"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Και οι λίγοι φτάνουν…

Ο Παύλος Μελάς μαζί με τον γιο του Μιχαήλ
τον οποίο επίσης έχει ντύσει με τη στολή του Ανθυπολοχαγού

του Στέφανου Μίλεση

Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1904 πραγματοποιείται η ηλεκτροδότηση του ατμοκίνητου σιδηροδρόμου Αθηνών Πειραιώς. Ο κόσμος τρομοκρατημένος από τη χρήση του ηλεκτρικού φτάνει στο σημείο να εκδίδει μονό εισιτήριο διαδρομής, καθώς δεν είναι σίγουρος ότι θα ταξιδεύσει ασφαλώς, ώστε να φτάσει στον προορισμό του ζωντανός. 

Στις 10 Οκτωβρίου το «ηλεκτρικό τραίνο» όπως το αποκαλούσαν, διακόπτει τη λειτουργία του καθώς ένας 25χρονος Κρητικός ο Τσιμιγγάκης, θέλοντας να επιβεβαιώσει τις φήμες που είχε ακούσει για τον κίνδυνο του ηλεκτρικού, προσπάθησε ρίξει στις γραμμές σίδερο για να προκαλέσει βραχυκύκλωμα. Ο περίεργος αυτός άνθρωπος συνελήφθη εγκαίρως και ο πειραματισμός του απέτυχε. 

Λίγες μέρες αργότερα στις 12 Οκτωβρίου, το πρωινό τραίνο των οκτώ σταμάτησε ξαφνικά στο ύψος του Μοσχάτου. Το απότομο αυτό σταμάτημα δημιούργησε πανικό στους επιβάτες, οι οποίοι έντρομοι προσπάθησαν να ανοίξουν τις θύρες των βαγονιών για να βγουν, φοβούμενοι ότι θα καούν εξαιτίας κάποιου βραχυκυκλώματος. Κατεβλήθη μεγάλη προσπάθεια, ώστε οι θύρες να μην ανοίξουν, καθώς τότε ήταν που θα διέτρεχαν το φόβο να πατήσουν οι επιβάτες πάνω στις ηλεκτροφόρες γραμμές. Οι ξαφνικές στάσεις του «ηλεκτρικού τραίνου» από κάψιμο ασφαλειών ήταν συχνές, τόσες που ο λαός τελικώς τον βάφτισε «Σταμάτη». Οι αμαξάδες το διάστημα αυτό έκαναν χρυσές δουλειές. Από τις 16 Οκτωβρίου σταθμεύουν έξω από κάθε σιδηροδρομικό σταθμό και εκτελούν τα ίδια δρομολόγια με τον  «ηλεκτρικό» στον οποίο οι επιβάτες φοβούνται να μπουν. 

Μια ακόμα είδηση που μονοπωλεί τις εφημερίδες το ίδιο διάστημα, είναι ο πόλεμος μεταξύ Ρώσων και Ιαπώνων που καταλήγει στην πολιορκία της πόλεως του Πορτ Άρθουρ από τους Ιάπωνες. Μέσα από την πόλη, στο πλευρό των πολιορκούμενων Ρώσων βρίσκεται και ο Ιωάννης Βρυώνης ο οποίος είναι τροφοδότης του Ρωσικού Στόλου. Ο Ιωάννης Βρυώνης Έλληνας προερχόμενος από τη Μαντζουρία, μιλούσε άψογα Ρώσικα, έμπορος αρχικά, αλλά στη συνέχεια άσκησε το επάγγελμα του τροφοδότη. Το επάγγελμα αυτό, του απέφερε πολλά πλούτη και δύο λαμπρά διακοσμημένα Μέγαρα, που δέσποζαν στις παρυφές της υδραίικης συνοικίας. Σύντομα η περιοχή θα λάβει το όνομά του και θα γίνει γνωστή ως συνοικία Βρυώνη. Την εποχή εκείνη όμως, οι τηλεγραφικές ανταποκρίσεις του έχουν στρέψει τα μάτια όλων των Πειραιωτών, να παρακολουθούν με αγωνία την άμυνα μιας πόλης, της οποίας την ύπαρξη οι περισσότεροι αγνοούσαν λίγο καιρό πριν. Ο Ιωάννης Βρυώνης έχοντας στο πλευρό του τον γιο του Εμμανουήλ, είχαν οριστεί να είναι οι επίσημοι τροφοδότες του Ναύαρχου Αλέξιεφ και τον ακολουθούσαν κατά πόδας όπου κι αν αυτός επιχειρούσε. Αποτέλεσμα της εκεί παρουσίας τους, ήταν να γίνουν ανάρπαστοι από τα ειδησεογραφικά πρακτορεία και κάθε άφιξη δικών τους νέων όχι μόνο στον Πειραιά, αλλά σε όλες τις εφημερίδες πανελληνίου κυκλοφορίας, που αμέσως γίνονταν πρωτοσέλιδα. 

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, και μια μικρή είδηση, ασήμαντη θα υπέθετε κάποιος, που ανήγγειλε νέα από τη Μακεδονία. Με δύο μόνο γραμμές δινόταν η πληροφορία ότι στην Καστοριά ο εκεί Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης ίδρυσε άσυλο προς περίθαλψη των ορφανών της Μακεδονίας. Τα νέα γενικώς από τη Μακεδονία φαίνεται ότι δεν ενδιέφεραν τον πολύ κόσμο, καθώς ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά, ήταν φορέας διαφορετικών αντιλήψεων και ιδεών. 
Πολλοί θεωρούσαν την υπόθεση της Μακεδονίας χαμένη και την Ελλάδα μικρή και αδύναμη για να προστατεύσει το ελληνικό στοιχείο που υπέφερε τα πάνδεινα σε αυτό το καθαρό κομμάτι ελληνικής γης. 

«Δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθεί κάποιος με τη Μακεδονία, αφού οι Μεγάλες Δυνάμεις» έλεγαν «έχουν ήδη καθορίσει το μέλλον της. Ποιοι είμαστε εμείς που μπορούμε να αλλάξουμε τις αποφάσεις τους;»

Άλλωστε η καθημερινότητα ήταν σκληρή για τον κάθε εργαζόμενο.  Ειδικά στον Πειραιά ο εργατικός κόσμος διεκδικούσε καλύτερη αμοιβή εργασίας στο λιμάνι. Οι έμποροι συνεδρίαζαν για να βρουν τρόπο να εξάγουν τα προϊόντα τους. Μέχρι που στις 19 Οκτωβρίου του 1904 μια είδηση παραμερίζει το φόβο του «ηλεκτρικού τραίνου», την πολιορκία του Πορτ Άρθουρ και τις ανταποκρίσεις του Ιωάννη Βρυώνη. Αυτή η είδηση κάνει όλες τις άλλες μηδαμινές μπροστά της. 

Ανακοινώνεται ο θάνατος ενός ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού Παύλου Μελά που είχε πέσει μαχόμενος μέρες νωρίτερα, στις 13 Οκτωβρίου

Ο Μελάς που δεν ήταν Μακεδόνας, είχε αφήσει την ευμάρεια της ζωής που η οικογένειά του προσέφερε, είχε αφήσει την αγαπημένη του σύζυγο και τα δύο μικρά παιδιά του και είχε τρέξει να παραδώσει τα τριάντα του χρόνια στο βωμό της υπόθεσης που καλείτο Μακεδονία! Την ώρα που κάποιοι απαξιούσαν ακόμα και να διαβάσουν τα νέα από τη Μακεδονία, επιλέγοντας να διαβάσουν τις ειδήσεις περί του «ηλεκτρικού τραίνου» και της πολιορκίας του «Πορτ Άρθουρ», αυτός ο νέος, γόνος μιας αριστοκρατικής οικογένειας έπεφτε νεκρός. Με τη θέρμη της ψυχής του είχε αναλάβει την υπεράσπιση της τιμής και της υπόληψης των υπολοίπων, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού, των οποίων οι προτεραιότητες ήταν διαφορετικές

Την εποχή που ο Μελάς αναχωρούσε μυστικά για τη Μακεδονία, χωρίς κανείς να γνωρίζει, ούτε ακόμα και η ίδια του η οικογένεια, άλλοι κανόνιζαν χορευτικές εκδηλώσεις στα ξενοδοχεία του Νέου Φαλήρου, εσπερίδες και προεσπερίδες. 

Ειδικά στο ξενοδοχείο «ΑΚΤΑΙΟΝ», του οποίου τα εγκαίνια είχαν γίνει λίγο μόλις καιρό πριν (1 Ιουνίου του 1903), οι συνομήλικοι του Παύλου σχημάτιζαν ουρές για να εισέλθουν σε ένα κόσμο διασκέδασης και πολυτέλειας που το συγκεκριμένο μέγαρο άπλετα προσέφερε. Και ο Παύλος ήταν νέος, και ο Παύλος θα ήθελε να διασκεδάσει, να χορέψει, να γευτεί τη ζωή του σε κάθε πτυχή της, σε κάθε στιγμή της. Όμως δεν άντεχε άλλο να βλέπει τη ντροπή της ήττας του 1897 να τη διαδέχεται μια ακόμα εθνική απώλεια. 

Το άγγελμα του θανάτου του, έπεσε ως σάλπισμα μιας πανελλήνιας πνευματικής έγερσης. Ο θάνατός του ξύπνησε τους βαθιά υπνωμένους Έλληνες από τον κάματο της απραξίας και της αποδοχής των ειλημμένων αποφάσεων. Από τις 19 Οκτωβρίου του 1904 και ύστερα, τα νέα πλέον από τη Μακεδονία έπαψαν να είναι στα "ψιλά γράμματα". Τεράστιοι πρωτοσέλιδοι τίτλοι δεν μετέδιδαν απλώς τα νέα του θανάτου του, αλλά το μήνυμα της στροφής και πάλι προς τα εθνικά ιδεώδη. 

Από τις 19 Οκτωβρίου του 1904 και ύστερα, τα νέα πλέον από τη Μακεδονία έπαψαν να είναι στα "ψιλά γράμματα".


Ο θάνατός του έγινε «πρόσκληση για μίμηση και εκδίκηση» όπως έγραψε η εφημερίδα «Ακρόπολις». Τα έθνη που ζουν, δεν είναι εκείνα που ο λαός τους επιδίδεται μετά μανίας εις το «ευ ζην» αλλά εις το «καλώς θνήσκειν». 

Εκείνοι που θέτουν ως εθνική σημαία και λάβαρό τους, το οικονομικό συμφέρον που θα τους εξασφαλίσει μια άνετη ζωή, αδιαφορώντας για τη θέληση του λαού που κυβερνούν, είναι καταδικασμένοι να χαθούν με το χειρότερο τρόπο, αργά σε βάθος χρόνου φθειρόμενοι, άμαχοι και ατιμασμένοι. Το παράδειγμα ενός μόνο άνδρα, του Παύλου Μελά, στάθηκε ικανό να αλλάξει την προκαθορισμένη μοίρα ενός μεγάλου τμήματος της Ελλάδας. 

Πλήθος από όλη την Αττική συγκεντρωμένο έξω από τη Μητρόπολη Αθηνών για να παρακολουθήσει το μνημόσυνο του Παύλου Μελά


Στις 22 Οκτωβρίου του 1904, ημέρα Παρασκευή, τελέστηκε το μνημόσυνο για τον Παύλο Μελά στην Μητρόπολη Αθηνών. Την ημέρα εκείνη οι εργάτες του λιμανιού διέκοψαν την απεργία τους, όπως και οι εργάτες των κυλινδρόμηλων. Ο Πειραιάς έλαβε μια πένθιμο όψη, βυθισμένος ολάκερος σε μια μελαγχολία αλλά συνάμα και σε έναν ιερό ενθουσιασμό. Οι θαμώνες των καφενείων σηκώνονταν από τις θέσεις τους και έφευγαν, οι αγοραστές των καταστημάτων άφηναν στην άκρη ό,τι είχαν επιλέξει να αγοράσουν και αποχωρούσαν από τα καταστήματα, τα οποία μόλις άδειαζαν από τον κόσμο, έκλειναν. Σε λίγο μόνο διάστημα το αδιάφορο αλλά πολύβουο πλήθος του μεγάλου λιμανιού, μεταβλήθηκε σε μια απέραντη νεκρούπολη. Όλοι ανέβαιναν στην Αθήνα για δηλώσουν την παρουσία τους στο μνημόσυνο του Μελά. Κανείς πλέον δεν αγωνιούσε για το "ηλεκτρικό τραίνο" και τους κινδύνους ενός βραχυκυκλώματος. 

Και αυτή η εικόνα του ότι κάτι είχε αλλάξει δεν συνέβαινε μόνο στον Πειραιά. Ο απανταχού ελληνικός κόσμος παρακολουθούσε εναγωνίως τα δεινά της πολύπαθους Μακεδονίας. 
Ο Μελάς έδειξε ότι ένας και μόνο άνδρας είναι αρκετός…   


Υ.Γ: Ο Παύλος Μελάς ήταν απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων του Πειραιά του 1891. Σπανίως αναφέρεται η σχέση του Παύλου Μελά με τον Πειραιά, από τον οποίο όχι μόνο αποφοίτησε αλλά στρατολόγησε στη συνέχεια και το μεγαλύτερο μέρος των Κρητών που έλαβαν μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα. Μεγάλο μέρος των Κρητών αυτών διέμενε στον Πειραιά. Ένας ακόμα Έυελπις και Πειραιώτης υπήρξε και ο Μαζαράκης Κωνσταντίνος απόφοιτος Ιωνιδείου γυμνασίου και ΣΣΕ Πειραιά. Το 1905 συγκρότησε σώμα Μακεδονομάχων και έδρασε μυστικά με το όνομα Καπετάν Ακρίτας. Πολλοί που συγκροτούσαν τα σώματα Μακεδονομάχων είχαν στρατολογηθεί από τον Πειραιά ακόμα και από τα καφενεία που σύχναζαν. Η προσφορά του Πειραιά σε έμψυχο προσωπικό στους Μακεδονικούς Πολέμους ήταν τεράστια αλλά δυστυχώς άγνωστη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου