"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

"Θαλασσοπλαγιά" του Βασίλη Μπαρούτη



"Θαλασσοπλαγιά" του Βασίλη Μπαρούτη

Στο Τουρκολίμανο, οι βάρκες στέκονταν πάνω στο νερό ασάλευτες, όμοιες κυράδες ενδεδυμένες τα νυχτικά τους φορέματα με ακάλυπτα τα ξάρτια τους ορθά σε στάση προσευχής.
Κάπου προς το δείλι την ώρα που αμβλύνουν οι αισθήσεις, φούντωσε λες η γης από τα καμώματα των εραστών κι έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό.
Χάραξε στο κύμα την ανάσα του ο άνεμος κι έγινε Λεβάντες. Και μπήκε στο λιμάνι να ξανασάνει.

Άρχισαν οι βάρκες, στριμωγμένες καθώς ήταν η μία πλάι στην άλλη, να επιδίδονται ταυτόχρονα σε μία ανεπαίσθητη σχεδόν αιώρηση που τους επέβαλε το ανάλαφρο κυματάκι κάτω από τις σκούνες τους. Αιωρούμενες συντονισμένα σε ένα κατανυκτικό τρεμούλιασμα των άκρων τους, έμοιαζαν πράγματι να εκτελούν όχι μόνο προσευχή αλλά λειτουργία ολόκληρη.  Μια ψαλμωδία τρεμόπαιζε σαν μουρμούρισμα ρυθμικό και ατελές και καλούσε τους μύστες να συμμετέχουν σε αυτήν νοητά στρέφοντας απλά το βλέμμα προς τα εκεί.

Το νερό που ήταν στρωμένο από κάτω κι αντανακλούσε τα πλαϊνά τους έμοιαζε με ένα πανί βουτηγμένο στη λαδομπογιά με ανάκατα πάνω του γυναικεία ονόματα λευκό-γραμμένα ανάστροφα. "αιραΜ" όπως Μαρία, "ανιρεταΚ" όπως Κατερίνα και πάει λέγοντας. Όλες τους λειψές στο μάτι που βλέπει μόνο το πάνω μέρος, ιδανικές αγκαλιές για αραλίκι, πιστές ερωμένες. Στον καιρό δοσμένες μονάχα. Ούτε στον καπετάνιο, ούτε στον ψαρά. Στον καιρό. Μπουνάτσα; καλμαριστές. Κύμα; φουριόζες. Όλα τα ζόρια τα περνούσαν γλιστρώντας απαλά πάνω στην υδάτινη αντανάκλαση τους και ζητούσαν λίγα. Όταν τις έτρωγε το αλάτι θελαν φροντίδα, φτιασίδωμα, να ναι μετά έτοιμες να ξανοιχτούν πάλε. Φωνές δεν είχαν δικές τους. Δανικές μόνο έπαιρναν των γλάρων και των ψαράδων. Τις άκουγες να σκούζουν μεσοπέλαγα ή να μουρμουρίζουν ανάκατα λόγια  σαν να σου σιγοτραγουδάει τον καημό του ο ναύτης ή το κλάμα του ο νοικοκύρης που το παιδί του δεν στέριωσε στο ίσκιο του σπιτιού κι έκανε ρεσάλτο στα κύματα.

Κάπου εκεί γεννήθηκες σε μια γειτονιά μέσα στην Καστέλλα.
Τα πρωινά κατηφόριζες το δρόμο προς την ακρογιαλιά κι έριχνες νόθες ματιές στο υδάτινο πάπλωμα. Ξάνοιγες το βλέμμα εκεί που ο βόμβος από τα ψαροπούλια μπέρδευε στο άκουσμα τη λαλιά τους με το άφρισμα του νερού που πλατάγιζε στα βράχια σαν τη γλώσσα στα δόντια μετά από μία γενναία δαπάνη σε φαΐ και ποτό.
Τα μεσημέρια στο μεγαλείο της άνοιξης, ύφαινες με το μυαλό σου στην προκυμαία τα δίχτυα και αρμάτωνες τα παραγάδια με δολώματα.



Οι κόρες των ματιών σου δύο πέτρες πυρωμένες από το λιοπύρι και τα άκρα σου όλα, σχοινιά που τραβούσαν το κορμί στη θάλασσα. Να γίνει ξάρτι με πανί τα μακριά μαλλιά σου να ταξιδέψει.

Και να σκεφτεί κανείς πως όταν βγήκες από την κοιλιά της μάνας σου ήταν τόσο καχεκτικό το σουλούπι σου που για μέρες έσκουζε ανυπόμονο κάποιο όρνιο πάνω από το σπίτι σας. Μόνο όταν σε έβαλαν στο νερό σηκώθηκες στα πόδια σου και πείστηκαν οι γείτονες ότι ήσουν πλάσμα ζωντανό και μάλιστα ανθρώπινο.

Στα πρώτα σκιρτήματα πάλευες να βουτήξεις στα απύθμενα βάθη βγάζοντας σφουγγάρια για τα δάκρυα κάποιου άδολου έρωτα που σε βασάνιζε γλυκά.
Στον ίσκιο της σκέψης σου ίχνη από κοχύλια πάνω στην άμμο και χορωδίες άλμπατρος ζωντάνευαν τα λόγια του παππού σου για ταξίδια του στους ωκεανούς. Είκοσι τρεις φορές είχε γυρίσει τον κόσμο και άλλες τόσες θα τον ξανάφερνε βόλτα αν δεν πάθαινε εκείνο το ατύχημα στο μηχανοστάσιο. Σε ξόρκιζε να μείνεις μακριά από τα πλοία μα η καρδιά σου δεν βολευόταν στη στεριά. Μόνο μέσα στο νερό την άκουγες να πάλλεται ρυθμικά σαν ένα κύτος που βουτάει στην άβυσσο να κρυφτεί από τους θηρευτές του και αναρριγεί τρεμάμενο βουνό στη σεισμική δόνηση που προκαλεί ο φόβος στον κυνηγημένο.

Κι εσύ κυνηγημένος από τις ιστορίες του παππού και τις επικλήσεις του λιμανιού, έτρεχες στους ψαράδες και τους ρωτούσες ποιος να σε έπαιρνε στο καΐκι του. Ένας από την Ύδρα τελικά σε δέχτηκε σε κάποιο πόστο κι εσύ βιάστηκες να φυγαδέψεις τον κρυφό σου πόθο στην αλμύρα και την γλίτσα πάνω στην κουπαστή. Ήταν ένα στενόμακρο σκαρί με τη μηχανή μέσα στην κοιλιά του να γουργουρίζει και με την καμπίνα στην μέση. «Πρωτέα» το είχε ονομάσει ο κύρης του και το είχε ξανοίξει σε όλα τα μήκη και πλάτη του Αιγαίου και παραπέρα. Ο καπετάνιος όμως ήταν άνθρωπος με δύσκολα χούγια και ήθελε ναύτες μόνο από το λιμάνι. Τους έλιωνε στη δουλειά γιατί έλεγε άντεχαν. Αν είχαν ζήσει κάπου πιο μέσα στην πόλη βούταγαν μεσοπέλαγα να γυρίσουν πίσω κολυμπώντας. Μα εσύ δεν λογίστηκες δουλειά, μόνη σου μέριμνα η φυγή στα γκρίζα νερά. Εκεί μονάχα που ένιωθες ελευθερία και γαλήνη. Ίδια μυσταγωγία που τρέφει μια ανώτερη δύναμη μέσα σου, τράβαγες και ξέπλεκες τα δίχτυα με την αγριάδα μερμηγκιού που τραβάει στη φωλιά του πληγωμένο το σκαθάρι να το αποτελειώσει.
Η ψαρόβαρκα του «Πρωτέα» που σε τράβηξε πρώτη στ’ ανοιχτά να τιθασέψεις την ορμή σου και να γίνεις ναύτης. Αυτή ήταν η πρώτη σου αγάπη που σε βάφτισε στα ταραγμένα νερά στο σκαμπανέβασμα της βάρκας κάθε φορά που άνοιγε τον ασκό του ο Αίολος.

Είχες μετά τον τρόπο να μπεις και σε καράβι. Πατρίδα και σπίτι δεν σε είδε ξανά, αραιά και που μόνο όταν έμενες ξέμπαρκος για λίγο στο λιμάνι.

Και να λένε μετά οι παλιοί σου φίλοι στον καφενέ, «ο Άγγελος ρε σεις έχει να πατήσει χρόνια. Μπάρκαρε λέει σε γκαζάδικο με ξένη σημαία κι έχει οργώσει τις θάλασσες σε αμερικές και βραζιλίες».
«Μπα», λέει άλλος, «τον είδα πριν κάτι μήνες που γύρισε σακάτης από τις μηχανές και ζει με τη μάνα του».





Ο Βασίλης Μπαρούτης γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής και μεγάλωσε στη Χαλκίδα. Φοίτησε στο Τ.Ε.Ι. Καβάλας, στη Σχολή Διοίκησης Παραγωγικών Μονάδων. 
Από το 2007 ζει μόνιμα στην Αθήνα και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος. 
Αγαπάει τη μουσική, τα ταξίδια, τη μαγειρική, τις κακές συνήθειες και την καλή παρέα. 
Τα πρώτα του γραπτά ήταν στίχοι. 
Έχει κάνει μαθήματα δημιουργικής γραφής και με την παρέα των Luden labs συμμετείχε στην οργάνωση βραδιών ανάγνωσης στην Αθήνα. 
Το διήγημα του «Τι νέα από την Κατερίνα;» τυπώθηκε το 2014 σε μορφή fanzine, ενώ μικρότερα διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Θράκα. 
Οι ήρωες της καθημερινότητας και η οικογένεια του αποτελούν βασική πηγή έμπνευσης για τα γραπτά του.

H συλλογή διηγημάτων «Ηχολόγια» είναι το πρώτο του βιβλίο. Είναι μέλος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς.


Η περιπέτεια μεταγραφής του Κώστα Χούμη από τον Εθνικό Πειραιώς στη Βένους Βουκουρεστίου


του Στέφανου Μίλεση

Ο Πειραιώτης Κώστας Χούμης υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες επιθετικούς ποδοσφαιριστές την περίοδο του Μεσοπολέμου. 

Ταύτισε το όνομά του με την ομάδα του Εθνικού Πειραιώς όπου έπαιζε την περίοδο 1934 - 1936. Αμέσως μετά την αναγνώριση του πηγαίου ταλέντου του, κλήθηκε να επανδρώσει την Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, με την οποία συμμετείχε σε βαλκανικούς αγώνες ποδοσφαίρου στο Βουκουρέστι στη Ρουμανία. 

Στους αγώνες αυτούς όμως είχαν την ευκαιρία να τον δουν από κοντά και οι εκπρόσωποι της ρουμανικής ομάδας "Βένους", οι οποίοι του προσέφεραν τεράστια χρηματικά ποσά για την εποχή προκειμένου να τον εντάξουν στις τάξεις της ομάδας τους.



Ο Χούμης δελεάστηκε από τις προτάσεις της ρουμανικής ομάδας, αλλά από την άλλη συνάντησε επίμονη άρνηση της οικογένειάς του που ζούσε στον Πειραιά να επιστρέψει πίσω όπως και πραγματικά έγινε. Η "Βένους" την εποχή εκείνη ήταν μια πραγματικά πανίσχυρη ομάδα που είχε ως Πρόεδρο τον Διευθυντή Ασφαλείας του Βουκουρεστίου ενώ τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ήταν όλα σημαίνοντα μέλη της ρουμανικής κοινωνίας. 

Ο Μαρινέσκου (ο Πρόεδρος της "Βένους") μη αποδεχόμενος εύκολα την άρνηση του Χούμη, γνωρίζοντας ίσως ότι ο "μικρός" ήθελε (ήταν μόλις 18 ετών τότε), αλλά οι γονείς του αντιδρούσαν, απέστειλε στον Πειραιά δύο εκπροσώπους του συλλόγου, με αποστολή να συναντήσουν τον Χούμη και να τον πείσουν να αγωνιστεί με τα χρώματα της "Βένους" όπως και πραγματικά έγινε.

Με τον Χούμη στις τάξεις της η "Βένους" γνώρισε πολλές νίκες και έφτασε να κατακτήσει το ρουμανικό πρωτάθλημα. Ο Χούμης λατρεύτηκε από τους Ρουμάνους οπαδούς της "Βένους", το ίδιο όπως είχε συμβεί και με τους Πειραιώτες οπαδούς του Εθνικού, ενώ η μεταγραφή του στη "Βένους" αποτέλεσε την πρώτη μεταγραφή Έλληνα ποδοσφαιριστή σε ομάδα του εξωτερικού.

Το καλοκαίρι του 1937 ο Χούμης ζήτησε από τη "Βένους" άδεια προκειμένου να επισκεφθεί τον Πειραιά και να δει από κοντά την οικογένειά του και τους φίλους του. 

Η ομάδα του Εθνικού Πειραιώς του 1927
Η ομάδα του Εθνικού Πειραιώς το 1933


Πραγματικά ο Χούμης έλαβε σαράντα ημέρες άδεια και κατέβηκε στον Πειραιά, όπου τις πέρασε με την οικογένειά του. Σε όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα τόσο η οικογένειά του όσο και παράγοντες του Εθνικού Πειραιώς, τον πίεζαν διαρκώς να επιστρέψει στις τάξεις του Εθνικού. Κι όσο οι ημέρες περνούσαν, τόσο οι πιέσεις αυξάνονταν. Μέχρι που την ημέρα της αναχωρήσεως ο Χούμης δεν έφυγε και παρέμεινε στον Πειραιά!

Φίλοι και παλαιοί συναθλητές του από τον Εθνικό Πειραιώς τον έπεισαν να τους ακολουθήσει σε μια εκδρομή στις Σπέτσες. Βεβαίως αυτό ανησύχησε έντονα τους Ρουμάνους οι οποίοι ωστόσο είχαν τον τρόπο να λάβουν πληροφορίες για το τι συνέβαινε. Και οι πληροφορίες αυτές προέρχονταν από έναν Ελληνορουμάνο παράγοντα της "Βένους" τον Νικόλαο Χρόνη, που είχε ως αποστολή να πληροφορείται για τις κινήσεις τους Χούμη στον Πειραιά. Μέσω αυτού οι Ρουμάνοι έμαθαν ότι ο Χούμης βρισκόταν στις Σπέτσες με συναθλητές της προγενέστερης ομάδας του, του Εθνικού. 

Στέλνουν στις Σπέτσες ξανά αντιπροσώπους τους, οι οποίοι έρχονται σε επαφή με τον Χούμη για να του ανακοινώσουν την προσφορά 300 χιλιάδων δραχμών ως πριμ επιστροφής στη Ρουμανία και νέο μηνιαίο μισθό ύψους δέκα χιλιάδων Λέι


Η επιστροφή του Χούμη στη Ρουμανία, θα ήταν υπόθεση εύκολη και γρήγορη, καθώς τότε ρουμανικά ατμόπλοια αφενός αναχωρούσαν από το λιμάνι του Πειραιά, αφετέρου ο ίδιος ο Χούμης διέθετε ρουμανικό διαβατήριο το οποίο η "Βένους" είχε φροντίσει να προμηθεύσει. 

Οι οπαδοί του Εθνικού Πειραιώς μαθαίνοντας την τελική απόφαση του Χούμη να επιστρέψουν, αρνούμενοι επίσης να δεχθούν την απόφαση ως τετελεσμένη, αποφάσισαν να δράσουν. Μέλη του συλλόγου αποφάσισαν να φρουρούν διαρκώς την πατρική εστία στην οποία διέμενε ο Χούμης ώστε εξερχόμενος αυτός να δεχθεί και τις προτάσεις του Εθνικού και να πεισθεί να παραμείνει, όπως πραγματικά και έγινε. 

Ο Χούμης όχι μόνο πείσθηκε από τους παράγοντες του Εθνικού να μείνει στον Πειραιά, αλλά λέγεται ότι υπέγραψε και δήλωση παραμονής προς την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ώστε να αποσταλεί προς την αντίστοιχη Ρουμανική Ομοσπονδία, για να υπάρξει αποδέσμευση του ποδοσφαιριστή, γεγονός όμως η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι συνέβη.  

Οι Ρουμάνοι που στο μεταξύ λάμβαναν όλες τις πληροφορίες για τις προθέσεις του Χούμη, έστειλαν στην Ελλάδα τον Αντιπρόεδρο του Συλλόγου Εντερλέσκο ο οποίος κατέφθασε επειγόντως στην Αθήνα με αεροπλάνο και διέμεινε στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία". 
Ο Εντερλέσκο επισκέφθηκε το ίδιο το σπίτι του Χούμη στον Πειραιά, όπου παρουσία του ίδιου και των γονέων του προσέφερε το αστρονομικό για την εποχή ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών, ως πριμ επιστροφής, δηλαδή ποσό μόνο για να επιστρέψει ο Χούμης πίσω στη Ρουμανία. 

Σκηνές που δεν είναι εύκολο να περιγραφούν, διαδραματίστηκαν στην οικία των γονέων του Χούμη, στην οποία εκτός από τους γονείς του Έλληνα ποδοσφαιριστή και τον ίδιο ήταν μαζί οι αντιπρόσωποι της "Βένους" όπως και αντιπρόσωποι του Εθνικού Πειραιώς. Λέγεται ότι ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής ήταν αδιάφορος στα χρήματα που του προσέφεραν, αλλά για προσωπικούς και μόνο λόγους (μιλούσε για κάποιο αισθηματικό δεσμό που στο μεταξύ είχε συνάψει), επιθυμούσε να επιστρέψει στη Ρουμανία. Οι εφημερίδες έγραψαν τότε πολλά για το ποιοι ήταν οι λόγοι αυτοί. 

Η ουσία των γεγονότων είναι ο Χούμης επέστρεψε πίσω στη "Βένους" στην οποία λατρεύτηκε όσο κανείς άλλος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της. Το ποσό του ενός εκατομμυρίου που διέθεσε το 1937 η "Βένους" για να τον πείσει να επιστρέψει, είναι επί της ουσίας προστιθέμενο στα ποσά που ήδη είχαν καταβληθεί το 1936 για την απόκτησή του και στο πριμ των 300 χιλιάδων δραχμών στον ίδιο τον ποδοσφαιριστή, ξέχωρα οι μηνιαίοι μισθοί του. Ο Χούμης υπήρξε όχι μόνο η πρώτη διεθνής μεταγραφή Έλληνα ποδοσφαιριστή στο εξωτερικό αλλά και για πολλά χρόνια παρέμεινε και η ακριβότερη.  

Οι παράγοντες του Εθνικού ερωτώμενοι τότε για την υπόθεση του Χούμη, απλώς απαντούσαν ότι ο Χούμης αποφάσισε να παραμείνει στον Εθνικό και ότι η ομάδα τον κρατούσε κρυμμένο κάπου στη Σύρο, ώστε να εμφανιστεί στο πρώτο παιχνίδι της ομάδας!

Φυσικά ο Χούμης ουδέποτε εμφανίστηκε να παίξει με τον Εθνικό, παρότι μια Κυριακή πριν την έναρξη του πρωταθλήματος, οι εφημερίδες της εποχής διαφήμιζαν το επερχόμενο παιχνίδι του Εθνικού ότι θα γίνει στο ποδηλατοδρόμιο έχοντας τον Χούμη στην ομάδα του! 

Μία μόλις Κυριακή πριν την έναρξη της αγωνιστικής περιόδου του 1937 ο Χούμης παρουσιάζεται από τις εφημερίδες να αποτελεί παίκτης της ομάδας του Εθνικού. 


   

Η επιστροφή του διασωθέντος πληρώματος του "Έλλη" στον Πειραιά


του Στέφανου Μίλεση

Ο Πειραιάς ως μητρόπολη όλων των νησιών του Αιγαίου, ζούσε κάθε χρόνο με το δικό του τρόπο κάθε χρόνο τις εκδηλώσεις εορτασμού για κάθε Αιγαιοπελαγίτικη Παναγία, αλλά ειδικά για τη Μεγαλόχαρη της Τήνου. 

Όταν πραγματοποιήθηκε στις 15 Αυγούστου 1940 ο τορπιλισμός του εύδρομου «Έλλη», κατέλαβε τους Πειραιώτες μια απέραντη θλίψη, καθώς ναυτικοί οι περισσότεροι στο επάγγελμα, διατηρούσαν στενή σχέση τόσο με το εμπορικό όσο και το πολεμικό ναυτικό. Οι περισσότεροι κάτοικοι του Πειραιά, αν δεν ήταν οι ίδιοι ναυτικοί, είχαν στην πλειονότητά τους γονείς, αδέλφια, θείους, κοντινούς ή μακρινούς συγγενείς, που ήταν και γνώριζαν καλά, από «πρώτο χέρι» που λένε, τι σήμαινε ναυάγιο, πολύ περισσότερο όταν επρόκειτο για τορπιλισμό. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο, ότι πλήθη Πειραιωτών συγκεντρώθηκαν στην ακτή του εμπορικού λιμανιού στο άκουσμα της άφιξης τόσο των ανδρών του πληρώματος όσο και των προσκυνητών από τη Τήνο.



Μετά το ίδιο το νησί της Τήνου, καμιά άλλη πόλη στην Ελλάδα δεν συμμετείχε τόσο ενεργά στα γεγονότα αλλά και στο πένθος του τορπιλισμού και των χαμένων ανδρών όσο ο Πειραιάς. Εδώ καταφτάνουν οι διασωθέντες του πληρώματος του "Έλλη", από τον Πειραιά κατανέμονται στα διάφορα νοσοκομεία, στον Πειραιά καταφτάνουν οι χιλιάδες προσκυνητές της Παναγίας της Τήνου όπου συναντούν στις αποβάθρες του λιμανιού τους δικούς τους ανθρώπους που ανήσυχοι με όσα έχουν συμβεί τους περιμένουν με αγωνία. Από τον Πειραιά καταγράφουν οι ανταποκριτές των εφημερίδων τις λεπτομέρειες του τορπιλισμού, που κυκλοφορούν πανελλήνια μέσα από τις εφημερίδες. Μόνο στον Πειραιά θα μπορούσαν να βρουν συγκεντρωμένα τα πλήθη των προσκυνητών και να καταγράψουν το τι είδε ο καθένας από αυτούς. 

  

Και πραγματικά στις δέκα το βράδυ της επόμενης ημέρας 16ης Αυγούστου, όταν εμφανίστηκε στον Πειραιά το πρώτο καράβι με προσκυνητές η αγωνία κορυφώθηκε και ερωτήματα όπως «φθάνουν;», «ποιο πλοίο έρχεται;» εξαπλώνονται με απίστευτη ταχύτητα στην ακτή. 

Ο κόσμος δονήθηκε από συγκίνηση στην εικόνα και μόνο των πλοίων, που αργά εισέρχονταν με ανοιχτούς τους προβολείς τους στο λιμάνι του Πειραιά. Με τα μάτια της φαντασίας τους, το συγκεντρωμένο πλήθος σχηματίζει στο νου του την εικόνα της περιγραφής που είχε ακούσει από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, που πρώτος μετέδωσε την είδηση του τορπιλισμού. Μια εικόνα που δεν πρόκειται ποτέ να λησμονηθεί. Το ελληνικό καταδρομικό να βυθίζεται φέροντας ακόμα το μεγάλο σημαιοστολισμό, έχοντας ακόμα υψωμένη στη πρύμνη του, τη μεγάλη γαλανόλευκη Σημαία, που κυμάτιζε στον ιστό μέχρι που χάθηκε οριστικά κάτω από τα κύματα.




Η αγωνία της αναμονής στο λιμάνι τερματίζεται όταν πρώτο εισέρχεται το «Έσπερος» φορτωμένο με τραυματίες από το πλήρωμα της «Έλλης». Πίσω του ακόμη πέντε πλοία όλα γεμάτα με προσκυνητές από τη Τήνο. Από αυτά τα έξι συνολικά πλοία, τα δύο, «Έσπερος» και «Αρντένα» πλεύρισαν στην Τρούμπα. Τα υπόλοιπα τέσσερα πλοία με τα οποία επέστρεφαν οι προσκυνητές, το «Έλση», το «Αθήναι», το «Σοφία» και το «Σάμος» πλεύρισαν στην Ακτή Τζελέπη που ήταν πιο κοντά προς το Σταθμό του «Ηλεκτρικού».


Στο μεταξύ στην προβλήτα του Βασιλέως Κωνσταντίνου (Τρούμπας) ανέμεναν ασθενοφόρα του Ερυθρού Σταυρού και του Δήμου Πειραιώς (το Ζάννειο ανήκε τότε στον Δήμο Πειραιώς και διοικείτο από «Αδελφάτο»). Ανάμεσα στα ασθενοφόρα περίμεναν και ο Δήμαρχος Μιχάλης Μανούσκος με τον υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας Τζίφο και άλλους παράγοντες.  



Ο Πειραιάς με ανοιχτές αγκάλες πρότεινε ότι διέθετε για την άμεση περίθαλψη των τορπιλισμένων ανδρών του εύδρομου. Δεκατέσσερις άνδρες του πληρώματος μεταφέρθηκαν στο Ναυτικό Νοσοκομείο Πειραιώς στο Πασαλιμάνι, ενώ οι ελαφρά τραυματισμένοι επιβιβάστηκαν σε βοηθητικό στου στόλου και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο του Ναυστάθμου. Τρεις βαρύτερα τραυματισμένοι είχαν παραμείνει στη Τήνο, καθώς κρίθηκε ότι η μεταφορά θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή τους. Όσοι άνδρες από το πλήρωμα της «Έλλης» μπόρεσαν, κατέβηκαν μόνοι τους χωρίς βοήθεια τη κλίμακα και αποβιβάσθηκαν στον Πειραιά. Η εμφάνισή τους και μόνο προκάλεσε ρίγη συγκίνησης στα πλήθη των Πειραιωτών, που ανέμεναν κατά μήκος της παραλίας. Ντυμένοι οι περισσότεροι με τα ρούχα της δουλειάς, κατάμαυροι από τη φωτιά, άλλοι χωρίς μπλούζα, άλλοι με σχισμένα παντελόνια, έδιναν την εντύπωση επικών ανθρώπων. Και ήταν πράγματι!

Από τη στιγμή που χτυπήθηκε το «Έλλη», στις 08.30 το πρωί, μέχρι τη στιγμή της καταβύθισής του στις 09.45, διήλθε μια ώρα και ένα τέταρτο. Χρόνος στον οποίο το πλοίο φλεγόμενο, έμεινε στην επιφάνεια με τους άνδρες του πληρώματός του να καταβάλουν αγωνιώδης προσπάθειες να το σώσουν. Οι άνδρες αυτοί που οι Πειραιώτες αντικρίζουν να κατέρχονται την κλίμακα του «Έσπερος» με κατεβασμένα τα κεφάλια, σεμνοί και περίλυποι, ήταν οι ίδιοι που με αυταπάρνηση αγωνίσθηκαν να σώσουν το χτυπημένο σκαρί. Ειδικά ο Κυβερνήτης του «Έλλη» ο Χατζόπουλος που με κανένα τρόπο δεν δέχθηκε να εγκαταλείψει το σκάφος του και που χρειάσθηκε να τον απομακρύνουν άλλοι βλέποντας τον ίδιο να αρνείται πεισματικά.   

Αλλά και στου Τζελέπη όπου γινόταν παράλληλα η αποβίβαση των προσκυνητών, οι Πειραιώτες έτρεχαν και ρωτούσαν καθέναν από τους αφικνούμενους επιβάτες να περιγράψουν αυτά που είδαν, που έζησαν ή έστω που άκουσαν.
-      - «Τι να  σας πούμε, ακόμα δεν μπορούμε να συνέλθουμε»,
-  - «Η Παναγία μας έσωσε, έκανε το θαύμα της», απαντούσαν οι περισσότεροι ευρισκόμενοι ακόμα σε κατάσταση κλονισμού.

Μια μοναδική φωτογραφία στην οποία οι διασωθέντες άνδρες του "Έλλη" φωτογραφίζονται μπροστά από τον ιερό ναό της Τήνου. Η περιφορά της εικόνας της Τήνου η οποία επρόκειτο να γίνει από άνδρες του "Έλλη" λόγω των γεγονότων έγινε τελικά από άνδρες της χωροφυλακής



Οι προσκυνητές περιέγραφαν ότι λίγο πριν τον τορπιλισμό της «Έλλης» είχαν δει να πετά πάνω από την Τήνο ένα υδροπλάνο, χωρίς να φανταστούν βέβαια το λόγο της πτήσης του. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε και αργότερα, με τα πλήθη των Πειραιωτών να αναμένουν προσκυνητές, όταν κατ΄ εντολή του Μεταξά θα σχηματιστεί νηοπομπή αποτελούμενη από τα πολεμικά πλοία «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα», που με τη συνοδεία τριών αεροπλάνων θα μεταφέρουν τους τελευταίους προσκυνητές από Τήνο στον Πειραιά, φοβούμενοι συνέχεια της άνανδρης επίθεσης. 

Οι πρώτοι προσκυνητές της Τήνου φτάνουν στον Πειραιά



Όταν ο Μεταξάς πληροφορήθηκε τον τορπιλισμό της «Έλλης», απέστειλε στις αρχές της Τήνου τηλεγράφημα με το οποίο ζητούσε η λιτανεία της εικόνας να γίνει κανονικά, ο λαός να δείξει ότι δεν κάμπτεται από αυτού του είδους τις ενέργειες.
-      «Είμαι βέβαιος ότι θα έχετε ενθαρρύνει τους προσκυνητές και ότι αυτοί ως αληθινοί Έλληνες δεν θα έχουν ανάγκη ενθαρρύνσεως.
  Είμαι βέβαιος επίσης ότι η λιτανεία θα γίνει» διεμήνυε στο τηλεγράφημά του.


Και οι αρχές της Τήνου είχαν ανακοινώσει από μεγαφώνου το τηλεγράφημα του Ιωάννη Μεταξά. Και το απαντητικό από τις αρχές της Τήνου προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως τηλεγράφημα, μια ηρωική στιγμή από τις πολλές της ελληνικής ιστορίας που δυστυχώς δεν έγινε ιδιαιτέρως γνωστή, έγραφε:

-      «Λόγοι σας διαβιβάσθηκαν εις πειθαρχούν πλήθος προσκυνητών δια μεγαφώνου. Πεπειθότες εις υμάς, εκτελέσωμεν πάσαν διαταγήν ολοψύχως. Λιτανεία γενήσεται ώραν 11.30’». 


Την επομένη κιόλας του τορπιλισμού, τις 16 Αυγούστου, η Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Ε.Σ.Ε.Ε.) που τότε έδρευε στον Πειραιά, έστειλε στο υπουργείο Ναυτικών επιστολή με την οποία ζητούσε να επιτραπεί η διενέργεια πανελλήνιου εράνου για την αντικατάσταση του απολεσθέντος πλοίου «Έλλη». Οι Έλληνες εργάτες δέχονταν μείωση του μισθού τους υπέρ της άμυνας της χώρας. Και έκλειναν το αίτημά τους υπογράφοντας «Εν Πειραιεί τη 16.8.1940». 




Διαβάστε επίσης:

Αλέξανδρος Σκληβανιώτης: Ο Τελευταίος πειραιώτης του "ΕΛΛΗ"

Το Μοναστήρι του Πειραιά (Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής)



του Στέφανου Μίλεση

Στον Πειραιά όταν συνήθως αναφερόμαστε σε Μοναστήρι, εννοούμε το παλαιό Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα, του μοναδικού κυττάρου ζωής που υπήρχε στην έρημη περιοχή του μεγάλου λιμανιού, στα συντρίμμια του οποίου ορκίσθηκε η πρώτη δημοτική αρχή της πόλης το 1835.

Κανένας όμως ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι στον σημερινό Πειραιά, υπάρχει και λειτουργεί ανδρικό Μοναστήρι με καλογήρους και μάλιστα όχι πολύ μακριά από το κέντρο. Πρόκειται για την Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής.





Κάτω  από τη σκέπη της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής λειτουργεί στην Παλαιά Κοκκινιά το Μοναστήρι σε πείσμα της σύγχρονης εποχής ισοπέδωσης ηθικών αξιών και έκπτωσης αντιλήψεων. 

Η Μονή αυτή διαφέρει από όλες εκείνες που γνωρίζουμε που διαθέτουν πολλά κτίσματα, μεγάλο καθολικό και παρεκκλήσια με κελιά για τους πατέρες μοναχούς, με μεγάλες εκτάσεις γης, που είναι συνήθως φτιαγμένες μέσα σε δάση, σε βουνοκορφές στην ύπαιθρο χώρα. Διαφέρει από τις Μονές εκείνες που συνήθως έχουν τραπεζαρίες, εργαστήρια και άλλα διακονήματα. Είναι όμως η δική μας Μονή, είναι το Μοναστήρι του Πειραιά!

Παρά τα περιορισμένης έκτασης όριά της δεν στερείται της χάριτος, λειτουργεί κανονικά, τελεί αγιασμό των πιστών και συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό κόσμου που γνωρίζει για αυτήν. 

Όλα ξεκίνησαν από ένα μικρό πλίνθινο εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής που λειτουργούσε κάνοντας θείες λειτουργίες και εσπερινούς, έλκοντας πιστούς από τη γύρω περιοχή. Με έδρα αυτό το μικρό ναό το 1992 δημιουργήθηκε Μοναστήρι, το μοναδικό στον Πειραιά. 

Εκεί διακονούσε ο ιερομόναχος π. Αυγουστίνος Στυλής έχοντας από κοντά τον δωρητή και κτήτορα του παλαιού ιερού ναού, τον κυνηγημένο πρόσφυγα Παναγιώτη Μπιτούνη, που από τη χαμένη του πατρίδα αγωνίστηκε να μεταφέρει -όπως όλοι οι κυνηγημένοι Έλληνες- τις εικόνες, τα κειμήλια και τα λατρευτικά αντικείμενα από από την περιοχή που ξεριζώθηκε. Ένα μόνο δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο κ. Παναγιώτης μετατράπηκε σε εκκλησάκι με πρώτο ιερέα τον π. Κωνσταντίνο Κρητικό. Όταν πέθανε ο Παναγιώτης Νταλιάνης δώρισε το εκκλησάκι με το διπλανό οικόπεδο που στο μεταξύ είχε αγοράσει στην Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς. Στην πορεία ο χώρος στο σύνολό του μετατράπηκε σε Μοναστήρι για τους άγαμους κληρικούς της Μητρόπολης Πειραιώς. 


Καθώς τα χρόνια περνούσαν οι μοναχοί αυξάνονταν ενώ στο μεταξύ υπήρξαν μελέτες και αρχιτεκτονικά σχέδια για την κατεδάφιση του παλαιού ναού και την κατασκευή νέου, σύγχρονου, ο οποίος θα συνδυαζόταν με τη δημιουργία πολυόροφου κτηρίου με κελιά για τους πατέρες, αρχονταρίκι, υπόγειο και αυλή και άλλους βοηθητικούς χώρους που απαιτεί η λειτουργία ενός Μοναστηριού. 








Και ενώ ο ναός ανεγέρθηκε, σύμφωνα πάντα με τα προβλεπόμενα σχέδια, όπως και το προαύλιο χώρο δίπλα στη μεγάλη αίθουσα και στο υπόγειο αυτής, δεν υπήρξε η οικονομική δυνατότητα να ανεγερθούν οι όροφοι που περιλάμβαναν  τα κελιά για να διαμένουν οι ιερομόναχοι. 

Λίγο πιο πάνω από το Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, κοντά στην ενορία των Αγίων Αναργύρων Καραβά, υπάρχει και το ησυχαστήριο του Αναστάντος Χριστού με ηγούμενο τον Ιεροκήρυκα της Μητροπόλεως Πειραιώς τον Αρχιμανδρίτη Μεθόδιο Κρητικό, γιο του αείμνηστου πατέρα Γεώργιου Κρητικού.

Η Μονή Ζωοδόχου Πηγής αποτελεί ωστόσο αγαπημένο μέρος για τους κατοίκους που διαμένουν γύρω από αυτό, ενώ είναι ιδιαίτερα δεμένο με τους πρόσφυγες καθώς στεγάζει εικόνες και κειμήλια χαμένων πατρίδων. 




Οι κάτοικοι της Παλαιάς Κοκκινιάς βοήθησαν πολύ στην ανέγερσή του διενεργώντας εράνους -καθόλα νόμιμους- δωρεές και συγκεντρώνοντας χρήματα με την έκδοση κουπονιών ώστε να ενισχύσουν την ανέγερση του νέου ναού και των λοιπών χώρων αυτού. 

Όμως η κρίση κτύπησε άγρια και αυτούς τους ανθρώπους και έτσι το Μοναστήρι έμεινε ανολοκλήρωτο. Θα ήταν ευχής έργο να κτιστεί πάνω από το αρχονταρίκι, αν όχι οι προβλεπόμενοι όροφοι, αλλά ένα - δύο ώστε να φτιαχτούν κελιά για την εγκατάσταση των ιερομονάχων εντός αυτών. Οι μοναχοί οφείλουν να ασκούνται στην ακτημοσύνη, στη νηστεία, στη συνεχή εργασία, στην αποστροφή κρίσης και κατάκρισης. Αυτά φυσικά είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθούν όταν οι Μοναχοί διαμένουν σε χώρους έξω από το Μοναστήρι από το οποίο ανήκουν.   

Η Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής Παλαιάς Κοκκινιάς συμπληρώνει φέτος τα 25 χρόνια λειτουργίας και προσφοράς, από την ίδρυσή της. Στη διάρκεια αυτών των ετών οι ιερομόναχοί της προσφέρουν κάθε είδους έργο όχι μόνο στην περιοχή της Μονής αλλά και στα νοσηλευτικά και άλλα ευαγή ιδρύματα της πόλης. 
Το 2000 η Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής εκπροσωπήθηκε στο Πανελλήνιο Μοναστικό Συνέδριο στα Μετέωρα   




Από το 2015 ανέλαβε την ηγουμενία της Ιεράς Μονής ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Καράμπελας ο οποίος στο παρελθόν υπήρξε Καθηγητής στη δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση επί 19 σχεδόν έτη, από όπου παραιτήθηκε προκειμένου το 1997 να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή. Κι αν θεωρείται εύκολη μια τέτοια απόφαση, τότε αρκεί να διαβάσετε ελάχιστες μόνο γραμμές από το βιογραφικό του για να δείτε τη γόνιμη ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. 

Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος αποφοίτησε από το Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1980) και από το τμήμα Θεολογίας (2001) του ιδίου πανεπιστημίου. Έλαβε υποτροφία για το King's Schlool of English στο Λονδίνο, ενώ παράλληλα επιδόθηκε στην εκμάθηση βουλγαρικής, ιταλικής και γαλλικής γλώσσας.  

Πριν από τον διορισμό του ως Καθηγητής Αγγλικών στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση εκπλήρωσε επί τριετία τη στρατιωτική του υποχρέωση την περίοδο 1982 - 1985 ως Έφεδρος Αξιωματικός. Κι αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς δείχνει άνθρωπο που δεν αποφεύγει των ευθυνών του, που γνωρίζει να υπηρετεί και τον Θεό και τον άνθρωπο και την πατρίδα.
Επίσης υπήρξε συγγραφέας θρησκευτικών και εκπαιδευτικών βιβλίων, ένα από τα οποία είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα.






Ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Καράμπελας εκτός των σπουδών του, έχει προσφέρει σημαντικό έργο στον Πειραιά, λειτουργώντας στον Ι.Ν. του Αγίου Βασιλείου, στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο "Μεταξά", στον Ι.Ν. Αγίων Αναργύρων Καλλιπόλεως, στο Ίδρυμα Προστασίας Υπερηλίκων "Ο Άγιος Σπυρίδων", στον Ι.Ν. Προφήτη Ηλία και στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου Προδρόμου που βρίσκεται εντός του Χατζηκυριάκειου Ιδρύματος. Επίσης προσέφερε στη λειτουργία του Ραδιοφωνικού Σταθμού "Πειραϊκή Εκκλησία" αναλαμβάνοντας τη Γενική Διεύθυνση επί 2,5 έτη και στην Έκθεση Χριστιανικού βιβλίου.

Είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά τον Αρχιμανδρίτη στη φετινή Έκθεση βιβλίου στο Πασαλιμάνι και να νιώσω την αγάπη και τη θέρμη που εκπέμπει για το μοναστήρι στο οποίο υπηρετεί. 




Θα πρέπει όλοι εμείς οι Πειραιώτες να βοηθήσουμε την αποπεράτωση αυτού του Μοναστηριού της πόλης μας. Σε μια εποχή που η Πολιτεία καταβάλλει μέριμνα για την ανέγερση τζαμιού στο Λεκανοπέδιο, αφαιρώντας περιουσία από τον Πολεμικό μας Ναυτικό και προσθέτοντας ακόμα ένα (επίσημο) στα εκατοντάδες άλλα (ανεπίσημα) που ήδη υπάρχουν και λειτουργούν, σε μια εποχή που τα πάντα αμφισβητούνται και κατακρίνονται, εκείνοι που έχουν την οικονομική δυνατότητα ας βοηθήσουν για τη στέγαση των Μοναχών του Πειραιά.

Ο θρυλικός συγγραφέας T.H. White των ιστοριών του Αρθούρου και ο Πειραιάς

T.H. White

του Στέφανου Μίλεση

Ο Terence Hanbury White ή αλλιώς γνωστός ως "Τιμ" υπήρξε σπουδαίος Άγγλος συγγραφέας που έκτισε τη φήμη του συγγράφοντας μυθιστορήματα γύρω από τη ζωή, τις ιστορίες και τους θρύλους που Βασιλιά Αρθούρου.

Ο ίδιος γεννήθηκε στη Βομβάη της Ινδίας το 1906 καθώς εκεί υπηρετούσε ο πατέρας του ως ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας. Τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο μικρός Τιμ με τους γονείς του, ιδιαιτέρα με την άκαμπτη συμπεριφορά της μητέρας του, επέδρασαν δυσμενώς πάνω του. Ο ίδιος θα βρεθεί να κατηγορεί μεταγενέστερα τη μητέρα του για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια.

Ο White τελείωσε το κολέγιο το 1928 όπου σπούδασε Αγγλική γλώσσα και λογοτεχνία και διορίσθηκε καθηγητής όπου παρέμεινε στη θέση αυτή για λίγα χρόνια. 
Γρήγορα τα άφησε όλα και αποσύρθηκε σε μια εξοχική κατοικία ασχολούμενος με τη συγγραφή, τα γεράκια τα οποία υπεραγαπούσε, το κυνήγι και το ψάρεμα. Στην απομόνωση της εξοχικής κατοικίας συνέγραψε μέρος της τετραλογίας που αφορούσε στη ζωή και στον θρύλο του βασιλιά Αρθούρου. 

Λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Ιρλανδία ενώ αμέσως μετά (το 1945) εγκαταστάθηκε στα βρετανικά νησιά Channel Islands. 

Τα βιβλία του για τον Αρθούρο έγιναν ανάρπαστα και ολόκληρα ή ιστορίες από αυτά έγιναν ταινίες. Ωστόσο ο White έγραψε μεγάλο αριθμό βιβλίων διαφορετικής θεματολογίας και δεν περιορίστηκε μόνο στις ιστορίες του Αρθούρου, έμελλε όμως να συνδέσει το όνομά του με αυτές. 



Το μεγαλύτερο μέρος των ταινιών που βλέπουμε σήμερα σε τηλεόραση και κινηματογράφο με θέμα τον Βασιλιά Αρθούρο βασίζονται στις ιστορίες του White. Το "Ξίφος στην πέτρα" έγινε ταινία κινουμένων σχεδίων από την Disney καθώς αναφέρεται στην παιδική ηλικία του Αρθούρου. Το ίδιο έργο προσαρμόστηκε και για εκπομπή στο ραδιόφωνο από το BBC. 

 


Το έργο του "Κερί στον άνεμο" (The candle in the wind) που ασχολείται με τις τελευταίες ημέρες της ζωής του Βασιλιά Αρθούρου, απέκτησε τεράστια φήμη και χρησιμοποιήθηκε ως τίτλος τραγουδιού του Έλτον Τζων αφιερωμένο στην Πριγκίπισσα Νταϊάνα και στις τελευταίες ημέρες της ζωής της.  

Ένα άλλο έργο του, το "Κάμελοτ" έγινε μιούζικαλ στο Broadway που από το 1960 έως το 1963 ανέβηκε σε 873 παραστάσεις με πρωταγωνιστές τη Τζούλι Άντριου και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον. Η μουσική της παράστασης έγινε δίσκος που βρέθηκε στην κορυφή των πωλήσεων στις ΗΠΑ για 60 εβδομάδες. 

Το 1964 ο White βρέθηκε σε κρουαζιέρα στη Μεσόγειο με το κρουαζιερόπλοιο "Exeter" το οποίο έπιανε τα λιμάνια της Βαρκελώνης, Νάπολης, Πειραιά, Αιγύπτου και Λιβάνου. Όταν το πλοίο ήταν στον Πειραιά, ο White βρέθηκε νεκρός στην καμπίνα του. Ήταν μόλις 57 ετών. Ο ιατρός του πλοίου διέγνωσε ως πιθανή αιτία θανάτου την οξεία στεφανιαία νόσο. Το ημερολόγιο έδειχνε 17 Ιανουαρίου 1964 και ως τόπος θανάτου του σπουδαίου αυτού Άγγλου συγγραφέα καταγράφηκε ο Πειραιάς


O τάφος του White βρίσκεται σήμερα στο Α' κοιμητήριο Αθηνών ενώ πάνω στην ταφόπλακα του μνήματος είναι χαραγμένο το σπαθί του θρυλικού Αρθούρου!

Ο τάφος του White στην Αθήνα σε φωτογραφία του Iain MacFarlaine
(πηγή: https://www.findagrave.com/cgi-bin/fg.cgi?page=gr&GRid=7471221)


Το σπαθί του Βασιλιά Αρθούρου με τα μυθιστορήματα του οποίου ο White έγινε διάσημος (φωτογραφία του Iain MacFarlaine)
(πηγή: https://www.findagrave.com/cgi-bin/fg.cgi?page=gr&GRid=7471221)