"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ακτή Τζελέπη: Βυθισμένα αρχαία κτίσματα, λείψανα των Μακρών Τειχών και ξεχασμένα αρχαία στην παραλία!




Γράφει ο συγγραφέας κ. Γιώργος Λεκάκης,

Ο τσελέπης ή τζελέπης ή τσελεμπί ήταν ένας τίτλος, που απαντάται από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δινόταν στους σουλτανόπαιδες. Αργότερα, και μέχρι καταργήσεως των τεκέδων στην Τουρκία (1925) με αυτόν τον τίτλο ευρίσκουμε τον ανώτερο αρχηγό του δερβισικού τάγματος των Μεβλεβήδων Ικονίου. Αυτός και μόνον αυτός είχε το προνόμιο να ζώνει το ξίφος στον σουλτάνο κατά την ανάρρησή του! Έτσι το τζελέπης έγινε συνώνυμο του «ευγενούς».

Το τάγμα των Μεβλεβήδων, πριν το οικτρό τέλος του, είχε παραρτήματα παντού. Μεταξύ των μελών του ήσαν και πολλοί Έλληνες. Και μεταξύ αυτών και πολλοί τσελεπήδες. Αυτοί οι άνθρωποι, επειδή κατά κανόνα ήταν μορφωμένοι, χρησιμοποιήθηκαν και για τον υπολογισμό και είσπραξη φόρων των μεγαλοκτηνοτρόφων-προμηθευτών του οθωμανικού κράτους. Αυτός ο φόρος έμεινε γνωστός ως «τα τζελεπικά». Έτσι, οι τζελέπηδες ασκούσαν και οικονομική πολιτική, αποφάσιζαν για προμήθειες, είχαν επιρροή στον σουλτάνο, κλπ. Μάλιστα, επί σουλτάνου Μεχμέτ Δ΄ εκδηλώθηκε και το «Κίνημα των Τζελέπηδων», που δεν ήταν μια διόλου ευκαταφρόνητος στάση. Πάντως, έμεινε ο τίτλος και ως επίθετο, που απαντάται σε Κωνσταντινούπολη, Μακεδονία, Χίο, Θεσσαλία, Αρκαδία, Κρήτη, Δωδεκάνησα, Πόντο, κ.ά.

Ειδικώς με αυτό το επίθετο-παρατσούκλι είναι γνωστός ο Ιωάννης Κομνηνός, μωαμεθανός στο θρήσκευμα, αλλά με ειδικές σπουδές, που νυμφεύθηκε το 1131 την κόρη του Λέοντος Α' του «κυρίου των βουνών της Μικράς Αρμενίας» και το 1140 την κόρη του σουλτάνου των Σελτζούκων Μεσούντ του Ικονίου. Αλλά και ο Μωάμεθ ο Α΄, 1413-1421.

Η Ακτή Τζελέπη, σήμερα, στον Πειραιά, λέγεται έτσι, από έναν από τους πρώτους οικιστές του μεγάλου λιμανιού, από το 1829, τον Γιαννακό Γεωργίου Τζελέπη, από την Μακρυνίτσα Πηλίου Μαγνησίας, που επί της άκρης του μώλου, που φέρει νυν το όνομά του, είχε ένα καφενείο και ένα υποτυπώδες ξενοδοχείο, και μάλιστα ίσως το πρώτο στον Πειραιά. Το κτισμένο με λάσπη και ξύλα ξενοδοχείο, κτίσθηκε περί το 1839 κανονικά με πέτρες και εδέσποζε επί της ακτής.

Αυτή ήταν η ακτή όπου έμελον να διαδραματισθούν μερικά από τα τραγελαφικότερα αρχαιολογικά γεγονότα του Πειραιώς, του 19ου αι.

Κατ’ αρχήν, εδώ φορτω-εκφόρτωναν τα πλοία. Αλλά πολλές φορές τα εμπορεύματα… ξέμεναν στην ακτή. Μερικά απ’ αυτά ήταν πολύ σημαντικά: Όπως λ.χ. το 1891 ξέμεινε μια… αρχαία μαρμάρινος ακέραια ανάγλυφος στήλη (1,5 Χ 1,5 μ.), που είχε βρεθεί στην Βόνιτσα (Ακαρνανίας) και απεστάλη από τον ανθυπομοίραρχο, Χ. Παπαγεωργίου, με το ατμόπλοιο «Πέλοψ» της ελληνικής ατμοπλοΐας, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων στον Πειραιά! Εικόνιζε έναν οπλίτη όρθιο, που είχε τα χέρια του τεταμένα προς τα εμπρός, και φαινόταν να κρατούσε στο δεξί του χέρι δόρυ, που έλειπε. Ομοίαζε, γράφουν οι εφημερίδες της εποχής, πολύ με το γνωστό ανάγλυφο του Μαραθωνομάχου, του μετενεγκόντος στην πόλη των Αθηνών το άγγελμα της νίκης, και εκπνεύσαντος. 

