ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

English Laηguage Institute of Piraeus



Της Νανάς Ιωαννίδου

Πέρασαν εξήντα δύο χρόνια από τότε! Ποτέ δεν περίμενα να δω ένα σπάνιο επιστολικό δελτάριο στο Πειραιόραμα στα γεράματά μου, βαδίζοντας προς τα ογδόντα, που να μου ξαναζωντανεύει μνήμες από τότε, που η νιότη ζωγράφιζε με έντονα χρώματα την κάθε στιγμή! 

Είμαστε στα 1955 - 56. Ο εμφύλιος είχε τελειώσει, όμως οι φυλακές ήταν γεμάτες από πολιτικούς κρατουμένους και οι συνέπειες του καλά κρατούσαν! Τα προάστια του Πειραιά ακόμα με χωματόδρομους και πολλά σπίτια πρόχειρα, καμαράκια σε μεγάλες αυλές. Κάθε καμαράκι και μια οικογένεια, αλλά και στα αρχοντικά του Νέου Φαλήρου και Πειραιά ο χρόνος και ο πόλεμος είχαν ρίξει τις γκρίζες πινελιές τους!

Η πιο καταπιεσμένη νεολαία όλων των εποχών είμαστε εμείς στα χρόνια του '50 και του '60 και πολιτικά και κοινωνικά. Έτσι όλο μας το δυναμισμό τον σπαταλούσαμε στο σχολείο και βέβαια ευτυχώς και στο rock and roll στα πάρτι μας με μήλα και πέπερμιντ. Είμαστε από τα τυχερά παιδιά που πηγαίναμε γυμνάσιο αλλά και στο Γαλλικό Ινστιτούτο Πειραιά, παράρτημα των Αθηνών. Τότε το Γαλλικό Ινστιτούτο στα χρόνια του '54 - '55, ήταν πίσω από το Δημοτικό Θέατρο. Εκεί καθίσαμε ένα χρόνο κι έπειτα μας έφεραν στο ωραίο ανάκτορο στο Πασαλιμάνι, Ακτή Μουτσοπούλου και Δευτέρας Μεραρχίας.
  
Τότε το Γαλλικό Ινστιτούτο στα χρόνια του '54 - '55, ήταν πίσω από το Δημοτικό Θέατρο.


Το Πασαλιμάνι τότε έσφυζε από ζωή γιατί εδώ κατέβαιναν για βόλτες και από όλα τα προάστια του Πειραιά, άνθρωποι για να γευθούν το γλυκό τους ή το παγωτό τους, αλλά και για τα σινεμά που ήταν διάσπαρτα, τόσο στην παραλία όσο και στα ενδότερα. Η παραλία άρχιζε με ένα παλιό μεγάλο καφενείο γεμάτο από την αχλή του γκρίζου καπνού, από το τσιγάρο, λίγο παρακάτω από το Γαλλικό Ινστιτούτο. Μέσα μόνο άνδρες ηλικιωμένους έβλεπα κι έπειτα τα γνωστά σινεμά της παραλίας, που ώρες χαζεύαμε έξω τις φωτογραφίες, αυτές τις ανεπανάληπτες φιγούρες του ασπρόμαυρου σινεμά.

Στα γαλλικά πηγαίναμε δύο φορές την εβδομάδα από δύο ώρες. Μόλις είχε ανοίξει κι ένα Ινστιτούτο Αγγλικών στην άλλη γωνία Καραΐσκου και Δευτέρας Μεραρχίας τη χρονιά του '55 - '56. Τότε δεν υπήρχαν στα προάστια σχολεία ξένων γλωσσών κι έπρεπε να πας στο κέντρο ή να κάνεις ιδιαίτερα στο σπίτι. Συμφωνήσαμε επτά παιδιά να πάμε κι αγγλικά. Ρωτήσαμε το τι και το πώς κι αρχίζουμε και τα αγγλικά όχι από φιλομάθεια αλλά για το σουλάτσο όλη την εβδομάδα! Τρίτη, Πέμπτη, γαλλικά, Δευτέρα, Παρασκευή αγγλικά!

Τότε δεν ήταν της μόδας τα αγγλικά όσο τα γερμανικά, καθότι είχαν ανοίξει οι σπουδές στην Αυστρία σε προσιτές τιμές και ήταν απαραίτητα και δεύτερον τα γαλλικά γιατί είμαστε η τελευταία γενιά των γαλλικών με το πιάνο!

Το κτήριο των αγγλικών πρέπει να ήταν παμπάλαιο του 1880 και βάλε. Ήταν δίπλα στο γωνιακό της Δευτέρας Μεραρχίας και Καραΐσκου, αυτό που βλέπουμε στην φωτογραφία με τα πολλά παραθυράκια. Μια βαριά πόρτα ανοίγαμε ξύλινη και μπαίναμε από την Καραΐσκου σε ένα πλατύσκαλο μαρμαρένιο με μια μπορντούρα στενή μαύρη γύρω - γύρω και με ένα ατμοσφαιρικό ημίφως! Μια σκάλα ανέβαινε μέχρι τον πρώτο όροφο που ήταν το αγγλικό σχολείο, ξύλινη που αγκομαχούσε και έτριζε, κρα κρα τώρα έλεγες θα ανοίξει να με καταπιεί! Ήταν βαμμένη με καφετί λούστρο και η κουπαστή της απλή, κομψή ξύλινη, μα που κουνιόταν! 

Έφτανες σε ένα διάδρομο που δεξιά κι αριστερά ήταν από δύο δωματιάκια, οι τάξεις μας κι απέναντι στο μέσον υπήρχε η γραμματεία που πηγαίναμε για πληρωμή κάθε μήνα. Ήταν στην μεσοτοιχία του γωνιακού σπιτιού και μάλλον ήταν το σαλόνι των πρώτων κτητόρων. Αυτή η αίθουσα είχε μια τεράστια τζαμαρία εσωτερική στο πλατύσκαλο που φτάναμε, από βαρύ κρύσταλλο που ήταν σκαλιστό ματ με λουλούδια πασχαλιάς. Στις τάξεις, μας υποδέχθηκαν και για πρώτη φορά, ατομικά τραπεζάκια με μια καρεκλίτσα από φορμάικα πράσινη. Διευθυντής μας ήταν ο κύριος Μπούας, σοβαρός άνθρωπος κι όμορφος σαν αστέρι του κινηματογράφου. Δάσκαλός μας ο κύριος Χαλδαίος που ήταν ένας μεσήλικας κομψός άνθρωπος που πάσχιζε να μας μαθαίνει τη σωστή εγγλέζικη προφορά. Τότε τα παιδιά, δεν προσφωνούσαμε ποτέ το μικρό όνομα των καθηγητών μας ή των διευθυντών μας, έτσι παρέμειναν μόνο με επίθετο στη μνήμη μας! 

Από την πρώτη μέρας μας είπε ότι τα βιβλία μας έχουν έρθει από την Οξφόρδη κι έγραφαν "Oxford University Press 1954" και άρχιζε αμέσως το μάθημα στα αγγλικά. Δεν έχανε λεπτό από τη διδασκαλία και ήταν χαρούμενος και μας εκτιμούσε που μαθαίναμε και γαλλικά κι εμείς που είχαμε αγαπήσει περισσότερο τη γαλλική γλώσσα. Αποχαιρετούσαμε μετά το μάθημα όλα τα χρόνια .....Bonne Nuit κι εκείνος χαμογελούσε. 

Στο τέλος κάθε χρονιάς όσοι αριστεύαμε, μας έδιναν κι ένα χαρτί περασμένο στη γραφομηχανή που έγραφε ότι παίρναμε Α'  έπαινο! Εκεί βλέπαμε και θυμάμαι μέχρι τώρα που έγραφε την επωνυμία του σχολείου. English Language Institute of Piraeus. 


Είμαστε στο 1956 πια, έχει έρθει η κρίση του Σουέζ και μαζί με αυτήν οι Στόλοι, έτσι η conversation στις δύο γλώσσες από τα δαιμόνια εφηβάκια ήταν εξασφαλισμένη! Από τους Αμερικανούς ναύτες που πλημμύριζαν το Πασαλιμάνι ζητούσαμε τσιγάρα! Από τους Γάλλους σαλτάραμε σαν κοκότες να τους πιάσουμε την κόκκινη φούντα που είχαν στο καπέλο τους, τους λέγαμε ότι το άγγιγμα θα μας φέρει τύχη!

Η γωνία Καραΐσκου και Δευτέρας Μεραρχίας πάντα γεμάτη από τις φωνές και τα γέλια μας! Το 1960 πλησίαζε, τότε που όλο το status Qwo θα άλλαζε....

Τώρα, όταν καμιά φορά περνάω δεν βλέπω τα απρόσωπα γραφεία ή τις πολυκατοικίες, ακούω όμως ακόμα τα γέλια μας και τις αγγλογαλλικούρες μας! Εκεί καθίσαμε άλλα τρία χρόνια ώσπου να τελειώσουμε και το γυμνάσιο που πήγαινε κάθε παιδί. Έπειτα τα ταξιδιάρικα πουλιά πέταξαν για άλλους προορισμούς. Τώρα πλησιάζοντας τα ογδόντα διαβάζω και τα αγγλικά βιβλία μου, που στις σελίδες τους έγραφα σε άπταιστα ελληνικά, ένα από τα αποφθέγματα της εποχής "Έρως είναι αυτό που κάνει τα λουλούδια να μπουμπουκιάζουνε και τα πουλιά να κελαηδούνε!". Τώρα λέω, Νανά μου... ήσουν ένας ρομαντικός μπουμπούνας!

        

Η αμερικανική αγορά της οδού Φίλωνος

Αμερικανοί ναύτες επιβιβάζονται σε ταξί στο μικρό δρόμο Αγγέλου Μεταξά στην Πλατεία Κανάρη στο Πασαλιμάνι


του Στέφανου Μίλεση


Ένα παράξενο εμπόριο αμερικανικών ειδών εμφανίστηκε στον Πειραιά το 1946. Ανάμεσα στα μαγαζιά του γνωστού ενδιαφέροντος που έγραψαν με την ύπαρξή τους την ιστορία της Τρούμπας, άρχισαν να εμφανίζονται έμποροι που πωλούσαν είδη αμερικανικής προέλευσης τα οποία αμέσως γίνονταν περιζήτητα.



Αυτό το παράξενο εμπόριο αναπτύχθηκε κύρια στην οδό Φίλωνος, που ήταν εγκατεστημένα τα μπαρ και τα νάιτ κλαμπ που σύχναζαν οι ναύτες του Έκτου αμερικανικού στόλου, καθώς επί της οδού Νοταρά βρισκόντουσαν κυρίως τα σπίτια με τις γνωστές κυρίες.

Επρόκειτο για ένα πραγματικό παρεμπόριο χιλιάδων μικροαντικειμένων που γίνονταν ανάρπαστα, αρκεί και μόνο που έφερναν πάνω τους τον αέρα της μακρινής δύσης. Στην αρχή κάποιοι πάγκοι ή κάτω στο πεζοδρόμιο απλωμένα πάνω σε κουβέρτες και χαρτόνια εμφανίστηκαν εκατοντάδες μικροαντικείμενα αμερικανικής προέλευσης που ξεφύτρωναν μέσα από τις τσέπες των ναυτών. Πολύ γρήγορα από εκεί πέρασαν στα γνωστά ψιλικά που μαζί με τσιγάρα έβλεπες να κρέμονται μπρελόκ του στόλου και άλλα μικροαντικείμενα. 

Οι Αμερικανοί ναύτες που το γνώριζαν αυτό, φρόντιζαν πριν αποβιβαστούν στον Πειραιά να έχουν πάνω τους αναπτήρες τύπου zippo, τσιγάρα, σουγιάδες, ζώνες, αγκράφες κι οτιδήποτε θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος! Η τιμή τους ανέβαινε περισσότερο αν έφεραν πάνω τους τη σημαία των Η.Π.Α. καθώς πιστοποιήσουν την αυθεντική προέλευσή τους. Οι κεφαλές ινδιάνων και βουβαλιών της άγριας δύσης είχαν τη τιμητική τους. Ινδιάνικες πίπες "ειρήνης", φτερά, μπότες άγριας δύσης υπέρμετρα μυτερές στο μπροστινό τους μέρος, σπιρούνια, δερμάτινα μπουφάν με κεντημένο στο πίσω μέρος τους τον αμερικανικό αετό, ήταν τα πιο συνηθισμένα είδη που μπορούσες να βρεις. 




Δίπλα σε αυτά, υπήρχαν κι άλλα που δεν τα έφερναν Αμερικανοί ναύτες, αλλά τα έστελναν με τη μορφή δεμάτων οι συγγενείς Ελλήνων που είχαν μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. Οι Πειραιώτες θεωρούσαν ανόητα κάποια πράγματα που τους έστελναν οι συγγενείς μετανάστες από την Αμερική και γνώριζαν ότι στη Φίλωνος θα μπορούσαν να τα ξεφορτωθούν και μάλιστα έναντι αμοιβής. Πολύχρωμα χαβανέζικα πουκάμισα, περίεργα στενά καπελάκια, πράσινα παπούτσια, έντονα χρωματισμένα παντελόνια, ζώνες με τεράστιες αγκράφες που απεικόνιζαν το κεφάλι ενός ινδιάνου ή ενός βούβαλου, λάμβαναν την άγουσα κατευθείαν στους εμπόρους της Φίλωνος εν μέσω κοροϊδιών της οικογένειας που μόλις λάμβαναν το δέμα έλεγαν "Καλώς ήρθε το δολάριο", καθώς ήταν βέβαιοι ότι τίποτα το χρήσιμο δεν θα έβρισκαν μέσα σε αυτό.
Συχνά τα πληρώματα έβγαιναν φέροντας πολιτικά ρούχα, ειδικά για να επιτύχουν καλύτερη πώληση των εμπορευμάτων τους. Τότε τα πιτσιρίκια της γειτονίας έτρεχαν πίσω τους προκειμένου να εξασφαλίσουν μια φανταστική τσίχλα που συνήθως διέθεταν οι Αμερικανοί. Η "μαρίδα" της εποχής ταυτίζοντας τους Αμερικανούς με το ξύλο που έπεφτε σωρηδόν στις ταινίες τύπου "γουέστερν", όταν έβλεπαν να περνούν από μπροστά τους πρότειναν τις γροθιές τους, όχι από εχθρική διάθεση, αλλά ψάχνοντας να βρουν τρόπο επικοινωνίας. 




Υπήρχε και μια τρίτη δίοδος για την προμήθεια και πώληση αναλόγων ειδών. Ήταν τα εμπορεύματα βοήθειας της ΟΥΝΡΑ, τα οποία με κάποιο μαγικό τρόπο κατέληγαν εκεί.  




Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, δηλαδή δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά την πρώτη άφιξη Αμερικανών στον Πειραιά, τα καταστήματα "Αμερικανικής Αγοράς" άρχισαν να εμφανίζονται επίσημα ειδικά μετά τη λεωφόρο της Δευτέρας Μεραρχίας, εκεί που η Φίλωνος συνέχιζε για να πιάσει τη Λεωφόρο Γεωργίου Α'. Από εκεί δηλαδή που τελείωνε η Φίλωνος "του έρωτα" -στη Λεωφόρο 2ας Μεραρχίας-, άρχιζε η Φίλωνος του "Αμερικανικού εμπορίου". Τα καταστήματα αυτά έφτασαν να είναι τόσα πολλά που μια εποχή, δεν υπήρχε χώρος ελεύθερος προς ενοικίασηΑρκετά από τα "παπουτσάδικα" που μέχρι σήμερα υπάρχουν στην Φίλωνος, κουβαλούν πάνω τους το παρελθόν της "Αμερικανικής Αγοράς".



17 Οκτωβρίου 1948, ο Έκτος Αμερικανικός Στόλος στο Φάληρο

Αμερικανοί ναύτες στη Μπαρτσελόνα αγοράζουν σουβενίρ


Αν και λεγόταν "αμερικανική" δεν ήταν αποκλειστικά τα αντικείμενα από εκεί, καθώς οι ναύτες που αποβιβάζονταν έκαναν στην ουσία διαμετακόμιση των προϊόντων ανά τη Μεσόγειο, αγόραζαν δηλαδή πράγματα φθηνά από τη Βηρυτό και τα πουλούσαν ακριβότερα στον Πειραιά και το αντίθετο. Στην ουσία η έκφραση σε "έπιασαν αμερικανάκι" δηλαδή κορόιδο, ήταν σχετική, καθώς τα δολάρια που φαίνονταν ότι σπαταλούσαν οι Αμερικανοί ναύτες, δεν προέρχονταν από την υπηρεσία τους, αλλά από αντικείμενα που είχαν πωλήσει και μάλιστα ακριβά λίγο πριν αρχίσουν τις βόλτες στα μπαρ. 





Καλοκαιρινά παντελόνια από τη Βηρυτό, μπιμπελό από την Ιαπωνία, αρώματα από Γαλλία, κάλτσες από τη Τουρκία, κουβέρτες από τη Χάιφα, δερμάτινα είδη από την Αλεξάνδρεια και πολλά φυσικά από τη Νέα Υόρκη τα οποία ήταν και τα πιο ακριβά.


Η έκρηξη σε καταστήματα "Αμερικανικής Αγοράς" έγινε το 1958 όταν η Αγορανομία Πειραιώς κατέγραψε την ύπαρξη τριάντα (30) καταστημάτων αυτού του είδους στην οδό Φίλωνος και στους γύρω δρόμους, τα οποία πωλούσαν 5.000 διαφορετικά είδη!

Τα πρώτα ονόματα εμπόρων που καταγράφηκαν στην Φίλωνος να διενεργούν αυτού του είδους το εμπόριο ήταν του Αρμένιου Νικόλαου Πετροσιάν, του Γιώργου Μουτζούρη και του Α. Χαραλαμπόπουλου. Σταδιακά το εμπόριο της "Αμερικανικής Αγοράς" ξέφυγε από τη Φίλωνος σε όλο τον Πειραιά, ακόμα και στις γειτονιές του, κατά προτίμηση σε υπόγεια που είχαν φθηνό ενοίκιο. Από τον Πειραιά μεταφέρθηκε σε όλη την Ελλάδα και έγινε μόδα για τη νεολαία της εποχής. Μόδα που ξεκίνησε από παρεμπόριο Αμερικανών ναυτών στην οδό Φίλωνος.




Πολλοί αγόραζαν ρούχα μόνο από καταστήματα "Αμερικανικής Αγοράς", ενώ η εξεύρεση στέγης στην Φίλωνος ήταν πλέον αδύνατη. Ένας πετυχημένος έμπορος ο Γεωργαντάς μετέτρεψε το αρωματοπωλείο του σε κατάστημα αμερικανικών ειδών ενώ αμέσως από αυτόν, πολλά υποδηματοποιεία έκαναν ακριβώς το ίδιο. 

Την αύξηση του τζίρου και της ζήτησης δεν μπορούσαν πλέον να καλύψουν οι Αμερικανοί ναύτες με τις τσίχλες, τα μπουκαλάκια με τις κολόνιες, τις τσατσάρες και τους σουγιάδες που συνήθως κουβαλούσαν πάνω τους. Τότε οι έμποροι σκέφτηκαν την πατέντα του θείου από την Αμερική! Καθώς η τελωνειακή νομοθεσία ήταν αυστηρή με υψηλά τα τέλη εκτελωνισμού εισαγόμενων προϊόντων, είχαν μάθει τις ποσότητες και το βάρος των δεμάτων που ήταν επιτρεπτό να εισάγουν από "συγγενή" τους που ζούσε μόνιμα στην Αμερική. 

Κάθε μήνα κατέφθαναν στο Ταχυδρομείο του Πειραιά 2.500 δέματα που έφταναν αεροπορικώς από την Αμερική και άλλα 1.500 που έφταναν ακτοπλοϊκώς. Τέσσερις χιλιάδες δέματα το μήνα, σαράντα οκτώ χιλιάδες δέματα το χρόνο αποτελούσαν πια μια σταθερή ροή εισαγωγής ειδών για τροφοδοσία της διαρκώς αυξανόμενης σε όγκο και ζήτηση "Αμερικάνικης Αγοράς". 
Στη δεκαετία που άκμασε το εμπόριο αυτό (1958 - 1968) εισήχθησαν 480.000 δέματα από την Αμερική!

Το εμπόριο των αμερικανικών ειδών εισήλθε και σε ένα ακόμη μεγαλύτερο επίπεδο όταν άρχισαν να γίνονται κανονικές εισαγωγές ιματισμού από τη Νέα Υόρκη, το Σικάγο και τις άλλες αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Η περίοδος εκείνη υπήρξε δύσκολη για τα εμπορικά καταστήματα της Λεωφόρου Κωνσταντίνου (σημερινή Ηρώων Πολυτεχνείου) και της Λεωφόρου Γεωργίου Α' των οποίων η πελατεία πλέον ήταν μόνο μεγάλης ηλικίας. Κάθε υποψήφιος αγοραστής που πήγαινε στην Φίλωνος για να αγοράσει αμερικανικά προϊόντα, δεν μπορούσε να καταλάβει ότι τόσα πολλά είδη προς πώληση δεν θα ήταν δυνατόν να προμηθευτούν τα καταστήματα και μόνο από τους ναύτες!
Από  εδώ ξεκίνησε και η μόδα των μαγιό τύπου "Καταλίνα" που από τα μέσα της δεκαετίας του '50 άρχισαν να γίνονται στην Ελλάδα περιζήτητα.





Η "αμερικανική αγορά" πέθανε στην κυριολεξία στη Φίλωνος την περίοδο της επταετίας όταν τα μαγαζιά της Τρούμπας έκλεισαν αλλά και ο Έκτος Αμερικανικός Στόλος αραίωσε τις εμφανίσεις του στο λιμάνι του Πειραιά. Μαζί με τους Αμερικανούς ναύτες έπαψαν να επισκέπτονται την Τρούμπα και οι πελάτες της "αμερικανικής αγοράς" αφού στο μυαλό κάποιων κυριαρχούσε όντως η αντίληψη ότι το εμπόρευμα των αποθηκών προερχόταν αποκλειστικά και μόνο από τους ναύτες! 

Η μόδα που είχε ξεκινήσει από την Φίλωνος μεταλαμπαδεύτηκε σε αρκετούς δρόμους του Πειραιά, στους οποίους αποθήκες σε ημιυπόγεια και υπόγεια έφεραν πινακίδες με την ένδειξη "αμερικανική αγορά" μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του '80.

Ο Γερμανός στρατιώτης της γέφυρας της οδού "Πλαταιών"

Παρέλαση νίκης την ημέρα της απελευθέρωσης του Πειραιά στην οδό Καραΐσκου, έξω από το κτήριο της Επαγγελματικής Σχολής στο ύψος της Πλατείας Κοραή


του Στέφανου Μίλεση


Η οικογένεια Νομικού έγραψε τη δική της ιστορία στον Πειραιά κατά την περίοδο του πολέμου και της κατοχής που ακολούθησε. Εκατοντάδες τέτοιες ιστορίες είναι που συνέθεσαν το μωσαϊκό της ιστορίας της πόλης μας. Ιστορίες θλιμμένες, παράξενες που αφήνουν μια πικρή γεύση στο στόμα. Ιστορίες της μοίρας που παίζει παράξενα παιχνίδια όταν συναντά πεδίο ελεύθερο. Και ο πόλεμος είναι το φυσικό ελεύθερο πεδίο της "ειμαρμένης".   

Ο Γεώργιος Νομικός και η γυναίκα του η Παρασκευή που οι γείτονες έμειναν να τη φωνάζουν Παρασκευούλα, είχαν δημιουργήσει στη συνοικία Λεύκα, μια πραγματικά πολυμελής οικογένεια. Στο δίπατο σπίτι τους έμεναν τα παιδιά τους αλλά  και οι γονείς τους. 

Τις ήρεμες στιγμές της οικογενειακής καθημερινότητας ήρθαν να ταράξουν οι μέρες του πολέμου και της μεγάλης ταραχής. Ο γιος τους ο Δημήτρης, επιστρατεύτηκε αμέσως και στάλθηκε στο Αλβανικό μέτωπο, επανδρώνοντας το Σώμα των Μεταφορών, παρότι από το 1929 ήταν ναυτικός και είχε ήδη μπαρκάρει με εμπορικά πλοία.

Ναυτικό Φυλλάδιο Δημητρίου Νομικού που εκδόθηκε στον Πειραιά στις 30 Μαΐου 1929


Η μονάδα του Δημήτρη Νομικού, ανεχώρησε σχεδόν δύο μέρες μετά τη κήρυξη του πολέμου για το μέτωπο. Αυτή η διήμερη καθυστέρηση είχε να κάνει με τις επιστρατεύσεις φορτηγών και άλλων οχημάτων, τα οποία το Κράτος έπαιρνε από τους ιδιώτες δίνοντάς τους μια πρόχειρη έγγραφη βεβαίωση. Στη συνέχεια πάνω σε αυτά τα φορτηγά, τα επιστρατευμένα, ανέβαιναν άνδρες του Σώματος των Μεταφορών για να τα οδηγήσουν πρώτα στη μονάδα και ύστερα στο μέτωπο. Καθώς το φορτηγό που θα αναλάμβανε ο Δημήτρης Νομικός βρισκόταν κοντά στην Πλατεία Ιπποδαμείας, ο πατέρας του έτρεξε και τον έβγαλε μια τελευταία φωτογραφία πριν αναχωρήσει για το μέτωπο.  


Ο Δημήτρης Νομικός αν και Πειραιώτης ναυτικός, δεν άργησε να προσαρμοστεί γρήγορα στις συνθήκες του ορεινού πολέμου της Αλβανίας. Επρόκειτο για δύσκολη σωματική εργασία, καθώς τα φορτηγά κολλούσαν διαρκώς σε στρώματα λάσπης των χωμάτινων δρόμων που χρησιμοποιούσαν. Τις περισσότερες φορές δεν ήταν καν δρόμοι αλλά απλά μονοπάτια. Έπρεπε λοιπόν να κατεβαίνουν κάθε τόσο από τα φορτηγά τους και να βρίσκουν τρόπο να τα ξεκολλούν τοποθετώντας εμπόδια στους τροχούς τους, ώστε αυτοί να σκαλώνουν πάνω τους και να μη γυρίζουν ανεξέλεγκτα μέσα στη λάσπη. Άλλοτε πάλι όταν δεν έβρισκαν τίποτα, τοποθετούσαν την ίδια τους την κουβέρτα ή την χλαίνη τους κάτω από τις ρόδες. 

Ο Δημήτρης Νομικός επέζησε όλων των κακουχιών του μετώπου και όταν το μέτωπο έπεσε, αυτός όπως και χιλιάδες άλλοι επέστρεψε με τα πόδια στις πόλεις από όπου είχε ξεκινήσει ο καθένας. Το φορτηγό που οδηγούσε είχε καταστραφεί από τον έκτο μήνα του πολέμου και μέχρι το τέλος του εκτελούσε χρέη ημιονηγού δηλαδή είχε χρεωθεί ένα μουλάρι με το οποίο μετέφερε κασόνια με εφόδια στην πρώτη γραμμή. 

Όταν έφτασε πίσω στο σπίτι του στη Λεύκα του Πειραιά, βρήκε την οικογένειά του σώα παρά τους βομβαρδισμούς που είχαν προηγηθεί, για τους οποίους είχε ακούσει πολλά, όταν ήταν στο μέτωπο και είχε ανησυχήσει ιδιαιτέρως. Η ήττα της Ελλάδας τον είχε πικράνει πολύ. Έβγαλε τη στολή του και την κρέμασε με ιδιαίτερες τιμές στη ντουλάπα του δωματίου του. Κάποτε όταν ο καιρός θα άλλαζε, θα έβρισκε τρόπο να τη φορέσει ξανά, όχι ηττημένος και πικραμένος, αλλά νικητής και περήφανος. Λίγο καιρό αργότερα ο Δημήτρης έφυγε από το σπίτι της Λεύκας. Καθώς είχε βρει εργασία μακριά από τον Πειραιά, είχε πάρει τα λιγοστά του υπάρχοντα, μεταξύ των οποίων και τη στολή του μετώπου της Αλβανίας, και ζούσε κοντά στο σημείο που δούλευε. Επισκεπτόταν κατά καιρούς την οικογένεια με τον "Ηλεκτρικό" σιδηρόδρομο. 

Όταν ο καιρός θα άλλαζε,  ο Δημήτρης Νομικός θα έβρισκε τρόπο να φορέσει ξανά τη στολή του μετώπου και να βγει στους δρόμους του Πειραιά, όχι ηττημένος και πικραμένος, αλλά νικητής και περήφανος.


Ακολούθησαν τα ζοφερά χρόνια της κατοχής που η οικογένεια δυσκολεύτηκε πολύ, γιατί καθώς ήταν πολυμελής η εύρεση τροφής δεν ήταν εύκολη υπόθεση. 

Ήταν συχνό φαινόμενο τότε οι σειρήνες να ηχούν άσκοπα, ακόμα και όταν μόνο ένα αεροπλάνο περνούσε πάνω από την Ελευσίνα. Άλλοτε πάλι ενώ οι σειρήνες ηχούσαν για να σημάνουν τη λήξη κάποιου συναγερμού, μετά από κάποια λεπτά ηχούσαν εκ νέου για να σημάνουν την έναρξη ενός καινούργιου. Και αυτό το αδιάκοπο πήγαινε - έλα σταματούσε κάθε δραστηριότητα, είτε εργασία, είτε ανάπαυση. Οι άνθρωποι από την έλλειψη τροφής και ύπνου είχαν εξασθενίσει, οι μήνες και τα χρόνια της διαρκούς έντασης περνούσαν, δυσκολεύονταν  πια να τρέξουν αν δεν υπήρχε ανάγκη να το κάνουν. Η εξοικονόμηση θερμίδων ήταν μια σοβαρή υπόθεση. Έτσι δεν έτρεχαν κάθε φορά που οι σειρήνες ηχούσαν αλλά μόλις έπεφταν οι πρώτες βόμβες στο λιμάνι. Σήμερα αυτά μας φαίνονται αδιανόητα, αλλά η κούραση που επιφέρει ο πόλεμος ύστερα από τέσσερα χρόνια αδιάκοπης πάλης επιβίωσης μετατρέπει τον άνθρωπο και τις αντιδράσεις του.

Κόντευε μεσημέρι, η ώρα του φαγητού πλησίαζε για την οικογένεια που εκείνη τη φορά είχαν εξασφαλίσει επιτέλους μετά από πολύ καιρό κάποιο γεύμα. Λαχανίδες για βράσιμο, τόσες ώστε σε κάθε μέλος της οικογένειας να αντιστοιχεί μια σχεδόν κανονική μερίδα φαγητού. Ο πατέρας της οικογένειας ο Γιώργης είχε στείλει νωρίτερα παραγγελιά με κάποιο φίλο στην οικογένεια να βάζουν το νερό να βράζει. Κατάφερε να δώσει κάποια από τα προικιά της Παρασκευούλας με αντάλλαγμα φαγώσιμα. 

Από τη στιγμή της παραγγελιάς, όλη η οικογένεια περίμενε τον πατέρα με αγωνία να επιστρέψει πίσω. Ακόμα και το νερό ήταν έτοιμο, βρασμένο με την κατσαρόλα να αχνίζει πάνω στη φωτιά. Με το που εμφανίστηκε ο Γιώργης κρατώντας στα χέρια του το σάκο με τις λαχταριστές λαχανίδες, άρχισαν οι σειρήνες να ηχούν, δυνατά, εκνευριστικά. Κανείς δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Από το πρωί περίμεναν αυτή την ευλογημένη ώρα, του πολύτιμου φαγητού. Πεινούσαν! Αχ πώς πεινούσαν. 

Η βόμβα έπεσε ακριβώς πάνω στο σπίτι της οικογένειας Νομικού στη Λεύκα του Πειραιά. Όλη η οικογένεια ξεκληρίστηκε, στο σύνολο οκτώ άτομα. Και αφού η σκόνη καταλάγιασε το μόνο που έμενε όρθιο να στέκεται μέσα στα χαλάσματα, ήταν η κατσαρόλα που συνέχιζε να στέκεται όρθια πάνω στην εστία της κουζίνας. Το νερό βρασμένο κι έτοιμο από νωρίς, περίμενε τον Γιώργο με τις λαχανίδες. 

Σήμερα αν επισκεφθεί κάποιος το μνημείο για τους νεκρούς του "Συμμαχικού" βομβαρδισμού της 11ης Ιανουαρίου του 1944, θα δει ανάμεσα στα ονόματα που έχουν χαραχθεί και εκείνο που αναγράφει "Νομικού Γεωργίου Οικ.". Αυτό το "Οικ."  που δεν αναγράφεται δίπλα στα άλλα ονόματα, αλλά μόνο στο όνομα του Νομικού Γεωργίου, περιλαμβάνει τη σύζυγο Παρασκευούλα δύο γέροντες και τέσσερα παιδιά. Οκτώ στο σύνολο ψυχές.

Αυτό το "Οικ."  που δεν αναγράφεται δίπλα στα άλλα ονόματα, αλλά μόνο στο όνομα του Νομικού Γεωργίου περιλαμβάνει τη σύζυγο Παρασκευούλα δύο γέροντες και τέσσερα παιδιά. Οκτώ στο σύνολο ψυχές.

Ο μόνος που σώθηκε ήταν ο μαχητής της Αλβανίας, ο Δημήτρης Νομικός. Όταν έμαθε το χαμό της οικογένειας παράτησε τη δουλειά και επέστρεψε στον Πειραιά. Δεν τον ενδιέφερε πια η επιβίωσή του. Έμενε κοντά στην Πλατεία Ιπποδαμείας. Μισούσε αχ πως μισούσε τους Γερμανούς. Άκουγε κρυφά στο ραδιόφωνο ότι ο πόλεμος πλησίαζε στο τέρμα του. Οι Γερμανοί έχαναν σε όλα τα μέτωπα. Περίμενε την ώρα της απελευθέρωσης της χώρας, την ώρα που θα λάμβανε το μαντάτο της αποχώρησης των Ούννων, την ώρα που οι ντόπιοι συνεργάτες τους θα εξαφανίζονταν από προσώπου γης. Μήπως η ώρα που περίμενε έφτασε;

"Δημήτρη έβγα έξω! Δημήτρη έβγα έξω, οι Γερμανοί φεύγουν, οι Γερμανοί φεύγουν" φώναζε ο Κωστάκης, ένα δωδεκάχρονο γειτονόπουλο. 

Ο Δημήτρης ανοίγει γρήγορα την ντουλάπα και φοράει τη στολή του μετώπου, τη στολή των νικηφόρων μαχών της Αλβανίας. Έφτασε η ώρα που τόσα χρόνια περίμενε. Βγήκε έξω από το σπίτι του με κατεύθυνση τη διπλανή Πλατεία Ιπποδαμείας. Θα έβγαιναν κι άλλοι γείτονες να πανηγυρίσουν ήταν απλά θέμα χρόνου. Φτάνει στην Πλατεία Ιπποδαμείας αλλά δεν συναντάει κανένα άλλο, είναι μόνος του φορώντας τη στολή του. 

Ο Γερμανός στρατιώτης που φύλαγε σκοπιά πάνω στη μικρή γέφυρα που ενώνει την οδό Αλιπέδου με την Ομηρίδου Σκυλίτση, είδε κάποιον να εμφανίζεται λίγα μέτρα πιο κάτω στην πλατεία, να τρέχει φορώντας στρατιωτική στολή. Η γέφυρα που στεκόταν ήταν χαρακτηρισμένη με την ονομασία "Πλαταιών" καθώς αποτελούσε φυσική προέκταση της οδού με το ίδιο όνομα. Σε όλη την διάρκεια της κατοχής του Πειραιά, η διοίκηση είχε ορίσει το συγκεκριμένο σημείο να είναι φυλασσόμενο, όπως και πολλά άλλα σημεία της γραμμής του "ηλεκτρικού". Οι δολιοφθορές στα αφύλακτα ήταν συχνές. Σήμερα και αυτός όπως και οι υπόλοιποι της μονάδας του θα έφευγαν από τον Πειραιά για πάντα. Όμως ακόμα ήταν εκεί, πάνω στη γέφυρα. Σήκωσε το τουφέκι του και πυροβόλησε. Ο Δημήτρης Νομικός έπεφτε νεκρός στις 12 Οκτωβρίου τους 1944 στις οκτώ η ώρα το πρωί.

Η ιστορία της πόλης κατέγραψε στα ψιλά γράμματα με τα οποία συνήθως γράφονται οι υποσημειώσεις, ότι κατά την αποχώρηση των Γερμανών ο σκοπός της Γέφυρας της Πλαταιών δεν έφυγε μαζί με τους υπόλοιπους αλλά παρέμεινε στη θέση του πυροβολώντας εκείνους που σιγά σιγά ξεπρόβαλαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν. 

    

Η γέφυρα της "Πλαταιών" μένει σήμερα ίδια, όπως και επί κατοχής, με μόνη διαφορά τα προστατευτικά κάγκελα που τοποθέτησαν στις δύο πλευρές της.

Η Αγία Τριάδα και το ζήτημα της εαρινής ανατολής.


Του Στέφανου Μίλεση

Από το 1839 που θεμελιώθηκε η πρώτη εκκλησία της Αγίας Τριάδας μέχρι σήμερα, όχι μόνο η ίδια η εκκλησία άλλαξε και δεν είναι η ίδια με την αρχική, αλλά και το τοπίο της πόλης επίσης μεταβλήθηκε δραματικά πέριξ του ναού, και ουδεμία σχέση έχει με το αρχικό.  Ένα κτήριο όταν κατασκευάζεται είναι λογικό να υποτάσσεται στις έκτακτες και προσωρινές ανάγκες του πληθυσμού ή στην πολεοδομική ανάπτυξη της πόλης. Όμως μετά την πάροδο κάποιων ετών το ίδιο κτήριο συμβαίνει να εμφανίζει τελείως διαφορετική όψη καθώς ο περιβάλλων χώρος του είναι διαφορετικός. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση της πρώτης εκκλησίας της Αγίας Τριάδας.


Το οικόπεδο της ανοικοδόμησης της Αγίας Τριάδας αποτελούσε ιδιοκτησία κάποτε της Μονής του Αγίου Σπυρίδωνα όπως συνέβη και με πολλές άλλες εκτάσεις στον Πειραιά. Έχουμε επαναλάβει ότι μεγάλο μέρος της πόλης ανοικοδομήθηκε πάνω σε απαλλοτριωμένες εκτάσεις της παλιάς μονής. Τα θεμέλια της πρώτης εκκλησίας της Αγίας Τριάδας έθεσε ο Κυριάκος Σερφιώτης (1835 – 1841), χωρίς όμως να προλάβει να ολοκληρώσει την κατασκευή της. Η έκταση που επιλέχθηκε από τον Σερφιώτη, ήταν τότε μια και ενιαία με τον Τινάνειο Κήπο, που βέβαια δεν είχε λάβει αυτό το όνομα ακόμα. 

Επρόκειτο για ένα χώρο πρασίνου, που ξεκινούσε από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα και τελείωνε ακριβώς εκεί που οικοδομήθηκε η Αγία Τριάδα. Δηλαδή ο χώρος μεταξύ των δύο εκκλησιών ήταν πλήρης πρασίνου αλλά οι δενδροστοιχίες που υπήρχαν ήταν ατάκτως τοποθετημένες και δεν υπήρχε καμία φροντίδα ώστε να θυμίζει σε κάτι πάρκο ή δημόσιο κήπο. Άγριοι θάμνοι ξεφύτρωναν ανάμεσα σε ψηλά δένδρα και το άλσος ήταν σχεδόν αδιάβατο. Επρόκειτο μια έκταση που όπως γράφει ο Μιχαήλ Επιφάνης ήταν γεμάτη από «υψίκορμα πεύκα, από ξυλοκερατέας, αγριοκαστανέας και άλλα τεράστια δένδρα, τα οποία ασφαλώς προϋπήρχον της Επαναστάσεως».


Η κατασκευή του ναού της Αγίας Τριάδας ολοκληρώθηκε επί Δημαρχίας Πέτρου Σ. Ομηρίδου το 1844. Ήδη από το 1842 περιφράχθηκε με ξύλινο φράχτη όλη η έκταση που καταλάμβανε η εκκλησία της Αγίας Τριάδας και κάποια μικρά κτίσματα ας πούμε βοηθητικοί χώροι που υποστήριζαν τη λειτουργία της. Εκεί που τελείωνε ο φράχτης και μπροστά από αυτόν δέσποζε η Πλατεία Θεμιστοκλέους με την προτομή του Θεμιστοκλή και μια μαρμάρινη κρήνη από την οποία έτρεχε νερό που προμηθευόταν ο κόσμος, καθώς οι δημόσιες κρήνες επιτελούσαν τότε αυτό τον σκοπό και δεν είχαν απλά διακοσμητικό χαρακτήρα. Μέσα στον φράχτη της Αγίας Τριάδας υπήρχε φυσικά η πρώτη εκκλησία που ως προς το σχήμα της δεν ήταν βυζαντινού ρυθμού αλλά και δεν είχε κανένα απολύτως κωδωνοστάσιο. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο πρώτος Δήμαρχος ο Σερφιώτης πιεζόμενος να ορθώσει μια πόλη εκ του μηδενός κινήθηκε με γνώμονα τα έργα να γίνονται ώστε να εξυπηρετήσουν μια ανάγκη και τίποτε περισσότερο. 

Η Αγία Τριάδα μετά την παρέμβαση του 1873 που διαμόρφωσε την πρόσοψη


Στο πνεύμα αυτό, όταν ανετέθη στον Ανθυπολοχαγό Νικόλαο Μισουδάκη το έργο κατασκευής μιας εκκλησίας, της Αγίας Τριάδας, για κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών της πολίχνης του Πειραιά, εκείνος δεν προέβλεψε τη μεταγενέστερη ανάπτυξη, αλλά κοίταξε να εξυπηρετήσει μια επείγουσα κατάσταση. Η πρώτη εκκλησία είχε τρεις θύρες συνολικά. Μια που κοιτούσε προς το λιμάνι (το Ρολόι δεν υπήρχε ακόμα) μια βόρεια προς το άλσος, προς τη πλευρά δηλαδή του μεταγενέστερου Τινάνειου και τέλος μια προς την ακριβώς αντίθετη που κοιτούσε τη διασταύρωση της Μιαούλη (σημερινή Εθνικής Αντιστάσεως) με την Ομήρου (σημερινή Μακράς Στοάς και πρώην Δροσοπούλου).  

Αργότερα άρχισε να φτιάχνεται μια λιθόκτιστη βάση ύψους 2,5 μέτρων πάνω στην οποία θα τοποθετούσαν ένα ξύλινο κωδωνοστάσιο καθώς η εκκλησία της Αγίας Τριάδας όπως είπαμε στην αρχική της μορφή ότι δεν διέθετε κανένα κωδωνοστάσιο. Η κατασκευή του κωδωνοστασίου όμως ενώ ξεκίνησε δυναμικά και φιλόδοξα αμέσως μετά σχεδόν σταμάτησε.  Και όχι μόνο αυτό, αλλά και το ίδιο το Συμβούλιο του ναού που επιμελείτο την ανέγερση του Κωδωνοστασίου, εμφανίστηκε να υποβάλλει αιτήματα πραγματικά πρωτόγνωρα! 

Συγκεκριμένα το εκκλησιαστικό Συμβούλιο της Αγίας Τριάδας που το αποτελούσαν οι Τρύφων Μουτζόπουλος, Π. Πετρίδης, Γ. Ρετσίνας και Ν. Χρυσοβέργης έστειλε στις 14 Ιουλίου του 1855 ένα έγγραφο προς τον Δήμο Πειραιά με το οποίο διαμήνυε ότι δεν ήταν ανάγκη να αποπερατωθεί το κωδωνοστάσιο γιατί το Συμβούλιο είχε τη γνώμη πως και ολόκληρος ο ναός της Αγίας Τριάδας έπρεπε πλέον να κατεδαφιστεί και να ανεγερθεί άλλος, εναρμονισμένος με την πολεοδομική μορφή που είχε λάβει πλέον η πόλη. Στο έγγραφο αυτό τονιζόταν ότι «αφού ο Δήμος θα αναγκαστεί να υποστεί μια μέρα την κατεδάφιση της Αγίας Τριάδας», διερωτήθηκε «γιατί να μη γίνει αυτό την συγκεκριμένη στιγμή, και να οικοδομηθεί ένας νέος εκ νέου ναός κατά τρόπο κανονικότερο και σύμφωνα με το σχήμα της πόλης;». Τι ήταν άραγε εκείνο που άλλαξε τη γνώμη σε ολόκληρο το εκκλησιαστικό Συμβούλιο το οποίο αιτείτο πλέον την ανάγκη νέου προσανατολισμού του ναού;



Η απάντηση βρισκόταν στα οικοδομικά τετράγωνα όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί. Τα σημερινά οικοδομικά τετράγωνα έγιναν ορατά ουσιαστικά όταν επεκτάθηκε η Λεωφόρος Αθηνάς δηλαδή η σημερινή Γεωργίου Α’. Όταν η Λεωφόρος Αθηνάς το 1855 επεκτάθηκε μέχρι το λιμάνι, χώρισε σε δύο οικοδομικά τετράγωνα την περιοχή. Στο οικοδομικό τετράγωνο της Αγίας Τριάδας και βόρεια στο οικοδομικό τετράγωνο του Τινάνειου κήπου. Έτσι βρέθηκε το τετράγωνο της Αγίας Τριάδας να είναι αυτό που διατηρήθηκε μέχρι και σήμερα. Εντός αυτού του τετραγώνου όμως ο πρώτος ναός βρέθηκε να είναι στραμμένος λοξά! 

Η εκκλησία είχε κατασκευαστεί με προσανατολισμό την εαρινή ανατολή κατά την ορθόδοξη παράδοση, μη λαμβάνοντος υπόψη τον προσανατολισμό του σχεδίου πόλεως. Αυτή η μικρή παρασπονδία του προσανατολισμού σε σχέση με τους οριζόντιους και κάθετους οδούς του σχεδίου πόλεως, περνούσε απαρατήρητη και ο προσανατολισμός της δεν ενοχλούσε κανέναν, καθώς όπως είδαμε η εκκλησία περιβαλλόταν από πυκνή δενδροφύτευση και ήταν εντός μιας ενιαίας έκτασης που απλωνόταν μέχρι τον Άγιο Σπυρίδωνα. Όταν όμως η Λεωφόρος Γεωργίου «έπιασε» λιμάνι και έγινε ο τετραγωνισμός των εκτάσεων, η Αγία Τριάδα εμφανίστηκε να «κοιτά» τη γωνία του τετραγώνου. Βεβαίως μεταξύ των αιτημάτων ανέγερσης νέας εκκλησίας ήταν επίσης ο ρυθμός της που έπρεπε να γίνει πιο βυζαντινός, αλλά και το μέγεθός της που έπρεπε να μεγαλώσει. Όμως ο προσανατολισμός ήταν το κύριο αίτημα καθώς η εκκλησία βρισκόταν στη βιτρίνα το λιμανιού του Πειραιά. 

Γράφει λοιπόν το Συμβούλιο ότι «εάν η νέα εκκλησία στραφεί λίγο προς Νότο δεν απομακρύνεται της Ανατολής και κατά συνέπεια τηρεί δεν θα παραβαίνει τους εκκλησιαστικούς κανόνες. Επίσης θα πρέπει η νέα εκκλησία να παριστά εκκλησία ανατολική δηλαδή ορθόδοξη».   Η εκκλησία είπαμε κοιτούσε προς την εαρινή ανατολή. Η νέα εκκλησία που πρότεινε το Συμβούλιο, θα συγχρονιζόταν με την ρυμοτομία της πόλης εάν στρεφόταν το ιερό προς τη χειμερινή ανατολή του ηλίου. 

Είναι γνωστό ότι λέγοντας ανατολή εννοούμε το σημείο από το οποίο ανατέλλει καθημερινά ο ήλιος. Όμως λόγω της κλίσης του άξονα της γης, παρατηρείται το φαινόμενο ο ήλιος το καλοκαίρι να ανατέλλει από ένα σημείο, ενώ το χειμώνα ανατέλλει από άλλο. Δεδομένου λοιπόν ότι οι κανόνες της εκκλησίας δεν όριζαν προς ποια ανατολή θα ήταν ο προσανατολισμός των ναών, το Συμβούλιο πρότεινε τον προσανατολισμό της εκκλησίας προς τη χειμερινή ανατολή. Έτσι και η εκκλησία θα εναρμονιζόταν με τη ρυμοτομία αλλά και βυζαντινό ρυθμό θα αποκτούσε με το νέο της κτήριο. 

Το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιώς απέρριψε αυτές τις αιτιάσεις λόγω έλλειψης χρημάτων. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να διορθωθεί το ένα εκ των ζητημάτων που ήταν η απουσία βυζαντινού ρυθμού. Στις 12 Οκτωβρίου του 1873 όταν έγινε εκ βάθρων ανακαίνιση, η εκκλησία απέκτησε πρόσοψη βυζαντινού ρυθμού με ένα κωδωνοστάσιο στην κορυφή της. Ο ρυθμός αυτός κόστισε 60 χιλιάδες δραχμές, χρήματα που εκταμιεύτηκαν από τον ίδιο το ναό. Τα υπόλοιπα δυστυχώς δεν επιλύθηκαν, αλλά έπαψαν να απασχολούν πλέον τους πιστούς, όταν την αποφράδα 11η Ιανουαρίου του 1944 η εκκλησία βομβαρδίστηκε και καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς. Και κατά ένα παράξενο τρόπο το μόνο που διεσώθη της καταστροφής ήταν η ανακαινισμένη πρόσοψη του 1873 η οποία είχε τροποποιηθεί ξανά το 1936 όταν είχε προστεθεί ένα ακόμη κωδωνοστάσιο.   



Τα περίπτερα της Αγίας Τριάδας. Φωτογράφιση κατ΄ εντολή του Δημάρχου Μ. Μανούσκου το 1939. Θεωρήθηκαν περίπτερα πολυτελείας  και πρωτοποριακά μοντέρνα σε Αθήνα και Πειραιά.

Στην εποχή της ανάποδης κίνησης και των Οδοφυλάκων


Του Στέφανου Μίλεση

Ένα από τα πρώτα μεγάλα έργα που έγιναν έχοντας αφετηρία τον Πειραιά, αφορούσε στην κατασκευή της Λεωφόρου Πειραιώς, του δρόμου εκείνου που κρίθηκε αναγκαίου για την τροφοδοσία της Αθήνας μέσω πλοίων που έπιαναν το λιμάνι του Πειραιά. Βαυαροί στρατιώτες και σκαπανείς του Μηχανικού με επικεφαλής τον Λοχαγό Σπις, ανέλαβαν την κατασκευή της οδού, έργο δύσκολο και κοπιώδες, που αναγκάζει τους Βαυαρούς να κατοικούν σε παράγκες ανάμεσα στις ελιές που κυριαρχούσαν, σχηματίζοντας ένα τεράστιο ελαιώνα που κάλυπτε όλη την έκταση μεταξύ Πειραιά και Αθήνας.


Η οδός Πειραιώς που ένωνε τον Πειραιά με την Αθήνα αλλά και ο άλλος δρόμος που ένωνε το Ναύπλιο με το Άργος, ήταν δύο βασικότεροι οδικοί άξονες, τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του ελληνικού βασιλείου. Η σημασία τους ήταν στρατηγική και δεν θα μπορούσε η λειτουργία τους να αφεθεί χωρίς ιδιαίτερους κανόνες. Αποκλεισμός της οδού Πειραιώς σήμαινε ταυτόχρονο αποκλεισμό της Πρωτεύουσας σε τρόφιμα και βασικές ύλες. 

Σχέδιο πόλεως Πειραιώς το 1834


Συνεπώς ένα από τα πρώτα διατάγματα υπήρξε και εκείνο της 13ης Δεκεμβρίου του 1836, με το οποίο ο Όθωνας λάμβανε μέτρα σημαντικά για τη διαφύλαξη και τη λειτουργία των οδών αυτών.  Η αστυνόμευση ανατίθεται σε δύο επιστάτες οι οποίοι προέρχονται μεταξύ των Αξιωματικών του «ελαφρού» στρατεύματος. Οι δύο επιστάτες ορίσθηκε να έχουν στις διαταγές τους ανάλογο αριθμό οδοφυλάκων. Στα καθήκοντά τους προστέθηκε εκτός της αστυνόμευσης των δύο αυτών βασικών οδικών αξόνων και η συντήρηση του δρόμου, όπου διαπιστώνεται η καταστροφή του. Οι οδοφύλακες έφεραν στο δεξί τους βραχίονα ειδικό διακριτικό που ανέγραφε «Βασιλικός Οδοφύλαξ». Ωστόσο αυτοί δεν οπλοφορούσαν και δικαίωμα οπλισμού είχαν μόνο οι δύο επιστάτες.

Όμως στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 5 αυτού του Διατάγματος διαβάζουμε κάτι σημαντικό. Ορίζεται ότι όταν δύο άμαξες συναντιούνται στον δρόμο οφείλουν να παραμερίζουν αμοιβαίως προς το αριστερό μέρος του δρόμου! Η κίνηση δηλαδή της κυκλοφορίας με τον αναγραφόμενο αυτόν όρο, καθορίζεται να γίνεται όμοια με αυτή που σήμερα διενεργείται σε χώρες του Ηνωμένου Βασιλείου, κίνηση που εμείς σήμερα αποκαλούμε ανάποδη! Διότι εάν δύο αντιθέτως κινούμενα οχήματα παραμερίσουν την ίδια στιγμή προς τα αριστερά τότε η διέλευση του ενός προς το άλλο γίνεται εκ δεξιών, όμοια δηλαδή με αυτό που αποκαλούμε αγγλικό σύστημα. 

Η κίνηση της κυκλοφορίας με τον αναγραφόμενο αυτόν όρο, καθορίζεται να γίνεται όμοια με αυτή που σήμερα διενεργείται σε χώρες του Ηνωμένου Βασιλείου, κίνηση που εμείς σήμερα αποκαλούμε ανάποδη! 


Αυτό το ανάποδο για εμάς αγγλικό σύστημα όμως, φαίνεται ότι εφαρμόστηκε ιδιαιτέρως στον Πειραιά, που είχαμε τη τύχη να διαθέτουμε τον έναν από τους δύο δρόμους που αναγράφει το διάταγμα δηλαδή την Λεωφόρο Πειραιώς που φάνταζε τότε όμοια με «Εθνική οδό», συνδέοντας το λιμάνι με την Αθήνα.

Ωστόσο στις 24 Ιανουαρίου του 1837 με άλλο Βασιλικό Διάταγμα επανακαθορίζεται ότι όταν στους δρόμους του Ελληνικού Βασιλείου συναντούνται άμαξες ή έφιπποι οφείλει ο καθένας από αυτούς να υποχωρεί προς τα δεξιά ώστε να μένει χώρος να εξυπηρετούνται και οι δύο μαζί. Σε αυτό το διορθωτικό ας πούμε διάταγμα, οφείλεται σήμερα η κίνηση στους δρόμους μας, σε αντίθεση με το Ηνωμένο Βασίλειο που συνεχίζει η κίνηση να διενεργείται με υποχώρηση προς τα αριστερά. 

"....να υποχωρή επί τα δεξιά" Σε αυτή την αλλαγή του όρου της διάταξης οφείλεται η κίνηση που γνωρίζουμε έως σήμερα. 


Δεν γνωρίζουμε τι μεσολάβησε ώστε η ροή της κίνησης μέσα σε εξήντα μόλις μέρες να αλλάξει και ο παραμερισμός ιππέων και αμαξών να τεθεί από αριστερά που ήταν αρχικά σε δεξιά. Επρόκειτο άραγε για κάποιο λάθος διατύπωσης ή για επανακαθορισμό της ροής κίνησης; 

Δεν γνωρίζουμε επίσης εάν υπήρξε όντως συμμόρφωση από τους ιππείς και τις άμαξες προς στο διάταγμα του 1836 και στην πιθανή λάθος διατύπωσή του. Αν υπήρξε αυτό σημαίνει ότι και στον Πειραιά η κίνηση για κάποιο χρονικό διάστημα διενεργείτο κατά το Αγγλικό σύστημα, μέχρι την εφαρμογή της διόρθωσης.

Επίσης σε εκείνα τα πρώιμα χρόνια των αμαξών, των ιππέων και των πεζών τα πεζοδρόμια καλούνταν «παραπάτια». Στα παραπάτια λοιπόν απαγορεύονταν να κινούνται άμαξες ή ιππείς ακόμα και αν επρόκειτο για χειράμαξες δηλαδή για τα κοινά καρότσια. Ο πεζός δηλαδή που έσερνε έστω ένα μικρό καρότσι όφειλε να πηγαίνει από τον δρόμο και όχι από το παραπάτι. Απαγορεύονταν οι αμαξάδες, η οι ιππείς και όσοι είχαν στη διάθεσή τους ζώα, να τα αφήνουν στα άκρα του δρόμου καθώς εκεί βοσκούσαν τις δενδροστοιχίες που με μεγάλο κόπο είχαν φυτέψει οι κατασκευαστές δεξιά κι αριστερά των οδών. 

Οι παραβάτες που δεν μπορούσαν να πληρώσουν τις προβλεπόμενες ποινές υποχρεούνταν σε παροχή εργασίας στον δρόμο. Έτσι στην ουσία έχουμε την πρώτη παροχή κοινωνικής εργασίας. Δηλαδή την ώρα που κάποιοι χρησιμοποιούσαν την οδό, κάποιοι άλλοι θα έσκαβαν ή θα επιχωμάτωναν λακκούβες και χαντάκια παρέχοντας κοινωνική εργασία. 

Στα άκρα του δρόμου υπήρχαν ξύλινες πινακίδες μαύρου χρώματος οι οποίες ανέγραφαν με λευκά γράμματα τις απαγορεύσεις και τις υποχρεώσεις εκείνων που χρησιμοποιούσαν την οδό, ώστε να μην υπάρχει στη συνέχεια δικαιολογία άγνοιας. Δεν γνωρίζουμε βεβαίως τι έκαναν εκείνοι που δεν γνώριζαν να διαβάζουν και που τέτοιοι ήταν οι περισσότεροι.  

Πειραιάς 1845


Με το ίδιο διάταγμα καθορίζεται ειδικά ότι όταν οι άμαξες ή οι έφιπποι ταχυδρόμοι σαλπίζουν, οφείλουν όλοι να παραμερίζουν προκειμένου να αφήνουν να περνά ανεμπόδιστα το ταχυδρομείο. Η ποινή για μη υποχώρηση στο σάλπισμα του ταχυδρόμου ήταν πέντε δραχμές, ιδιαίτερα δηλαδή μεγάλη και αποτελούσε κέρδος υπέρ του Ταμείου του Ταχυδρομείου ή παραπομπή σε εργασία επί του δρόμου. Το άκουσμα της σάλπιγγας αποτελούσε βασικό κανόνα παραμερισμού στον δρόμο, που επέσυρε ποινή αναγκαστικής εργασίας. 

Έτσι δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το διακριτικό σήμα μέχρι σήμερα των Ταχυδρομείων είναι η σάλπιγγα που το άκουσμά της μάλλον θα προκαλούσε ταχεία συμμόρφωση. Η σάλπιγγα του ταχυδρομείου ήταν λοιπόν κάτι ανάλογο με τη σειρήνα σήμερα ενός περιπολικού ή ενός ασθενοφόρου, που όταν ακουστεί όλοι αμέσως κοιτάνε να υποχωρήσουν και να αφήσουν ελεύθερο δρόμο. 

Τα επιβατικά δρομολόγια στην Πειραιώς τα είχε αναλάβει ένας Βαυαρός επιχειρηματίας ο  Στρογκ ο οποίος συστήνει υπηρεσία πολυφορείων ή παντοφορείων όπως τα έλεγαν.  Χρησιμοποιεί άμαξες χωρητικότητας 12 ατόμων, που έκαναν τρεις φορές την ημέρα το δρομολόγιο Αθήνα - Πειραιά. Η τιμή των θέσεων, δια έκαστον  οδοιπόρο  προσδιορίζεται εις μία δραχμή. 

Η οδός Πειραιώς επιτρέπει την κάλυψη της απόστασης από τα Πολυφορεία σε μία ώρα. Αναπόφευκτο για όλους το ταξιδιώτες είναι το σταμάτημα στις παράγκες. Επρόκειτο για μια στάση "για τα άλογα" όπως έλεγαν οι αμαξάδες. Συνήθως δίπλα στην παράγκα υπάρχει πηγάδι και προσφέρονται σταφύλια, λουκούμια, κρύα λεμονάδα  και ρακί. Μέχρι και το 1850 γνωρίζουμε ότι πηγαινοέρχονται από την Πειραιώς περισσότερα από 900 άλογα την ημέρα. Φυσικά το ελληνικό δημόσιο δεν έχασε την ευκαιρία είσπραξης φόρου και έθεσε διόδια στην Πειραιώς που προέβλεψε ακόμα  και πριν την κατασκευή της με τιμή 2 φοίνικες. Με άλλη απόφαση του 1848 οτιδήποτε περνά από τα διόδια θα πληρώνει 5 λεπτά. Δικαιολογία "δια τον καλλωπισμόν και την συντήρησιν της οδού". Εξαιρούνται της πληρωμής οι ίπποι της βασιλικής αυλής, οι ξένοι αντιπρόσωποι δυνάμεων και οι εν ενεργεία αξιωματικοί.


Οι «ντελάληδες» της Ακτής και τα τραμπάκουλά τους


Του Στέφανου Μίλεση

Όλοι οι άνθρωποι στην εποχή τους, γνώρισαν διάφορους τύπους ας πούμε γραφικούς, των οποίων κάποια ιδιαιτερότητα του τρόπου τους ή της εμφάνισής τους ή του επαγγέλματός τους, είχε σταθεί αιτία, ώστε η παρουσία τους να καταγραφεί στο θυμικό και στην ιστορία της πόλης.

Σε μια από αυτές τις κατηγορίες, ανήκε και η συμπαθής τάξη των «ντελάληδων». Στη σύγχρονη εποχή βεβαίως, ο όρος έχει αλλάξει και σήμερα προτιμούμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «κράχτες», αλλά στην εποχή για την οποία θα αναφερθούμε «ντελάληδες» ήταν, γιατί έτσι τους αποκαλούσαν. Οι ντελάληδες λοιπόν ήταν τύποι που βασίλευσαν κυρίως στα χρόνια του μεσοπολέμου, σε όλη την δεκαετία του ’20 και του ’30 και το δικό τους βασίλειο βρισκόταν κύρια στην Ακτή Τζελέπη. Ο χρονικός αλλά και τοπικός αυτός προσδιορισμός δεν αποκλείει την παρουσία τους σε άλλες εποχές όπως στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα ή την εμφάνισή τους οπουδήποτε αλλού κατά μήκος της πειραϊκής ακτής του μεγάλου εμπορικού λιμανιού.


Οι ντελάληδες ήταν άνθρωποι της πιάτσας, του λιμανιού δηλαδή, οι οποίοι μισθώνονταν από τους πλοιοκτήτες, προκειμένου να πείσουν τους ταξιδιώτες να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους πλοία και όχι εκείνα του ανταγωνιστή τους.

Ο αρθρογράφος με το παρατσούκλι «Επίνειος» (που ήταν ο Χρήστος Λεβάντας), μας πληροφορεί ότι οι ντελάληδες γεννήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα με την ύπαρξη των σταθερών γραμμών, δηλαδή πλοίων που είχαν αναλάβει να εκτελούν συγκεκριμένα δρομολόγια. Οι ντελάληδες πηγαινοέρχονταν στην Τζελέπη και προσπαθούσαν να πείσουν, όσους έβλεπαν να κρατάνε βαλίτσα, να ταξιδέψουν με το δικό τους πλοίο, χωρίς καν να ρωτήσουν τον προορισμό του ταξιδιώτη!

Τα πλοία που εκτελούσαν τότε τακτικές γραμμές, δεν τα αποκαλούσαν όπως σήμερα «Ακτοπλοϊκά» αλλά «Ταχυδρομικά» καθώς τα δρομολόγιά τους είχαν κανονισθεί με συμβάσεις από το Κεντρικό ταχυδρομείο με αποστολή να μεταφέρουν την αλληλογραφία. Κάθε έτος στους «Καζαμίες» που πωλούνταν μανιωδώς, υπήρχε ειδική σελίδα με τα ταχυδρομικά δρομολόγια που έγραφε, για Νάξο κάθε Πέμπτη, για Σκύρο κάθε Δευτέρα, κ.ο.κ. δίνοντας βάρος όχι στον κόσμο που ενδιαφερόταν για ταξίδια, αλλά στην παράδοση της αλληλογραφίας, διότι εάν δεν γνώριζες το δρομολόγιο και ταχυδρομούσες μια επιστολή σε λάθος ημέρα, πιθανόν η επιστολή να έκανε πολύ να φτάσει στον προορισμό της, παρότι μπορεί η απόσταση να ήταν μόλις τέσσερις ώρες δρόμο!

Και επειδή αναφερόμαστε στα «Ταχυδρομικά» που όπως είπαμε ήταν επιφορτισμένα με τις τακτικές μεταφορές, πρέπει να αναλογισθούμε ότι μιλάμε για εποχές που η ιστιοφορία συνυπήρχε με τον ατμό, αλλά και που ο ατμός δεν κινούσε έναν τύπο πλοίου, με έλικες ας πούμε, αλλά  είδη πλοίων που σήμερα έχουμε παντελώς ξεχάσει, όπως για παράδειγμα τα λεγόμενα «τροχοφόρα» αυτά δηλαδή με τη ρόδα τη μισοβυθισμένη στα πλαϊνά του πλοίου μέσα στη θάλασσα.

Τα "Μπαούλα" και τα "Τραμπάκουλα"

Άλλοι τύποι πλοίων που ήταν παράξενοι, καθώς δεν διέθεταν ανοιχτά καταστρώματα αλλά έμοιαζαν με πολεμικά -που συνήθως έκαναν κοντινές διαδρομές- ήταν αυτά που οι Πειραιώτες αποκαλούσαν «μπαούλα». Αυτά τα «μπαούλα» επειδή με τον παραμικρό κυματισμό παρουσίαζαν απερίγραπτο κλυδωνισμό, έμειναν να αποκαλούνται «τραμπάκουλα». Με τον καιρό ο χαρακτηρισμός «τραμπάκουλο», δεν αποδιδόταν μόνο σε κλειστού τύπου πλοίο (μπαούλο) αλλά σε κάθε είδος πλεούμενου που δεν είχε ευστάθεια και κουνούσε τους επιβάτες μέχρι πτώσεως! Ο όρος τραμπάκουλα με τα χρόνια έφυγε από τα πλοία και έμεινε ως όρος που χαρακτηρίζει κάθε ανεξέλεγκτο άτομο, του οποίου ο χαρακτήρας κλυδωνίζεται δεξιά κι αριστερά, άτομο που δεν εμμένει δηλαδή στις θέσεις του.




Η αποδοχή της υπερβολής!

Για να γυρίσουμε όμως στους ντελάληδες και στα τραμπάκουλα πλοία τους, να θυμίσουμε πως τότε δεν υπήρχε ελεγκτική αρχή ή άλλους είδους αστυνόμευση ως προς την ασφάλεια των δρομολογούμενων σκαφών. Κι όσο και εάν ο ανταγωνισμός των τραμπάκουλων ήταν για γέλια καθώς οι ταχύτητές τους ήταν απερίγραπτα μικρές και οι ανέσεις τους υποτυπώδεις, τόσο διέφερε στην ξηρά ο ανταγωνισμός των ντελάληδων που έδιναν πραγματικές μεταξύ τους μάχες. Η πειθώ των ντελάληδων στηρίζονταν στην υπερβολή και φυσικά στο ψέμα. «Ελάτε με το Υδράκι που κάνει τη θάλασσα λάδι» έλεγαν. Φυσικά αυτό δεν ίσχυε και παρότι οι επιβάτες γνώριζαν ότι δεν ίσχυε, πείθονταν από την μαεστρία του ντελάλη καθώς μετέτρεπε το απίστευτο σε πιστευτό!

Όταν ο ανταγωνισμός των ντελάληδων έφτασε να είναι αφόρητος, τότε οι μάχες της στεριάς μετατράπηκαν σε ναυμαχίες, καθώς οι πλοιοκτήτες ως ντελάληδες επιστράτευαν τους βαρκάρηδες τους οποίους αναγκαστικά οι επιβάτες χρησιμοποιούσαν για να ανέβουν στο πλοίο, μιας και το λιμάνι είχε αβαθή στο μεγαλύτερο μέρος του.  Κάθε πλοιοκτήτης είχε τους δικούς του βαρκάρηδες ντελάληδες που διαφήμιζαν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο τα ανύπαρκτα πλεονεκτήματα του πλοίου. Και όταν όλα τα πλεονέκτηματα δεν ήταν αρκετά να ανεβάσουν επιβάτες στο πλοίο, τότε άρχιζαν να επιστρατεύονται κι άλλα ευφάνταστα όπως «ταξίδι και μια μακαρονάδα δώρο!».



Η κόντρα της "μακαρονάδας" με το "πιλάφι"

Ο Επίνειος μας πληροφορεί ότι τους καλύτερους ντελάληδες είχε επιστρατεύσει ο πλοιοκτήτης του θρυλικού «Πύλαρου» ο Αθανασούλης, ενός «ταχυδρομικού» πλοίου που ο Έλληνας πλοιοκτήτης αγόρασε φτηνά στη Ρουμανία πριν το 1910. Επρόκειτο για το πρώην «Κάρμεν Σύλβα» που στην Ελλάδα έγινε γνωστό ως «Πύλαρος», του οποίου οι ντελάληδες βρίσκονταν σε μόνιμο ανταγωνισμό με τον «Άσσο» του Σκωτσέζου Πειραιώτη Τζων Μακ Ντούαλ. 

Οι ντελάληδες του «Άσσου» φώναζαν για να εκνευρίσουν τους ντελάληδες του «Πύλαρου» την ίδια ακριβώς προσφορά, μόνο που τη θέση της μακαρονάδας καταλάμβανε το πιλάφι «ταξίδι και ένα πιλάφι δώρο!».  

Ο ανταγωνισμός των ντελάληδων των δύο αυτών πλοίων έφτασε κάποτε και πάνω στα πλοία και στα πληρώματά τους και άγγιξε πραγματικά τον παραλογισμό. Επειδή και τα δύο εκτελούσαν το ίδιο δρομολόγιο Πειραιά, Αμφιλοχία, Πρέβεζα, Επτάνησα ο ανταγωνισμός τους έφτασε στην κορύφωση όταν έξω από την Ιθάκη ο «Άσσος» εμβόλισε το «Πύλαρο» μόνο και μόνο για να το εμποδίσει να εισέλθει πρώτο στο λιμάνι!



Η «Πύλαρος» έμεινε ένα χρόνο εκτός για επισκευές, ενώ ο ανταγωνισμός των δύο πλοίων έφτασε να γίνει και ποίημα:
«Κατακαημένη Πύλαρο
Με τη διπλή σφυρίχτρα
Σου έκοψε τα πόδια σου
Η Άσσος η μεθύστρα».

Οι ντελάληδες ήταν τόσοι πολλοί την περίοδο του μεσοπολέμου ώστε οι αγριοφωνάρες τους κυριαρχούσαν πάνω από οτιδήποτε άλλο. Τα πλοία που εκτελούσαν τακτικά δρομολόγια από τον Πειραιά είχαν φτάσει τα 44 και κάθε πλοίο διέθετε τουλάχιστον δύο με τρεις ντελάληδες!

Ο ερχομός του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που έφερε την καταστροφή του πειραϊκού λιμένα και την καταβύθιση των περισσοτέρων πλοίων περιόρισε και τους ντελάληδες οι οποίοι μεταπολεμικά εμφανίζονται μόνο μπροστά από τις κλίμακες ανόδου των πλοίων να φωνάζουν για τα δρομολόγια. Τελευταίοι ντελάληδες ήταν μπροστά από το παλαιό Δημαρχείο (ρολόι) που αναχωρούσα τα σκάφη του "Κουλουριώτικου Στόλου". 

Τέλος να αναφέρουμε ότι η χρήση ντελάληδων στα πλοία, υπήρξε προπομπός σε πολλούς άλλους τομείς όπως οι μεταγενέστεροι "Κράχτες" μαγαζιών που στέκονται σήμερα μπροστά από καταστήματα εστίασης για να σταματούν τα αυτοκίνητα και προσπαθούν να "αρπάξουν" τους επιβάτες για λογαριασμό του μαγαζιού για το οποίο δουλεύουν.