"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Οι μπουναμάδες της Πρωτοχρονιάς

Πραγματικός θησαυρός απλωμένος πάνω στην τάβλα της καρότσας



Του Στέφανου Μίλεση

Από τις εορτές των λεγόμενων Νικολοβάρβαρων και μετά, ξεκινούσε στον Πειραιά ένα υπαίθριο πραγματικό πανηγύρι, που είχε να κάνει με τον δημοτικό στολισμό της πόλης, με την δημοτική αγορά και τον οργασμό που επικρατούσε την περίοδο εκείνη αλλά και από τις διαδοχικές εορτές, που λίγο πολύ ήταν σχετικές με τους Πειραιώτες και τον ίδιο τον Πειραιά. 

Την εκκίνηση έδινε στις 6 Δεκεμβρίου η γιορτή του θαλασσινού Αγίου Νικολάου, του προστάτη των ναυτικών. Η περιφορά της εικόνας του από τον φερώνυμο ναό, αποτελούσε μια πραγματική έναρξη της εορταστικής περιόδου καθώς η πλειοψηφία κάποτε των Πειραιωτών ήταν ναυτικοί ή ζούσαν από την λειτουργία του λιμανιού. Αλλά και μετά ακολουθούσε η εορτή του πολιούχου του Πειραιά Αγίου Σπυρίδωνα με άλλη περιφορά εικόνας, η μαγευτική παραμονή των Χριστουγέννων, τα ίδια τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, του Αγίου Βασιλείου, τα Θεοφάνια. 

Πραγματικός εορταστικός πυρετός στον Πειραιά. Τότε που δεν υπήρχαν τα μεγάφωνα να παίζουν κατά μήκος των δρόμων χριστουγεννιάτικα, κυριαρχούσε ο ήχος της ροκάνας και της φυσαρμόνικας. Το εορταστικό σύνθημα έδινε ο ήχος της καμπάνας πότε του Αγίου Νικολάου, πότε του Αγίου Σπυρίδωνος και πότε του Αγίου Βασιλείου ανάλογα με το ποιος γιόρταζε. Ακόμα και τα τραμ εκείνες τις μέρες χτυπούσαν αδιάκοπα το καμπανάκι τους για να περάσουν στην ακτή του πειραϊκού λιμένα, ανάμεσα στα πλήθη του κόσμου που κατέβαιναν στην αγορά. Στα παιδιά αρκούσε η αγορά και μόνο ενός μπαλονιού για να τα κάνει χαρούμενα. Στη Βασιλέως Γεωργίου Α’, ήταν έθιμο την περίοδο των εορτών, να εμφανίζονται μικρέμποροι που τοποθετούσαν από το πρωί καρότσια που πωλούσαν τους περιζήτητους μπουναμάδες.

Τα παιδιά της Παπαστράτειου Σχολής κατασκευάζουν ξύλινα καράβια για τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα


Σήμερα και μόνο το άκουσμα του όρου «μπουναμάς», προκαλεί περιέργεια καθώς έχει ως έθιμο χαθεί. Στους σημερινούς τεράστιους γιγαντολαβύρινθους παιχνιδιών, ποιος έχει ανάγκη από ξύλινους μπουναμάδες; Τότε ολάκερη ανθρωποθάλασσα κατέκλυζε την λεωφόρο Γεωργίου Α’ για να επισκεφτεί και μόνο τους μπουναμάδες. Τα καρότσια εκείνα που πωλούσαν φθηνά αλλά χειροποίητα ξύλινα παιχνίδια. Πραγματικός θησαυρός απλωμένος πάνω στην τάβλα της καρότσας. Ξύλινα αεροπλανάκια, στρατιωτάκια, χριστουγεννιάτικα στολίδια, ροκάνες, σβούρες και πολλά άλλα καλούδια φτιαγμένα με πραγματικό μεράκι δημιουργίες όλα από την κατεργασία του ξύλου. 

Γύρω από καρότσι οι πιτσιρικάδες με γουρλωμένα τα μάτια τους, παρακολουθούσαν μαγεμένοι το χέρι του πατέρα τους, ποιο παιχνίδι θα πιάσει. Γιατί και ο ίδιος ο όρος του "μπουναμά", από το χέρι, αντλεί τη γέννησή του. Μποναμάς που στα ιταλικά είναι bona mano, καλό χέρι δηλαδή, μεταφέρθηκε στην ελληνική πραγματικότητα ως το χέρι του γονιού που αγόραζε το μικροπαιχνίδι του καροτσιού. Αυτό θα ήταν και ο δικός τους πρωτοχρονιάτικος μπουναμάς. Ήταν το δώρο που φανερά λάμβανε κάθε παιδί στις γιορτές. Και λέω φανερά γιατί μπουναμάς ήταν το έξτρα δώρο. Το άλλο ήταν εκείνο που ο «Άγιος Βασίλης» τοποθετούσε την παραμονή των Χριστουγέννων στο δένδρο (ή στο καραβάκι παλαιότερα) ή έβαζε μέσα στην κρεμασμένη χριστουγεννιάτικη κάλτσα. Εκείνο το δώρο ήταν η έκπληξη του Άγιου Βασίλη. Άρα αφού το πρώτο το μεγάλο των Χριστουγέννων ήταν του Αγίου, τα παιδιά ήθελαν και το δώρο των γονιών. Κι αυτό ήταν ο μπουναμάς.

  Πώς να εξηγούσαν οι κακόμοιροι οι γονείς και το άλλο δικό τους ήταν επίσης! Έτσι προκειμένου να μη χαλάσουν τη μαγεία των παιδιών αγόραζαν ως μπουναμά κάτι φτηνό καταφεύγοντας στα υπαίθρια καρότσια της Λεωφόρου Γεωργίου. Και το προσέφεραν ως πρωτοχρονιάτικο δώρο, αφού το Χριστουγεννιάτικο είχε ήδη καλυφθεί. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’30 που οι μπουναμάδες είχαν την τιμητική τους, ξυλοπαίχνιδα άρχισαν να κατασκευάζουν και τα παιδιά ορισμένων νυχτερινών και τεχνικών – επαγγελματικών σχολών. Τα ξύλινα χριστουγεννιάτικα καραβάκια που περιέφεραν τότε όλοι οι πιτσιρικάδες από σπίτι σε σπίτι στα κάλαντα, ήταν δημιουργήματα των παιδιών της Παπαστράτειας σχολής, ενώ τα κορίτσια της Επαγγελματικής έφτιαχναν κεντήματα, κεριά, χειροποίητα στεφάνια. Τα ξύλινα καρότσια της Γεωργίου, τα καρότσια των μπουναμάδων ήταν στην ουσία οι πρόγονοι των σημερινών εορταστικών δωροεκθέσεων.

Η εποχή μας σήμερα επέτρεψε το εισαγόμενο πλαστικό να κυριαρχήσει παντού. Τα έθιμα χάθηκαν μαζί τους και η μαγεία του παρελθόντος. Κάποτε οι παλαιοί Πειραιώτες όταν άκουγαν ή έβλεπαν περιφορά εικόνας στους δρόμους της πόλης αποκαλύπτονταν. Έβγαζαν δηλαδή το ναυτικό τους κασκέτο, την τραγιάσκα τους ή το καπέλο τους και με αυτό τον τρόπο απέδιδαν τιμές στον Άγιο που γιόρταζε, στρεφόμενοι προς το σημείο της εκκλησίας, έστω κι αν δεν την έβλεπαν, ακούγοντας και μόνο τις καμπάνες της περιφοράς. Το ίδιο συνέβαινε (και ευτυχώς συμβαίνει μέχρι και σήμερα) και με τα δεκάδες σκάφη του λιμανιού, που κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας χαιρετούσαν και χαιρετούν με τη μπουρού τους τον Άγιο.

Το να τηρούμε τα έθιμα δεν είναι θέμα πίστης, είναι θέμα παιδείας, σεβασμού προς τις παραδόσεις που δόθηκαν σε εμάς όχι για να τις καταργήσουμε αλλά για να τις παραδώσουμε στις επόμενες γενιές, στα παιδιά μας, στα εγγόνια μας. 


Κάλαντα παιδιών με το καραβάκι


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου