"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ο πόλεμος της Κορέας όπως καταγράφηκε στις προβλήτες και στους δρόμους του Πειραιά

Η Ακτή Βασιλειάδη γεμάτη από τα μεταλλικά φέρετρα με τις σωρούς των ανδρών του Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος


του Στέφανου Μίλεση


Δεν ήταν μεγάλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του αδελφοκτόνου εμφυλίου που ακολούθησε, όταν η Ελλάδα βρέθηκε και πάλι μπλεγμένη σε μια πολεμική σύρραξη που γινόταν σε έναν τόπο μακρινό. 

Ένα πρωινό του Νοεμβρίου του 1950 οι προβλήτες της Ακτής Βασιλειάδη γέμισαν από στρατιωτικά οχήματα από τα οποία εξήλθαν εκατοντάδες Έλληνες στρατιώτες με σκοπό να επιβιβαστούν σε πλοίο με προορισμό τη μακρινή Κορέα. 

Όλα ξεκίνησαν όταν στις 25 Ιουνίου του 1950 η Βόρεια Κορέα εισέβαλε αιφνιδιαστικά στη Νότια και κατέλαβε την πόλη της Σεούλ. Το πώς και το γιατί βρέθηκε η χώρα μας να συμμετάσχει στο συγκεκριμένο πόλεμο, δεν αποτελεί σκοπό της παρούσας ιστοριογραφίας. Επίσημα η αιτία εμπλοκής της είχε να κάνει με την έκδοση αποφάσεως του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με το οποίο έκρινε ως αναγκαία την επέμβαση μιας Διεθνούς Δύναμης για να αποκατασταθεί η τάξη στην περιοχή. 

Στα πλαίσια αυτής της απόφασης συγκροτήθηκε μια ελληνική δύναμη η οποία έλαβε το όνομα Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος (ΕΚ.Σ.Ε.) με αποστολή να πολεμήσει στο πλευρό της Νότιας Κορέας, φυσικά κάτω από τις διαταγές της Αμερικανικής διοίκησης.

Αφού η δύναμη αυτή εκπαιδεύτηκε για ένα δεκαπενθήμερο σε στρατόπεδο στη Λαμία, στις 15 Νοεμβρίου του 1950 μεταφέρθηκε οδικώς στον Πειραιά, στην Ακτή Βασιλειάδη, όπου επιβιβάστηκε στο αμερικανικό οπλιταγωγό "Τζένεραλ Χαν". 

Ο Δημήτρης Σέρβος κατέγραψε (F1), χωρίς να είναι επίσημα επιβεβαιωμένο ότι είχε προηγηθεί πρόταση, η μεταφορά του στρατού να γίνει με ελληνικό πλοίο. Κατά σειρά προτάθηκαν τα "Ελένη", "Ολυμπία", "Μ. Λύρα", "Ολύμπικ Τσάρτερ" των οποίων όμως τα πληρώματα αντέδρασαν και αρνήθηκαν να μεταφέρουν στρατό και πολεμικό υλικό στα λιμάνια της Νότιας Κορέας. Έτσι αποφασίστηκε τελικώς η μεταφορά να γίνει με το αμερικανικό οπλιταγωγό. Η δύναμη παρατάχθηκε στο λιμάνι όπου εκφωνήθηκαν λόγοι αποχαιρετισμού.

Ο Αμερικανός Αντιστράτηγος Τζένκινς προσέφερε στους αξιωματικούς της ελληνικής δύναμης από ένα περίστροφο. 
Ο στρατιωτικός διοικητής Πειραιώς προσέφερε μια εικόνα της Παναγίας. Το δώρο που προσφέρει ο καθένας εξ αυτών είναι ενδεικτικό για το που στηρίζει τις ελπίδες του.  
Στο αμερικανικό οπλιταγωγό ακολούθως, έγινε υποστολή της αμερικανικής σημαίας και έπαρση της σημαίας του Ο.Η.Ε.  

