"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Το χρονικό της πειραϊκής καταστροφής της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1944



του Στέφανου Μίλεση

Οι Γερμανοί φεύγοντας από τον Πειραιά είχαν σχέδιο να ανατινάξουν όλο το λιμάνι και πολλές υποδομές της πόλης. Η 12η Οκτωβρίου έμελλε να είναι για τον Πειραιά ημέρα αγωνίας και τρόμου. Σε αντίθεση με την Αθήνα όπου οι Γερμανοί αποχώρησαν ήρεμα σχηματίζοντας μηχανοκίνητη πομπή,  στον Πειραιά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. 

Ωστόσο με κάποιο τρόπο οι ελληνικές αρχές στον Πειραιά πληροφορήθηκαν το καταστροφικό σχέδιο των Γερμανών και ζήτησαν να τους δεχθεί ο στρατιωτικός διοικητής, ο Γερμανός Συνταγματάρχης Σακόφσκυ. Η 12η Οκτωβρίου ήταν ημέρα Πέμπτη. Στις 13.30’ η ελληνική αντιπροσωπεία έφτασε στα γραφεία του Γερμανού διοικητή στην οδό Καραΐσκου, ο οποίος όμως αρνήθηκε να τους δεχθεί. Η επιτροπή έκατσε έξω από το γραφείο του περιμένοντας καρτερικά να του μιλήσει. Πραγματικά μια ώρα αργότερα ο Σακόφσκυ τους διέθεσε λίγα μόνο λεπτά, στα οποία η επιτροπή ζήτησε να μην γίνουν οι ανατινάξεις στο λιμάνι του Πειραιά καθώς από αυτό εξαρτάτο ο εφοδιασμός του Πειραϊκού και του Αθηναϊκού λαού που ήδη λιμοκτονούσε. Μάλιστα του είπαν, ότι οι ανατινάξεις θα προκαλούσαν αντίδραση λαού, ο οποίος θα στρεφόταν κατά των Γερμανών, παρεμποδίζοντας την ομαλή και ήρεμη αποχώρησή τους όπως συνέβη στην Αθήνα. 

Ο Σακόφσκυ όμως απάντησε ξερά: «Είμαι στρατιώτης. Έλαβον διαταγάς τις οποίες και θα εκτελέσω. Και μάλιστα έχω λάβει και τα μέτρα μου». Κι αφού χαιρέτησε στρατιωτικά την επιτροπή έκανε νεύμα στους στρατιώτες του να βγάλουν έξω από το μέγαρο την ελληνική αντιπροσωπεία. 

Στις τρεις το απόγευμα οι Γερμανοί κατέλαβαν όλες τις οδούς προς το λιμάνι και άρχισαν να πυροβολούν όλους τους Πειραιώτες, που λανθασμένα πίστευαν ότι οι Γερμανοί θα αποχωρούσαν ήρεμα. Ο κόσμος τότε πανικόβλητος, τρέχοντας απομακρυνόταν από το εμπορικό λιμάνι. Αυτό άλλωστε ήταν και το σχέδιο των Γερμανών, να απομακρύνουν δηλαδή τον κόσμο από την παράλια ζώνη ώστε να μπορέσουν μόνοι και ανενόχλητοι να επιδοθούν στο καταστροφικό τους έργο. 

Ήταν 12 Οκτωβρίου, τέσσερις και δέκα το απόγευμα, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες εκρήξεις της καταστροφής. Την πρώτη ανατίναξη, ακολούθησαν 147 άλλες σφοδρότατες και πολυάριθμες μικρότερες. 



Στις 12.45 η ώρα, δηλαδή τα πρώτα λεπτά της επομένης ημέρας Παρασκευής 13ης Οκτωβρίου οι ανατινάξεις άρχισαν να μεταφέρονται και εκτός λιμένα. Σημειώθηκαν δεκαπέντε νέες εκρήξεις στις εγκαταστάσεις των ΣΕΚ και ΣΠΑΠ στη συνοικία Λεύκα και στον Ρέντη, ενώ στις  05.05’ το πρωί ανατινάχθηκαν οι εγκαταστάσεις της ΣΕΛ του Περάματος. Ακολούθησε η Μάχη της Ηλεκτρικής Εταιρείας που διήρκεσε τρεις ώρες με 9 Γερμανούς νεκρούς, 45 αιχμαλώτους και άλλους 18 τραυματίες. 

Μνημείο Πεσόντων για τη διάσωση της "Ηλεκτρικής"


Περιττό δε να αναφέρω ότι στις 200 περίπου ανατινάξεις που συνέβαιναν στον Πειραιά και στην ευρύτερη περιοχή του, η αγωνία και ο τρόμος που κατείχε όλο τον πληθυσμό ήταν πρωτόγνωρος. Η γη έτρεμε και δονείτο από τους φοβερούς κρότους, τα τζάμια έσπαζαν, τα σπίτια σείονταν, ενώ κάθε έκρηξη, ακολουθούσε μια τσιμεντοβροχή! Οι τεράστιοι ογκόλιθοι από τις προβλήτες σηκώνονταν στον αέρα σαν να μην είχαν βάρος και έπεφταν όμοια με βροχή σε όλο τον Πειραιά. 



Μέσα σε αυτή την κόλαση των ανατινάξεων πολλοί κάτοικοι της Αγίας Σοφίας και των Ταμπουρίων εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και τρέπονταν σε φυγή για να σωθούν. Δυστυχώς όμως τους περίμεναν οι Γερμανοί που τους πολυβολούσαν από τον Λόφο του Βώκου, ενώ έβαλαν εναντίον τους και με όλμους. Εννιά άμαχοι, αθώοι Πειραιώτες σκοτώθηκαν στις 12 και στις 13 Οκτωβρίου χωρίς να προβάλουν αντίσταση, παρά μόνο διότι έτρεχαν στο δρόμο! 

Νεκροί έπεφταν οι πολίτες 
Θ. Τόπακας, 
Ζ. Τόκας, 
Χ. Μαλαματινάκης η σύζυγός του Αργυρώ και το μικρό παιδί τους Κωνσταντίνος. 
Επίσης οι Εξαργυρόπουλος, 
Κ. Ζυμβρακάκης, 
Κ. Μαλακός και 
Ι. Θωμάς. 

Μέχρι το μεσημέρι της 13ης Οκτωβρίου του 1944 οι Γερμανοί στον Πειραιά είχαν πετύχει να καταστρέψουν όλο το λιμενοβραχίονα τον ευρισκόμενο μπροστά από το κέντρο του Παρλαμά, στη Ναυτική Διοίκηση Αιγαίου. Ο Πλοηγικός Σταθμός και ο Σταθμός αγκυροβολίας ανατινάχθηκαν. Το ίδιο και η Φαρική βάση. Η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων καθώς οι Γερμανοί δεν προλάβαιναν να τοποθετήσουν δυναμίτιδα στα θεμέλιά της, κατεστράφη από χειροβομβίδες που οι Γερμανοί πετούσαν στις αίθουσες διδασκαλίας της. Για τη διάσωση των υπολοίπων εγκαταστάσεων διεξήχθη μάχη με άνδρες του ΕΛΑΣ όπου έπεσε νεκρός ο φοιτητής ακόμα Γεώργιος Βρετάκος. 



Η Προβλήτα Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή η γνωστή προβλήτα της Τρούμπας, κατεστράφη ενώ ανατινάχθηκε το οίκημα που χρησιμοποιείτο ως αίθουσα αποσκευών. Πυρπολήθηκε το συγκρότημα Τελωνείων του Αγίου Νικολάου. Όλα τα κρηπιδώματα μπροστά από τον ηλεκτρικό σταθμό ανατινάχθηκαν. Όλες οι αποθήκες του λιμανιού καταστράφηκαν ολοσχερώς όπως και οι γερανοί εκτός από δύο μόνο στους οποίους κατά τύχη ο πυροκροτητής τους δεν λειτούργησε. 

Έκρηξη ποντισμένης νάρκης στο λιμάνι του Πειραιά 


Ανατινάχθηκε ο λιμενοβραχίονας Βασιλειάδη και η γερανογέφυρα γαιανθράκων επίσης. Ανατινάχθηκαν οι μόνιμες δεξαμενές και τα ναυπηγεία Βασιλειάδου. Καταστράφηκαν τα μηχανοστάσια των ΣΕΠ και των ΣΠΑΠ, πυρπολήθηκαν όλες οι ατμάμαξες και τα βαγόνια. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λεύκας, τα μόνα βαγόνια που έμειναν άθικτα, ήταν οι λεγόμενες «κλούβες». 

Η «κλούβα» ήταν ένα ανοιχτό σιδηροδρομικό βαγόνι που μετατρεπόταν σε μεγάλο κλουβί σαν εκείνα τα σιδερένια κλουβιά που έχουν στους ζωολογικούς κήπους για τα θηρία. Στην «κλούβα» αυτή έβαζαν οι Γερμανοί κρατούμενους και την τοποθετούσαν μπροστά από τη σιδηροδρομική μηχανή, ώστε σε περίπτωση δολιοφθοράς, να σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες κρατούμενοι που επέβαιναν σε αυτή. 

Τα κτήρια και οι εγκατάστασης της Κοπής και της Γενικής Αποθήκης Υλικού του Στρατού ανατινάχθηκαν. Από τις ανατινάξεις κατέρρευσαν 27 σπίτια Πειραιωτών προκαλώντας 3 θανάτους ενοίκων.  Μια εκτέλεση εν μέσω των ανατινάξεων έλαβε χώρα από τους Γερμανούς μπροστά από τον Ι.Ν. του  Άγιου Σπυρίδωνα. Ο άγνωστος αυτός ήρωας, που το όνομά του δεν έγινε ποτέ γνωστό, έκοψε την τελευταία στιγμή τα καλώδια που θα προκαλούσαν την ανατίναξη των κρηπιδωμάτων από το Λιμεναρχείο που τότε έδρευε στο Μέγαρο Βάττη, μέχρι την Ακτή Τζελέπη. 



Οι Γερμανοί επίσης φρόντισαν να καταστρέψουν και τα πλοία του λιμανιού. Μπροστά από τα Τελωνεία Πειραιώς βύθισαν δύο ιστιοφόρα, άλλο μπροστά από το Κοντινεντάλ, ένα ρυμουλκό στου Τζελέπη και ένα τσιμεντόπλοιο στην Τρούμπα. Στην Ακτή Ξαβερίου βύθισαν το φορτηγό πλοίο «Αγαλλιανή» 1.656 τόνων. Φρόντισαν εν τω μεταξύ να καταστρέψουν και τα μέσα εκβάθυνσης του λιμανιού ώστε η αποκατάσταση να είναι αδύνατη καταστρέφοντας τις βυθοκόρους «Αιγαίον» και «Ιόνιον» και τα πλωτά μέσα «Ποσειδών» και «Τιτάν».  Μπροστά από την αποθήκη του Καμπά στου Ξαβέρη, βύθισαν το ρυμουλκό «Ζωοδόχος Πηγή». Στη συνέχεια έκαναν μια σειρά από καταβυθίσεις που σκοπό είχαν να φράξουν την είσοδο του λιμανιού και να καταστήσουν το λιμάνι άχρηστο. Οδήγησαν και καταβύθισαν στην μια άκρη της εισόδου του λιμανιού το ιταλικό ατμόπλοιο «Καρόλα» 1.860 τόνων. Δίπλα σε αυτό καταβύθισαν μια πλωτή δεξαμενή 2.000 τόνων, μια ακόμα μικρότερη και ακόμα παραπέρα ένα ιταλικό αντιτορπιλικό. Επίσης καταβύθισαν το βουλγαρικό ατμόπλοιο «Βουλγαρία» 1.108 τόνων, δύο σιδερένια σκάφη και ένα κότερο. Έτσι με τα επτά αυτά ναυάγια διαφόρων τύπων, κατάφεραν να φράξουν παντελώς την είσοδο του λιμανιού. Οι Γερμανοί πάνω στην καταστροφική τους έχασαν τέσσερις στρατιώτες, οι οποίοι δεν πρόλαβαν να φύγουν και ανατινάχθηκαν την ώρα της έκρηξης της πλωτής δεξαμενής. 


Αλλά και στους υπόλοιπους πειραϊκούς λιμένες έκαναν τα ίδια. Στην είσοδο του όρμου του Κερατσινίου ανατινάχθηκε σκάφος 3.000 τόνων πρώην πολεμικό πλοίο του γιουγκοσλαβικού στόλου. Στην είσοδο του λιμανιού της Δραπετσώνας βυθίστηκε το Δανέζικο μότορσιπ «Νορντ Πολ» 4.480 τόνων, ενώ στον δίαυλο μεταξύ Σαλαμίνος και Ψυτάλλειας βυθίστηκε το νορβηγικό δεξαμενόπλοιο «Τζον Κνουδσεν» 9.071 τόνων. 

Όταν στην Αθήνα απολάμβαναν ήδη την ελευθερία ο Πειραιάς ζούσε τον τρόμο της καταστροφής. Οι Γερμανοί σε οτιδήποτε επιδίδονταν τότε, το έπρατταν με σύστημα και με επιστημονικό τρόπο, έστω κι αν επρόκειτο για το χειρότερο κακούργημα. Η τελευταία πολεμική γερμανική σημαία που είχε ανυψωθεί από τον Γερμανό Φρούραρχο του Πειραιά Φον Μάνχαου και κυμάτιζε σε όλη τη διάρκεια των καταστρεπτικών ανατινάξεων της 12ης και της 13ης Οκτωβρίου του 1944, υπεστάλη από έναν αστυνομικό το μεσημέρι της 13ης Οκτωβρίου, ο οποίος την παρέδωσε στον Φρούραρχο Πειραιώς Συνταγματάρχη Καρπενησιώτη. Λέγεται ότι αυτός την παρέδωσε προς φύλαξη στο Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας. 

Η πρώτη ημέρα που ο Πειραιάς θα ανέπνεε ελεύθερος ήταν η 14η Οκτωβρίου 1944. Στις 16 Οκτωβρίου στις δύο το μεσημέρι κατέφθασε στον Πειραιά και το θρυλικό θωρηκτό «Αβέρωφ» με άλλα σκάφη του πολεμικού μας ναυτικού και του αγγλικού στόλου. Οι Πειραιώτες έσπευσαν στην Φρεαττύδα και στην Πειραϊκή για να δουν τον «Αβέρωφ» να σχίζει και πάλι τα ελληνικά νερά. Πίσω του ακολουθούσαν τα αγγλικά καταδρομικά «Αρόρα», «Ωρίων», «Μπλακ Πρίνς», «Έσσεξ», που ερχόμενα βομβάρδισαν τα επάκτια πυροβολεία των Φλεβών και της Αιγίνης, που οι Γερμανοί δεν είχαν εγκαταλείψει, πιστεύοντας ότι αιφνιδιάζοντας, έστω και την έσχατη στιγμή, θα μπορούσαν να προκαλέσουν απώλεια σε μονάδα των συμμάχων. Εκατοντάδες βάρκες, τράτες, καΐκια και κάθε άλλο διαθέσιμο μέσο, όλα κατάφορτα από λαό βγήκαν ανοικτά στην Φρεαττύδα να δουν από κοντά τον «Μπάρμπα Γιώργη» που αγκυροβόλησε ανοικτά της Φρεαττύδας, δίπλα από την αγγλική ναυαρχίδα. Ο ενθουσιασμός στην εμφάνιση το πλοίου θρύλου, ήταν πραγματικά πρωτόγνωρος. Οι βάρκες οι κατάμεστες από κόσμο που κατάφερναν να προσεγγίσουν το θρυλικό θωρηκτό πλεύριζαν στην κυριολεξία δίπλα του και οι επιβάτες τους αγκάλιαζαν και φιλούσαν το χαλύβδινο θώρακα του σκάφους. Η πολυπόθητη ελευθερία επιτέλους είχε φτάσει και στο μεγάλο λιμάνι.  

Οι 300 Έλληνες ναυαγοί από τη Λισσαβώνα

Το ελληνικό ατμόπλοιο "Ιωάννα" που τορπιλίσθηκε στις 1 Ιουνίου 1940 από γερμανικό υποβρύχιο


του Στέφανου Μίλεση

Στις 20 Αυγούστου του 1940, πέντε ημέρες μόλις μετά τον άνανδρο τορπιλισμό της «Έλλης», στο λιμάνι του Πειραιά  ήταν μοιραίο να διαδραματιστούν πάλι οι ίδιες σκηνές αγωνίας με πλήθη κόσμου να συρρέουν στις προβλήτες του.

Φίλοι, συγγενείς, δημοσιογράφοι, αλλά και πολλοί περίεργοι συγκεντρώθηκαν, για να δουν από κοντά τους Έλληνες εκείνους, που πρώτοι από όλους, είχαν γευτεί το θάνατο και είχαν νιώσει να τους ακουμπά η σκιά του πολέμου, που ήδη είχε απλωθεί απειλητικά πάνω από την ανθρωπότητα.

Το ελληνικό πλοίο «Αττική» έφτανε από την πρωτεύουσα της Πορτογαλίας, τη Λισσαβώνα (σύγχρονη γραφή και ως Λισαβόνα), μεταφέροντας τετρακόσιους Έλληνες ναυτικούς, που αποτελούσαν πληρώματα πλοίων του εμπορικού μας ναυτικού πίσω στην πατρίδα. Από αυτούς οι τριακόσιοι είχαν τορπιλιστεί λόγω πολέμου, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου.

Αυτοί οι Έλληνες ναυτικοί, που έλειπαν για πολύ καιρό από τη χώρα, ταξιδεύοντας σ' όλες τις θάλασσες του κόσμου, συνέβαινε τώρα να επιστρέφουν πίσω στην πατρίδα τους, χωρίς τα πλοία με τα οποία μπαρκάρισαν και χωρίς πολλούς από τους συναδέλφους τους.

Επρόκειτο για επιζήσαντες των επτά χαμένων ελληνόκτητων πλοίων*, πρώτη θυσία στο πολεμικό μέτωπο μέχρι εκείνη τη στιγμή, μαζί με άλλους εκατό Έλληνες ναυτικούς που είχαν ξεμπαρκάρει στα διάφορα λιμάνια της Ευρώπης και που λόγω πολέμου δεν μπορούσαν να επιστρέψουν πίσω στην πατρίδα, συγκεντρώθηκαν στο ουδέτερο έδαφος της Πορτογαλικής πρωτεύουσας όπου ανέμεναν για καιρό τον επαναπατρισμό τους.  


Ξανά στις πειραϊκές προβλήτες τα προσφιλή τους πρόσωπα, άνοιγαν την αγκαλιά τους για να τους υποδεχθούν. Το «Αττική» χρειάσθηκε δεκαέξι ημέρες για να φτάσει στον Πειραιά από τη Λισσαβώνα, αφού υποχρεώθηκε πρώτα να μείνει τρεις ημέρες στο Αγγλικό Γιβραλτάρ και άλλες τέσσερις στη Νότια Ιταλία, στο Παλέρμο και στη Μεσσήνη, λόγω των επιβαλλόμενων από τον πόλεμο ελέγχων.

 Πολλοί από τους αποβιβαζόμενους στις πειραϊκές προβλήτες, παρά τη θλίψη για τον πνιγμό των συναδέλφων τους και την απώλεια των πλοίων στα οποία ήταν ναυτολογημένοι, το πρώτο που ήθελαν να μάθουν, αφορούσε στη σωτηρία των ανδρών του χτυπημένου από τορπίλη «Έλλη» λες και αυτοί δεν καταβυθίστηκαν με τον ίδιο τρόπο, λες και δεν έζησαν τις ίδιες στιγμές φρίκης!

Αυτοί οι 300 Έλληνες ναυτικοί του εμπορικού μας ναυτικού υπήρξαν τα πρώτα θύματα ενός ακήρυχτου ακόμα πολέμου, που σύντομα όμως θα παρέσερνε και τη μικρή μας χώρα στη δίνη του.  
Αυτοί που επέστρεψαν ήταν οι τυχεροί καθώς κατάφεραν να επιβιώσουν. Πίσω τους άφησαν για πάντα στον απέραντο υγρό βυθό ξένων θαλασσών άλλους Έλληνες για τους οποίους η μοίρα ήθελε να μείνουν για πάντα μέσα στα τορπιλισμένα μεταλλικά τους φέρετρα.
  
Παράξενη η μεταμόρφωση της ελληνικής ψυχής μπροστά στον κοινό κίνδυνο, όταν το «εγώ» μετατρέπεται σε «εμείς». Για αυτούς τους Έλληνες τους πνιγμένους στις θάλασσες του κόσμου αλλά και για τους διασωθέντες του Εμπορικού μας ναυτικού ελάχιστα αφιερώματα έχουν υπάρξει, ελάχιστα μάτια έχουν δακρύσει.

Ένας από του Έλληνες της Λισσαβώνας ήταν και ο Νίκος Βαφειάδης  ναυτολογημένος στο φορτηγό «Ιωάννα», ένα από τα επτά πλοία που τορπιλίστηκαν και μάλιστα το πρώτο αφού τορπιλίσθηκε και βυθίστηκε την 1η Ιουνίου του 1940, σαράντα πέντε δηλαδή ημέρες πριν από τον τορπιλισμό της «Έλλης». Όταν ο Έλληνας ναυαγός έφτασε σώος στην Πορτογαλική πρωτεύουσα, έγραψε μια επιστολή προς την οικογένειά του για να τους ενημερώσει για τη σωτηρία του. Έγραφε σε αυτή: «Όλοι είμαστε καλά. Μονάχα που χάσαμε μαζί με το καράβι, το σκύλο μας τον Βόλγα και την καρδερίνα μας την Ιωάννα»

Ο ναυαγός αυτός ναύτης, όπως έγραψε και ο Χρήστος Λεβάντας στην εφημερίδα "Ακρόπολις" της 23ης Σεπτεμβρίου 1940, με το γράμμα προς την οικογένειά του, αντί να δοξάζει το Θεό που διασώθηκε τόσο ο ίδιος όσο και το πλήρωμα του τορπιλισμένου φορτηγού, έδινε την εικόνα του δικού του σπαραγμού και των συναδέλφων του για την απώλεια του σκύλου Βόλγα και της καρδερίνας Ιωάννας. 

Κι αυτό διότι κάποιος φίλος του από το ίδιο πλοίο, είχε βρει τον σκύλο αυτόν να τριγυρνά αδέσποτος στη Ρωσία, εξ ου και το όνομα Βόλγας. Αποφάσισαν να τον πάρουν μαζί τους στο πλοίο, για να κρατά συντροφιά στην καρδερίνα, που ήδη βρισκόταν στο πλοίο. Και ο σκύλος με τις γαλιφιές του κέρδισε την αγάπη όλου του πληρώματος. Θαλασσοπορούσε μαζί τους και είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της θαλασσοδαρμένης τους ζωής. Και τον αγάπησαν τόσο που όταν τον έχασαν, ήταν σα να έχασαν κάποιο μέλος του πληρώματος.

Ο Βόλγας υποταγμένος στη μοίρα του συνόδευσε τη μικρή καρδερίνα Ιωάννα στο κοινό χαμό τους, ρίχνοντας σε θλίψη όλο το ελληνικό πλήρωμα μαζί και τον κυβερνήτη του φορτηγού πλοίου.

Από τέτοια στόφα ήταν φτιαγμένα τα ελληνικά νιάτα του ’40, έτσι είχαν πλαστεί, με αυτά τα ευγενή αισθήματα είχαν μάθει να αγαπούν τους συντρόφους τους, την πατρίδα, να σέβονται τους γεροντότερους, να χαιρετούν τη Σημαία, να αγαπούν τα ζώα και να θρηνούν για το χαμό τους. Οι άθλοι που θα γράφονταν λίγο αργότερα στα βουνά της Βορείου Ηπείρου δεν θα ήταν διόλου τυχαίοι. Υπάρχει μήπως αμφιβολία για αυτό; Διότι εάν υπάρχει αμφιβολία, τότε ας προχωρήσουμε και λίγο πιο κάτω.

Ο κυβερνήτης του φορτηγού "Ιωάννα" που βυθίστηκε, ο Κυβερνήτης που έκλαιγε για την απώλεια του φίλου του σκύλου Βόλγα και της καρδερίνας Ιωάννας, ο Κυβερνήτης ο τορπιλισμένος που μόλις βγήκε στην πειραϊκή προβλήτα ζητούσε με αγωνία να μάθει για τους άνδρες της φρεγάτας "ΈΛΛΗ" ήταν ο Βασίλης Λάσκος

Στον Πειραιά η θρυλική Ζωζώ Νταλμάς (μεταξύ άλλων υπήρξε και το γνωστό κορίτσι των τσιγάρων Sante), με τον μετέπειτα ήρωα αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού Βασίλη Λάσκο.

Ο Βασίλης Λάσκος την εποχή εκείνη δεν υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό, καθώς τον είχαν αποτάξει από το 1935 για συμμετοχή στο βενιζελικό κίνημα και εργαζόταν στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Ελευσίνα στην εταιρεία του Μποδοσάκη. 

Αμέσως μετά θα ναυτολογηθεί πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και θα βρεθεί Κυβερνήτης του φορτηγού "Ιωάννα" για να τορπιλιστεί από γερμανικό υποβρύχιο. Στον πόλεμο που σύντομα θα ακολουθήσει ο Λάσκος ως κυβερνήτης του υποβρυχίου "Κατσώνης" θα περάσει με τα απαράμιλλα κατορθώματά του στο πάνθεον των ηρώων.

Η ζωή του Βασίλη Λάσκου θα αποτελέσει και θέμα βιβλίου του Μ. Καραγάτση 



Αν θέλουμε λοιπόν, να δούμε την Ελλάδα μας να στέκεται όρθια, ας μάθουμε να αγαπάμε τη Σημαία μας, να σεβόμαστε τους γεροντότερους, να βοηθάμε τον συνάνθρωπό μας, να προστατεύουμε τα ζώα, να τιμούμε τις αρχές και τις αξίες με τις οποίες ανατράφηκαν γενιές παλαιότερες από τη δική μας και πρόκοψαν. Ας το κάνουμε επιτέλους. Και είμαι σίγουρος ότι πολύ σύντομα η Ελλάδα θα βρεθεί στη θέση που της αξίζει.  

*: Οι 300 Έλληνες ναυαγοί προέρχονταν από τα πλοία:
«Ιωάννα» - 1 Ιουνίου 1940
«Μαξ Βόλφ» - 9 Ιουνίου 1940
«Βιολ. Γουλανδρή» - 10 Ιουνίου 1940
«Όρος Υμηττός» - 11 Ιουνίου 1940
«Δημήτρης» - 15 Ιουνίου 1940
«Φραγκούλα Γουλανδρή» - 21 Ιουνίου 1940
«Αδαμάντιος Γεωργαντής» - 22 Ιουνίου 1940

Η παραπάνω ομιλία εκφωνήθηκε στην επετειακή ομιλία της 25ης Οκτωβρίου 2017, στην αίθουσα Βαρώνου Κίμωνος Ράλλη στο μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου.

Πειραϊκές προσωπογραφίες (Γ. Ζουφρές, Α. Βραχνός, Λ. Ησαΐα - Στρατήγη)


Ο Γεώργιος Ζουφρές, ο Αλέξανδρος Βραχνός και η Λέλα Ησαΐα - Στρατήγη, αποτελούν τρεις από τις εκατοντάδες περιπτώσεις προσωπικοτήτων που είτε γεννήθηκαν στον Πειραιά, είτε δραστηριοποιήθηκαν σε αυτόν, χωρίς ωστόσο το όνομά τους να είναι ιδιαίτερο γνωστό στην πόλη.  


Ο ποιητής και μεταφραστής Γεώργιος Ζουφρές:

Γεώργιος Ζουφρές


Ο Γεώργιος Ζουφρές γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1878 αλλά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά επί της Λεωφόρου Σωκράτους. Υπήρξε ποιητής και μεταφραστής (έμεινε γνωστός ως ο μεταφραστής στη Δημοτική του έργου του Δάντη). Ανήκε στον κύκλο της πειραϊκής παρέας διανοούμενων που απαρτιζόταν από τους Νιρβάνα, Πορφύρα, Βώκο, Χατζάρα, Καμπάνη, τον Βολανάκη στη Ζωγραφική και τον Οικονόμου στη γλυπτική, τον Λαμπελέτ στη μουσική κ.α.


Πέθανε στις 27 Νοεμβρίου του 1906 και οι Πειραιώτες τον συνόδευσαν σχηματίζοντας πομπή έως και την Καθολική εκκλησία του Πειραιά στην οδό Φίλωνος (Ο Ζουφρές ήταν Καθολικός). 




Μια από τις πολλές δραστηριότητές του υπήρξε και η συλλογή των μύθων του Αισώπου και άλλων, ενώ του άρεσε να αποκαθιστά "ηθικά" πολλούς εξ αυτών που πίστευε ότι απαιτούσαν "αναμόρφωση". 

Έτσι σύμφωνα με αυτόν, ο γνωστός μύθος για το Τζίτζικα και το μερμήγκι που το καλοκαίρι περνάει με το τζιτζίκι να τραγουδάει και το μερμήγκι να δουλεύει μαζεύοντας σπόρους τελειώνει με τον ερχομό του Χειμώνα να προκαλεί το θάνατο και των δύο! "Ήρθε βαρύς χειμώνας, ήρθε κρύο, ήρθαν χιόνια, ψόφησαν κι οι δύο". 

Κατά τον Ζουφρέ και ο νοικοκύρης που μοχθεί για τα εγκόσμια και ο μποέμ που δεν δίνει πεντάρα τσακιστή θα έχουν το ίδιο τέλος, αμείλικτο και ανεπανόρθωτο.


Ο Δικηγόρος, λογοτέχνης και Γαριβαλδινός Αλέξανδρος Βραχνός:





Ο Αλέξανδρος Βραχνός υπήρξε ένας από τους πολλούς σπουδαίους Πειραιώτες (Λακεδαίμων στην καταγωγή) που παρά το σπουδαίο έργο τους έμειναν στην αφάνεια. Ήταν δικηγόρος Πειραιώς και λογοτέχνης. 

Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος Πειραιώς και είχε γράψει πολλά ποιήματα. Ασχολούνταν συστηματικά με τα θέματα του Πειραιά αλλά και της ιδιαίτερης πατρίδας του συστήνοντας επιτροπές που συνεδρίαζαν το απόγευμα στους χώρους του Γυμνασίου Πειραιώς (μετέπειτα Ιωνιδείου). Υπήρξε Γενικός Γραμματέας του πρώτου Ομίλου Ποδηλασίας στην Ελλάδα, του Ομίλου Ποδηλατών Πειραιώς που είχε Πρόεδρο τον Βασίλειο Καψαμπέλη

Ο Βραχνός ήταν ο στιχουργός του ύμνου των Ποδηλατών Πειραιώς:

"Φτερωτοί σαν χελιδόνια

του Μαΐου τα τρελά
της νεότητος τα χρόνια
ας γλεντήσουμε καλά.
Έρως, μέθη και νεότης
και ποδήλατον μαζί
και ας λέγει ματαιότης
όστις αγνοεί να ζη"


Έπεσε υπερασπιζόμενος με άλλους Γαριβαλδινούς την ελληνική τιμή στη Μάχη του Δρίσκου δίπλα στον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη. Στο πλευρό του πολέμησαν κι άλλοι Γαριβαλδινοί Πειραιώτες όπως ο Γιώργος Χατζηκυριάκος της οικογένειας εργοστασιαρχών από τα Ψαρρά, ο Ιωάννης Θεοφιλάκης αθλητής σκοπευτής των Ολυμπιακών Αγώνων, ο Λεωνίδας Μελετόπουλος, ο Αθανάσιος Νοταράς και πολλοί άλλοι.


Η ηθοποιός Λέλα Ησαΐα – Στρατήγη

Η Λέλα Ησαΐα - Στρατήγη σε ηλικία 14 ετών  


Η Λέλα Ησαΐα ήταν γεννημένη στον Πειραιά το 1898 πόλη που αγάπησε. Διέγραψε σπουδαία καλλιτεχνική πορεία και είχε παντρευτεί τον επίσης Πειραιώτη δικηγόρο Ευάγγελο Στρατήγη.

Τελείωσε τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και άφησε σπουδαίο έργο συμμετέχοντας σε 32 συνολικά παραστάσεις από το 1932, έτος που εμφανίστηκε για πρώτη φορά, έως το 1958.

Το 1959 (30 Ιουλίου) πέθανε ύστερα από δεκαήμερη νοσηλεία εντός του νοσοκομείου "Αλεξάνδρα" καθώς έπασχε από ανίατη ασθένεια, την οποία η ίδια αγνοούσε. Η κηδεία της έγινε στο ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύτση.

Η Λέλα Ησαΐα αγαπούσε τα ταξίδια, τα πλοία, τη θάλασσα και τη φωτογραφία και γνώριζε να στέκεται και να παίζει στην κυριολεξία με το φακό, αφήνοντας πίσω της μεγάλη και σπουδαία φωτογραφική συλλογή που φυλάσσεται στο ΕΛΙΑ. 

Το λιμάνι του Πειραιά φωτογραφημένο από την Λέλα Ησαΐα από το κατάστρωμα πλοίου   στο οποίο επέβαινε. (ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΙΑ)
   
ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΙΑ

Η Λέλα Ησαΐα και οι φίλες της "παίζουν" με το φακό (ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΙΑ)



Η 14η Οκτωβρίου του 1944 είναι η επέτειος απελευθέρωσης του Πειραιά



του Στέφανου Μίλεση

Οδεύουμε ταχέως για μια φορά ακόμα προς την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ενώ μόλις πριν από λίγες ημέρες, αφήσαμε πίσω μας τον εορτασμό για την απελευθέρωση της Αθήνας που έγινε στις 12 Οκτωβρίου του 1944. Ανάμεσα σε αυτές τις δυο ημερομηνίες της 12ης Οκτωβρίου και της 28ης Οκτωβρίου μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια αίματος και θυσίας που προκάλεσε ο Ελληνο-ιταλικός πόλεμος και η γερμανική κατοχή που ακολούθησε. Είμαι υποχρεωμένος για μια φορά ακόμα να επαναλάβω αυτό για το οποίο ήδη έχω αναφερθεί και στο παρελθόν. Η 12η Οκτωβρίου του 1944 αν σήμερα εορτάζεται ως ημέρα Απελευθέρωσης της πόλης των Αθηνών, και πολύ σωστά εορτάζεται, αποτελεί ωστόσο για τον Πειραιά, μια ημέρα πένθους και υπέρτατης θυσίας καθώς τότε διεξήχθησαν οι πιο φονικές μάχες σε πολλά σημεία της πόλης. 

Στον Πειραιά η απελευθέρωση όχι μόνο δεν ήρθε τη 12η Οκτωβρίου, αλλά θα έπρεπε να αποτελεί και μια μέρα περίσκεψης στη μνήμη εκείνων που έπεσαν για να προστατεύσουν την υποδομή της πολιτείας. Κι αυτό διότι το Γερμανικό σχέδιο δεν προέβλεπε για τον Πειραιά μια υποστολή σημαίας, όπως έπραξαν στην Ακρόπολη οι Γερμανοί, ούτε κάποια κατάθεση στεφάνου στο μνημείο του Αγνώστου στρατιώτη. Στον Πειραιά οι Γερμανοί δεν έφυγαν εν μέσω κόσμου που πανηγύριζε για την αποχώρησή τους. Το Γερμανικό Σχέδιο προέβλεπε για τον Πειραιά την ολοσχερή καταστροφή του! Τόσο ο τρόπος αποχώρησης όσο και η συμπεριφορά των Γερμανών, διέφεραν ριζικά στις δύο πόλεις. 

Στην Αθήνα ο Γερμανός Διοικητής Φέλμυ είχε στείλει μια επιστολή στον Δήμαρχο ανακοινώνοντάς του, ότι οι Γερμανοί θα εγκαταλείψουν μια ανοχύρωτη πόλη! Κι αυτό το «ανοχύρωτη» σήμαινε ουσιαστικά ότι θα αναχωρούσαν ήσυχα χωρίς να προκαλέσουν καταστροφές. Φυσικά δεν το έπρατταν από αγάπη για τα αρχαία μνημεία της, αλλά προς το δικό τους συμφέρον καθώς αυτό τους υπεδείκνυε να φύγουν καλύπτοντας τα νώτα τους. Για τον Πειραιά όμως δεν ίσχυε το ίδιο. Οι εγκαταστάσεις του μεγαλύτερου λιμανιού της Ανατολικής Μεσογείου έπρεπε να καταστούν άχρηστες στους επόμενους. 

Ήδη από την 11η Οκτωβρίου επιχειρεί στον Πειραιά ένα σώμα ανατινάξεων και ειδικών σαμποτάζ, που σκοπό έχει  να ανατινάξει τους γερανούς του λιμανιού, τα κρηπιδώματα, τη δεξαμενή του Βασιλειάδη, τις αποθήκες του λιμανιού, τα Σιλό, τους Μύλους του Αγίου Γεωργίου, τη Ναυτική Σχολή Δοκίμων, το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο, την περιστρεφόμενη πλάκα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Ρέντη,  το εργοστάσιο Παπαστράτου, την Κοπή και βεβαίως το εργοστάσιο της Ηλεκτρικής εταιρείας Πάουερ στο Κερατσίνι. Και αυτά τα σχέδια καταστροφής στις περισσότερες φορές υλοποιήθηκαν. 

Η δεξαμενή του Βασιλειάδη καταστράφηκε, ενώ όλες οι εγκαταστάσεις του λιμανιού ανατινάχθηκαν. Εκείνα που διασώθηκαν ήταν όσα υπερασπίστηκε με το αίμα τους ο ελληνικός λαός που είχε συσπειρωθεί γύρω από τις διάφορες ομάδες του ΕΛΑΣ. Αυτά δεν τα γράφω εγώ, ποιος είμαι άλλωστε να το τολμήσω; Το γράφουν δεκάδες συγγραφείς και μελετητές της Πειραϊκής ιστορίας, αλλά και ο Κώστας Θεοφάνους στο καταπληκτικό βιβλίο «Η Εθνική Αντίσταση στον Πειραιά 1941 – 44».  

Από το πρωί της 12ης Οκτωβρίου η πόλη του Πειραιά συγκλονίζεται από εκρήξεις και ανατινάξεις, καθώς δυνάμεις του ΕΛΑΣ συγκρούονταν σκληρά, όχι με τους αποχωρούντες Γερμανούς όπως έχει λανθασμένα καταγραφεί, αλλά με τους Γερμανούς εκείνους που είχαν ως διαταγή να υλοποιήσουν τα τερατουργήματά τους.  Στην οδό Αναπαύσεως γίνονταν φονικές οδομαχίες γύρω από τις εγκαταστάσεις της Κοπής. Κάλλιστα θα μπορούσαμε να περιγράφουμε αποκλειστικά και μόνο τα γεγονότα εκείνα που συνέβησαν στη Μάχη της Κοπής! Όμως η μάχη αυτή δεν ήταν η μοναδική. Τη στιγμή λοιπόν, που στην Αθήνα όλοι πανηγύριζαν για τη φυγή των Γερμανών, εδώ στον Πειραιά ο λαός που αντιστεκόταν έγραφε τη δική του ιστορία, που δυστυχώς όμως σήμερα φαίνεται να έχει περάσει στη λησμονιά, καθώς συμπαρασυρόμαστε και εμείς εδώ στον Πειραιά,  πίσω από τις γιορτές απελευθέρωσης της Αθήνας. Ακόμα ένα άλλο στοιχείο ελάχιστα γνωστό ήταν ότι οι Γερμανοί για να υλοποιήσουν τα εγκληματικά τους σχέδια, είχαν τοποθετήσει ακροβολιστές σε διάφορα σημεία του Πειραιά για να πυροβολούν εκείνους που θα έβγαιναν στους δρόμους να πανηγυρίσουν. 



Πολλές μαρτυρίες υπήρχαν για τη Γέφυρα της οδού Πλαταιών στην Πλατεία Ιπποδαμείας όπου αθώοι Πειραιώτες έπεφταν νεκροί καθώς έκαναν το λάθος να βγουν στο δρόμο κρατώντας την ελληνική σημαία παλλόμενοι από τον ενθουσιασμό της αποχώρησης των Ούννων. Και αυτό οι Γερμανοί το έπρατταν καθώς επιθυμούσαν ο κόσμος να παραμείνει έντρομος στα σπίτια του για να μπορούν εκείνοι ανενόχλητοι να προβούν στις προβλεπόμενες ανατινάξεις. 

Είναι γνωστή φυσικά η ιστορία για τις μάχες που έγιναν για τη διάσωση της Ηλεκτρικής Εταιρείας. Αποτέλεσμα των μαχών αυτών ήταν το απόγευμα της 12ης Οκτωβρίου του 1944, η «Ηλεκτρική» να καταληφθεί από ελληνική δύναμη του ΕΛΑΣ και να φανεί προς στιγμή η σωτηρία της. Την επομένη όμως, στις 13 Οκτωβρίου, ένα γερμανικό τμήμα προερχόμενο από το Πέραμα και αποτελούμενο από 60 άνδρες αφού κατέστρεψε τις εγκαταστάσεις και τις δεξαμενές της ΣΕΛ, προχώρησε να ανακαταλάβει την «Ηλεκτρική» για να την ανατινάξει. Έτσι ξεκινά και μια δεύτερη μάχη για τη διάσωση της «Ηλεκτρικής» που διεξάγεται εν μέρει παράλληλα, αλλά κυρίως ύστερα από τη «Μάχη της Κοπής». 

Ο απολογισμός της διήμερης μάχης της Ηλεκτρικής της  12ης και της 13ης Οκτωβρίου ήταν από πλευράς Γερμανών 25 νεκροί και 49 αιχμάλωτοι ενώ από την πλευρά των Ελλήνων 11 νεκροί. Είναι διαφορετικό να διαβάζει κάποιος για την ανατίναξη των εγκαταστάσεων της ΣΕΛ και διαφορετικά όταν έχεις ζήσει από κοντά τόσο δραματικά γεγονότα. Είναι αδύνατον να ξεχάσει κάποιος που ένιωσε την τρομερή έκρηξη των δεξαμενών, το ωστικό κύμα της να διαλύει τζάμια και σπίτια σε κοντινή απόσταση, θραύσματα να εκτινάσσονται διαμελίζοντας και φονεύοντας ανθρώπους. Οικογένειες να χάνουν τα παιδιά τους, τους άνδρες τους, τους πατεράδες τους. Όσοι έζησαν αυτές τις καταστάσεις, θυμούνται ότι η 12η και η 13η Οκτωβρίου για τον Πειραιά, υπήρξαν μέρες αίματος και κανένας εορτασμός που να μοιάζει με εκείνον της Αθήνας δεν τους έρχεται στο νου. 

Οι Μύλοι του Αγίου Γεωργίου, η Ναυτική Σχολή Δοκίμων, το Χατζηκυριάκειο και άλλα λαμπρά οικοδομήματα διασώθηκαν επειδή και μόνο κάποιοι στάθηκαν και τα υπερασπίστηκαν. Ο Πειραιάς ανάσανε το λυτρωτικό αέρα της λευτεριάς στις 14 Οκτωβρίου 1944. Τότε μόνο οι δεκάδες χιλιάδες των Πειραιωτών ξεχύθηκαν στους δρόμους και συγκεντρώθηκαν  μπροστά από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Τότε μόνο στα σπίτια και στους δρόμους του Πειραιά υψώθηκαν οι ελληνικές και οι αγγλικές σημαίες. 

Τμήματα του ΕΛΑΣ παρελαύνουν στην οδό Καραΐσκου εξερχόμενα προς την Πλατεία Κοραή,
στις 14 Οκτωβρίου 1944. Πίσω το κτήριο της Επαγγελματικής και Οικοκυρικής Σχολής του Δήμου Πειραιώς
οι μαθήτριες της οποίας βρήκαν τραγικό θάνατο στο καταφύγιο της "Ηλεκτρικής" κατά τον βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου του 1944. Σήμερα στη θέση του βρίσκεται το Δημαρχείο Πειραιά.
(Αρχείο Βασίλη Μανιτάκη) 


Τέσσερις μέρες αργότερα (στις 18 Οκτωβρίου) ο Πειραϊκός λαός υποδέχθηκε στο Κερατσίνι τον Γεώργιο Παπανδρέου. Δυστυχώς τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν, η βαριά κατάρα που σκιάζει τους Έλληνες από την αρχαιότητα, ο Διχασμός και ο Εμφύλιος, θα φουντώσει τα πολιτικά πάθη και οι θυσίες της αντίστασης των Πειραιωτών θα χαθούν εξυπηρετώντας σκοπιμότητες και μόνο. 

1944 - Άγγλοι και Έλληνας ναύτης στην Πλατεία Κανάρη στο Πασαλιμάνι


Ο λαός του Πειραιά την 12η και την 13η Οκτωβρίου θα σταθεί όρθιος και θα πέσει μαχόμενος στα οδοφράγματα, προασπίζοντας την πόλη του. Καμιά πολιτική ιδεολογία και κανένα κομματικό συμφέρον δεν μπορεί να υπερισχύει μιας ηρωικής πράξης. Ο Πειραιάς είναι λάθος να συμμετέχει επίσημα ως Δήμος, ως Πολιτεία στις εκδηλώσεις απελευθέρωσης της πόλης των Αθηνών. Ο Πειραιάς στις 12 αλλά και στις 13 Οκτωβρίου οφείλει να τιμά τους νεκρούς του και την ιστορία του. Κι αν θα έπρεπε να τιμούμε την ημέρα της απελευθέρωσης μας, τότε αυτή θα ήταν η 14η Οκτωβρίου του 1944.