"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Μνήμες της 11ης Ιανουαρίου 1944



Του Γιάννη Χατζημανωλάκη

Αυτή την αποφράδα ημέρα Τρίτη 11 Ιανουαρίου 1944 δεν την ξεχάσαμε ποτέ...

Κι ας ήμασταν δεκάχρονα σχολιαρόπαιδα, μαθητές της πρώτης τάξης του οκτατάξιου -τότε- γυμνασίου (αντίστοιχης προς τη σημερινή Πέμπτη Δημοτικού) στο ιστορικό Λύκειο "Ο Πλάτων" του Παλαιολόγου Παπαϊωάννου. Κάναμε μάθημα ακόμα, όταν στις 12.35΄ ήχησαν οι σειρήνες. Μας δίδασκε αν δεν με απατά η μνήμη, Νέα Ελληνικά ένας νέος τότε φιλόλογος -ο μετέπειτα άξιος ποιητής της Θεσσαλονίκης Σαράντος Παυλέας. Αμέσως ο αξέχαστος Λυκειάρχης μας ο Παλαιολόγος Παπαϊωάννου, έδωσε την εντολή να φύγουμε για τα σπίτια μας - μέναμε όλοι κοντά-. Φύγαμε τρέχοντας, μαζί με το συμμαθητή μου και για χρόνια πιστό και αγαπημενό φίλο μου τον Βασίλη Παπαηλιού, και σε δύο τρία λεπτά είχαμε φτάσει στο σπίτι μου στην οδό Ανδρούτσου, στο Πασαλιμάνι. 

Ήταν ένα σύγχρονο για κείνους τους καιρούς σπίτι, χτισμένο γύρω στα 1937, με τις προδιαγραφές της εποχής, το ισόγειο του οποίου χρησιμοποιούσαμε σαν καταφύγειο επειδή παρείχε κάποια εχέγγυα ασφαλείας...ή σωστότερα ίσως, μας δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της ασφάλειας... Και ευτυχώς δεν μας πρόδωσε...

Ήταν αρκετοί συγκεντρωμένοι εκεί... Δεν ξέρω γιατί, τραβήχτηκα σε μια γωνιά, κοντά στην πόρτα που οδηγούσε στη σκάλα, από την οποία ανεβαίναμε στην ταράτσα. Δεν είχα προλάβει ν΄ανασάνω όταν, γύρω στις μια παρά δέκα, άρχισε ο βομβαρδισμός. Από το φόβο μου είχα κουρνιάσει στη γωνιά, άφωνος, χωρίς καν μιαν αντίδραση ενώ οι άλλοι και ιδιαίτερα οι γυναίκες και τα παιδιά, αντιδρούσαν με κραυγές φόβου και σταυροκοπήματα. Δεν μιλούσα, κυριολεκτικά, από το φόβο μου. Κι όταν οι βόμβες άρχισαν να πέφτουν πολύ κοντά, η πλησιέστερη σε ακτίνα περίπου 500 μέτρων από το σπίτι, ο εκκωφαντικός θόρυβος από τις εκρήξεις, συνεχής, αδιάκοπος, μου είχε δημιουργήσει την εντύπωση πως οι βόμβες πέφτουν πάνω μας, πως... κατρακυλούσαν λέει, από τις σκάλες της ταράτσας (ανεπανάληπτη παιδική αφέλεια!) για να σκορπίσουν το θάνατο!

Αυτός ο φοβερός εφιάλτης, αυτή η σιωπηρή αγωνία μου, κράτησε όσο περίπου κι ο μεγάλος βομβαρδισμός. Δεν θυμάμαι τώρα πόση ώρα. Μα εμένα μου φάνηκε αιώνας ολάκερος!


Όταν ηρέμησαν τα πράγματα (ας σημειωθεί για την ιστορία, ότι γι΄ αυτόν τον "συναγερμό" ήταν τόση η ταραχή και η αναστάτωση, δεν σήμαναν ποτέ "λήξη" οι σειρήνες! Ανήσυχος όπως ήμουν και πολύ περίεργος για την ηλικία μου, έφυγα κρυφά από το σπίτι για να δω και να μάθω τι συμβαίνει. Ανηφόρισα τη Σωτήρος, έφτασα ως τον "Πειραϊκό Σύνδεσμο" και λίγο πιο πέρα στην Πλατεία Κοραή. Μα δεν μ΄ άφηναν να προχωρήσω περισσότερο οι Γερμανοί που είχαν "μπλοκάρει" την περιοχή, όπου είχαν σημειωθεί οι μεγαλύτερες καταστροφές.... Το θέαμα που όμως, έστω και για λίγο, αντίκρυσα ήταν απελπιστικά τραγικό...

Ότι απέμεινε από το σπίτι του εμπόρου Κωνσταντίνου Δάβου στην οδό Ευριπίδου 48 στο κέντρο του Πειραιά


Όταν γύρισα στο σπίτι δεν άκουσα όπως περίμενα τον "εξάψαλμο" από τον πατέρα μου. Ήταν τόσο μεγάλη η ένταση των στιγμών που όπως φαίνεται, η σύντομη απουσία μου πέρασε απαρατήρητη. Όμως αμέσως κατάλαβα πως προετοιμαζόμαστε για αναχώρηση. Ο πατέρας μου είχε ήδη πείσει τη μάνα μου να πάρει μαζί της τα απολύτως απαραίτητα και να φύγει μαζί μ΄ εμένα και το μικρότερο αδελφό μου Κώστα για την Αθήνα. Ο ίδιος και τα άλλα δύο αδέλφια μου, τα μεγαλύτερα, θα έμεναν όπως είπε, για να ασφαλίσουν το σπίτι και να ετοιμάσουν με μεγαλύτερη άνεση τα "μπαγκάζια" για την αναγκαστική αυτή μετοικεσία. Εγώ ένιωθα σαν χαμένος. Και η αντίδρασή μου ήταν- τί άλλο;- η αντίδραση ενός παιδιού. Πήρα τη σχολική σάκα μου, άδειασα από μέσα βιβλία και τετράδια, αφήνοντας μόνο τα μολύβια κι ένα μπλόκ με γαλάζιες "χαρακωμένες" κόλλες κι έβαλα μέσα τα λίγα "στρατιωτάκια" μου τα μοναδικά της εποχής, δύο βιβλία του Ιουλίου Βέρν, που ήταν ο μάγος των παιδικών μου χρόνων κι ένα δύο ακόμα προσωπικά αντικείμενα που αγαπούσα.

Ερείπια του ξενοδοχείου ΚΟΝΤΙΝΕΝΤΑΛ στο λιμάνι μεταπολεμικά

Φύγαμε κατά τις 4 το απόγευμα, ενώ ακόμα μαύροι καπνοί από τα συντρίμμια και τις φωτιές, τύλιγαν τη πόλη, με συντροφιά δύο - τρεις γείτονες και προευτήκαμε, ακολουθώντας ένα ολάκερο καραβάνι έντρομων Πειραιωτών που εγκατέλειπαν τις εστίες τους, πεζοί ως την Καλλιθέα. Κι από εκεί με το "κίτρινο" τραμ, φτάσαμε στην Αθήνα. Η εικόνα που αντικρύσαμε στην Πλατεία Ομονοίας ήταν εντελώς διαφορετική από την εικόνα του τρόμου και του θανάτου που ζήσαμε στον Πειραιά. Μια πόλη που έσφυζε από ζωή. Με τη συνηθισμένη της κίνηση. Μ΄ ένα ρυθμό που έδειχνε πως οι άνθρωποι αυτοί δεν ήξεραν ή δεν είχαν αντιληφθεί την έκταση της τραγωδίας που είχε ζήσει ο Πειραιάς, λίγες ώρες πριν.... Κι ας χώριζε τις δύο πόλεις απόσταση λιγότερη από δέκα χιλιόμετρα....



Βρήκαμε προσωρινά "κατάλυμα" εκείνο το βράδυ στο σπίτι μιας εξαδέλφης της μάνας μου, στην οδό Λήμνου, κοντά στην Πλατεία Αμερικής. Οι άνθρωποι μας αγκάλιασαν με τη στοργή τους. Κι όταν άρχισε ο βραδινός βομβαρδισμός του Πειραιά, αισθητός και στην Αθήνα, που όλες όμως αυτές τις "περιπέτειες" τις ζούσε, ως "ανοχύρωτη πόλη" από μακριά, προσπάθησαν να μας παρηγορήσουν και ν΄ απαλύνουν την αγωνία μας για την τύχη των δικών μας, που είχαν μείνει στον Πειραιά. Και ξενύχτησαν μαζί μας... Στιγμές συμπαράστασης και ανθρωπιάς που δεν λησμονιούνται.