Απεστάλη από τον ανθυπομοίραρχο, Χ. Παπαγεωργίου, με το ατμόπλοιο «Πέλοψ» της ελληνικής ατμοπλοΐας, στην Εφορεία Αρχαιοτήτων στον Πειραιά


Αλλά ενώ το ακαρνανικό ανάγλυφο ήταν τέτοιας αξίας… έστεκε ξεφορτωμένο και ριγμένο στον παραλιακό βραχίονα Τζελέπη! Εκεί ακριβώς που οι ναυτικοί αποβίβασαν τον αρχαίο επιβάτη! Εκτός του κινδύνου της φθοράς, υπήρχε και ο κίνδυνος μήπως κλαπεί κάποια νύκτα. Η εφημερίς «Εφημερίς» έκανε ρεπορτάζ, γνωστοποίησε το γεγονός, ζητώντας η αστυνομία να μεταφέρει τον αρχαίο οπλίτη, τουλάχιστον, στο αστυνομικό τμήμα, όχι προς κράτηση, αλλά προς προφύλαξη «αφού η Εφορεία δεν πολυφροντίζει, φαίνεται, δια τοιαύτα αντικείμενα»! Την επομένη της γνωστοποιήσεως και του κραξίματος από την εφημερίδα, ευαισθητοποιήθηκε ο γεν. έφορος και απέστειλε ανθρώπους της Εφορείας στον Πειραιά να παραλάβουν το αρχαίο αντικείμενο τέχνης από την παραλία… Το μετέφεραν στο ενταύθα Μουσείο Αρχαιοτήτων. «Το περίεργον είναι ότι περί αυτού δεν είχεν ειδοποιηθή ούτε ο εν Πειραιεί έφορος των αρχαιοτήτων ίνα τουλάχιστον φροντίση εγκαίρως περὶ της παραλαβής του»… (βλ. εφημ. «Εφημερίς», αρ. φύλ. 259, 16 και 17.9.1891).

Πειραιάς 1892

Άλλο τραγελαφικό της Ακτής είναι ότι δυο χρόνια αργότερα (Δεκέμβριος του 1893) και ενώ βυθοκόρος εργαζόταν για την εκβάθυνση, παρά την πλατεία, και προ των πρακτορείων ατμοπλοϊών, ευρέθησαν «τεμάχια λίθων τετραγώνων, εφ’ ων υπήρχον προσκεκολλημμένα τεμάχια ασβέστου». Το είπαν στο πρόεδρο της Λιμενικής Επιτροπής και εκείνος εκάλεσε τον έφορο αρχαιοτήτων. Εκείνος απεφάνθη ότι «οι λίθοι ούτοι απεσπάσθησαν απὸ κτηρίου εν τω βυθώ της θαλάσσης ευρισκομένου. Πιθανώς δε οι αποσπασθέντες λίθοι να ανήκωσιν εις τα μέχρι του μέρους εκείνου εξικνούμενα Μακρὰ Τείχη». Η βυθοκόρος σταμάτησε τις εργασίες της μέχρι να γίνουν κάποιες έρευνες (βλ. «Εφημερίς των Συζητήσεων», αρ. φύλ. 19, 12.12.1893). Φαίνεται όμως πως οι εργασίες δεν σταμάτησαν για πολύ. Τα συμφέροντα ήταν μεγάλα. 


η βυθοκόρος που "κατέστη δεινός αρχαιοδίφης" καθώς συνεχώς έβγαζε από το βυθό "θησαυρούς"



Για πολλούς στον Πειραιά είχε (και έχει) περισσότερη αξία το χρήμα, από την Ιστορία της πόλεως. Έτσι, μόλις λίγες ημέρες μετά, η βυθοκόρος ξανα-εργαζόμενη κανονικότατα, «κατέστη δεινὸς αρχαιοδίφης» και άρχιζε να βγάζει απ’ τον βυθό «διαφόρους στήλας ενεπιγράφους (…) δύο επιτύμβιαι στήλαι φέρουσαι κεχαραγμένα δυσανάγνωστα ονόματα (…) τεμάχια λίθων ανηκόντων εις τα αυτόθι Μακρὰ Τείχη (…) αρχαίον ανάγλυφον, όπερ παριστά γυναίκα καθημένην, επὶ ανακλίντρου, άνωθεν της οποίας ευρίσκεται επιγραφή δυσανάγνωστος»… Μετα απ’ όλα αυτά, η Λιμενική Επιτροπή και όχι η Εφορεία Αρχαιοτήτων εμίσθωσε δύτες «οίτινες ερευνώσιν εις τον βυθὸν της θαλάσσης, μήπως ανακαλύψωσί τι ωφέλιμον εις την αρχαιολογικὴν επιστήμην»!.. (βλ. «Εφημερίς των Συζητήσεων», αρ. φύλ. 49, 12.1.1894 και εφημ. «Εφημερίς», αρ. φύλ. 12, 12.1.1894). Έτσι ανακοινώθηκε επισήμως πως «τα αρχαία ταύτα ευρήματα φαίνονται ουδεμιάς αξίας», και τα έργα συνεχίσθηκαν κανονικά… Παραβλέποντας φυσικά πως τα πάντα είναι ωφέλιμα στην αρχαιολογική επιστήμη, η οποία δεν μπορεί και δεν δικαιούται να πετά ή να διακρίνει τίποτε… Παρ’ όλα αυτά, η βυθισμένη ιστορία του Πειραιώς συνέχιζε να ξερνά, ζητώντας λίγη προσοχή: Την επομένη «ανεσύρθη ανάγλυφο παριστών άνδρα καθήμενο και προ αυτού ισταμένην γυναίκα. Άνωθεν της επιτυμβίου ταύτης πλακὸς διακρίνονται ίχνη ονομάτων, εξ ων μόνον στοιχεία τινα διετηρήθησαν». Και σαν να μην έφθανε αυτό, ευρέθησαν κι άλλες τέσσαρες πλάκες: Έφεραν δε τα εξής ονόματα:

·         Η πρώτη Ινάρως Σωστράτου Σαΐτης,
·         η δευτέρα Αριστοκράτης Αριστοφάνους Πειραιεύς,
·         η τρίτη Κωτάλη Ίωνος Ηρακλεώτις και
·         η τετάρτη Απατούριος Επιφάνου Κνίδιος!
(βλ. «Εφημερίς», αρ. φύλ. 13, 13.1.1894).

Όλοι αυτοί που έζησαν κάποια στιγμή στον Πειραιά ζητούσαν εξιλέωση! Αλλά οι σύγχρονοι συμπατριώτες τους νοιάζονταν περισσότερο για τον μαμωνά!

Οι εργασίες συνεχίσθηκαν κανονικά… Οι νεκροί Πειραιώτες, τόσα χρόνια νεκροί, είχαν ξεχασθεί πια στα μάτια των ζωντανών χρηματοθηρών Πειραιωτών…

Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε κάποιος φιλάρχαιος κόσμος που έκαμε τον περίπατό του στο λιμάνι του Πειραιώς, και μιλούσε για την αρχαία δόξα και ιστορία του: Αρχαιολογικοί περίπατοι διοργανώνονταν και ξεκινούσαν στις 16.30 κυρίως από τον Ιάκ. Δραγάτση και του «Ομίλου των Πεζοπόρων» Πειραιώς. Άρχιζαν από την παραλία Τζελέπη και κατέληγαν στα οχυρωματικά έργα της Ηετιωνείας Πύλης, και από εκεί στον τάφο του Θεμιστοκλέους. Συμμετείχαν φιλάρχαιοι και πολλοί φιλομαθείς μαθητές του Γυμνασίου (βλ. «Εφημερίς», αρ. φύλ. 146, 26.5.1894).

Αρχαιολογικοί περίπατοι διοργανώνονταν από τον Ιάκ. Δραγάτση και από τον «Όμιλο των Πεζοπόρων» Πειραιώς. Άρχιζαν από την παραλία Τζελέπη και κατέληγαν στα οχυρωματικά έργα της Ηετιωνείας Πύλης


Σήμερα, αυτόν τον περίπατο δεν μπορεί να τον κάνει κανείς. Αν και εξελιχθήκαμε τεχνολογικώς από τότε, φτιάξαμε γεφύρια, δρόμους, φανάρια… Αυτοκίνητα, φορτηγά, κάγκελα, και άλλα εμπόδια, θέτουν προβλήματα και προσκόμματα γι’ αυτόν τον περίπατο!.. Δεν είναι σημειωμένος, σηματοδοτημένος, αναγνωρισμένος. Είναι πιο δύσκολος από τότε, έως ακατόρθωτος. Κινδυνεύεις να σε κόψει κανένα αυτοκίνητο εάν τον επιχειρήσεις. Επίσης, δεν υπάρχουν οργανωμένοι τέτοιοι τακτικοί περίπατοι, από εμπνευσμένους διδασκάλους και καθηγητές ή αρχαιολόγους, που αγαπούν τον Πειραιά (και υπάρχουν τέτοιοι). Πώς, λοιπόν, και ποιος να προσελκύσει τους γυμνασιόπαιδες του Πειραιώς και να τους μάθει την σπουδαία Ιστορία του Μεγάλου Λιμανιού; Θέλει καμμονία η πειραιώτικη παιδεία και η παιδεία των Πειραιωτόπουλων, που φαίνεται να μην διατίθεται από τους καθ’ ύλην αρμοδίους…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου