"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η 14η Οκτωβρίου του 1944 είναι η επέτειος απελευθέρωσης του Πειραιά



του Στέφανου Μίλεση

Οδεύουμε ταχέως για μια φορά ακόμα προς την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ενώ μόλις πριν από λίγες ημέρες, αφήσαμε πίσω μας τον εορτασμό για την απελευθέρωση της Αθήνας που έγινε στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Ανάμεσα σε αυτές τις δυο ημερομηνίες της 12ης Οκτωβρίου και της 28ης Οκτωβρίου μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια αίματος και θυσίας που προκάλεσε ο Ελληνο-ιταλικός πόλεμος και η γερμανική κατοχή που ακολούθησε. Είμαι υποχρεωμένος για μια φορά ακόμα να επαναλάβω αυτό για το οποίο ήδη έχω αναφερθεί και στο παρελθόν. Η 12η Οκτωβρίου του 1944 αν σήμερα εορτάζεται ως ημέρα Απελευθέρωσης της πόλης των Αθηνών, και πολύ σωστά εορτάζεται, αποτελεί ωστόσο για τον Πειραιά, μια ημέρα πένθους και υπέρτατης θυσίας καθώς τότε διεξήχθησαν οι πιο φονικές μάχες σε πολλά σημεία της πόλης. 

Στον Πειραιά η απελευθέρωση όχι μόνο δεν ήρθε τη 12η Οκτωβρίου, αλλά θα έπρεπε να αποτελεί και μια μέρα περίσκεψης στη μνήμη εκείνων που έπεσαν για να προστατεύσουν την υποδομή της πολιτείας. Κι αυτό διότι το Γερμανικό σχέδιο δεν προέβλεπε για τον Πειραιά μια υποστολή σημαίας, όπως έπραξαν στην Ακρόπολη οι Γερμανοί, ούτε κάποια κατάθεση στεφάνου στο μνημείο του Αγνώστου στρατιώτη. Στον Πειραιά οι Γερμανοί δεν έφυγαν εν μέσω κόσμου που πανηγύριζε για την αποχώρησή τους. Το Γερμανικό Σχέδιο προέβλεπε για τον Πειραιά την ολοσχερή καταστροφή του! Τόσο ο τρόπος αποχώρησης όσο και η συμπεριφορά των Γερμανών, διέφεραν ριζικά στις δύο πόλεις. 

Στην Αθήνα ο Γερμανός Διοικητής Φέλμυ είχε στείλει μια επιστολή στον Δήμαρχο ανακοινώνοντάς του, ότι οι Γερμανοί θα εγκαταλείψουν μια ανοχύρωτη πόλη! Κι αυτό το «ανοχύρωτη» σήμαινε ουσιαστικά ότι θα αναχωρούσαν ήσυχα χωρίς να προκαλέσουν καταστροφές. Φυσικά δεν το έπρατταν από αγάπη για τα αρχαία μνημεία της, αλλά προς το δικό τους συμφέρον καθώς αυτό τους υπεδείκνυε να φύγουν καλύπτοντας τα νώτα τους. Για τον Πειραιά όμως δεν ίσχυε το ίδιο. Οι εγκαταστάσεις του μεγαλύτερου λιμανιού της Ανατολικής Μεσογείου έπρεπε να καταστούν άχρηστες στους επόμενους. 

Ήδη από την 11η Οκτωβρίου επιχειρεί στον Πειραιά ένα σώμα ανατινάξεων και ειδικών σαμποτάζ, που σκοπό έχει  να ανατινάξει τους γερανούς του λιμανιού, τα κρηπιδώματα, τη δεξαμενή του Βασιλειάδη, τις αποθήκες του λιμανιού, τα Σιλό, τους Μύλους του Αγίου Γεωργίου, τη Ναυτική Σχολή Δοκίμων, το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο, την περιστρεφόμενη πλάκα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Ρέντη,  το εργοστάσιο Παπαστράτου, την Κοπή και βεβαίως το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής εταιρείας Πάουερ στο Κερατσίνι. Και αυτά τα σχέδια καταστροφής στις περισσότερες φορές υλοποιήθηκαν. 

Η δεξαμενή του Βασιλειάδη καταστράφηκε, ενώ όλες οι εγκαταστάσεις του λιμανιού ανατινάχθηκαν. Εκείνα που διασώθηκαν ήταν όσα υπερασπίστηκε με το αίμα τους ο ελληνικός λαός που είχε συσπειρωθεί γύρω από τις διάφορες ομάδες του ΕΛΑΣ. Αυτά δεν τα γράφω εγώ, ποιος είμαι άλλωστε να το τολμήσω; Το γράφουν δεκάδες συγγραφείς και μελετητές της Πειραϊκής ιστορίας, αλλά και ο Κώστας Θεοφάνους στο καταπληκτικό βιβλίο «Η Εθνική Αντίσταση στον Πειραιά 1941 – 44».  

Από το πρωί της 12ης Οκτωβρίου η πόλη του Πειραιά συγκλονίζεται από εκρήξεις και ανατινάξεις, καθώς δυνάμεις του ΕΛΑΣ συγκρούονταν σκληρά, όχι με τους αποχωρούντες Γερμανούς όπως έχει λανθασμένα καταγραφεί, αλλά με τους Γερμανούς εκείνους που είχαν ως διαταγή να υλοποιήσουν τα τερατουργήματά τους.  Στην οδό Αναπαύσεως γίνονταν φονικές οδομαχίες γύρω από τις εγκαταστάσεις της Κοπής. Κάλλιστα θα μπορούσαμε να περιγράφουμε αποκλειστικά και μόνο τα γεγονότα εκείνα που συνέβησαν στη Μάχη της Κοπής! Όμως η μάχη αυτή δεν ήταν η μοναδική. Τη στιγμή λοιπόν, που στην Αθήνα όλοι πανηγύριζαν για τη φυγή των Γερμανών, εδώ στον Πειραιά ο λαός που αντιστεκόταν έγραφε τη δική του ιστορία, που δυστυχώς όμως σήμερα φαίνεται να έχει περάσει στη λησμονιά, καθώς συμπαρασυρόμαστε και εμείς εδώ στον Πειραιά,  πίσω από τις γιορτές απελευθέρωσης της Αθήνας. Ακόμα ένα άλλο στοιχείο ελάχιστα γνωστό ήταν ότι οι Γερμανοί για να υλοποιήσουν τα εγκληματικά τους σχέδια, είχαν τοποθετήσει ακροβολιστές σε διάφορα σημεία του Πειραιά για να πυροβολούν εκείνους που θα έβγαιναν στους δρόμους να πανηγυρίσουν. 



Πολλές μαρτυρίες υπήρχαν για τη Γέφυρα της οδού Πλαταιών στην Πλατεία Ιπποδαμείας όπου αθώοι Πειραιώτες έπεφταν νεκροί καθώς έκαναν το λάθος να βγουν στο δρόμο κρατώντας την ελληνική σημαία παλλόμενοι από τον ενθουσιασμό της αποχώρησης των Ούννων. Και αυτό οι Γερμανοί το έπρατταν καθώς επιθυμούσαν ο κόσμος να παραμείνει έντρομος στα σπίτια του για να μπορούν εκείνοι ανενόχλητοι να προβούν στις προβλεπόμενες ανατινάξεις. 

Είναι γνωστή φυσικά η ιστορία για τις μάχες που έγιναν για τη διάσωση της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Αποτέλεσμα των μαχών αυτών ήταν το απόγευμα της 12ης Οκτωβρίου του 1944, η «Ηλεκτρική» να καταληφθεί από ελληνική δύναμη του ΕΛΑΣ και να φανεί προς στιγμή η σωτηρία της. Την επομένη όμως, στις 13 Οκτωβρίου, ένα γερμανικό τμήμα προερχόμενο από το Πέραμα και αποτελούμενο από 60 άνδρες αφού κατέστρεψε τις εγκαταστάσεις και τις δεξαμενές της ΣΕΛ, προχώρησε να ανακαταλάβει την «Ηλεκτρική» για να την ανατινάξει. Έτσι ξεκινά και μια δεύτερη μάχη για τη διάσωση της «Ηλεκτρικής» που διεξάγεται εν μέρει παράλληλα, αλλά κυρίως ύστερα από τη «Μάχη της Κοπής». 

Ο απολογισμός της διήμερης μάχης της Ηλεκτρικής της  12ης και της 13ης Οκτωβρίου ήταν από πλευράς Γερμανών 25 νεκροί και 49 αιχμάλωτοι ενώ από την πλευρά των Ελλήνων 11 νεκροί. Είναι διαφορετικό να διαβάζει κάποιος για την ανατίναξη των εγκαταστάσεων της ΣΕΛ και διαφορετικά όταν έχεις ζήσει από κοντά τόσο δραματικά γεγονότα. Είναι αδύνατον να ξεχάσει κάποιος που ένιωσε την τρομερή έκρηξη των δεξαμενών, το ωστικό κύμα της να διαλύει τζάμια και σπίτια σε κοντινή απόσταση, θραύσματα να εκτινάσσονται διαμελίζοντας και φονεύοντας ανθρώπους. Οικογένειες να χάνουν τα παιδιά τους, τους άνδρες τους, τους πατεράδες τους. Όσοι έζησαν αυτές τις καταστάσεις, θυμούνται ότι η 12η και η 13η Οκτωβρίου για τον Πειραιά, υπήρξαν μέρες αίματος και κανένας εορτασμός που να μοιάζει με εκείνον της Αθήνας δεν τους έρχεται στο νου. 

Οι Μύλοι του Αγίου Γεωργίου, η Ναυτική Σχολή Δοκίμων, το Χατζηκυριάκειο και άλλα λαμπρά οικοδομήματα διασώθηκαν επειδή και μόνο κάποιοι στάθηκαν και τα υπερασπίστηκαν. Ο Πειραιάς ανάσανε το λυτρωτικό αέρα της λευτεριάς στις 14 Οκτωβρίου 1944. Τότε μόνο οι δεκάδες χιλιάδες των Πειραιωτών ξεχύθηκαν στους δρόμους και συγκεντρώθηκαν  μπροστά από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Τότε μόνο στα σπίτια και στους δρόμους του Πειραιά υψώθηκαν οι ελληνικές και οι αγγλικές σημαίες. 

Τμήματα του ΕΛΑΣ παρελαύνουν στην οδό Καραΐσκου εξερχόμενα προς την Πλατεία Κοραή,
στις 14 Οκτωβρίου 1944. Πίσω το κτήριο της Επαγγελματικής και Οικοκυρικής Σχολής του Δήμου Πειραιώς
οι μαθήτριες της οποίας βρήκαν τραγικό θάνατο στο καταφύγιο της "Ηλεκτρικής" κατά τον βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου του 1944. Σήμερα στη θέση του βρίσκεται το Δημαρχείο Πειραιά.
(Αρχείο Βασίλη Μανιτάκη) 


Τέσσερις μέρες αργότερα (στις 18 Οκτωβρίου) ο Πειραϊκός λαός υποδέχθηκε στο Κερατσίνι τον Γεώργιο Παπανδρέου. Δυστυχώς τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν, η βαριά κατάρα που σκιάζει τους Έλληνες από την αρχαιότητα, ο Διχασμός και ο Εμφύλιος, θα φουντώσει τα πολιτικά πάθη και οι θυσίες της αντίστασης των Πειραιωτών θα χαθούν εξυπηρετώντας σκοπιμότητες και μόνο. 

1944 - Άγγλοι και Έλληνας ναύτης στην Πλατεία Κανάρη στο Πασαλιμάνι


Ο λαός του Πειραιά την 12η και την 13η Οκτωβρίου θα σταθεί όρθιος και θα πέσει μαχόμενος στα οδοφράγματα, προασπίζοντας την πόλη του. Καμιά πολιτική ιδεολογία και κανένα κομματικό συμφέρον δεν μπορεί να υπερισχύει μιας ηρωικής πράξης. Ο Πειραιάς είναι λάθος να συμμετέχει επίσημα ως Δήμος, ως Πολιτεία στις εκδηλώσεις απελευθέρωσης της πόλης των Αθηνών. Ο Πειραιάς στις 12 αλλά και στις 13 Οκτωβρίου οφείλει να τιμά τους νεκρούς του και την ιστορία του. Κι αν θα έπρεπε να τιμούμε την ημέρα της απελευθέρωσης μας, τότε αυτή θα ήταν η 14η Οκτωβρίου του 1944. 
   

Ο Πειραιώτης ιατρός Γεώργιος Σουσάνας

Ο ιατρός Γεώργιος Σουσάνας

του Στέφανου Μίλεση


Σπουδαίες μορφές λάμπρυναν με την παρουσία τους τον Πειραιά στο παρελθόν που δυστυχώς όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, λησμονήθηκαν παρά το σημαντικό έργο που επιτέλεσαν. Μια τέτοια περίπτωση είναι και του Γεωργίου Σουσάνα

Γεννημένος στον Πειραιά το 1866, ουδέποτε άφησε τη πόλη του αλλά σε όλη του τη ζωή διέμενε σε αυτήν υπηρετώντας την μάλιστα ως ιατρός. Το σπίτι του ήταν επί της λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου στο ίδιο σημείο που κάποτε προϋπήρχε μια ταπεινή κατοικία των γονιών του. Ευτυχώς το έργο του Σουσάνα κατεγράφη από τον δημοσιογράφο Γ. Μπουκουβάλα σε μια σειρά άρθρων του στην εφημερίδα «Κοινωνία» που έφερε τίτλο «Αυτοδημιούργητοι Έλληνες». Μάλιστα η δημοσίευση των άρθρων αυτών έγινε το 1940 λίγες μόλις ημέρες πριν τη κήρυξη του πολέμου. 

Ο Σουσάνας υπήρξε άνθρωπος γεμάτος από αναμνήσεις καθώς πέρασε όλη τη μικρή του ηλικία παίζοντας στα χωράφια, στις έρημες εκτάσεις και στους βαλτότοπους που ήταν γεμάτη ακόμη η πολίχνη που καλείτο Πειραιάς. Ο Σουσάνας βεβαίως δεν γεννήθηκε πλούσιος καθώς η οικογένειά του ήταν φτωχή και επιπλέον ήταν και πολυμελής. Είχε έναν αδελφό τον Κωνσταντίνο Σουσάνα που σπούδασε φαρμακοποιός και τρεις αδελφές. Ωστόσο από τα μαθητικά του χρόνια ήδη ο Γιώργος Σουσάνας είχε αποφασίσει να γίνει ιατρός. 

Τελείωσε στον Πειραιά το Δημοτικό και το Γυμνάσιο και πέρασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αναγκάστηκε να φύγει από τον Πειραιά και να εγκατασταθεί στην Αθήνα προκειμένου να τελειώσει τις σπουδές του. Καθώς δεν διέθετε χρήματα ζούσε ως φοιτητής με ελάχιστους πόρους νοικιάζοντας ένα μικρό και σκοτεινό δωμάτιο στην οδό Σόλωνος. Αυτό το μικρό δωμάτιο έμοιαζε με κελί μοναστηριού καθώς ο Σουσάνας αποσύρθηκε στην κυριολεξία από τα εγκόσμια διαβάζοντας ατέλειωτες ώρες μέρα και νύχτα. Διάβαζε από τις σημειώσεις που κρατούσε τις ώρες των παραδόσεων καθώς στερούμενος χρημάτων δεν είχε τη δυνατότητα να αγοράζει τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Μόνη του έξοδος αποτελούσαν οι δανειστικές βιβλιοθήκες στις οποίες ο Σουσάνας κατέφευγε προκειμένου να δανείζεται τα βιβλία που δεν μπορούσε να αγοράσει. 

Η σπιτονοικοκυρά του Σουσάνα στο μικρό δωματιάκι της οδού Σόλωνος, συχνά αναρωτιόταν αν ο παράξενος νοικάρης της ζούσε και του χτυπούσε κατά καιρούς την πόρτα για να λάβει μια απάντηση, δείγμα ζωής, από τον ασκητικό φοιτητή. Ο Σουσάνας έμενε κλεισμένος στο δωμάτιό του μελετώντας για μέρες αντιμετωπίζοντας επικίνδυνα το φαινόμενο του υποσιτισμού αφού το μόνο που έβαζε στο στόμα του ήταν νερό και καφές που ο ίδιος έφτιαχνε μέσα στο δωμάτιό του σε ένα μικρό καμινέτο, μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο. Όταν κάποτε ο Σουσάνας τελείωσε τις ιατρικές του σπουδές επέστρεψε πίσω στον Πειραιά. Εκείνη την εποχή στρατεύθηκε και ονομάστηκε Ανθυπίατρος. Ωστόσο κλήθηκε αργότερα και πάλι την περίοδο του 1915 – 16 για να λάβει μέρος στις εκστρατείες εκείνης της περιόδου κατατασσόμενος στο Α’ Σώμα Στρατού. Αμέσως μετά επιδόθηκε με πίστη στο ιατρικό του λειτούργημα παρέχοντας τις ιατρικές του γνώσεις στον πληθυσμό μιας πόλης που είχε ανάγκη από ιατρούς και γρήγορα έγινε αναγνωρίσιμος από την πειραϊκή κοινωνία. 

Ο Σουσάνας τέλεσε γάμο με την Χρυσανθοπούλου η οποία καταγόταν από τον Πόρο. Παράλληλα ήταν και πιστός χριστιανός, επισκεπτόμενος κατ΄ επανάληψη τα Ιεροσόλυμα και τους Άγιους Τόπους. Σε εκείνες τις επισκέψεις του παρείχε τις ιατρικές του φροντίδες σε ασθενείς του Πατριαρχείου και στους χριστιανούς των περιοχών που επισκεπτόταν. Για αυτή την προσφορά του το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων του απένειμε το Μεγαλόσταυρο του Πανάγιου Τάφου. Αλλά και στον Πειραιά ο Σουσάνας είχε στενές σχέσεις με την εκκλησία, καθώς προσέφερε τις υπηρεσίες του στο Τ.Α.Κ.Ε. που ήταν το Ταμείο Εισπράξεων υπέρ του Κλήρου της Ελλάδος που έδρευε στο Ναό της Αγίας Τριάδος. Ως γιατρός ο Σουσάνας απέκτησε καλή φήμη στον Πειραιά και για αυτό τον τιμούσαν εκλέγοντάς τον Δημοτικό Σύμβουλο. Πρώτη φορά ανέλαβε καθήκοντα Δημοτικού Συμβούλου επί Δημαρχίας Τρύφωνα Μουτζόπουλου (1899 – 1903). 








Ήταν εποχή που στον Πειραιά δυστυχώς τα άπορα και "νόθα" παιδιά οι μητέρες τους  τα εγκατέλειπαν σε βρεφοδόχους στην Αθήνα. Η συνήθεια αυτή αποτελούσε πραγματική μάστιγα τόσο μεγάλη, που ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης έκανε παραστάσεις διαμαρτυρίας στον Δήμαρχο Πειραιώς Τρύφωνα Μουτζόπουλο για να σταματήσει επιτέλους η αποστολή βρεφών από τον Πειραιά στην Αθήνα. Αυτό ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα στις αρχές τους εικοστού αιώνα γνωστό ως θέμα εκθέτων βρεφών. Μέχρι που ένα πρωινό στους βρεφοδόχους των Αθηνών βρέθηκαν δεκαπέντε βρέφη αδήλωτα που οι μαρτυρίες των περιοίκων ήθελαν να έχουν τοποθετηθεί εκεί από απελπισμένες γυναίκες που ανέβαιναν από τον Πειραιά. Τότε ήταν που ο Μερκούρης έφτασε να θυμώσει τόσο πολύ, ώστε ειδοποίησε τον Μουτζόπουλο  πριν ακόμα ξημερώσει να στείλει άμαξες για να τα πάρει πίσω στον Πειραιά. Τότε ο Μουτζόπουλος περιήλθε σε αμηχανία καθώς δεν γνώριζε τι θα μπορούσε να πράξει για αυτά τα παιδιά και ειδοποίησε αμέσως τον Σουσάνα που ήταν Δημοτικός του Σύμβουλος αλλά και Γραμματέας του Δήμου. Ο Σουσάνας κατάφερε με υπεράνθρωπες προσπάθειες να βρει τροφούς Πειραιώτισσες για να αναλάβουν τα βρέφη που οι ασυνείδητες μητέρες τους είχαν εναποθέσει σε βρεφοδόχους. Για αυτή την παρέμβαση ο Γεώργιος Σουσάνας τιμήθηκε με πρόταση του Δημάρχου και την ομόφωνη γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιώς με το παράσημο του Σωτήρος. 

Βρεφοδόχος Αθηνών το 1929

Ο Σουσάνας εξελέγη δημοτικός Σύμβουλος και κατά τις περιόδους 1925 – 1929 και 1929 – 1933. Παράλληλα διακρίθηκε και ως Πρόεδρος του Προσκοπικού Συνδέσμου Πειραιώς, που ήταν ο πρόδρομος του θεσμού των Ενώσεων Παλαιών Προσκόπων που λειτουργούν σήμερα σε ολόκληρη τη χώρα. Πλούσια αρθρογραφία του Σουσάνα συναντούμε σήμερα σε πολλές εφημερίδες της εποχής, καθώς διατήρησε ζωντανή τη μνήμη του από τα παιδικά του χρόνια που ο Πειραιάς ήταν ακόμα αδιαμόρφωτος. 

Στα ιστορικά του σημειώματα ο ίδιος έχει καταγράψει ότι:

«Οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά αμέσως μετά την εθνική επανάσταση, ήλθαν ιδίως εξ Ύδρας οίτινες ηγόρασαν οικόπεδα εις μικράν τιμήν και έκτισαν οικίας παρά τον Άγιον Νικόλαον, δημιουργήσαντες ούτω την μεγάλη συνοικίαν των Υδραίικων. Κατόπιν επακολούθησεν η μετανάστευσις των Σπετσιωτών και των Πελοποννησίων. Μεταξύ των Υδραίων ήτο και ο παππούς μου ο Ιώαννης Σουσάνας όστις εγκατεστάθη στον Πειραιά το έτος 1827, ηγόρασε δε κατά τον σωζόμενον τίτλον εις θέσι «Κερατοχώρι» ή «Φραγκοκκλησιά» το ήδη επί της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου και μέχρι της οδού Ζωσιμαδών κτίσμα εκ πήχεων οκτακοσίων εβδομήκοντα αντί δραχμών αργυρών ταμιακών οκτακοσίων εβδομήκοντα. Η κύρια είσοδος του κτιρίου το οποίον ανήγειρε ήτο επί της οδού Ζωσιμαδών διότι η της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου ήτο βραχώδης και αδιάβατος»

Τέτοιες σημαντικές πληροφορίες κατέγραφε διάσπαρτα σε τοπικές εφημερίδες ο Σουσάνας. Σε άλλο άρθρο του κατέγραφε ότι ο χώρος από τη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου μέχρι τη κορυφή του Προφήτη Ηλία και της εισόδου εκεί κοντά της «Σπηλιάς της Αρετούσας» ήταν γεμάτος από παπαρούνες και χαμομήλι. Κάπου – κάπου μόνο υπήρχε κι ένα σπιτάκι. Άνθρωποι σαν την περίπτωση του Γεωργίου Σουσάνα υπήρξαν πολλοί, αλλά δυστυχώς η προσφορά τους όπως συνέβη και με τους ίδιους χάθηκε στην καθημερινότητα.     



Ο «Παληοκοινωνίας» του Συντάγματος



του Στέφανου Μίλεση

Συμβαίνει πολλές φορές στη σημερινή εποχή να χρησιμοποιούμε λέξεις ή εκφράσεις στην καθημερινότητά μας, τελείως ασυναίσθητα και αυθόρμητα, χωρίς φυσικά να σκεφτόμαστε την όποια ιστορία πιθανό να κρύβεται πίσω τους.

Μια τέτοια λέξη είναι και η γνωστή σε όλους μας «παλιοκοινωνία» που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στο παρελθόν από τους ρεμπέτες σε στίχους τραγουδιών όπως η γνωστή σε όλους μας έκφραση «παλιοκοινωνία ψεύτρα». Αν ανατρέξουμε σε μερικούς μόνο τέτοιους στίχους, ενδεικτικά συναντούμε το «παλιοζωή, ψεύτη ντουνιά και παλιοκοινωνία» του Γιώργου Ξηντάρη, την «παλιοκοινωνία» του Μητσάκη, την «βρε παλιοκοινωνία» του Γρηγόρη Μπιθικώτση,  το «παλιοζωή, παλιόκοσμε και παλιοκοινωνία ούτε στιγμή δεν έζησα με δίχως αγωνία» από την Βίκυ Μοσχολιού και πολλές άλλες «παλιοκοινωνίες» να κοσμούν στίχους παλαιών ή πιο σύγχρονων λαϊκών τραγουδιών για να ομορφαίνουν τη δική μας παλιοκοινωνία στην οποία κινούμαστε σήμερα.  Όμως εμείς θα παρουσιάσουμε μια ιστορία πολύ παλαιότερη «παλιοκοινωνίας» προγενέστερη από τις «παλιοκοινωνίες» των ρεμπέτικων.

Πρόκειται για έναν άνδρα που έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα, ο γνωστός στην εποχή του ως «παλιοκοινωνίας» ή καλύτερα «παληοκοινωνίας» κατά τον τρόπο γραφής της εποχής εκείνης.

Για τον άνδρα αυτόν, τον «Παληοκοινωνία» έγραψε στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» στις 14 Σεπτεμβρίου του 1908, ο σπουδαίος ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς, που μπορεί να ήταν γεννημένος στη Ναύπακτο, έζησε ωστόσο για πολλά χρόνια στον Πειραιά, γινόμενος περισσότερο «Πειραιώτης» και από εκείνους που είχαν γεννηθεί Πειραιώτες, περιγράφοντας ολοζώντανα μέσα από τα χρονογραφήματά του την πόλη και τους ανθρώπους της. Ο Μελάς υπήρξε παιδί ενός Πταισματοδίκη του οποίου η μετάθεση έτυχε να είναι στον Πειραιά. Έτσι ο Μελάς μεγάλωσε σε μια ατμόσφαιρα στην οποία γνώρισε μεγάλες δυσκολίες από τα παιδικά του χρόνια κερδίζοντας το ψωμί του σε ένα κατάστημα όπου πωλούσαν έτοιμα ρούχα για εργάτες. Ζώντας από κοντά τη μιζέρια όταν του πρότειναν να γράψει μια ιστορία για την πόλη του, γράφει τους "Μαύρους ανθρώπους" εννοώντας τους εργάτες του Πειραιά. Τα άρθρα που στέλνει στην εφημερίδα "Ακρόπολις" είναι γεμάτα από εικόνες του δρόμου του Πειραιά. Διόλου απίθανο λοιπόν και το Σύνταγμα στρατού το οποίο αναφέρει ο Μελάς στην ιστορία του στην οποία πρωταγωνιστεί ο "Παληοκοινωνίας" να είναι το 34ο Σύνταγμα, στο οποίο υπηρετούσαν όλοι οι Πειραιώτες και είχε ως έδρα του το Κουτσικάρι, το σημερινό δηλαδή Κορυδαλλό.     

Ο «Παληοκοινωνίας» ήταν ένας Επιλοχίας που για πολλά χρόνια αγωνιζόταν να γίνει Ανθυπασπιστής έχοντας παραμείνει στάσιμος στην ιεραρχία των υπαξιωματικών και θα εξηγήσουμε το γιατί. Ως άνθρωπος ήταν γενναίος, τίμιος και αγαθός σε υπέρμετρο βαθμό. Αν και ήταν ακέραιος χαρακτήρας και πιστός στρατιώτης,  είχε γνωρίσει πολλές πίκρες είχε υποστεί άδικες και παράλογες ποινές, ενώ ως προς τις προαγωγές του είχε μείνει στάσιμος, κάνοντας 23 ολόκληρα έτη για να διανύσει την ιεραρχία των υπαξιωματικών συμπεριλαμβανομένου και του βαθμού του Επιλοχία από όπου θα αποκτούσε στη συνέχεια το βαθμό του Ανθυπασπιστή, καθώς τη δεκαετία του 1890 στην οποία αναφερόμαστε δεν υπήρχε ακόμα ο βαθμός του Αρχιλοχία. 

Και ο λόγος φυσικά που είχε κολλήσει στην ιεραρχία ήταν η έλλειψη μέσου που απαιτείτο ώστε να προαχθεί ανεμπόδιστα! Καθώς τα πολιτικά πάθη ήταν έντονα σε κάθε εποχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, κάθε παράταξη όταν έφτανε στην εξουσία προωθούσε τους «δικούς  της ανθρώπους» σε όλο το φάσμα του δημόσιου βίου και φυσικά και μέσα στον στρατό. Και ο δύστυχος εκείνος υπαξιωματικός, καθώς ήταν ανένταχτος, έμενε στο περιθώριο με όποια κυβέρνηση και αν ανέβαινε!

Ωστόσο, εκείνος καθώς ήταν, όπως ήδη αναφέραμε, υπέρμετρα αγαθός, πίστευε ότι όλα τα υπέφερε εξαιτίας της «παληοκοινωνίας»! Πίστευε δηλαδή ότι υπήρχε μια αόρατη συνομωσία εναντίον του, την οποία καθώς δεν μπορούσε να προσδιορίσει, περιληπτικά την τοποθετούσε μέσα σε μια κουβέντα που διαρκώς επαναλάμβανε που ήταν η «Παληοκοινωνία…». Έτσι δεν άργησε από τα πρώτα χρόνια της θητείας του να αποκτήσει τον χαρακτηρισμό ως ο «Παληοκοινωνίας».

Κι όταν έβγαιναν τα αποτελέσματα των προαγωγών για τον βαθμό του «Ανθυπασπιστή» έτρεχε πρώτος να δει τον πίνακα των προαγωγών που φυσικά δεν εμπεριείχε το όνομά του κι έτσι ο «Παληοκοινωνίας» παρέμενε στο βαθμό του Επιλοχία για μια φορά ακόμα Και τότε κατέβαινε στο κέντρο του Πειραιά για να βρει να μεθύσει μουρμουρίζοντας ακατάπαυστα:
-         Παληοκοινωνία! Ούτε φέτος στον Πίνακα… Παληοκοινωνία!

Έφτασε να λάβει μέρος και στον πόλεμο του 1897, όντας πλέον σίγουρος για την προαγωγή του, η οποία παρόλα αυτά δεν ερχόταν. Προβιβάζονταν «εκ των ανδραγαθησάντων» νεώτεροι από αυτόν υπαξιωματικοί, οι οποίοι όμως μαζί με το πιστοποιητικό της ανδρείας τους προσέφεραν και ένα γράμμα του Βουλευτή τους. Ο «Παληοκοινωνίας» έμεινε λοιπόν Επιλοχίας και μετά τον πόλεμο του 1897 συνεχίζοντας να βάλει εναντίον του αόρατου εχθρού, της «παληοκοινωνίας», που του είχε γίνει ένα διαρκές και μόνιμο παραλήρημα.

Ο αναφερόμενος Επιλοχίας όμως, έφτασε κάποια στιγμή να προβιβαστεί. Ένα πρωινό στο προαύλιο του Συντάγματος έκανε την εμφάνισή του με την καινούργια στολή του Ανθυπασπιστού, σκηνή που ο ίδιος ο Μελάς είδε με τα μάτια του, καθώς τότε έτυχε να βρίσκεται στις τελευταίες ημέρες της θητείας του, λίγο πριν λάβει το απολυτήριό του. Ένα χρόνο αργότερα πέρασε από το στρατόπεδο για να μάθει τα νέα του. Τότε ο Μελάς με λύπη πληροφορήθηκε ότι μαζί με την προαγωγή του «Παληοκοινωνία» ακολούθησε και η αποστρατεία του! Είχε προαχθεί για να απολυθεί!

Και ότι η  τελευταία του φράση που είπε ο «Παληοκοινωνίας» όταν έφευγε από το σύνταγμα, εξερχόμενος από τη μάνδρα μέσα στην οποία είχε ζήσει ολόκληρη τη ζωή του ήταν:

-         «Παληοκοινωνία του διαόλου! Μπήκα δω μέσα παλληκάρι και βγαίνω σαράβαλο».       

Οδοιπορικό στον Πειραιά της ρετσίνας και των Βαρελοποιών




του Στέφανου Μίλεση

"Μήνας που δεν έχει «ρο» ρίξε στο κρασί νερό", έλεγαν οι παλαιοί κρασοπατέρες στον Πειραιά, που σήμαινε ότι από το Μάιο έως και το τέλος του Αυγούστου, μόνο εκείνοι που δεν ήξεραν να πίνουν, συνέχιζαν να παραγγέλνουν κρασί στις ταβέρνες και στα καφενεία, αν φυσικά υπήρχε διαθέσιμο. 

Διότι οι μήνες Μάιος, Ιούνιος, Ιούλιος και Αύγουστος είναι μήνες που δεν εμπεριέχουν το γράμμα «ρο» κατά συνέπεια μήνες στους οποίους δεν πρέπει το κρασί να καταναλώνεται. Οι υπόλοιποι, οι γνώστες των μυστικών του βαρελιού, περίμεναν με αγωνία να φανεί ο Σεπτέμβρης, ο πρώτος μήνας που εμφανίζεται να εμπεριέχει το «ρο» μετά από τέσσερις μήνες κρασοστέρησης.

Ευλογημένος μήνας  ο Σεπτέμβριος αφού στα τέλη του η θεσπέσια ρετσίνα θα έρεε ξανά τους διψασμένους ουρανίσκους κάθε καλού και αξιοσέβαστου οπαδού της. Από τα τέλη του Αυγούστου άρχιζε ο τρύγος που συνεχιζόταν ως και τον Σεπτέμβριο. Ήταν επίσης η περίοδος του έτους που οι βαρελοποιοί οι λεγόμενοι «Βαγενάδες» έκαναν χρυσές δουλειές πουλώντας νέας βαρέλια ή επιδιορθώνοντας τα παλαιά. Τα Βαρελάδικα που κάποτε κατέκλυζαν τη Γούβα του Βάβουλα στον Πειραιά, την περίοδο αυτή έκαναν χρυσές δουλειές.

Το φημισμένο βαρελάδικο του Διονύση Μπαϊρακτάρη στη Γούβα του Βάβουλα


Λέγοντας κρασί στον Πειραιά κατά κύριο λόγο εννοούμε τη θρυλική ρετσίνα που δυστυχώς σήμερα κοντεύει να εκλείψει. Ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας του κρασιού αφού για πρώτη φορά οι ανυπόμονοι δοκίμαζαν τη νέα παραγωγή. Και λέω οι ανυπόμονοι καθώς η κρασοπαράδοση απαιτούσε τα «γιοματάρια», τα βαρέλια που περιέχουν δηλαδή τη καινούργια σοδειά, επίσημα να έρχονται σε πρώτη επαφή με τον κόσμο την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου και να δοκιμάζονται με ειδικό τελετουργικό σχεδόν θρησκευτικό τρόπο. Το κρασί που συνήθως έτρεχαν οι ανυπόμονοι να καταναλώσουν το Σεπτέμβριο και γενικά πριν από του Αγίου Δημητρίου ήταν το ευάλωτο, το κρασί δηλαδή που δεν μπορούσε να διατηρηθεί όλο το χρόνο και που έπρεπε να καταναλωθεί πρώτο για να μην ξιδιάσει.

Πριν όμως μιλήσουμε για το καλό κρασί το γιοματάρικο ή Αγιοδημητριάτικο όπως λεγόταν, ας επιστρέψουμε πίσω στο Σεπτέμβριο να δούμε από κοντά τον τρυγητό και το γέμισμα των βαρελιών με μούστο, δηλαδή των γεγονότων εκείνων που προηγούνται του ανοίγματος των βαρελιών.

Στα Μεσόγεια και στα άλλα μέρη που παρήγαγαν κρασί, το Σεπτέμβριο γίνονταν οι γιορτές του τρυγητού με φωνές και τραγούδια. Τοποθεσίες που παρήγαγαν κρασί δεν ήταν μόνο τα χωριά των Μεσογείων αλλά και στο Μοσχάτο, στο Καλαμάκι και στις Αμπελόκηπους τοποθεσία που άλλωστε έλαβε και την ονομασία της από το στοιχείο που την χαρακτήριζε, δηλαδή από τα πολλά αμπέλια που διέθετε. Και αν ανατρέξουμε ακόμα παλαιότερη εποχή ένα σημαντικό μέρος με αμπέλια βρισκόταν απλωμένο κατά μήκος της διαδρομής Πειραιώς – Αθηνών. Ακόμα και στα μέρη αυτά που σήμερα θεωρούμε αστικά πριν ξεριζωθούν τα κλήματα για να μεταβληθούν σε οικόπεδα προς πώληση, ο Σεπτέμβριος ήταν ο μήνας που οι φωνές των τρυγητών κυριαρχούσαν κατά τη συλλογή των σταφυλιών αλλά κι από τις φωνές των πατητάδων και των άλλων εργατών που άδειαζαν με τους κουβάδες τα ειδικά φρεάτια συλλογής του μούστου, τα λεγόμενα πουρλάκια.


Στις πόλεις όμως μια άλλη διαδικασία γινόταν εξίσου γιορταστική. Κατέφταναν τα κάρα με τον μούστο όπου ο ταβερνιάρης βοηθούσε τους μεταφορείς να τον αδειάσουν στα βαρέλια του μέσα στα οποία πρόσθεταν το ρετσίνι, φτιάχνοντας έτσι τη μοναδική κι αθάνατη ελληνική ρετσίνα. Μέσα στα βαρέλια των οινοποιών λοιπόν ήταν που ωρίμαζε ο μούστος και συντελείτο το θαύμα της μετατροπής του σε κρασί. 

Μεταφορά Μούστου στην πόλη
(Φωτογραφία από το αρχείο του Αμπελουργικού Συνεταιρισμού Μαρκόπουλου - Από το βιβλίο "Μνήμες Τρύγου στα Μεσόγεια Αττικής" του Δημητρίου Μπούκη
Διανομή μούστου στους δρόμους του Πειραιά το 1932
Διανομή μούστου το 1937


Οι οινοπώλες και οι ταβερνιάρηδες δεν ήταν απλά έμποροι κρασιού όπως είναι σήμερα, αλλά λάμβαναν μέρος οι ίδιοι στην παραγωγή του κρασιού. Ο σωστός οινοπώλης έπρεπε να διαθέτει σωστά βαρέλια, δηλαδή φτιαγμένα από «καλό» ξύλο. Και εκεί έπαιζαν ρόλο οι βαγενάδες του Πειραιά. Κάθε βαγενάς προμηθευόταν ξύλο καρυδιάς, καστανιάς ή δρυός που θεωρείτο το καλύτερο για τα βαρέλια. 

Η πινακίδα του Διονύση Μπαϊρακτάρη συνεχίζει να στέκει επί της Καραΐσκου διαφημίζοντας το "καλό" ξύλο των βαρελιών "ΚΕΝΟΥΡΓΙΑ ΔΡΥΣ. ΚΑΣΤΑΝΙΑ"  


Ο Δημήτριος Μπούκης στο εξαιρετικό βιβλίο του «Μνήμες Τρύγου στα Μεσόγεια της Αττικής» μας πληροφορεί ότι οι βαγενάδες «κατάφερναν να φτιάχνουν βαρέλια του κάρου (δηλαδή ένα κάρο ένα βαρέλι των 400 οκάδων), αλλά και άλλα μικρότερα ή μεγαλύτερα βαρέλια, πλανεύοντας τα ξύλα, φτιάχνοντας τις ντούγες, που με τα στεφάνια και την ψαθοταινία τα φουντάριζαν κάθε χρόνο πριν τη μουστιά (τη διαδικασία του μούστου), στις γειτονιές…» . 

Βαρέλια των 400 οκάδων από το αρχείο του Δημητρίου Μπούκη
(Μνήμες Τρύγου στα Μεσόγεια Αττικής)


Εκεί στις γειτονιές φρόντιζαν αυτά τα βαρέλια από το καλό το ξύλο να τα καθαρίσουν συμμετέχοντας ακόμα και μικρά παιδιά σε αυτή τη διαδικασία ώστε να είναι έτοιμα και καθαρά να δεχθούν τον μούστο. Ο καθαρισμός των βαρελιών γινόταν έξω από όλες τις ταβέρνες του Πειραιά οι δρόμοι των οποίων γέμιζαν από βαρέλια σε παράταξη. Και τότε στον Πειραιά ταβέρνες και στέκια κρασιού υπήρχαν διάσπαρτα σε κάθε γειτονιά, σε κάθε σημείο της πόλης. Μικροί ή μεγάλοι δρόμοι γέμιζαν από τεράστια σε μέγεθος βαρέλια τα οποία ευρισκόμενα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο, αναμένοντας τον καθαρισμό τους με άφθονο νερό. Εάν τα βαρέλια ήταν παλιά, εισέρχονταν συνήθως σε αυτά μικρά παιδιά που με ξύστρες στα χέρια καθάριζαν πρώτα το εσωτερικό τους, το οποίο ξύνονταν επιμελώς πριν από τη πλύση τους. 



Τότε όλες οι γειτονιές μύριζαν κρασί από τα πολλά βαρέλια που αερίζονταν εκτεθειμένα στα πεζοδρόμια. Ακόμα πιο μεθυστικές ήταν οι μυρωδιές της παραλίας όπου τα βαρέλια έστεκαν ανοιγμένα δίπλα στη θάλασσα, αναμιγνύοντας τη μυρουδιά του κρασιού με εκείνη της θαλάσσιας αύρας και του ιωδίου. Στο γραφικό όρμο της Φρεαττύδας, στο Τουρκολίμανο και στο Πασαλιμάνι ήταν συνηθισμένη η εικόνα των βαρελιών να βρίσκονται αραδιασμένα δίπλα στη θάλασσα.

  
Οι ταβερνιάρηδες και οι οινοπώλες δεν ήταν συνεπώς απλοί μεταπράτες έτοιμου κρασιού αλλά παραγωγοί. Φρόντιζαν να έχουν έτοιμα και καθαρά τα βαρέλια τους, τα οποία κατασκεύαζαν στο δικό τους βαγενά στη Γούβα του Βάβουλα. Φρόντιζαν να παραγγείλουν από τον δικό τους προμηθευτή τη σωστή ποσότητα του μούστου, ώστε να τους βγάλει όλο το χρόνο και να μην ξεμείνουν. Επίσης φρόντιζαν να έρθουν σε επαφή με τους ρετσινιάρηδες, τους συλλέκτες δηλαδή της ρετσίνας για την έγκαιρη προμήθειά της. Οι συμφωνίες έπρεπε να είχαν κλειστεί καιρό πριν. Με βάση τις παραγγελίες αυτές στη συνέχεια οι ρετσινιάρηδες θα έπαιρναν «τα δάση και τα βουνά» τα κατάμεστα από πεύκα για να συλλέξουν το ρετσίνι. Βαγενάδες, προμηθευτές μούστου και ρετσίνας, ξυσίματα, πλυσίματα και άλλες εργασίες έπρεπε να γίνονται πάντα την κατάλληλη εποχή. Τα πάντα όφειλαν να λειτουργήσουν «ρολόι», για να φτάσουμε στην πολυπόθητη ημέρα παράδοσης του μούστου στις ταβέρνες. 


Για αυτό και εκείνη η ημέρα παράδοσης – παραλαβής του μούστου στις ταβέρνες και στα άλλα κρασοπουλιά, αποτελούσε γεγονός για κάθε γειτονιά του Πειραιά, διότι τότε ήταν που οι ταβερνιάρηδες εκτός από τον μούστο που γέμιζαν τα βαρέλια τους, τον πωλούσαν ξεχωριστά και στον κόσμο γεμίζοντας τους τενεκέδες των πελατών τους. Με αυτό το μούστο οι γυναίκες της γειτονιάς θα έκαναν στη συνέχεια την γνωστή μέχρι σήμερα μουσταλευριά. Την ώρα που άδειαζαν τον μούστο στα βαρέλια φώναζαν οι παρευρισκόμενοι «Μόσχος, μόσχος» σύμφωνα με το έθιμο. Τα πιο παλαιά χρόνια το έθιμο απαιτούσε για γούρι, τα μικρά παιδιά μόνο να αναφωνούν «Μόσχος».  

Κάποτε όμως πέρασε και εκείνη η εποχή που οι ταβερνιάρηδες μοίραζαν τον μούστο σε γκαζοτενεκέδες και τον πωλούσαν με την οκά στις καλές μόνο πελάτισσες. Και έτσι ξαφνικά η φτηνή για όλους μουσταλευριά μεταβλήθηκε σε ένα ακριβό γλύκισμα!

Τα βαρέλια έπρεπε να μένουν για την ωρίμανση σε σκοτεινά υπόγεια σπιτιών, ακόμα καλύτερα εάν σε αυτά επικρατούσε δροσιά έως και υγρασία επιστρατεύοντας μέχρι και τις σπηλιές της πειραϊκής ακτής για τον σκοπό αυτό.  

Βαρέλια στο "φρέσκο", δηλαδή σε δροσερό και σκοτεινό υπόγειο. Αρχείο Δημητρίου Μπούκη από το βιβλίο του "Μνήμες Τρύγου στα Μεσόγεια Αττικής".

   
Την παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου οι ταβερνιάρηδες και οι οινοπώλες, χωρίς να εξαιρούνται και οι έχοντες ιδιωτικά βαρέλια, απεύθυναν προφορικές προσκλήσεις στους φίλους τους που τους ενημέρωναν για το άνοιγμα του γιοματαριού. Στη συνέχεια ετοίμαζαν διάφορους μεζέδες που «τραβούσαν» κρασί. Του Αγίου Δημητρίου το άνοιγμα αποτελούσε μια πραγματική μυσταγωγία. Και καθώς εκείνες τις μέρες στους δρόμους της πόλης όλοι κάπου είχαν προσκληθεί να παρευρεθούν «μάρτυρες» στο άνοιγμα γιοματαριού, έδιναν το σύνθημα αναμεταξύ τους όταν διασταυρώνονταν βιαστικοί στο δρόμο.

-         «Καλά κρασιά κουμπάρε» αντάλλαζαν βιαστικά ένεκα των περιστάσεων!

Αυτό «καλά κρασιά κουμπάρε» αποτελούσε ένα φιλικό χαιρετισμό μεταξύ των κρασοσυντρόφων χωρίς ωστόσο να δίνει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία για το που ο καθένας κατευθύνεται. Κι αυτό διότι εάν το γιοματάρι ήταν καλό και το μάθαινε πολύς κόσμος, δεν θα «φτουρούσε». Έτσι ο καθένας τραβούσε το δρόμο του, ή καλύτερα προς το υπόγειό του ή τη σπηλιά του, χωρίς «σάλια» δηλαδή χωρίς πολλές κουβέντες. Όπου καθείς και η μοίρα του... 



Και αφού συγκεντρώνονταν όλοι γύρω ή καλύτερα κάτω από το βαρέλι έθεταν στο κέντρο το πιο παλαιό τον πιο έμπειρο οινογνώστη που είχε κληθεί «τιμής ένεκεν» να δοκιμάσει το πρώτο ποτήρι από το γιοματάρι. Με προσοχή ο οινοπώλης άνοιγε το βαρέλι και τοποθετούσε την κάνουλα την οποία άνοιγε ελάχιστα, ώστε η ροή εξόδου του πολύτιμου υγρού να μην είναι μεγάλη και αναταράξει το εσωτερικό του περιεχόμενο.
Κατά τη διάρκεια που ο «ειδικός» το έφερνε στα χείλη του, επικρατούσε πλήρης ησυχία και προσήλωση ώστε να ερμηνευθεί από την ομήγυρη και η παραμικρή έκφραση που θα μπορούσε να «δείξει» εάν το κρασί ήταν καλό ή όχι, πριν ακόμα το γευτεί ο ίδιος ο δοκιμαστής!

Στο Τουρκολίμανο 19 Σεπτεμβρίου 1952. Όταν ο καιρός κρατάει για έξω, η ευκαιρία δεν χάνεται.



Και η διαδικασία αυτή γινόταν για κάθε βαρέλι αλλά όχι την ίδια ημέρα! Στο πρώτο βαρέλι οι οινοπώλες έγραφαν πάνω του με κιμωλία το όνομα του Αγίου Δημητρίου, αφού κατά την ημέρα εκείνη θα άνοιγε για πρώτη φορά. Με τον ίδιο τρόπο έγραφαν με κιμωλία πάνω σε κάθε βαρέλι ξεχωριστά κι ένα όνομα «Αγίου»! 

Η ονοματοθεσία αυτή καθόριζε και την ημερομηνία εκείνη που το συγκεκριμένο βαρέλι θα άνοιγε για πρώτη φορά. Του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος κ.ο.κ. ρυθμίζοντας έτσι σε ποια γιορτή Αγίου θα ανοίξει κάθε βαρέλι κρασιού! Εάν επρόκειτο για ταβέρνα ή οινοπωλείο με ακόμη μεγαλύτερη κατανάλωση κρασιού, πράγμα που σήμαινε ότι οι εορτές των γνωστών Αγίων δεν έφταναν, ονοματοθετούσαν τα βαρέλια και με άλλα ονόματα νησιών ή τόπων καταγωγής «Νάξος», «Σαλαμίνα», «Μέγαρα», ή και με ονόματα γυναικών ή εθνικών επετείων «Ελευθερία» εάν επρόκειτο να ανοίξει την ημέρα της εθνικής μας παλιγγενεσίας της 25ης Μαρτίου. 

Η ημέρα ανοίγματος βαρελιού θεωρείτο πετυχημένη και εορταστική όταν το κρασί που περιείχε ήταν καλό. Τότε εμφανίζονταν από το πουθενά τα κοκορέτσια, τα συκωτάκια και οι άλλοι μεζέδες που μέχρι τότε έμεναν «κρυμμένοι» στο περιθώριο για να μην προκαλέσουν την κακιά περίσταση και εμφανιστούν πριν τη γευστική κρίση του κρασιού και το «χαλάσει» το κακό το μάτι. Και μαζί με τους μεζέδες ακούγονταν γέλια, φωνές και ενθουσιασμοί. Η εορταστική ατμόσφαιρα έρχεται μαζί με την κρίση του ειδικού ότι το κρασί είναι καλό, ότι πίνεται. Όλοι τρέχουν να γεμίσουν τα ποτήρια τους με κρασί από το γιοματάρι, ενώ ο ταβερνιάρης χαρούμενος σημειώνει στο κατάστιχο την κατανάλωση καθενός εκάστου. Γύρω στους τοίχους της ταβέρνας ή του οινοπωλείου ακόμα και οι καπεταναίοι του ’21 που συνήθως κοσμούσαν τους τοίχους τους φαίνονταν να χαμογελούν ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα.

Αν στα Μεσόγεια Αττικής ή σε άλλα οινοπαραγωγά μέρη θα πρέπει να διατηρηθούν ζωντανές οι μνήμες του τρύγου, στον Πειραιά θα πρέπει να μείνει άσβεστη η ιστορία του κρασιού όπως αναπτύχθηκε με τα ήθη και τα έθιμα που το χαρακτήριζαν, με τους ανθρώπους του, τους ανθρώπους του κρασιού, τους πελάτες που καθώς ήταν ψαράδες, βαρκάρηδες και άνθρωποι της θάλασσας και του λιμανιού είχαν ιδιαίτερη απαίτηση από τη γεύση της ρετσίνας και δεν συμβιβάζονταν εύκολα με μια μέτρια γεύση. Στον Πειραιά ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας και των ανθρώπων της έχει γραφεί σε ταβέρνες αποκλειστικά και μόνο λόγω της εκλεκτής ρετσίνας που διέθετανΣυνεπώς ο οινοπώλης στον Πειραιά δεν ήταν ένα ακόμα έμπορος, αλλά μια αιτία συγκέντρωσης λογοτεχνών και εικαστικών που πήγαιναν να απολαύσουν τη θεϊκή του ρετσίνα. Οι ταβέρνες δημιουργούσαν όνομα μόνο εξαιτίας του κρασιού που παρήγαγαν.

Στην ταβέρνα του Τζιμ Τάου το 1937


Ο μπάμπα – Δημητράκης, δηλαδή ο Δημήτριος Σύψωμος ή αλλιώς ο Λάμπρος Πορφύρας ήταν ο χαρακτηριστικότερος όλων τύπος του κρασιού στον Πειραιά. Ο «δάσκαλος» όπως τον αποκαλούσε η συντροφιά του κρασιού, η αποτελούμενη από ψαράδες και βαρκάρηδες γνώριζε τις ταβέρνες όπου η ρετσίνα άξιζε, αφού αυτή ήταν το μοναδικό μέτρο για να λάβει μια ταβέρνα το χρίσμα του καλού καταστήματος. Αυτός άλλωστε είναι που το 1923 πρωτοδημοσιεύεται στην Εφημερίδα "Ελεύθερος Λόγος" το ποίημα "Πιες του γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου" για το οποίο του απονέμεται το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.
Και όταν ο ποιητής της Φρεαττύδας πέθανε το μνημόσυνό του πάλι σε ταβέρνα έγινε όταν οι φίλοι του τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1935, συναντήθηκαν στην ταβέρνα του Αναστασίου που βρισκόταν στην οδό Χαριλάου Τρικούπη για να τιμήσουν τη μνήμη του. Εκεί αφού τοποθέτησαν μια φωτογραφία του, στη θέση που συνήθως κάθονταν, ήπιαν αρκετά και διηγήθηκαν διάφορες ιστορίες από τον άνθρωπο εκείνο που είχε γίνει γνωστός στην Φρεαττύδα από την συνήθεια που είχε να κάθεται για ώρες στα βράχια (που τότε υπήρχαν στον γραφικό όρμο), αγναντεύοντας την θάλασσα!
Στον Πειραιά σε ταβέρνα πάλι συνοδεία ρετσίνας θα γραφεί και θα ακουστεί για πρώτη φορά το τραγούδι «Στερνό Παραμύθι» σε μουσική Γεωργίου Λαμπελέτ όταν θα παιχθεί από φιλαρμονική υπό τη διεύθυνση του Φρεαττυδιώτη Φακιολά.

Διασκεδάζοντας στην οδό Μητρώου 46, στο δρόμο έξω ακριβώς από την οικία
(Φωτογράφος Πουλακίδας, Αλιπέδου 8, Πειραιεύς - Αρχείο οικογενείας Ζώη)


Στην κατοχή η αντίσταση πάλι θα έχει ως επίκεντρο τη ταβέρνα στην Πειραϊκή του Μανώλη Παρλαμά όπου στο τέλος θα εκτελεστεί από τους Γερμανούς για τη δράση του αυτή. 

Τα περισσότερα τοπωνύμια στον Πειραιά οφείλονται στο καλό κρασί! Είναι του Παρλαμά που ήδη αναφέραμε, αλλά και του Καλαμπάκα, του Αργύρη, του Μπαϊκούτση στην Πειραϊκή που έμειναν στην ιστορία λόγω του καλού τους κρασιού. Αλλά και η Ακτή Ξαβερίου επίσης! Μπορεί ο Ξαβέριος Στέλλας να μην ήταν ταβερνιάρης αλλά ένα σπίτι που έκτισε μεταγενέστερα ο γιος του ο Νικόλαος Στέλλας διατέθηκε προς ενοικίαση και έγινε η ταβέρνα του Στέλλα Σαριδάκη, γνωστή από την καλή της ρετσίνα τόσο πολύ, ώστε πάμε στου Ξαβέρη είχε γίνει συνώνυμο της ταβέρνας με την εκλεκτή ρετσίνα.

Αλλά και ζωγράφους της Ταβέρνας και της ρετσίνας είχαμε στον Πειραιά. Ο Αλέξανδρος (Αλέκος) Χριστοφής γεννήθηκε στον Πειραιά το 1882 και αφοσιώνεται στη φιλοτέχνηση πινάκων με θέμα τα λιμάνια και τον κόσμο τους, επανερχόμενος διαρκώς στον Πειραιά και συχνάζοντας στις ταβέρνες. Ζωγραφίζει το έργο "Η Ταβέρνα των ναυτικών" που κατόπιν έστειλε να εκτεθεί στην Βενετία. Ο Αλέκος Χριστοφής ήταν ο κατεξοχήν ζωγράφος της ταβέρνας. 

Αλλά και ο πλέον αντιπροσωπευτικός τύπος Πειραιώτη λογοτέχνη, που απεικονίζεται στο πρόσωπο του Δημοσθένη Βουτυρά είναι επίσης άνθρωπος του κρασιού. Έτσι ο Λάμπρος Πορφύρας από τη μια και ο Δημοσθένης Βουτυράς από την άλλη θα πρέπει να θεωρούνται οι εκπρόσωποι της φιλολογίας της ταβέρνας που γεννήθηκε συνοδεία κρασιού. Στο εξωτερικό ανάλογες σχολές τις συναντούμε να είναι γνωστές ως "Σχολές μποεμισμού". Ειδικά στα καφέ του Παρισιού, όπου λογοτέχνες και ποιητές συναντιούνται στα τραπεζάκια καφενείων όπου και γράφουν τις μεγαλύτερες ποιητικές τους συλλογές. Στον Πειραιά σε αντιστοιχία με τα «Παρισινά Καφέ» βρίσκονται οι παρέες του κρασιού, με τις συντροφιές του Πορφύρα, του Βουτυρά και του Ταγκόπουλου, των  γενναίων του ποτηριού όπως τους έλεγαν τότε. Κάποτε ο Πορφύρας σε μία τέτοια συνάντηση είχε χαράζει στο τραπέζι "Η Ταβέρνα είναι λεπτό πράγμα". Και ο Πορφύρας ήξερε τι έλεγε. Για να χαρείς την φιλολογική ταβέρνα πρέπει να είσαι διακριτικός, να σέβεσαι τον χώρο που σαν προχωρήσει η νύχτα γεμίζει από μεράκια, από ευαισθησία, από πόνο. Ήταν μετρημένοι οι λογοτέχνες που αποτελούσαν τον κύκλο των "γενναίων του ποτηριού", της συντροφιάς του κρασιού.

Παρέα διασκεδάζει σε ταβέρνα στην οδό Τσαμαδού μεταπολεμικά. Πίσω διακρίνεται το ταχυδρομικό κουτί των τριατατικών, των τριών δηλαδή "Τ" που ήταν Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλεφωνείο
(Αρχείο οικογένειας Ζώη) 


Σήμερα τα οινοπωλεία έκλεισαν και τη θέση τους κατέλαβαν οι λεγόμενες κάβες. Καμία ταβέρνα και κανένας ταβερνιάρης δεν υπάρχει να δημιουργεί ρετσίνα από το μούστο, να φτιάχνει το δικό του κρασί. Σήμερα καμία ταβέρνα στον Πειραιά δεν κτίζει το καλό της όνομα πάνω στη θεϊκή ρετσίνα. Τα βαρέλια παρέμειναν σε μερικές ταβέρνες ως διακοσμητικά και μόνο στοιχεία, ενώ η ελληνικότατη ρετσίνα που μετέφερε παντού τη μυρωδιά και τη γεύση του ελληνικού πεύκου, πέθανε οριστικά. Σήμερα κανείς πια δεν ζητά ρετσίνα καθώς το ελληνικό αυτό προϊόν απαξιώθηκε και έφτασε να θεωρείται κατώτερο. Διάφορες ποικιλίες κρασιών, αγνώστου προέλευσης και άγνωστης ποιότητας έχουν κατακλύσει τα κάθε λογής κέντρα. Γλυκά τις περισσότερες φορές τα σημερινά κρασιά, ώστε να είναι καλόπιοτα, να παραγγέλνονται εύκολα, φθηνά στην αγορά τους, προσφέρονται το ίδιο αστόχαστα όπως παρασκευάζονται και κυκλοφορούν στα φθηνά πλαστικά μπουκάλια τους. Η λέξη ρετσίνα είναι άγνωστη πια στους σημερινούς νέους, ενώ σε λίγο καιρό θα αναφέρεται μόνο στα λεξικά ως είδος αναφερόμενο στο μακρινό παρελθόν. Κανείς πια δεν περιμένει το Σεπτέμβριο να πιει το ευαίσθητο κρασί, τον Οκτώβριο του Αγίου Δημητρίου να δοκιμάσει το γιοματάρι, καμία μουσταλευριά δεν θα φτιαχτεί στην έλευση του μούστου, καμιά μυρωδιά κρασιού δεν θα αναμιχθεί με τη θαλασσινή αύρα της πειραϊκής ακτής. Η ρετσίνα κεχριμπάρι θα μείνει για πάντα να ξεδιψάει τις μνήμες μας.

Διαβάστε επίσης:

Αλέξανδρος Χριστοφής. Ο Πειραιώτης ζωγράφος της ταβέρνας