ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Στον Πειραιά του 1912-1913


Του Στέφανου Μίλεση

Η περίοδος 1912 - 1913 θεωρείται μια από τις καλύτερες για τον ελληνισμό. Νικηφόροι Βαλκανικοί πόλεμοι, πρώτα κατά των Τούρκων και εν συνεχεία κατά των Βουλγάρων, απελευθέρωση χαμένων πατρίδων, λαός ενωμένος που μεγαλουργεί, ζει και ρουφά δυνατά το οξυγόνο της ελευθερίας, της αισιοδοξίας για το μέλλον.

Έλληνες που πρωτοστατούν παντού, θριαμβεύουν σε Ολυμπιακούς Αγώνες, πρωταγωνιστούν στην ανάπτυξη της αεροπορίας, διασκεδάζουν στο θέρετρο του Νέου Φαλήρου, χορεύουν στην Ταραντέλα, τραγουδούν οπερέτες στο θεατράκι, αθλούνται στο ποδηλατοδρόμιο ή στον Όμιλο Ερετών, πολεμούν για την πατρίδα που ονειρεύονται, μεγαλουργούν.

Εικόνες λοιπόν από Έλληνες που ασκούνται στην κωπηλασία λίγο πριν ανέβουν στο αεροπλάνο, που τιμούν την επέτειο της 25ης Μαρτίου την ίδια στιγμή που γεννούν στην ιστορία νέες επετείους, που αναπτύσσονται τεχνικά, οικονομικά, πολιτιστικά αν και βρίσκονται κάτω από τη σκιά του πολέμου. 

Φωτογραφικές απεικονίσεις με κέντρο ενδιαφέροντος τον Πειραιά, που επιλέχθηκαν από τις εφημερίδες της εποχής.



Προπόνηση Ερετών 1912 στο Πασαλιμάνι. Πρώτος εξ αριστερών ο Πειραιώτης Αεροπόρος (Υδραίος στην καταγωγή) Καμπέρος, κάτοικος Φρεαττύδας.
Ο "Τρελοκαμπέρος" εκτός της αγάπης που είχε για τις πτήσεις και τα αεροπλάνα, ως Υδραίος στην καταγωγή και κάτοικος του Πειραιά, έτρεφε απεριόριστη αγάπη και για το υγρό στοιχείο.

Παιδιά ντυμένα με παραδοσιακές ενδυμασίες γιορτάζουν την επέτειο της 25ης Μαρτίου το 1912. 


Η μια εκ των δύο μόνιμων δεξαμενών Πειραιώς. Συνετέλεσαν στην ανάπτυξη του λιμανιού και της ναυτιλίας. Αυτή είναι η μικρότερη δεξαμενή. 

Κολυμβητικοί Αγώνες στο Νέο Φάληρο. Οι κολυμβητές έπεφταν στη θάλασσα από λέμβο και κολυμπούσαν από τη μια σημαδούρα μέχρι την άλλη. Με τον ίδιο τρόπο είχαν διεξαχθεί και οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες κολύμβησης στο Λιμένα Ζέας.
Παιδιά απολαμβάνουν ζαχαρωτά στη προκυμαία του λιμανιού το 1912. Ο καιρός που η Ελλάδα θα εμπλακεί σε πόλεμο πλησιάζει...


Από τους κολυμβητικούς αγώνες στο Νέο Φάληρο. Οι κολυμβητές αναμένουν στην βάρκα το σύνθημα για να πέσουν στο νερό. Οι περισσότεροι είναι πληρώματα πολεμικών πλοίων. Γέλια, πειράγματα και αστεία κυριαρχούν ακόμη.


Το Θωρηκτό "ΨΑΡΑ" εισέρχεται στη δεξαμενή του Βασιλειάδη. Είναι 13 Σεπτεμβρίου 1912. Η θύελλα του πολέμου πλησιάζει.

Άνδρες του Θ/Κ "Ψαρά" σε γυμνάσια κατά το χρονικό διάστημα που το Θωρηκτό βρίσκεται στη δεξαμενή.


Ο Κωνσταντίνος Τσικλητήρας διασκεδάζει σε ρόλο τερματοφύλακα στο Νέο Φάληρο. Είναι Σεπτέμβριος του 1912. Λίγο καιρό πριν ο Τσικλητήρας θριάμβευε ως αθλητής του Στίβου στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Στοκχόλμης. Ο πόλεμος βρίσκεται προ των πυλών και ο Τσικλητήρας αρνείται την τοποθέτησή του σε θέση γραφείου για την προστασία του επικαλούμενος πως δεν είναι "κουραμπιές". Θα στρατευθεί από τους πρώτους και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 10 Φεβρουαρίου 1913 νικημένος από μηνιγγίτιδα. 

Ψαράδες στο Νέο Φάληρο, στο καθημερινό τους έργο. Η μετακίνηση γίνεται με κουπιά. 

Μαθητές σχολείων επισκέπτονται στον Φαληρικό όρμο, το νέο απόκτημα του στόλου το Θωρηκτό "Αβέρωφ". 
Ο αθλητής του Ομίλου Ερετών Δημήτριος Αρκούδας (1912)



Το νέο απόκτημα του Λιμένος Πειραιώς το 1912, το λεγόμενο Θυρόπλοιο. Λειτουργούσε ως πύλη των δεξαμενών. Το Θυρόπλοιο "έκλεινε" την είσοδο των δεξαμενών ερμητικά, όπου στη συνέχεια γινόταν άντληση των υδάτων από αυτές.

1913


Ο Καμπέρος το 1913 πάνω στο αεροπλάνο του τον "Δαίδαλο" που εκτίθεται σήμερα στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα.

Επιβίβαση στη λέμβο και αναμονή για αναχώρηση. Πρόκειται για επιβάτες πλοίου που πέρασαν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο Λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου και τώρα πρόκειται να επιστρέψουν στον Πειραιά.
Περίπατος στην εξέδρα του Νέου Φαλήρου. Άπαντες ντυμένοι με τα καλύτερα ρούχα τους. Ο πόλεμος για λίγο στο περιθώριο.
Ιατροί, νοσηλευτές και προσωπικό του Ρώσικου Νοσοκομείου στο Πασαλιμάνι σε αναμνηστική φωτογραφία το 1913. Ανάμεσά τους βρίσκονται και τραυματίες πολέμου.


Έλληνες τραυματίες μετώπου, σε θάλαμο του Χατζηκυριάκειου Ορφανοτροφείου Θηλέων, που λόγω πολέμου έχει μετατραπεί σε Στρατιωτικό Νοσοκομείο.


20 Μαΐου 1913. Έλληνες Πρόσφυγες διωγμένοι από του Βούλγαρους, στεγάζονται πρόχειρα σε αίθουσα Δημοτικού Σχολείου στον Πειραιά

27 Μαΐου 1913. Το Βελγικό Ατμόπλοιο "Κούρλαντ" προσκρούει σε νάρκη και "κάθεται" στον προλιμένα του Πειραιά. Βάρκα του λιμένα προσεγγίζει για να εκτιμήσει το κόστος της επισκευής.
30 Μαΐου 1913. Τουρκικά λάφυρα από το Μπιζάνι ξεφορτώνονται από πλοία στην Ακτή Μιαούλη.
1 Ιουνίου 1913. Τούρκοι αιχμάλωτοι στην Ακτή Μιαούλη.
26 Ιουνίου 1913. Βούλγαροι Αξιωματικοί αιχμάλωτοι πολέμου, στεγάζονται στο Δημοτικό Παρθεναγωγείο Πειραιώς, στην Πλατεία Κοραή. Πολύ σύντομα όμως, εξαιτίας συμπλοκών μεταξύ ανθρώπων της νύχτας στην Τρούμπα για ξεκαθάρισμα λογαριασμών, θα προκληθεί ανησυχία στη Στρατιωτική Διοίκηση, η οποία θα μεριμνήσει για τη μεταφορά τους σε άλλο σημείο.
22 Οκτωβρίου 1913. Έλληνες στρατιώτες, αιχμάλωτοι των Βουλγάρων, φτάνουν με μεταγωγικό πλοίο στον Πειραιά. 
12 Νοεμβρίου 1913. Στρατιώτες της Δευτέρας Μεραρχίας αποβιβάζονται στην προβλήτα της Τρούμπας, που την περίοδο αυτή φέρει την επωνυμία "Κωνσταντίνος ο Ελευθερωτής".
Στην Δευτέρα Μεραρχία κατατάσσονταν άνδρες από την Αττική και κύρια από τον Πειραιά, την Αθήνα και τα νησιά του Σαρωνικού.  Οι στρατιώτες αμέσως μετά την αποβίβασή τους κατέλαβαν όλη την αποβάθρα και τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί σε αυτήν.
Πρόκειται για τη σημερινή Λεωφόρο Δευτέρας Μεραρχίας που μετονομάσθηκε έτσι προς τιμή της συγκεκριμένης Μεραρχίας.
14 Νοεμβρίου 1913. Συνεχίζεται η αποβίβαση των ανδρών της Δευτέρας Μεραρχίας.
Λίγες ημέρες μόλις πριν, στις 8 Νοεμβρίου του 1913 οι άνδρες της Δευτέρας Μεραρχίας εισήλθαν στην Θεσσαλονίκη, εν μέσω πλήθους που τους υποδεχόταν.
Η επάνοδος στον Πειραιά πραγματοποιήθηκε με τα ατμόπλοια "Έφη", "Αθηνά", "Κορωναίος" καθώς και με τα υπερωκεάνια "Θεμιστοκλής", "Αθήναι" και "Πατρίς".
Κινηματογράφος "Παλλάς" στην Αθήνα. Ειδική προβολή για την υποδοχή της "Σιδηράς Μεραρχίας" της Δευτέρας Μεραρχίας όπως την αποκαλούσαν λόγω της αυξημένης πειθαρχίας της.
Ο Κωνσταντίνος Νικολάου έπεσε με το "μπεγλέρι" στο χέρι. Στρατιώτης της Δευτέρας Μεραρχίας, στρατολογήθηκε από τον Πειραιά. Σκοτώθηκε στις 20 Ιουνίου 1913 σε μάχη με τους Βούλγαρους έξω από το Κιλκίς. Η καταγωγή του αδιευκρίνιστη. 
Η ζωή συνεχίζεται. Τρεις Αυστριακές καλλιτέχνιδες πίσω από τον φράχτη του Λοιμοκαθαρτηρίου, έναντι του Αγίου Νικολάου. Χαμογελούν περιμένοντας. Έφτασαν στην Ελλάδα προκειμένου να ανεβάσουν Βιενέζικη οπερέτα στο θεατράκι του Νέου Φαλήρου.
Βαθμοφόροι Προσκοπικής Ομάδος στον Πειραιά ποζάρουν το 1913 στον Λάϊο. Δυστυχώς τα ονόματά τους δεν αναγράφονται.
Δεξιά ο ποιητής Σπύρος Ματσούκας. Αν και στους περισσότερους δεν είναι γνωστός σήμερα, υπήρξε ο ποιητής της νίκης των Βαλκανικών πολέμων.
Πραγματικός εθναπόστολος γύριζε όλη την Ελλάδα παροτρύνοντας τους στρατιώτες για νίκες. Ήταν γνωστός ως φυσιογνωμία στον Πειραιά καθώς ερχόταν τακτικά για να επιβιβαστεί σε πλοίο, διαμένοντας σε διάφορα ξενοδοχεία του λιμανιού.
Στη φωτογραφία με τον γιο της αδελφής του Π. Γκίκα ο οποίος τραυματίστηκε δύο φορές στη μάχη των Γιαννιτσών (στο χέρι και στο στήθος) αλλά παρέμεινε στο μέτωπο για να μην απογοητεύσει τον θείο του. Ο Σπύρος Ματσούκας γράφει:

Δικαιοσύνη ξένου δεν προσμένουμε,
Κι εκδίκηση απ΄ αλλού δεν καρτερούμε
Μονάχοι μας το αίμα που μας ήπιατε,
Χίλιες φορές και εμείς θα σας το πιούμε

Παλικαρίσια, αντρίκια κι όχι άτιμα
Όχι παιδιά, γυναίκες, γέρους όχι,
Σε λύκους, σε θρασίμια, αγριοτσάκαλα,
Το χέρι μας θα πέσει με το βρόχι

Οργή Θεού λαμπάδιασε και φούντωσε
Θεού Δικαιοσύνη και προφτάνει
Μετανοιωμένους όλους κι αμετάνοιωτους
θα σας ρουφήξει πύρινο ποτάμι.  

Η «μνηστευμένη νεκρά» του Αγίου Διονυσίου

Μια σφαίρα θα κόψει το ένα δάκτυλο στο αριστερό χέρι της «μνηστευμένης νεκράς» ενώ άλλες προξένησαν ζημιές στη βάση της.

Του Στέφανου Μίλεση

Μια νεαρά κόρη πεθαίνει πριν τελεσθούν οι γάμοι της. Η ιστορία της θα ήταν χαμένη όπως τόσες άλλες, μέχρι που της χάρισε την αιωνιότητα ο Τήνιος γλύπτης Δημήτριος Φιλιππότης (γνωστός από τον «Ξυλοθραύστη» έναντι του Παναθηναϊκού Σταδίου του Καλλιμάρμαρου).

Η κόρη του Φιλιππότη που φέρει την ονομασία «μνηστευμένη νεκρά», αναπαριστάται να κοιτά με θλίψη το δακτυλίδι που φορά στο χέρι της, ενός γάμου που ουδέποτε τελέσθηκε. Η «Μνηστευμένη νεκρά» στόλιζε την είσοδο του παλαιού νεκροταφείου του Πειραιά, αυτό του Αγίου Διονυσίου. Υψωνόταν πάνω από τον τάφο της παλιάς Πειραϊκής οικογένειας Σεφερλή, που ήταν ένας από τους παλαιότερους οικιστές της πόλης και ιδρυτής του πρώτου Κυλινδρόμυλου.

14 Ιανουαρίου 1893,
Μνημόσυνο Δημητρίου Σεφερλή στο Νεκροταφείο Αγίου Διονυσίου

Η «μνηστευμένη» κρυμμένη πίσω από έλατα και την ίδια τη μάνδρα του παλαιού νεκροταφείου, δέσποζε με την παρουσία της στο χώρο, ξεχασμένη εκεί για χρόνια. Κι αυτό διότι, αν και το νέο νεκροταφείο της «Ανάστασης» εγκαινιάσθηκε τον Απρίλιο του 1904, λειτούργησε έπειτα από πέντε χρόνια, το 1909, κύρια από το φόβο των Πειραιωτών να ξεθάψουν τους νεκρούς της χολέρας του 1854 (Γαλλική Κατοχή με τον Τινάν) για να μεταφέρουν τα μνήματα στην «Ανάσταση». Βλέπετε οι γιατροί της εποχής εκείνης, δεν ήταν απολύτως ξεκάθαροι ότι η εκταφή των χολεριασμένων δεν θα επαναφέρει τη χολέρα, κι έτσι καλού κακού άφηναν τα μνήματα στον Άγιο Διονύσιο. Μέχρι που η μεταφορά τελικώς έγινε, αλλά και πάλι πολλά μνήματα επιφανών κυρίως Πειραιωτών έμειναν πίσω. Όμως καθώς ήταν στολισμένα με έργα τέχνης σπουδαίων μαρμαρογλυπτών, δεν υπήρχε εγγύηση πως το έργο θα διασωθεί και θα φτάσει ακέραιο στη νέα του θέση. Και πραγματικά πολλά έργα καταστράφηκαν τότε, έργα που ουδέποτε έγιναν γνωστά, καθώς οι γλυπτοτεχνίτες τους δεν είχαν γίνει ακόμη γνωστοί.



Και βέβαια λέγοντας μεταφορά εννοούμε των λειψάνων και όχι του ίδιου του μνήματος που καταστρεφόταν πλήρως. Τα λείψανα των οικογενειακών μνημάτων ήταν που μεταφέρονταν από τον Άγιο Διονύσιο στην Ανάσταση και όχι καθαυτού τα ίδια τα μνήματα. Τα λείψανα έμπαιναν σε νέα μνήματα που σε πολλές περιπτώσεις ήταν φτιαγμένα από τα μάρμαρα που προέκυπταν από τη διάλυση των παλαιών. Κι αυτό καθώς είχε ήδη αποφασιστεί η μεγάλη έκταση του παλαιού νεκροταφείου, να μεταβληθεί σε οικοδομικά τετράγωνα με σκοπό την κάλυψη των προσφυγικών αναγκών, όπως κι έγινε.

Μόνο όσα μνήματα ήταν περιμετρικά ή μπροστά από το ναό του Αγίου Διονυσίου σώθηκαν και έστεκαν, αν και ήταν κενά (κενοτάφια), σε πείσμα εκείνων που ήθελαν να τα διαλύσουν. Μεταξύ των λιγοστών μνημάτων ήταν και η «μνηστευμένη νεκρά» του Φιλιππότη, κάνοντας τους κατοίκους της γύρω περιοχής υπερήφανους καθώς κοσμούσε μια συνοικία που μόνο για τα «Βούρλα» ήταν γνωστή.

Στο μεταξύ όμως ο τάφος της οικογένειας Δημητρίου Σεφερλή που είχε μεταφερθεί στην «Ανάσταση» στερείτο της διακόσμησης της «Μνηστευμένης νεκράς». Έτσι η οικογένεια υπέβαλλε διαρκώς αιτήσεις στον Δήμο Πειραιώς για τη μεταφορά της. Τα συνεργεία όμως του Δήμου δήλωναν αδυναμία να εκτελέσουν τη μεταφορά χωρίς τον κίνδυνο να καταστραφεί το έργο. Στο μεταξύ μεσολάβησαν μεγάλα γεγονότα όπως ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και ο εμφύλιος και λύση δεν φαινόταν.

Στα Δεκεμβριανά (1944) έπεσαν στην περιοχή πολλές σφαίρες που έπληξαν και τον παλαιό ναό του Αγίου Διονυσίου (προγενέστερο του σημερινού). Μια εξ αυτών έκοψε μάλιστα και το ένα δάκτυλο στο χέρι της «μνηστευμένης νεκρής» ενώ άλλες προξένησαν ζημιές στη βάση της.



Μεταπολεμικά η «μνηστευμένη νεκρή» δεν πέρασε και τις καλύτερες μέρες, καθώς όλα τα παιδιά της περιοχής έπαιζαν μπάλα και πετροπόλεμο γύρω από αυτήν προξενώντας επίσης αρκετές φθορές.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 αποφασίστηκε η κατεδάφιση του παλαιού ναού του Αγίου Διονυσίου (του δεύτερου κατά σειρά από τους τρεις συνολικά) και η οικοδόμηση ενός νέου κατά τα πρότυπα της Αγίας Τριάδας. Ελάχιστοι βέβαια θα έχουν παρατηρήσει πως η Αγία Τριάδα με τον Άγιο Διονύσιο έχουν τον ίδιο αρχιτεκτονικό ρυθμό σε διαφορετική όμως κλίμακα. Με την απόφαση λοιπόν δεδομένη, για τη κατεδάφιση του παλαιού ναού του Αγίου Διονυσίου και την ανέγερση νέου, ο Δήμος όφειλε να μεριμνήσει για τη μεταφορά της «μνηστευμένης» αλλιώς η καταστροφή της από το εργοτάξιο θα ήταν δεδομένη.

Το 1953 ο Δήμος Πειραιώς απευθύνει έγγραφο προς του Υπουργείο Παιδείας να επέμβει για την ασφαλή μεταφορά της «μνηστευμένης». Τότε το Υπουργείο Παιδείας ήταν αρμόδιο και για τα θέματα του Πολιτισμού. Ο Δήμος Πειραιώς επικαλείτο έλλειψη τεχνογνωσίας ως προς τη μεταφορά, γι’  αυτό και ζητούσε την παρέμβαση του Υπουργείου Παιδείας, ενώ το κόστος μεταφοράς ζητούσε να επιβαρύνει τον ίδιο τον Δήμο.

Τελικώς η μεταφορά επιτεύχθηκε το Νοέμβριο του 1958 κι η «μνηστευμένη» αφενός διασώθηκε, αφετέρου επέστρεψε στη φυσική της θέση. Στη θέση της κάποια εποχή η Ενοριακή Επιτροπή του Αγίου Διονυσίου προσπάθησε να φέρει κάποιο άλλο γλυπτό που κοσμούσε τότε τον Πειραιά, χωρίς αποτέλεσμα. Όσο για τη «μνηστευμένη» δεν ήταν το μοναδικό γλυπτό που μεταφέρθηκε, αφού ο «Ξυλοθραύστης» το 1958 άφησε τη πλατεία της Ρώσικης Εκκλησίας όπου βρισκόταν από το 1908 και μεταφέρθηκε έναντι του Παναθηναϊκού Σταδίου (Καλλιμάρμαρο) όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα.

Να σημειώσουμε πως η "Μνηστευμένη Νεκρά" είναι το μόνο Πειραϊκό έργο του Δημητρίου Φιλιππότη, που καθώς ήταν "ξεχασμένο" στη μάνδρα του Αγίου Διονυσίου, ουδέποτε καταχωρήθηκε στη σχετική εργογραφία του και ελάχιστα αναφέρεται στις διατριβές που έχουν εκπονηθεί καθώς και στη σχετική βιβλιογραφία.


Πηγή: 
- Στοιχεία από εφημερίδες εποχής, 
- ειδικώς από το άρθρο του Π. Τζουνάκου, φ. 23.8.1954, Εφημερίδα «Βραδυνή».
- Κοιμητήριο Πειραιώς "Ανάσταση"

Μπακάληδες, Μπακάλικα και Μπακαλόγατοι



Του Στέφανου Μίλεση

Σαν όνειρο μου έρχονται σήμερα στο μυαλό, κάποιες μαγικές εικόνες του παρελθόντος. Βακαλάος δραχμαί 18, Ελαίαι Αμφίσσης χονδραί, δραχμαί 17, όρυζα, Κασσέρι Θεσσαλίας, φέτα τελεμές, χαλβάς ζαχάρεως, λεμόνια χονδρά, γλασσέ, βούτυρο γάλακτος και άλλες ονομασίες που έχουν ταυτιστεί με τα παιδικά μου χρόνια.

Ήταν η συνηθισμένη ονοματολογία των προϊόντων ενός μπακάλικου της εποχής, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Τα μπακάλικα ήταν όπως οι ενορίες. Κάθε περιοχή είχε και το δικό της μπακάλη, τον άνθρωπο που ψώνιζε όλη η συνοικία. Εάν κάποιος σου έλεγε για παράδειγμα, ψωνίζω από του Βονόρτα, γνώριζες πως ήταν κάτοικος του Αγίου Βασιλείου. Τα προϊόντα τους έφεραν την ονομασία προέλευσης του ίδιου του μπακάλικου.

- «Η φέτα είναι του Βονόρτα», έλεγες λες και ο Βονόρτας έφτιαχνε φέτα!

Οι ελιές του τάδε ή του δείνα είναι καταπληκτικές. Φυσικά ούτε ο τάδε, ούτε ο δείνα, είχαν κάποιον ελαιώνα κρυμμένο σε μια αυλή του σπιτιού τους, από όπου έφερναν τις ελιές. Τα μπακάλικα προμηθεύονταν συνήθως τα βασικά τους προϊόντα, από χονδρέμπορους του λιμανιού, αλλά η προσωπικότητα του μπακάλη, η εξυπηρετικότατη συμπεριφορά του υπαλλήλου, του γνωστού μπακαλόγατου, η ταχύτητα διανομής της παραγγελίας με το ποδήλατο, έκαναν το μπακάλικο μοναδικό και αναντικατάστατο. Τα μπακάλικα είχαν και μαναβική, άρα ήταν και μπακαλομανάβικα. Πολλές φορές όταν τα έβλεπες από έξω νόμιζες ότι ήταν μανάβικα. Η διαφορά ήταν εμφανής μόνο στο εσωτερικό τους.
Άλλα όμως, είχαν και από δυο τρία τραπεζάκια από έξω και έβγαζαν καμιά ελιά, καμιά ντομάτα, κρεμμύδι, φάβα, ρέγκα. Αυτά ήταν γνωστά ως μπακαλοταβέρνες.

Οι μπακάληδες, ήταν πρόσωπα αξιοσέβαστα στον μικρόκοσμο της γειτονιάς. Όχι γιατί είχαν σπουδές, κύρος ή έντονη προσωπικότητα, αλλά γιατί διέθεταν ένα κρυφό όπλο! Αυτό ήταν το μπακαλοδέφτερο!

Τα μπακάλικα είχαν και μαναβική, άρα ήταν και μπακαλομανάβικα. Πολλές φορές όταν τα έβλεπες από έξω νόμιζες ότι ήταν μανάβικα - 1896


Το πιστωτικό εκείνο βιβλιαράκι που με το πρόχειρο μολύβι του αφτιού σημείωνε ο μπακάλης τις οφειλές ανεξαιρέτως κάθε οικογενειάρχη. Τι ονόματα και τι οφειλές θα διαβάζαμε εάν είχαμε άραγε ένα τέτοιο μπακαλοδέφτερο στη διάθεσή μας;

Από την μακροθυμία των μπακάληδων έζησαν οικογένειες και οικογένειες.
- Καλέ Λευτέρη, γράψτα στο τεφτέρι σου και την άλλη εβδομάδα που ο Φανούρης θα πληρωθεί θα σου δώσουμε κάποιο έναντι…

Καθώς οι σχέσεις ήταν προσωπικές, καθώς δεν υπήρχαν ξένοι σε μια γειτονιά αλλά μόνο γείτονες, ο καθείς γνώριζε τον πλησίον του, γνώριζε δηλαδή τα ρίσκα που θα έπαιρνε εάν δημιουργούσε οφειλή μαζί του.

Ο συνοικιακός μπακάλης ήταν ο τελικός αποδέκτης των τιμών, του τιμάριθμου, της πολιτικής δηλαδή της κάθε Κυβέρνησης. Βέβαια τότε ακόμη οι Κυβερνήσεις ήταν Εθνικές και ανεξάρτητες και όχι ελεγχόμενες αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.

Στην αγορά το 1932


Το να ψωνίσεις βέβαια από τον μπακάλη, ήταν μια κάποια εμπειρία. Έπρεπε να δώσεις δημόσια την παραγγελία, καθώς τότε, δεν έριχνες μόνος τα προϊόντα που διάλεγες σε κάποιο καρότσι, αλλά τα απαριθμούσες προσωπικά στον ίδιο τον μπακάλη, όταν ερχόταν η σειρά σου, δυνατά, καθαρά και έχοντας πίσω σου άλλους να σε παρακολουθούν.

- Καλημέρα Κυρ Γιάννη, θα ήθελα φάβα, καρολίνα ή ιμπέριαλ νύχι, γίγαντες, μαυρομάτικα...

Περίπου όπως γίνεται σήμερα με τα σουβλάκια που δίνεις την παραγγελία όταν έρθει η σειρά σου εντός του οβελιστηρίου. Τότε ο μπακάλης που καθόταν ταμείο επαναλάμβανε τη λίστα στον μπακαλόγατο, περίπου όπως γίνεται στα πολεμικά πλοία με τις εντολές του Κυβερνήτη.
-  Πηδάλιο δεξιά 30 μοίρες…
-  Πηδάλιο δεξιά 30 μοίρες, επαναλάμβανε ο τιμονιέρης, για να δείξει ότι κατάλαβε..

Ομοίως και τότε. Από τη λίστα που είχες πρόχειρη στο χέρι σου, η οδηγία διαβαζόταν προς τον μπακάλη και από εκεί προς τον μπακαλόγατο. Σιγά-σιγά, η λίστα που κρατούσες ως Ευαγγέλιο στο χέρι σου, μετασχηματιζόταν σε στοίβα προϊόντων πάνω στο μάρμαρο, δίπλα στο ταμείο του μπακάλη. Κι από εκεί έμπαινε στο διχτυωτό. Άντε τώρα να δώσεις παραγγελία εάν δεν υπήρχε χρήμα, εάν ήθελες κάτι φθηνότερο, κάτι υποδεέστερο βρε αδελφέ!

Αν δεν σκότωνε η δημόσια παραδοχή της αδυναμία σου, θα σε σκότωνε στα σίγουρα η επανάληψη του μπακάλη.

- Στέλιο, πιάσε ντοματοπελτέ για τον κυρ Χρήστο, από εκείνον το φτηνό που έχουμε…
Και έπρεπε να φτάσεις μέχρι τέλους. Να πλησιάσεις σκύβοντας ελαφρά προς το ταμείο και να ομολογήσεις στον μπακάλη την ήττα σου!
- Γράψτα!


Τα πάντα, όλα. Πειραιάς 1930

Πόσες φορές άραγε να ακούστηκε αυτή η παράκληση, που για λόγους γοήτρου δεν είχε τίποτα το παρακλητικό πάνω της, παρά μόνο μια μορφή εντολής: Γράψτα!

Πολλοί πελάτες είχαν αναπτύξει θαυμαστή ικανότητα πάνω σε αυτόν τον τομέα. Του γραψίματος… Έκαναν πως είχαν λεφτά, αλλά πώς με κάποιο τρόπο πιάστηκαν απροετοίμαστοι. Το «θέατρο» άρχιζε από την ουρά.

-    Μα είναι δυνατόν; Οι πατάτες 35 δραχμές παρακαλώ! Γιατί παρακαλώ αυτή η τιμή για τις πατάτες; Γιατί δεν επαρκούν μήπως; Μα για λόγους αισχροκέρδειας, εγώ θα σας πω. Λες και είμαστε όλοι πλουτοκράτες για λόγου τους. Αμ το αλεύρι; Είδατε τιμή;

Και έτσι ο διαμαρτυρόμενος έφτανε από το τέλος της ουράς μέχρι το ταμείο, ασκώντας ακατάπαυστα κριτική για τις τιμές. Μόλις λοιπόν έφτανε ο Μπακάλης προκειμένου να απαλλαγεί από τη παρουσία του, έκανε μόνος του το αποφασιστικό εκείνο βήμα.

-      Εντάξει, εντάξει ηρέμησε κυρ Μανώλη, θα στα γράψω και εσύ κανονίζεις, όταν μπορείς.

Οι μπακάληδες ακόμη κρατούσαν χωρίς να το γνωρίζουν τα έθιμα ζωντανά, καθώς φρόντιζαν να πωλούν τα εποχιακά προϊόντα έγκαιρα. Έβγαζαν πάγκους έξω από το μπακάλικο το Πάσχα για παράδειγμα και πάνω τους τοποθετούσαν λογής-λογής κεριά, φαναράκια, λαμπάδες και λαμπάδες πολυτελείας! Έτσι αποκαλούσαν τις λαμπάδες που είτε πασχαλινές είτε χριστουγεννιάτικες έφεραν πάνω τους στολίσματα, πρόδρομοι των σημερινών μπάτμαν, των ανθρωπόμορφων νυχτερίδων που αγκαλιάζουν ένα κερί και το μετατρέπουν σε λαμπάδα δωροέκπληξη.

Κάτι που πρέπει να ειπωθεί είναι πως και εκείνη την εποχή υπήρχαν εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία όμως οι Έλληνες τα θεωρούσαν υποδεέστερα σε σχέση με τα ελληνικά, για αυτό και ήταν φτηνότερα. Φασόλια Σερβίας δραχμαί 13,40, Φασόλια ντόπια δραχμαί 16.00! Ελάχιστοι ψώνιζαν εισαγόμενα.

Οι εποχές άλλαξαν. Οι άνθρωποι αποζητούσαν περισσότερη ιδιώτευση, περισσότερη μυστικότητα της ζωής τους. Δεν ήθελαν συναλλαγή με κανέναν μπακάλη, με κανέναν μπακαλόγατο. Δεν ήθελαν τεφτέρια και μολύβια, δεν ήθελαν τα πάρε δώσε. Και η επιθυμία τους υλοποιήθηκε...

Τράβα μόνος τώρα να πάρεις το καλάθι, μόνος να το γεμίσεις, με τυποποιημένα προϊόντα. Ο υπάλληλος απρόσωπος, όπως και οι πελάτες. Κανείς δεν γνωρίζει κανέναν. Δεν έχεις; Δεν θα πάρεις. Αφού το τεφτέρι ενοχλούσε, βγάλε πιστωτική κάρτα και πλήρωσε τις αγορές σου έντοκες. Έτσι, αυτό που ο κόσμος αποζητούσε αποδείχθηκε πολύ πιο ακριβό, με προϊόντα χαμηλότερης ποιότητας και με τον πελάτη να ιδροκοπά από όλα εκείνα που πρέπει να κάνει μόνος του. Να σταθμεύσει το αυτοκίνητο, να φορτώσει το καρότσι, να το σέρνει, να τα βγάλει ένα προς ένα, να τα πληρώσει, να τα ξαναφορτώσει στο καρότσι κι από εκεί στο αυτοκίνητο, πίσω πάλι τα ίδια στο σπίτι μέχρι την τακτοποίηση. Πάει το κουδούνι του μπακαλόγατου που στα έφερνε στο σπίτι, πάει και το μπακάλικο που δεν είχες ούτε το χέρι να σηκώσεις, παρά μόνο να διαβάσεις τη λίστα, το προχειρογραμμένο εκείνο χαρτί που κρατούσες στο χέρι, σε μια εποχή που δεν υπάρχει πια.-