Από εκείνο το βράδυ άρχισε η περιπέτεια της "προσφυγιάς" μας στην Αθήνα που κράτησε κοντά τρεις μήνες. Με αλλεπάλληλες μετοικίσεις από το σπίτι του ενός συγγενή στου άλλου, με χωριστή διαμονή των μισών, είμαστε πολλοί, πού και πώς να φιλοξενηθούμε όλοι σ΄ ένα σπίτι; με δυσκολίες, ταλαιπωρίες, προβλήματα, που γίνονταν καθημερινά οξύτερα από την φοβερή κακοκαιρία της εποχής, με τις χαμηλές θερμοκρασίες και τις χιονοπτώσεις. και όπου -τότε- μας δόθηκε η ευκαιρία, παράλληλα με την αναλγησία πλούσιων συγγενών να γνωρίσουμε σαν χτυπητή πράγματι, αντίθεση αλλά και πολύτιμη εμπειρία, την εκδήλωση στοργής και αγάπης φτωχών και σκληρά αγωνιζόμενων για τον "επιούσιο" συγγενικών επίσης προσώπων, που μας παραχώρησαν το ένα από τα δύο δωμάτια του "φτωχικού" τους για να μείνουμε στο μεγαλύτερο διάστημα της παραμονής μας στην Αθήνα.

Πάντα σε κάθε τόπο και σε κάθε καιρό, το ίδιο "σκηνικό". Οι άνθρωποι! Και τα ανθρωπάκια! 

Όταν πήρε, επιτέλους ο πατέρας μου τη σωστή απόφαση να γυρίσουμε στον έρημο ακόμα και καθημαγμένο Πειραιά, θυμάμαι κι ας μη φανεί περίεργο, την ημερομηνία, ήταν 5 Απριλίου 1944, μια εσπέρα εαρινής ευδίας, ανασάναμε. Στο σπίτι μας, σ΄ αυτό το ευλογημένο σπίτι της οδού Ανδρούτσου 182β, ξαναβρήκαμε τις ανέσεις που τόσους μήνες είχαμε στερηθεί, ξαναβρήκαμε το σωστό ρυθμό της ζωής μας. Κι εγώ ξαναβρήκα τα "λημέρια" μου στο Πασαλιμάνι, στη Φρεαττύδα, στην Πλατεία Κοραή. Δεν έλειψαν, βέβαια, στο διάστημα που μεσολάβησε ως την απελευθέρωση, οι δυσκολίες, τα προβλήματα, οι ταλαιπωρίες με τους συνεχείς, κυρίως νυχτερινούς - βομβαρδισμούς των "συμμάχων". Αλλά όλα αυτά τα αντιμετωπίσαμε με περισσότερη ψυχραιμία, με καρτερία θα έλεγα, σ΄ αυτό το σπίτι που στάθηκε σ΄ εκείνα τα σκοτεινά και αβέβαια χρόνια της Κατοχής αληθινή εστία ζωής όχι μόνο για μας αλλά και για τους πολλούς φίλους μας...

1945 - Οικογένεια χωρίς πατέρα (φωτογραφία Βούλα Παπαϊωάννου)

Γυρίσαμε στον Πειραιά την τελευταία εβδομάδα πριν από το Πάσχα. Ακολούθησε η Μεγάλη Εβδομάδα. Σε μια ατμόσφαιρα πράγματι κατανυκτική. Κι έφτασε επιτέλους η μεγάλη χαρά της Λαμπρής. Με κάπως καλύτερες συνθήκες από τα προηγούμενα χρόνια. Υπήρχε λίγο κρέας. Υπήρχαν αυγά. Και έστω όχι πλούσιο, όπως άλλοτε, θα μπορούσε ωστόσο να "στηθεί" το πασχαλινό τραπέζι. 

Δεν ξεχνώ, κι ούτε πρόκειται να ξεχάσω, όσα χρόνια κι αν περάσουν, εκείνο το Πάσχα, το τελευταίο της Κατοχής: 16 Απριλίου 1944. Με ελάχιστους μόνο πιστούς του πειραϊκού χώρου, που αψηφώντας τον καθημερινό κίνδυνο, είχαν εγκαταλείψει την "ασφάλεια" της Αθήνας, ανάμεσά τους κι εμείς, αποφασισμένοι να συνεχίσουν την απλή καθημερινή τους ζωή στη ρημαγμένη πολιτεία. Παρά την οδύνη και τη μοναξιά του τώρα, παρά την αβεβαιότητα του αύριο...


Είσαστε Πειραιώτης;

Η Ανάσταση θα γινόταν το πρωί, όπως συνηθιζόταν στα χρόνια της Κατοχής. Όσο κι αν ήταν πλησιέστερες στη γειτονιά μας οι μεγάλες εκκλησίες που βρίσκονταν στο λιμάνι, ούτε λόγος γινόταν γι΄ αυτές. Η φρίκη της 11ης Ιανουαρίου είχε μείνει ακόμα έντονα αποτυπωμένη στην όραση και τη μνήμη μας. Ξεκινήσαμε λοιπόν για την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, που βρίσκεται στην Πλατεία της Αλεξάνδρας.

Το σχέδιο του ναού της Αγίας Αικατερίνης στην Πλατεία Αλεξάνδρας όπως υποβλήθηκε προς το Εκκλησιαστικό Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης.
Ο θεμέλιος λίθος του ναού τέθηκε το Νοέμβριο του 1936

Μοναδική η πασχαλινή αιθρία. Ανοιξιάτικο μεθύσι γύρω μας. Μεθύσι ομορφιάς κι ελπίδας. Ο παπά - Γρηγόρης, ο εφημέριος της Αγίας Αικατερίνης, θ΄ ανάσταινε στο προαύλιο της εκκλησίας, καταστόλιστο από λουλούδια. Ανεπανάληπτη η στιγμή. Εικοσιπέντε ως τριάντα όλοι κι όλοι που απαρτίζαμε το εκκλησίασμα. Μια συντροφιά δηλαδή, γνωστοί μεταξύ μας, που η μοναδικότητα της στιγμής μας έκανε να νιώθουμε περισσότερο οικείοι, σαν μια οικογένεια. Ανάψαμε τα κεριά, παίρνοντας φως "εκ του ανεσπέρου φωτός". Με κατάνυξη παρακολουθήσαμε τον όρθρο, μ΄ εκείνη τη γεμάτη υποσχέσεις συμβολική προέκταση του "Χριστός Ανέστη". Κι ας ήμασταν παιδιά, νιώθαμε σ΄ όλη τη θαυμαστή της πληρότητα, την ιερότητα και των ωραιότητα της στιγμής. Μετά, δύο εγκάρδιοι λόγοι του παπά - Γρηγόρη "και για τη δική μας σύντομη ανάσταση" που έμελλαν, την ίδια χρονιά, να δικαιωθούν, δύο θερμοί πατρικοί του ασπασμοί, γεμάτοι προσδοκία. Η καρδιά έμελλε καθώς μετουσιώνονταν άμεσα εντός μας οι εγκάρδιοι λόγοι του παπά-Γρηγόρη. Τα μάτια υγραίνονταν αντικρίζοντας την τρεμάμενη όψη του γέροντα και ζητούσαν διέξοδο στη λυτρωτική όραση της γαλάζιας έκτασης του Σαρωνικού που απλωνόταν μπροστά μας, γαλήνια και απεριόριστη σαν μια υπόσχεση ελευθερίας...

Πλατεία Κανάρη 1948 - Απόσπασμα φωτογραφίας του Mark Kauffman

Εκείνη την Ανάσταση που ήταν και η τελευταία της Κατοχής, ζήσαμε όλοι έντονα την προεισαγωγή της εθνικής μας ανάστασης. Και φεύγοντας από την εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, μετά τη λειτουργία, νιώθαμε σα να΄ χαν αλαφρώσει τα στήθια μας από κάποιο βάρος που ασφυχτικά τα πλάκωνε τρία ολάκερα χρόνια. Είχαμε με μιας ξεχάσει τη φρίκη της σκλαβιάς, τη φρίκη του πολέμου. Οι ώρες κι οι στιγμές είχαν γεμίσει υποσχέσεις και προσδοκίες. Κάτι περισσότερο: Είχαν γίνει όλες μια προσδοκία. Κι αυτή η συνειδητή βίωση της μεγάλης προσδοκίας είχε δονήσει το "είναι" μας ολάκερο τόσο, που μπόρεσε ακόμη ν΄ απαλύνει και τα στεγνά, ανέκφραστα πρόσωπα των Γερμανών φρουρών του χώρου της πλατείας που αντικρίσαμε βγαίνοντας από την εκκλησία. Τους νιώθαμε κι αυτούς σαν να μας χαμογελούσαν, σαν να΄ ρχονταν για πρώτη φορά κοντά μας.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Φιλολογική Στέγη" Περίοδος Β΄- Τεύχος 19 (Ιαν.- Φεβ. - Μαρ. 2009) με τον τίτλο "Μνήμες πικρών ημερών της Κατοχής" 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου