"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Πάνος Αραβαντινός. Η δημοσιοποίηση μιας συνέντευξης του κορυφαίου σκηνογράφου



Του Στέφανου Μίλεση

Ο Πάνος Αραβαντινός, γιος του ιατρού Αριστείδη Αραβαντινού, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1886. Από την παιδική του ηλικία έδειξε ότι διέθετε έφεση προς τη σκηνογραφία, καθώς είχε εγκαταστήσει στο σπίτι του μικρό θέατρο στο οποίο μαζί με τα αδέλφια του (έναν αδελφό τον Δημήτρη και τρεις αδελφές) ανέβαζε παραστάσεις στους φίλους του. 

Όταν η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ο Πάνος Αραβαντινός παρακολουθούσε νυκτερινά μαθήματα ζωγραφικής στο Πολυτεχνείο. Ο πατέρας του αμέσως μετά, αποδεχόμενος το ταλέντο του γιου του Πάνου, του διέθεσε χρήματα για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Τέχνης του Βερολίνου την περίοδο 1907 - 1910.



Την εποχή των Βαλκανικών πολέμων του 1912-13 ο Πάνος Αραβαντινός επέστρεψε στην Ελλάδα όπου ως έφεδρος βρέθηκε να υπηρετεί στο μέτωπο της Ηπείρου. Την περίοδο της θητείας του οι προσλαμβάνουσες εικόνες του από τις στολές του Στρατού ήταν τόσες πολλές, ώστε φιλοτέχνησε ένα λεύκωμα στο οποίο τις περιέλαβε όλες τις στολές του ελληνικού στρατού της περιόδου 1834 - 1900. Το Λεύκωμα αυτό εκδόθηκε από το Υπουργείο Στρατιωτικών.  

Ο Αραβαντινός φιλοτέχνησε ένα λεύκωμα στο οποίο τις περιέλαβε όλες τις στολές του ελληνικού στρατού από το  1834 έως το 1900


Σύντομα το ταλέντο του θα εξελιχθεί ώστε η βασιλική οικογένεια θα του ζητήσει τη φιλοτέχνηση των προσωπογραφιών του.

Ο μουσουργός Σπύρος Σαμαράς με τη σειρά του ανέθεσε την κατασκευή των σκηνογραφιών για τις οπερέτες «Πόλεμος εν Πολέμω», «Η Πριγκίπισσα της Σασσώνος», «Κρητικοπούλα», τον "Πρωτομάστορα" του Καλομοίρη ενώ έφτιαξε για τις ίδιες οπερέτες και ογδόντα ενδυμασίες.

Για τις ανάγκες της επιθεώρησης «Ξιφίρ Φαλέρ» έφτιαξε όλες τις ενδυμασίες του ελληνικού στρατού που οδήγησαν την παράσταση σε μνημειώδη επιτυχία. Φιλοτέχνησε μάλιστα και το πρόγραμμα της παράστασης «Ξιφίρ Φαλέρ» το οποίο αγόρασε σε δημοπρασία ο Ευστ. Λάμψας αντί 5.000 φράγκων.


  • "Ξιφίρ Φαλέρ". Εξώφυλλο του προγράμματος για την επιθεώρηση των Νικολάου Λάσκαρη, Γεωργίου Πωπ, 1916 - Υδατογραφία σε χαρτί


"Ξιφίρ Φαλέρ" στο θεατράκι του Νέου Φαλήρου (Αύγουστος 1916)



Εκτός όμως από σκηνογραφίες και θεατρικές ενδυμασίες ο Πάνος Αραβαντινός φιλοτέχνησε και πολλές προσωπογραφίες εκτός από εκείνες της βασιλικής οικογένειας που ήδη αναφέραμε. Φιλοβασιλικός ο ίδιος αναγκάστηκε με την άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να καταφύγει στην Ελβετία, ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο.

Το βράδυ της Κυριακής που έκρινε τα πάντα:

Στις 18 Απριλίου του 1920 ήταν μια μεγάλη κυριακάτικη βραδιά για την Κρατική Όπερα του Βερολίνου καθώς ήταν η πρεμιέρα του τελευταίου έργου του Ριχάρδου Στράους «Η ανίσκιωτη γυναίκα» (γυναίκα δίχως ίσκιο). Μολονότι από το 1919 ο Αραβαντινός ανήκε στο επιτελείο των Βασιλικών σκηνών του Βερολίνου, και είχε φιλοτεχνήσει τα σκηνικά ενός μονόπρακτου και δύο έργων Όπερας, πολλά θα επρόκειτο να κριθούν από τη σκηνογραφία του συγκεκριμένου έργου την οποία ανέλαβε, καθώς ήταν δύσκολο από σκηνικής άποψης. Είχε προηγούμενα ανέβει σε Δρέσδη και Βιέννη με σκηνικά καμωμένα από γνωστούς Γερμανούς σκηνογράφους και είχε αποτύχει. 

Ο Αραβαντινός ανέλαβε την "Ανίσκιωτη γυναίκα" κάτω από μεγάλη πίεση. Η επιλογή να αναλάβει τη σκηνογραφία ενός τέτοιου δύσκολου έργου ένας άγνωστος σκηνογράφος και μάλιστα ξένος, προκάλεσε άγχος και αγωνία σε συντελεστές της παράστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν την πρεμιέρα απεστάλη επιστολή προς τον διευθυντή της παράστασης Φον Σίλλινγκς γεμάτη αγωνία που έγραφε: 
"Επίτρεψατέ μου να σας παρακαλέσω, όπως επιστήσετε την προσοχή σας ως ανωτάτου διευθύνοντος την παράσταση, από τον οποίο ουσιαστικώς εξαρτώνται τα πάντα, σε ένα σημείο. Στα πολλά θαύματα που συμβαίνουν στο συγκεκριμένο μελόδραμα. Δεν χρειάζεται να σας πω ότι πρόκειται περί ασήμαντων λεπτομερειών αλλά αποτελούν το κέντρο της δράσης. Εάν δεν δοθεί η πρέπουσα σημασία στα θαύματα αυτά, όλη η εντύπωση του έργου εκμηδενίζεται".   

Ο Αραβαντινός εκείνη τη βραδιά με τα σκηνικά που παρουσίασε κατέκτησε το γερμανικό κοινό καθώς ό,τι είδαν τα μάτια των θεατών εκείνο το βράδυ της Κυριακής, ήταν πραγματικά πρωτοφανές. Τα σκηνικά του Αραβαντινού για το συγκεκριμένο έργο δεν ήταν ζωγραφικές απεικονίσεις αλλά ήταν πολύχρωμα υφάσματα που κρέμονταν από την οροφή ή στηρίζονταν πάνω σε τελάρα. Η ικανότητα που θα δείξει ο Αραβαντινός εκείνη τη βραδιά θα παραμείνει μέχρι τέλους ως κύριο χαρακτηριστικό της τέχνης του. Η γενική εντύπωση ήταν ότι το έργο διεσώθη χάρη στα σκηνικά του Αραβαντινού.  

Εκείνη την παράσταση της «Ανίσκιωτης γυναίκας» είχε παρακολουθήσει και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ο οποίος πολλά χρόνια αργότερα (δύο ημέρες πριν το θάνατο του Αραβαντινού τον Δεκέμβριο του 1930) δεν θα διστάσει να γράψει:
«Ομολογώ ότι είδα συχνά το έργο, όχι για τη μουσική του Ριχάρδου Στράους, αλλά για τις σκηνικές εικόνες του Πάνου Αραβαντινού».

Έκτοτε καταξιωμένος πλέον εργάστηκε για μια δεκαετία περίπου σχεδιάζοντας σκηνογραφίες και κοστούμια σε τόσα έργα που κάποιοι εκτιμούν ότι ξεπερνούν τα εκατό.
Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν ότι του απονεμήθηκε ο τίτλος του Καλλιτεχνικού Συμβούλου των Κρατικών Θεάτρων της Γερμανίας.


Μακέτα σκηνικού Πάνου Αραβαντινού (Μικτή τεχνική με τέμπερα)
1928 - Σκηνογραφία από Όπερα (Μικτή τεχνική με κάρβουνο)
Σκηνή από το έργο "Κάρμεν" (Λάδι σε καμβά)


Ο Πάνος Αραβαντινός επινόησε νέο τρόπο χρησιμοποίησης του φωτισμού στη σκηνογραφία, ενώ και στις σκηνογραφίες του δεν ακολουθούσε τις καθιερωμένες τεχνικές. Οι Γερμανοί αποδέχθηκαν τους νεωτερισμούς του και ο Αραβαντινός υπήρξε ιδιαιτέρως δημοφιλής στη Γερμανία. Μετά το πέρας της παράστασης οι Γερμανοί σχημάτιζαν ουρές για να τον συγχαρούν από κοντά, όπου κατά κανόνα δεν τον έβρισκαν καθώς φρόντιζε να φύγει πριν το τέλος αυτής.

Παρότι είχε δεχθεί προτάσεις για σταδιοδρομία στις Η.Π.Α. ο Αραβαντινός ουδέποτε επέδειξε ενδιαφέρον να μεταβεί εκεί. Ίδρυσε Σχολή Σκηνογραφίας στην Κρατική Όπερα του Βερολίνου. Παράλληλα με όλα αυτά ο Πάνος Αραβαντινός ασχολήθηκε και με εικονογραφήσεις βιβλίων αλλά και με την αφίσα της γελοιογραφίας.  



Το 1925 νυμφεύθηκε τη Γερμανίδα χορεύτρια της Όπερας του Βερολίνου Ελίζαμπεθ Γκρούμπε.

Η Γερμανίδα χορεύτρια της Όπερας του Βερολίνου
Ελίζαμπεθ Κρούμπε
Η Ελίζαμπεθ Κρούμπε σε δοκιμαστικά χορογραφίας το 1926. Στα δεξιά, σύμφωνα με τη λεζάντα του γερμανικού περιοδικού "Berliner Illustrirte Zeitung" τα δοκιμαστικά παρακολουθεί ο Αραβαντινός.


Το 1927 καλείται στην Αθήνα προκειμένου να δώσει οδηγίες στην ανακαίνιση του Δημοτικού Θεάτρου της Αθήνας.

Στις 19 Ιουλίου του 1930 ο Αραβαντινός ταξίδεψε από τη Γερμανία στην Ελλάδα, καθώς είχε κληθεί από την Εκτελεστική Επιτροπή του Εθνικού Θεάτρου για να μελετήσει την μεταρρύθμιση της σκηνής του Εθνικού Θεάτρου της οδού Αγίου Κωνσταντίνου. Διέμενε στο σπίτι της μητέρας του όπου δεχόταν δεκάδες επισκέψεις ανθρώπων του χώρου του για να ακούσουν την πολύτιμη γνώμη του για είτε για την μεταρρύθμιση της σκηνής του θεάτρου της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, είτε γενικά για τις θεατρικές σκηνές στην Ελλάδα. 

Μεταξύ των επισκεπτών ήταν και ο μεγαλωμένος στον Πειραιά σκηνογράφος Κλεόβουλος Κλώνης ο οποίος ζήτησε από τον Αραβαντινό να διατυπώσει τις αρχές που θα πρέπει να διέπουν μια θεατρική σκηνή. Εκείνη την καλοκαιρινή Αθηναϊκή βραδιά ο Αραβαντινός είπε:

«Πρώτα από όλα οι σκηνές θα πρέπει να είναι μεγάλες τουλάχιστον 25Χ25 μέτρα ώστε να εξυπηρετούν το μουσικό και το δραματικό θέατρο. Ύστερα η σκηνή θα πρέπει να είναι οριζόντια. Είναι κάκιστη αρχή το να κατασκευάζονται σκηνές επικλινείς, έστω και κατά ένα εκατοστό, που επικράτησε σε παλαιότερα μουσικά θέατρα. Τρίτον η σκηνή θα πρέπει να είναι τεχνικώς έτσι οργανωμένη ώστε να διευκολύνεται και η αλλαγή των σκηνικών και η απαλλαγή της σκηνής από τα σκηνικά αυτά. Πρέπει η σκηνή να δίνεται στην πρόβα και όχι να μετατρέπεται σε αποθήκη.»


Σε ερώτηση για το αν μοντέρνες παραστάσεις επιτρέπεται να ανεβαίνουν σε κλασσικά θέατρα, που ο ρόλος τους πρέπει να διαφέρει καθώς λόγο της φύσης τους είναι θέατρα – Ακαδημίες, δηλαδή πρέπει να εκπαιδεύουν το θεατρικό κοινό. (ερώτημα διαρκές που απασχολεί μέχρι σήμερα τις ελάχιστες κλασσικές σκηνές που έχουν απομείνει στη χώρα μας). Ας δούμε τι απάντησε ο Πάνος Αραβαντινός: «Ακούω πολλούς να μιλούν για θέατρο «Αβάν γκαρ» πρωτοποριακό. Αυτό είναι άσχετο τελείως με το θέατρο - Ακαδημία. Όπως δεν υπάρχει καλλιτεχνία μοντέρνα χωρίς να υπάρξει καλλιτεχνία κλασσική, έτσι δεν μπορεί να υπάρξει και θέατρο μοντέρνο – πρωτοποριακό, χωρίς το κλασσικό θέατρο».

Τέλος ο Κλεόβουλος Κλώνης απεύθυνε μια ερώτηση στον Πάνο Αραβαντινό, επίσης επίκαιρη μέχρι σήμερα. Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου; Και ο Αραβαντινός απαντά: «Ο ρόλος του Διευθυντή δεν είναι ούτε συγγραφέα, ούτε ηθοποιού. Η φιλολογία και η διεύθυνση θεάτρου είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Εννοώ τη φιλολογία υπό την ευρύτερή της σημασία. Ένας διευθυντής θεάτρου σημαίνει: Οργάνωση και επιχειρηματικότητα. Σημαίνει διορατικότητα, προβλεπτικότητα και επιβολή.  Ο διευθυντής είναι η μπαγκέτα του μουσουργού. Τέτοια προσόντα δεν έχουν ούτε οι λόγιοι, ούτε οι συγγραφείς, ούτε οι ηθοποιοί. Θυμηθείτε τον Στρίμπεργκ που διεύθυνε επί ικανό διάστημα χρόνου το δικό του θέατρο. Μολονότι ήταν άνθρωπος που γνώριζε το θέατρο, πολύ γρήγορα χρεοκόπησε. Σας μιλώ πάντοτε σαν άνθρωπος που δεν γνωρίζω τα ελληνικά θεατρικά πράγματα, ούτε καν τα πρόσωπα της σημερινής θεατρικής κίνησης.» (η συνέντευξης δίδεται τον Ιούλιο του 1930).

Την περίοδο εκείνη ήταν που εκλέχθηκε επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων. 

Στις 1 Δεκεμβρίου του 1930 ο Πάνος Αραβαντινός πέθανε σε ένα ξενοδοχείο στο Παρίσι. Ο θάνατός του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη στης σύγχρονης Ελλάδας θεωρήθηκε εθνική απώλεια. 


Παιδιά στην αυλή
Λάδι σε μουσαμά, Π. Βαλαωρίτης του Πάνου Αραβαντινού

Έργα του Πάνου Αραβαντινού υπάρχουν στις θεατρικές πινακοθήκες του Βερολίνου και του Μονάχου, στην πινακοθήκη του Αμβούργου, στο Μουσείο Μότσαρτ του Σάλτσμπουργκ ενώ στην Ελλάδα δικά του έργα συναντούμε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου και στο Θεατρικό Μουσείο Αθηνών.

Η μεγαλύτερη συλλογή όμως έργων Πάνου Αραβαντινού βρίσκεται συγκεντρωμένη σε μουσείο στον Πειραιά που ονομάζεται «Θεατρικό Μουσείο Πάνου Αραβαντινού» το οποίο περιλαμβάνει 1.300 δικά του έργα, που δώρισαν οι αδελφές του Νίκη και Καλλιόπη Αραβαντινού. Το Μουσείο αυτό αρχικά ήταν εγκατεστημένο στον δεύτερο όροφο του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά αλλά από το 2005 τα έργα του μεταφέρθηκαν στη Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά (Φίλωνος 29).  

Η Χωροφυλακή το 1910, έργο του Π. Αραβαντινού


Κλεόβουλος Κλώνης μπορεί να γεννήθηκε το 1907 στην Προποντίδα αλλά από μικρή ηλικία βρέθηκε στον Πειραιά. Μεγάλωσε και αγάπησε τον Πειραιά όπου τελείωσε και το Γυμνάσιο. Έκανε παρέα με τον επίσης «Πειραιώτη» Σπύρο Μελά από τον οποίο μάλιστα ενθαρρύνθηκε να ασχοληθεί με τη σκηνογραφία. Στη σταδιοδρομία του ο Κλώνης θα συνεργαστεί επίσης με τον Πειραιώτη Δημήτρη Ροντήρη. Στην τριακονταετή σταδιοδρομία του στο θέατρο από το 1932 έως το 1963 ο Κλώνης θα κατασκευάσει πάνω από χίλια σκηνικά. Πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου του 1988.)

Διαβάστε επίσης:

Ξιφίρ Φαλέρ. Η μεγαλύτερη παραγωγή στην Ελλάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου