέχνη και ακαδημαϊκό Παύλο Νιρβάνα (Πέτρο Αποστολίδη) δημιουργεί αμέσως το ενδιαφέρον "πως εδώ κάτι διαφορετικό συμβαίνει".  

Πως είναι δυνατόν ένας γιατρός, Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, λογοτέχνης, ιστοριογράφος του Πειραιά και χρονογράφος στις περισσότερες εφημερίδες να γράψει όχι μόνο το σενάριο ενός βουκολικού δράματος, αλλά και τους στίχους των τραγουδιών που ακούγονται σ΄ αυτό; Μάλιστα η ίδια η ταινία έφτασε να αποκαλείται ως η "Αστέρω" του Παύλου Νιρβάνα.



Στάνες, θυμάρια, βοσκοτόπια και έρωτες πάνω στα βουνά που έστησε την κινηματογραφική του μηχανή ένας ακόμη Πειραιώτης ο Δημήτρης Γαζιάδης ο ιδρυτής της "ΝΤΑΓΚ ΦΙΛΜΣ" (DAG FILMS). Τη φήμη που περίκλειε το όνομα Γαζιάδη, την είχε διαμορφώσει ο πατέρας του Αναστάσιος Γαζιάδης, όταν το 1887 εγκαταστάθηκε από το εξωτερικό στον Πειραιά και λειτούργησε φωτογραφείο στην Πλατεία Θεμιστοκλέους, δίπλα στο σημερινό μέγαρο του ΝΑΤ, μέχρι το 1910. Στον Αναστάσιο Γαζιάδη οφείλουμε σήμερα τις περισσότερες φωτογραφίες πολεμικών και εμπορικών πλοίων της εποχής που κατέπλεαν στο λιμάνι του Πειραιά, φωτογραφίες των Βασιλέων καθώς ήταν επίσημος φωτογράφος της Αυλής, αλλά και των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Την τέχνη της φωτογραφίας ο Αναστάσιος Γαζιάδης τη μεταβίβασε στα παιδιά του μεταξύ των οποίων ήταν και ο Δημήτρης.   


Φωτογραφείο Γαζιάδου, απέναντι της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά

Το φωτογραφείο του Α. Γαζιάδη λειτουργούσε για χρόνια στη συμβολή των σημερινών οδών Μακράς Στοάς και Εθνικής Αντιστάσεως δίπλα στο ΝΑΤ και διαγώνια έναντι της Αγίας Τριάδας

Ο Δημήτρης Γαζιάδης λοιπόν έκανε εξ ολοκλήρου τα γυρίσματα στα βουνά της Πελοποννήσου και ειδικά στο Χελμό με ήρωες τσελιγκάδες και αρχοντόβλαχους με βοσκοπούλες και τσοπάνους. 
Αλλά με ποιούς τσοπάνους;

Κύριος πρωταγωνιστής της ταινίας ο τρίτος Πειραιώτης της παρέας ο μεγάλος Αιμίλιος Βεάκης που υποδύεται έναν αρχοντόβλαχο, αρχηγό μιας μεγάλης οικογένειας που ζει ανάμεσα σε ατέλειωτα δάση. Ο Βεάκης βέβαια το μόνο ξύλο που γνώριζε εκτός του θεατρικού σανιδιού, ήταν εκείνο που είχε μάθει να φορτώνει στα καΐκια του λιμανιού για να μην τον γελάνε οι έμποροι, πολύ πριν γίνει ακόμη ηθοποιός, όταν δούλευε στον θείο του Παναγιώτη Δάρμα που ήταν μέγας ξυλέμπορος στον Πειραιά. Εδώ φάνηκε και η μεγάλη ικανότητα του Βεάκη ως ηθοποιού να ερμηνεύει ρόλους για τους οποίους δεν είχε προγενέστερα ιδιαίτερη επαφή.


Ο Αιμίλιος Βεάκης στην ταινία "Αστέρω" το 1929

Η προτομή του Αιμίλιου Βεάκη
κοσμεί σήμερα το Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς

Ο σεναριογράφος λοιπόν Νιρβάνας, ο σκηνοθέτης και οπερατέρ Γαζιάδης και ο ηθοποιός Βεάκης, άφησαν τον Πειραιά (ο πρώτος στο μεταξύ είχε μετακομίσει στο Νέο Φάληρο) και βρέθηκαν για 25 ημέρες σε ένα καραβάνι που τριγυρνούσε από το Μέγα Σπήλαιο σε απάτητες βουνοκορφές. Γιατί τόσο διήρκησε το γύρισμα της συγκεκριμένης ταινίας. Από τις 8 έως τις 31 Μαρτίου του 1929. Αμαθείς και οι τρεις από βουνά και κάμπους, γνώστες του λιμανιού και των πλοίων, κινδύνεψαν όταν με το καραβάνι τους πλησίασαν επικίνδυνα μια στάνη!

Τότε τα τσοπανόσκυλα της στάνης τους καταδίωξαν και δάγκωσαν τα άλογα. Πρόκειται για τα ίδια άλογα που οι ηθοποιοί χρησιμοποιούσαν εκτός από τη μετακίνησή τους και για το γύρισμα της ταινίας. Ως αποζημίωση στη συνέχεια ο γερό Τσοπάνης έδωσε στους ηθοποιούς άφθονο γάλα το οποίο κατανάλωσαν άβραστο λόγω άγνοιας και οδηγήθηκαν σε μεγάλη αδιαθεσία!

Στο μεταξύ ο Παύλος Νιρβάνας αποθανάτιζε διαρκώς σκηνές από εκείνες τις περιπέτειες. Ήταν γνωστή η αγάπη του και για τη φωτογραφία. Μη ξεχνάμε πως ο Νιρβάνας κατάφερε να αποθανατίσει τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη σε εκείνη τη μοναδική φωτογραφία με το γερμένο κεφάλι και τη μαγκούρα στα χέρια, του λογοτέχνη κοσμοκαλόγερου, που κι εκείνος έφερνε πάνω του λίγο από Πειραιά καθώς ήταν κάποτε μαθητής στο Α' Γυμνάσιο Πειραιώς. Δυστυχώς οι φωτογραφίες του Νιρβάνα από τα γυρίσματα εκείνα στα βουνά δεν σώθηκαν, αν και πολλές άλλες φωτογραφίες του Νιρβάνα κοσμούν σήμερα ιστολόγια, ιστοτόπους και συλλογές χωρίς πολλοί να γνωρίζουν πως φωτογράφος ήταν ο ίδιος ο Νιρβάνας.

Ο Λιμένας Ζέας φωτογραφημένος από τον Λογοτέχνη Παύλο Νιρβάνα
Η "Αστέρω" γυρίστηκε βουβή χωρίς διαλόγους παρά μόνο με μουσική υπόκρουση και τραγούδια με στίχους του Νιρβάνα. Αργότερα προστέθηκαν και οι φωνές. 

Το έργο "Αστέρω" ξαναγυρίστηκε 30 χρόνια αργότερα το 1959 με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και αποτέλεσε την επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1959.

Εν Πειραιεί 17 Ιουλίου 1855. Ένας Σκωτσέζος στρατιώτης γράφει

Φτάσαμε νύχτα και στρατοπευδεύσαμε ένα περίπου μίλι έξω από το λιμάνι του Πειραιά σε ένα ύψωμα μπροστά από μια ωραία πεδιάδα. Από εκεί ήταν ορατή η Ακρόπολις των Αθηνών.


Του Στέφανου Μίλεση

Ένας Σκωτσέζος στρατιώτης ο John Mac Keand που υπηρετούσε στο 91ο Τάγμα που συμμετείχε στην συμμαχική κατοχή του Πειραιά, έγραψε μια επιστολή με τις εντυπώσεις του και την ταχυδρόμησε προς τον ξάδελφό του στην Σκωτία. Η επιστολή για να καλύψει την απόσταση αυτή χρειάστηκε 6 εβδομάδες και 5 ημέρες!

Η περίοδος εκείνη έμεινε στην ιστορία ως "Γαλλική Κατοχή του 1854", κυρίως από το γεγονός πως στο μεγαλύτερο μέρος τους τα στρατεύματα ήταν Γάλλοι. Η επιστολή αυτή δημοσιεύτηκε την ίδια εποχή στην Εφημερίδα της Σκωτίας "Galway Advertiser and Wigtownshire Free Press". Τράβηξε το ενδιαφέρον των περισσοτέρων αναγνωστών στη Σκωτία, καθώς για πρώτη φορά μάθαιναν για ένα μακρινό λιμάνι της Μεσογείου, τον Πειραιά. Αν και οι πληροφορίες που δίνονται για τον ίδιο τον Πειραιά είναι ελάχιστες, η επιστολή είναι πολύτιμη.

"Φίλτατε ξάδελφε...
Στις 20 Μαρτίου αφού αποχαιρετίσαμε την Μελίτη (Μάλτα), μετά από ένα ταξίδι τριών νυχτών και δύο ημερών καταπλεύσαμε στον Πειραιά. Φτάσαμε νύχτα και στρατοπευδεύσαμε ένα περίπου μίλι έξω από το λιμάνι του Πειραιά σε ένα ύψωμα μπροστά από μια ωραία πεδιάδα, τέσσερα μίλια απόσταση από το κέντρο της Αθήνας, της σημερινής Πρωτεύουσας της Ελλάδας. Η Ακρόπολη όπως και η ίδια η πόλη των Αθηνών φαινόταν καθαρά από το σημείο στο οποίο βρισκόμασταν καθώς ήταν σημείο ψηλότερο από τα υπόλοιπα και δεν μεσολαβούσαν άλλα υψώματα που να παρεμπόδιζαν τη θέα. Λίγοι μόνο αμπελώνες και ελαιώνες διακρίνονταν σε αυτή την πεδιάδα που δυστυχώς ήταν γενικώς θα λέγαμε αφρόντιστη.(*) 

Λίγο καιρό αργότερα μέρος του Τάγματός μας στάθμευσε στη γειτονική Σαλαμίνα και έτσι κατάφερα να δω από κοντά τα μέρη όπου ο Λόρδος Βύρωνας αναφέρει στα ποιήματά του χωρίς να μπορώ όμως να δω από κοντά και το μέρος όπου πέθανε. Ονομάζεται Μεσολόγγι όμως απέχει πολύ μακριά από τον Πειραιά και δεν υπάρχει καμιά περίπτωση να καταφέρω να το επισκεφτώ.



Όλη η περιοχή πέριξ του Πειραιά είναι χώρα ορεινή και γυμνή από πράσινο. Το μόνο που κυριαρχεί είναι το άγριο θυμάρι που δίνει μια απόχρωση του καφέ σε όλες τις πλευρές των βουνών. Φαίνεται πως οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι τόσο φιλόπονοι όσο ήλπιζα να τους δω, καθώς δεν προχωρούν στην εντατική καλλιέργεια της γης όπως κάνουμε εμείς στην Βρετανία και είμαστε συνηθισμένοι. Χρονοτριβούν για πολύ καιρό σε καφενεία σχεδόν πάντοτε καπνίζοντας και διαρκώς συζητώντας για την πολιτική κατάσταση. Φαίνεται πως τους ικανοποιεί το λίγο, αρκούνται με αυτό και δεν επιζητούν το περισσότερο.

Τα ρούχα των κατοίκων του Πειραιά είναι ποικίλα και αρκετά περίεργα. Θα έλεγε κανείς πως βρίσκεται σε χορό μεταμφιεσμένων. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία από είδη ρούχων, στολών και εμφανίσεων. Στο κεφάλι πολλοί φέρουν φέσι κόκκινο υφαντό με μακριά φούντα μεταξωτή, ενώ στο σώμα φορούν χρυσοΰφαντα ιμάτια, μεταξωτά, με τεράστια μανίκια ενώ η ενδυμασία στο σύνολό της θυμίζει πολύ εκείνη των ορεινών κατοίκων της πατρίδας μας των Highlanders. 



Άλλοι όμως φορούν βράκες που μοιάζουν με γυναικεία φουστάνια αλλά έχουν στο κάτω μέρος ανοίγματα για να περνούν τα πόδια τους. Αρκετοί φέρουν Ευρωπαϊκό ιματισμό και είναι δίκαιο να αναφέρω πως σταδιακά αυτός προχωρεί και μάλλον θα καταλάβει το σύνολο των κατοίκων. Αυτοί οι τελευταίοι δεν διαφέρουν σε τίποτε με τα ρούχα που φέρουν οι δικοί μας στην πατρίδα.



Υπάρχουν και πολλά αρχαία ερείπια κυρίως στην Αθήνα, αποτέλεσμα της τουρκικής παρουσίας για χρόνια. Ανάμεσα στα ερείπια βρίσκονται πεσμένα όμορφα αγάλματα. Οι Τούρκοι, αυτοί κοι καταστροφείς του πολιτισμού ερήμωσαν και τις πόλεις και την χώρα. Σφαίρες και τμήματα βομβών βρίσκονται παντού και όταν κάποιος από εμας ρωτά τους ντόπιους "Αυτά τι είναι;" εκείνοι απαντούν "είναι τουρκικά" με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει απολύτως κατανοητό πως η λέξη "τουρκικά" τους προκαλεί μίσος και απέχθεια. 

Αυτή την εποχή ο Πειραιάς όπως και η Αθήνα μαστίζεται από χολέρα και ο άξιος αρχηγός μας Λόρδος Ραγλάνος απεβίωσε εξαιτίας αυτής σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το πιο πιθανό είναι και εμείς να τον ακολουθήσουμε αν δεν παρθούν σύντομα μέτρα. 
Η αγγλική Κυβέρνηση όμως μας έχει αφήσει εδώ χωρίς ιερέα. Ο Κύριος δίνει και ο Κύριος αφαιρεί. Αρκούν αυτά επί του παρόντος. 
Ο αγαπητός ξάδελφος 
John Mac Keand."

Σύσταση προσωρινού Λοιμοκαθαρτηρίου στον Πειραιά στην θέση "Τάφου του Θεμιστοκλέους"
για την αντιμετώπιση της χολέρας



(*): Είναι φανερό πως ο Σκώτος στρατιώτης αναφέρεται στο ύψωμα με τη δημώδη ονομασία "Μνήμα του Γάλλου" που μέχρι σήμερα αναφέρεται σε συμβολαιογραφικές πράξεις αγοραπωλησίας στον Πειραιά. Ονομάστηκε έτσι καθώς εκεί πρόχειρα έθαβαν οι Αγγλογάλλοι τους χολεριασμένους νεκρούς τους, πριν γίνουν τόσοι σε αριθμό, ώστε να καταλάβουν ολόκληρη έκταση πίσω από το στάδιο Καραϊσκάκη, τοποθεσία που αποκαλείτο μέχρι πρόσφατα "Γαλλικό νεκροταφείο".

Σχετικές αναρτήσεις:

Ημερολόγιο χολέρας του 1854



Οι φωτιές του Αϊ-Γιαννιού στον Πειραιά και οι Άγγλοι (1854)



Οι βανδαλισμοί των πειραϊκών αγαλμάτων

Η προτομή του Παύλου Νιρβάνα στις αποθήκες του Δήμου Πειραιώς


του Στέφανου Μίλεση

Τον Μάιο του 1944 είχαν περάσει μια θηλιά γύρω από τον λαιμό της προτομής του Παύλου Νιρβάνα και αφού την πέταξαν κάτω από τη βάση της, την φόρτωσαν σε μια καρότσα για να φύγουν. Στην διαδρομή όμως τους έπιασαν, και ο Νιρβάνας σώθηκε ως εκ θαύματος καθώς οι κλέφτες αποδείχθηκε πως είχαν προορισμό τα μαρμαράδικα, απέναντι από το κοιμητήριο της Ανάστασης.  Μεταπολεμικά όμως ξαναέτυχε να κλαπεί για δεύτερη φορά. Και πάλι τότε είχε ξανασωθεί και είχε μεταφερθεί στις αποθήκες του Δήμου Πειραιώς ανάμεσα σε κάδους απορριμάτων, καροτσάκια και άλλα σχετικά εργαλεία (απ΄ όπου και η πρώτη φωτογραφία). Μάλιστα είχε ξεχαστεί εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι που είχε μεσολαβήσει η Φιλολογική Στέγη Πειραιώς και ο Νιρβάνας βρέθηκε πάλι χαρούμενος να κοσμεί τους δρόμους του Πειραιά. 

Η μοίρα του Πειραιά ήθελε τους Λάμπρου Πορφύρα και Δημοσθένη Βουτυρά να βρίσκονται αμφότεροι με βαμμένα τα κεφάλια τους για χρόνια ολόκληρα, τόσο που στις περισσότερες φωτογραφίες βρέθηκαν να απεικονίζονται με τα κεφάλια μαύρα παρά άσπρα που ήταν αρχικά. Έτσι οι προτομές των δύο επιφανών λογοτεχνών βρέθηκαν να συμπορεύονται περισσότερο κι από ότι οι ίδιοι λογοτέχνες όταν ήταν εν ζωή!


Η προτομή του Βουτυρά αφού σώθηκε από φυσικές καταστροφές και βανδαλισμούς, μεταφέρθηκε τελικώς στο προαύλιο χώρο της Δημοτικής βιβλιοθήκης Πειραιώς, για να αναπαυθεί από την ταλαιπωρία και τους κινδύνους. Ωστόσο άλλοι λογοτέχνες στον Πειραιά δεν είχαν καλύτερη τύχη. 

Ο Μενέλαος Παλλάντιος για παράδειγμα εξαφανίστηκε εν μέσω νυχτός χωρίς κανείς να μάθει ποτέ τι απέγινε. Είχε βλέπετε την ατυχία αντί μαρμάρου να είναι από μέταλλο. Κι έτσι λένε πως κατέληξε σε κάποιο χυτήριο. Σήμερα στέκει μόνο ένα βάθρο με το χάραγμα "Μενέλαος Παλλάντιος". Και όσοι δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει στέκονται κι αναρρωτιούνται μήπως πρόκειται για κάποια μεταθανάτια βούληση του αείμνηστου Ακαδημαϊκού, για κάποια παραγγελία που άφησε όσο ζούσε, να μην εμφανίζεται η φυσιογνωμία του, παρά μόνο το όνομά του.

    


Την ίδια τύχη φαίνεται πως περίμενε και τον μεγάλο σκηνοθέτη Δημήτρη Ροντήρη, καθώς του έκλεψαν αρχικά τη μεταλλική του πινακίδα που ανέγραφε το όνομά του και την ιδιότητά του. Για κάποιο διάστημα και εδώ οι περαστικοί που δεν τον γνώριζαν, έβλεπαν κάποιο κεφάλι να στέκει ανώνυμο, μοναχικό στην άκρη ενός οικοπέδου. Αυτόν πρόλαβε και τον μάζεψε ο Δήμος πριν από τους γυρολόγους. Η μόνη παρηγοριά τώρα είναι ότι ο Ροντήρης μετά από χρόνια θα εμφανιστεί ξανά σε κάποιο διαφορετικό σημείο, αφού εξαφανιστεί για τιμωρία σε κάποια αποθήκη ή θαφτεί σε κάποιο ψευδότοιχο. Τιμωρία γιατί τους απασχόλησε με το κεφάλι του που ήταν όχι αγύριστο, αλλά από μέταλλο. 

Αυτή είναι λοιπόν η μοίρα των λογοτεχνών στον Πειραιά. Όταν ήταν εν ζωή, δημιουργούσαν μόνοι, ξεχασμένοι συνήθως από "έλλειψη δημοσίων σχέσων και συναφών γνωριμιών" και αφού εγκαταλείπουν τα εγκόσμια ξεχνιούνται από "έλλειψη παιδείας" των κρατικοδίαιτων ή δημοσυντήρητων αρμοδίων αλλά και των περισσοτέρων Πειραιωτών που αδιαφορούν για τα μνημεία ή οτιδήποτε άλλο κοσμεί αυτή την πόλη.

Ποιος δεν γελά ακόμη ενθυμούμενος το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου την εποχή που βρισκόταν στην αρχική του θέση, έναντι του Ναού του Αγίου Κωνσταντίνου, να ατενίζει προς το Δημαρχείο Πειραιώς, κρατώντας στο χέρι του ένα μπουκάλι μολότωφ με το πανί σαν φυτίλι να εξέχει έτοιμο προς χρήση! Και ο Βενιζέλος έστεκε για πολλούς μήνες με τη μολότωφ στο χέρι, χωρίς κανείς να παρατηρήσει ή να αναφέρει την επαναστατική πράξη του.  


Και οι περιπέτειες των αγαλμάτων, των μνημείων και των προτομών στην πόλη μας συνεχίζονται. Χρόνια τώρα στέκει χωρίς μαρμάρινο βάθρο ο "γυμνός έφηβος" του διεθνούς φήμης γλύπτη Κώστα Βαλσάμη στον Τινάνειο (νυν Θεμιστόκλειο) κήπο. Ίσως οι δημοτικοί άρχοντες να πίστεψαν πως επειδή ο έφηβος είναι γυμνός, είναι καλύτερα να στέκεται σε ένα γυμνό βάθρο. Κι έτσι τον άφησαν από το 1994, όταν πήγαν στην θέση του να φυτέψουν το άκομψο γιγαντιαίο μνημείο της εθνικής αντίστασης. Αφού είδαν όμως πως δεν χωράει, το έστειλαν στη γωνία του Τινάνειου και ξανατοποθέτησαν τον "γυμνό έφηβο" απευθείας πάνω στο τσιμέντο.


Για τις περιπέτειες των καλλιτεχνημάτων στον Πειραιά θα μπορούσαν να γραφτούν ολόκληρα βιβλία, καθώς τα κατορθώματα δεν έχουν τέλος. Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία μνημείων που καταστράφηκαν ή κανείς δεν γνωρίζει τι απέγιναν. Ερώτημα παραμένει η τύχη της βρύσης του λιονταριού, που συντρόφευε το άγαλμα του βομβοφόρου Βενιζέλου στην αρχική του θέση.

 Έφερε στην πρόσοψη γραμμένο "Για έναν ανθρώπινο κόσμο", αναζητώντας το δύστυχο μνημείο λίγο πολιτισμό. Μα κι αυτό ατύχησε καθώς η πλατεία εξαφανίστηκε για να γίνει σταθμός του Μετρό και το δύστυχο λιοντάρι αγνοείται καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος δεν προλαβαίνει ούτε νερό να πιεί από την αγωνία που τον κυνηγά. Και η δημόσια αυτή βρύση μπορεί να μην ήταν η αυθεντική, βρισκόταν όμως εκεί στην θέση μιας παλαιότερης που επίσης είχε ένα κεφάλι λιονταριού. 

Σε εκείνη την πρώτη ήταν που ξεδιψούσε ο Γιάννης Τσαρούχης όταν γύριζε από το Σχολείο του Ζήση Αγραφιώτη. Έπαιζε πρώτα με τους συμμαθητές του και στην συνέχεια ξεδιψούσε από τη δημόσια βρύση της πλατείας του Αγίου Κωνσταντίνου. Ήθελε μάλιστα να την αποθανατίσει και σε πίνακά του, αλλά δυστυχώς έφυγε με το παράπονο καθώς δεν πρόλαβε.  


  Τα καλλιτεχνήματα του Πειραιά είχαν καλύτερη τύχη ακόμα και κατά την διάρκεια του πολέμου που διασώθηκαν τα περισσότερα παρότι ήταν εκτεθειμένα στους βομβαρδισμούς και στους μαυραγορίτες. Σήμερα όσα έχουν απομείνει στην πόλη, φαίνεται πως θα ακολουθήσουν την τύχη των προηγούμενων. Μόνη λύση είναι η ίδρυση ενός Μουσείου Πόλεως, κατά τα πρότυπα των περισσοτέρων πόλεων της Ελλάδας και φυσικά του εξωτερικού. ¨Ομως για να εκτιμήσει κάποιος την αξία ενός τέτοιου Μουσείου, θα πρέπει προηγούμενα να έχει εκτιμήσει την αξία των καλλιτεχνημάτων που καταστρέφονται. 

Και δυστυχώς τέτοιος ακόμη δεν υπάρχει...   

Λατέρνα, φτώχεια και Πειραιάς του 1957

Το Ζάννειο Νοσοκομείο Πειραιώς σε μια εξαιρετικά σπάνια απεικόνιση το 1957

Του Στέφανου Μίλεση

Ο Πειραιάς στον κινηματογράφο, έχει αποτυπωθεί σε δεκάδες ταινίες και πλήθος αφιερωμάτων έχουν γίνει κατά καιρούς, ενώ μέχρι και ειδικά λευκώματα έχουν κυκλοφορήσει. Όμως ο Πειραιάς δεν βρίσκεται μόνο σε ταινίες που έχουν φανερά πειραϊκό περιεχόμενο όπως η Τρούμπα, το λιμάνι, το ρεμπέτικο, τη θάλασσα και τα πλοία. Ο Πειραιάς υπάρχει αποτυπωμένος σε πλήθος άλλων ταινιών, έστω και στιγμαία, που εκ πρώτης φαίνεται πως ουδεμία σχέση έχουν με αυτόν, χαρίζοντάς μας μοναδικές εικόνες. 

Τέτοια είναι και η περίπτωση της ταινίας "Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο" μια ταινία της Φίνος Φίλμς του 1957. Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του Αλέκου Σακελλάριου με πρωταγωνιστές τους Τζένη Καρέζη, Βασίλη Αυλωνίτη και τον Μίμη Φωτόπουλο. Τον Απρίλιο του 1957 που πρωτοανέβηκε η ταινία σημείωσε τεράστια επιτυχία. Ήταν το δεύτερο μέρος ή η συνέχεια αν θέλετε της ταινίας "Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο" που είχε γυριστεί δύο χρόνια νωρίτερα. Σε αυτήν ο Βασίλης Αυλωνίτης (ο Παυλάρας στην ταινία) εμφανίζεται μαζί με τον φίλο του Πετράκη (Μίμη Φωτόπουλο) να παίζουν με τη λατέρνα στο Τουρκολίμανο. 




Στις σκηνές του Τουρκολίμανου καταγράφονται οι ταβέρνες με τραπέζια δίπλα στην θάλασσα, οι βαρκάρηδες που ανέμεναν με τις βάρκες που είχαν προς ενοικίαση για μια βόλτα τους επισκέπτες, αλλά και τους ψαράδες που έχουν απλώσει τα δίχτυα τους στον δρόμο. Στην τρίτη φωτογραφία από κάτω, η κάμερα επιτηδευμένα καδράρει στην επιβλητική παρουσία του Ναυτικού Ομίλου, τοποθετώντας ο Σακελλάριος τον Φωτόπουλο να βρίσκεται στα αριστερά. Εκεί στο Τουρκολίμανο είναι που ο Παυλάρας τραγουδά και το "Αχ βρε παλιομισοφόρια" ένα τραγούδι με στίχους αποκλειστικά για τον Πειραιά, υπογραμμίζοντας με το τραγούδι την εικόνα.

Ένα βράδυ στη Καστέλλα
σε μια όμορφη κοπέλα
που ΄παιρνε τ΄ απεριτίφ της
ρίχτηκε ένας τσίφτης απ΄ την Κοκκινιά

Δεν εγνώριζε όμως ότι 
τα ΄χε μ΄έναν Πειραιώτη
Πειραιώτη ντερμεντέρη
σίδερο στο χέρι
άσσο στη μπουνιά

Αχ βρε παλιομισοφόρια
τι τραβάν για σας τ΄ αγόρια
τι τραβάν για σας τ΄ αγόρια




Αλλά και ο Κοκκινιώτης
ήταν παλληκάρι πρώτης 
και στο τέλος και οι δύο
στο νοσοκομείο πήγαν σηκωτοί

Και οι δύο σε αφασία
μα εκείνη σημασία
που τους έφαγε η μαρμάγκα
και με άλλο μάγκα έκανε χαρτί



Εκεί ο Παυλάρας παθαίνει καρδιακό επεισόδιο και ο Πετράκης ειδοποιεί το ασθενοφόρο να έρθει στο Τουρκολίμανο για να τον παραλάβει.



Και όσο το ασθενοφόρο καταφθάνει τόσο γίνεται μέσα από το ευρύτερο πλάνο εμφανές πως το Τουρκολίμανο μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του '50 διατηρούσε ακέραια τον αλιευτικό του χαρακτήρα. Ο Πετράκης, μεταφέρει τον Παυλάρα, επειγόντως στο Ζάννειο Νοσοκομείο Πειραιώς όπου καταγράφεται και μια σπάνια λήψη, η εξωτερική όψη του παλαιού κτηρίου του Ζαννείου Νοσοκομείου. Σε αυτή φαίνεται καθαρά η πρόσοψη με τη μαρμάρινη αφιερωματική πλάκα στον ευεργέτη του νοσοκομείου, να δεσπόζει στο κέντρο του αετώματος, πάνω από την κεντρική πύλη. Ακόμα διακρίνεται το φυλάκειο της εισόδου και ο φύλακας την στιγμή που ανοίγει την σιδερένια καγκελόπορτα για να εξέλθουν οι δύο φίλοι. Στα δεξιά βλέπουμε πλήθος πειραιωτών που είτε έχουν συγκεντρωθεί για να δουν από κοντά τους δύο δημοφιλείς ηθοποιούς, είτε αναμένουν την επαναλειτουργία του νοσοκομείου καθώς φαίνεται πως έχει διακόψει για λίγο, προκειμένου να γυριστεί η σκηνή της εξόδου.




Μόλις ο Πετράκης εξέρχεται με τον Παυλάρα από το νοσοκομείο στέκεται επί της λεωφόρου Ζαννή, η κάμερα δείχνει προς το Πασαλιμάνι. Κατά μήκος της Λεωφόρου Ζαννή οι ευκάλυπτοι δίνουν έναν άλλο αέρα. Οι συγκεκριμένοι ευκάλυπτοι μπορεί σήμερα να μην υπάρχουν, διατηρούνται όμως κάποιοι της ίδιας εποχής με αυτούς επί της Ακτής Θεμιστοκλέους (Πειραϊκή). Οι ευκάλυπτοι ήταν τα δένδρα που κυριαρχούσαν έξω από όλα τα θεραπευτικά ιδρύματα της χώρας, καθώς απομάκρυναν αφενός τα κουνούπια, αφετέρου ήταν γνωστοί για τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Λέγεται πως ο ίδιος ο Θεόδωρος Ορφανίδης (βοτανολόγος) είχε συστήσει να υπάρχουν έξω από το Ζάννειο ευκάλυπτοι. 

Στο μεταξύ ο Πετράκης είχε αναγκαστεί να πωλήσει τη λατέρνα προκειμένου να βοηθήσει τον φίλο του με τους γιατρούς και τα άλλα έξοδα στης ασθενείας του. Όμως η φιλία χρήματα δεν κοιτά, είναι πάνω και από την αγαπημένη τους λατέρνα κι έτσι οι δύο φίλοι αγκαλιασμένοι κατηφορίζουν τη Λεωφόρο Ζαννή προς το Πασαλιμάνι, ενώ διακρίνεται στο κέντρο της λεωφόρου τα κηπάκια πρασίνου του Δημάρχου Πειραιώς Μιχάλη Μανούσκου, που είχε κατασκευάσει το 1939 λίγο πρίν τον πόλεμο, μαζί με το ρολόι στο Πασαλιμάνι. 



Δημήτρης Σιδέρης: Ένας ηρωικός Πειραιώτης αεροπόρος

Ο Πειραιώτης αεροπόρος Δημήτριος Σιδέρης

Του Στέφανου Μίλεση

Ο Δημήτριος Σιδέρης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1917. Ήταν τελειόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Σπουδών, αλλά η υπέρμετρη αγάπη του για τα αεροπλάνα τον έκανε να δώσει εξετάσεις και να εισέλθει μεταξύ των πρώτων στη Σχολή Ικάρων. 

Ο πόλεμος του 1940 που στο μεταξύ ξέσπασε, ανάγκασε τον Σιδέρη να διακόψει τα όνειρά του και να σπεύσει να καταταγεί στην Αεροπορία ως έφεδρος Ανθυποασμηναγός.

Σε όλο το πρώτο διάστημα του πολέμου επέδειξε αφάνταστο θάρρος, ηρωϊσμό και γενναιότητα καθώς ακολουθούσε τα χνάρια του ίνδαλματός του, επίσης Πειραιώτη που έφερε μάλιστα και το ίδιο όνομα, του γνωστού σε όλους μας Δημητρίου Καμπέρου.  

Στις σφοδρές μάχες που έγιναν για τη κατάληψη της Κορυτσάς από τον Ελληνικό Στρατό, έλαβαν χώρα και εξίσου σκληρές αερομαχίες. Ο Δημήτρης Σιδέρης είχε την αποστολή να διενεργεί πτήσεις αναγνωριστικές των εχθρικών στόχων πάνω από τη Κορυτσά. Για τον σκοπό αυτό πετά με ένα Henschel 126. Όλες του οι πτήσεις χαρακτηρίζονται από τη χαμηλή προσέγγιση που κάνει προκειμένου να αναγνωρίσει τον εχθρικό στόχο. Με τις πληροφορίες του ο ελληνικός στρατός μπορούσε να αποφύγει θανάσιμες ενέδρες ή να πετύχει σπουδαίες νίκες. Συχνά οι αναγνωρίσεις του πραγματοποιούνταν μέσα από πλήθος εχθρικών πυρών και ήταν ιδιαιτέρως παράτολμες.



Την εποχή εκείνη είχε γράψει μια επιστολή στη μητέρα του στον Πειραιά, στην οποία της έγραφε πως κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε αποκτήσει μια ακόμη μητέρα, τη Μητέρα Πατρίδα. Της έλεγε να μην ανησυχεί για τη ζωή του, παρά μόνο για το αν θα πράξει σωστά το καθήκον του ως Έλληνας. 

Πριν ακόμη φτάσει η επιστολή του στον Πειραιά στις 22 Νοεμβρίου 1940, ο Δημήτρης Σιδέρης σκοτώνεται σε ηλικία μόλις 23 ετών. Σκοτώνεται την ίδια ημέρα που ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει θριαμβευτικά την Κορυτσά. 

Μαζί με την δική του επιστολή φτάνει στην οικογένειά του και το άγγελμα του θανάτου του. Η σχετική επιστολή του Υπουργείου Στρατιωτικών αναγράφει πως ενήργησε μόνος εναντίον πολυάριθμων εχθρικών αεροσκάφων. Γράφει επίσης πως όχι μόνο δεν φοβήθηκε αλλά αντιθέτως διενήργησε και επίθεση εναντίον τους προκαλώντας τον τρόμο στον εχθρό. Τέλος αναγράφει πως έπεσε μαζί με το αεροσκάφος του στη Στενωπό Τσαγκόνι έξω από την Κορυτσά.

 Έπεσε μαχόμενος υπέρ πατρίδος κάνοντας πράξη εκείνο που έγραψε στη μάνα του "...ανήκω πλέον εις μεγάλην Μητέρα, την Ελλάδα μας...". 

Η τελετή κήδευσής του έγινε στο Ναό της Υπαπαντής Πειραιώς. Όταν αργότερα, στις 12 Ιανουαρίου του 1941 ακολούθησε το μνημόσυνό του αναφέρθηκε ως πρώτος νεκρός Πειραιώτης αεροπόρος.

Ωστόσο ο θάνατός του έχει επίσημα καταγραφεί ως κατάρριψη από εχθρικά πυρά και πτώση του αεροσκάφους του έξω από τα Ιωάννινα.

Ανεξάρτητα από τον τρόπο θανάτου του ο Δημήτριος Σιδέρης υπήρξε άξιο τέκνο της πόλης του Πειραιά και αντάξιος του μεγάλου του ινδάλματος του Φρεαττυδιώτη Δημητρίου Καμπέρου. Ο Πειραιάς ουδέποτε έπαψε να είναι η πόλη εκείνη που διακρώς τροφοδοτούσε τους ελληνικού αιθέρες με άξια στελέχη μέχρι και σήμερα. Μη ξεχνάμε άλλωστε και τον άξιο πιλότο ελικοπτέρου Παναγιώτη Βλαχάκο που έπεσε στα Ίμια το 1996.

  



   

Το τέλος ενός ιστορικού κτηρίου



Του Στέφανου Μίλεση

Το 1937 το Υπουργείο Στρατιωτικών αποφάσισε να κατεδαφίσει ένα κτήριο με μεγάλη ιστορία, που καταλάμβανε μια σημαντική έκταση στον Πειραιά έναντι του τότε Ταχυδρομείου και νύν Δημοτικής Πινακοθήκης Πειραιώς. Οι κάτοικοι τότε το αποκαλούσαν Γενική Αποθήκη Υλικού Στρατού και η αλήθεια είναι πως έτσι την γνώρισαν οι περισσότεροι, καθώς τα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την προγενέστερη χρήση του ήταν πολλά. 

Η έκταση μεταξύ των οδών Φίλωνος, Ναυάρχου Μπήττυ και Μιαούλη (σύμφωνα με τις ονομασίες της δεκαετίας του '30, που αντιστοιχούν σήμερα σε Φίλωνος, Καραολή & Δημητρίου και Εθνικής Αντιστάσεως) ήταν τεράστια και εντός αυτής κυριαρχούσε ένα επιβλητικό και υπερμεγέθες σε όγκο κτήριο, πραγματικό οικοδομικό κολοσσό στην εποχή του. Επρόκειτο για ένα κομψοτέχνημα του Θεόφιλου Χάνσεν. 

Αυτό όμως το κολοσσιαίο μέγαρο το αποκαλούμενο όπως αναφέραμε, κτήριο της Γενικής Αποθήκης Υλικού Στρατού, είχε μια ολόκληρη ιστορία ταυτισμένη με την ίδια την ιστορία της πόλης του Πειραιά. Εκεί στεγαζόταν το αλλοτινό "Πολεμικόν Σχολείον" δηλαδή η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων Πειραιώς

Το κτήριο επί της Φίλωνος δημιούργημα του γνωστού Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν. (Αντιστράτηγου ε.α. Φωτόπουλου Χρ. από το βιβλίο "Το βιβλίο των Πρακτικών της επί του συνοικισμού των Χίων επιτροπής" Εκδ. Ελληνικά γράμματα 1996) Το κτήριο αυτό είχε πρόσοψη επί της Φίλωνος έναντι του Παλαιού Ταχυδρομείου


Όταν η σχολή μετεγκαστάθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου του 1894 στα νέα κτήρια της Ευελπίδων στην Αθήνα, τα κενά κτήρια του Πειραιά διαιρέθηκαν σε δύο μέρη με δύο διαφορετικές χρήσεις. Ένα μέρος αυτών χρησιμοποιήθηκε ως Αποθήκη υλικού του Στρατού, ενώ το υπόλοιπο έγινε "Κοπή", έγινε δηλαδή ένα βιοτεχνικό τμήμα στο οποίο έφτιαχναν στρατιωτικές στολές. Σε βιβλιογραφία της δεκαετίας του '30 υπάρχουν συχνές αναφορές για την "Κοπή" Πειραιώς που αναφέρονται στη συγκεκριμένη θέση και όχι στην "Κοπή" Δραπετσώνας που οι περισσότεροι γνωρίζουν.

Από το 1915 και μετά, μέχρι και όλη την δεκαετία του '30, υπήρξε ένας πραγματικός οργασμός σε ανεγέρσεις μεγάρων στον Πειραιά. Σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής όλα τα παλιά κτήρια έπρεπε να γκρεμιστούν και τη θέση τους να λάβουν νέα οικοδομήματα που λάμβαναν πλέον την ονομασία "Μέγαρα". Τα μέγαρα αυτά υπερκάλυψαν το άλλοτινό κραταιό κτήριο του "Πολεμικού Σχολείου" το οποίο φάνταζε πλέον στα μάτια των Πειραιωτών ως ένα ημιερειπωμένο φάντασμα μιας άλλης εποχής. Μέγαρα όπως του Ζερβού, Βάττη, Συρεγγέλα, Γιαννουλάτου, του νέου Σταθμού του Ηλεκτρικού Πειραιώς, εντυπωσίαζαν με τον όγκο τους και της κομψότητά τους.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση το κτήριο του "Πολεμικού Σχολείου". Αποτελεί μια σπάνια περίπτωση ένα κτήριο που λειτουργούσε πάνω από μισό αιώνα ως Σχολή Ευελπίδων, να λησμονιέται από την συλλογική μνήμη των ανθρώπων και την θέση του να καταλαμβάνει η τελευταία χρήση του ως Αποθήκη του Στρατού. 

Έτσι λησμονήθηκε και το συγκεκριμένο παρότι εκεί είχε φοιτήσει ως Έυελπις και ο Διάδοχος Κωνσταντίνος συγκεντρώνοντας έξω από την πύλη πλήθη κόσμου που ήθελαν τον δουν από κοντά. Πολλές φορές επίσης δεχόταν και τις επισκέψεις του τότε Βασιλιά Γεωργίου που παρακολουθούσε από κοντά την στρατιωτική εκπαίδευση του Διαδόχου. Και πόσοι ακόμη δεν υπήρξαν σπουδαστές αυτού του ιστορικού κτηρίου ή δεν δίδαξαν εκεί ως Καθηγητές ή ως στρατιωτικοί εκπαιδευτές. Όλη την ιστορία της Σχολής Ευελπίδων στον Πειραιά μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Ακόμη και ο Κωνσταντίνος Καβάφης όταν επισκέφθηκε τον Πειραιά δεν παρέλειψε να επισκεφτεί το ιστορικό κτήριο και να το δει από κοντά γεγονός που κατέγραψε στο ημερολόγιό του. 

Έτσι το 1937 χωρίς ουδεμία αντίδραση τα δύο ιστορικά κτήρια γκρεμίστηκαν (το μεγάλο που κοιτούσε προς το παλαιό ταχυδρομείο και το άλλο μικρότερο προς την Μιαούλη) και αποκαλύφτηκε η τεράστια έκταση η οποία τότε γέννησε πολλές προσδοκίες καθώς η Κυβέρνηση του Μεταξά ήθελε να μετατρέψει σε Δημοτική Αγορά καθώς εκείνη που υπήρχε ήταν μικρή και δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της πόλης.

Πολύ αργότερα σε ένα μέρος αυτής της έκτασης ανεγέρθηκε το νέο κτήριο του Ταχυδρομικού Μεγάρου Πειραιώς. Σήμερα ένα μέρος ακόμη, από την αρχική τεράστια έκταση συνεχίζει να είναι κενή, αποτελεί ιδιοκτησία Ι.Κ.Α., ενώ οι περισσότεροι Πειραιώτες συνεχίζουν να αγνοούν τόσο το κτήριο που κάποτε δέσποζε εκεί όσο και την ιστορία της έκτασης.