Ύστερα από ένα ταξίδι 24 ημερών η ελληνική δύναμη έφτασε στο λιμάνι Μπουσάν (ή Πουσάν) της Νότιας Κορέας όπου εντάχθηκε στο 7ο Σύνταγμα Αμερικανικού Ιππικού. 


Άνδρες του Εκστρατευτικού Σώματος επί αμερικανικού πλοίου εκτελούν το δρομολόγιο Πειραιάς  - Κορέα μέσω Ινδικού ωκεανού

Εκτός από την ενεργή συμμετοχή της χώρας μας με την αποστολή στρατιωτικής δύναμης, υπήρξε και άμεση εμπλοκή της ίδιας της πόλης Πειραιά στην κορεατική υπόθεση, εμπλοκή που ήταν πολυδιάστατη και δεν αφορούσε μόνο στη χρήση του εμπορικού της λιμένα. 

Από τις προβλήτες της πόλης αναχωρούσαν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στρατιώτες για την Κορέα, καθώς η αναχώρηση δεν ήταν μόνο εκείνη του Νοεμβρίου του 1950.

Κι αυτό διότι αποφασίστηκε οι άνδρες της ελληνικής δύναμης να παραμένουν στην Κορέα επί εξαμήνου και στη συνέχεια να αναπληρώνονται από ανάλογο αριθμό. Έτσι σε εφαρμογή αυτής της απόφασης έφταναν στον Πειραιά άνδρες από την Κορέα, έχοντας συμπληρώσει εκεί την εξάμηνο παραμονή τους, ενώ άλλοι ετοιμάζονταν να αναχωρήσουν προς αντικατάστασή τους.

Αυτή η αλλαγή "φρουράς" τυποποιήθηκε καθώς ήταν συνεχής και η μεν επιστροφή ονομάστηκε επαναπατρισμός, η δε αποστολή νέων δυνάμεων κλήθηκε αντικατάσταση.


   

4 Μαρτίου 1955 - Οι επαναπατρισθέντες Σμηνίτες του Εκστρατευτικού Σώματος Ελλάδος (ΕΚ.Σ.Ε.) παρελαύνουν επί της Λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου Α', μπροστά από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς

Στην πάνω φωτογραφία οι ζωντανοί παρελαύνουν. Σε αυτή ο θρήνος στέκει βουβός και ακίνητος. Στο βάθος το αμερικανικό πλοίο "General R.M. Blatchford" το οποίο είχε το θλιβερό καθήκον της μετακομιδής των λειψάνων.



Από εκείνο το Νοέμβριο του 1950 που σημειώθηκε η πρώτη αναχώρηση, έως στις 27 Ιουλίου του 1953 που υπογράφηκε η ανακωχή (οριστική επιστροφή της στρατιωτικής δύναμης έγινε τον Δεκέμβριο του 1955), ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων στρατιωτών που μετείχαν διαδοχικά στις επιχειρήσεις της Κορέας ανήλθε στους 10.255 άνδρες (669 αξιωματικοί και 9.586 οπλίτες). 

Οι απώλειες της ελληνικής πενταετούς εμπλοκής έφτασαν στους 186 Αξιωματικούς και στρατιώτες (12 άνδρες από την Πολεμική Αεροπορία) και στους 610 τραυματίες

Θλίψη και οδυρμός όταν επρόκειτο για επαναπατρισμό σωρών, χαρά από νεαρές γυναίκες κατά κύριο λόγο αλλά και από μέλη οικογενείας, που κατέφταναν στο λιμάνι του Πειραιά, από κάθε γωνιά της Ελλάδας, για να αγκαλιάσουν, να φιλήσουν, να υποδεχθούν τον δικό τους άνθρωπο όταν αυτός επέστρεφε σώος και αβλαβής.  










Μια έντονη φημολογία επικρατούσε σχετικά με τη σύνθεση των ανδρών του Εκστρατευτικού Σώματος. Άτομα όπως ο Δημήτρης Σέρβος που ανήκαν στο χώρο της αριστεράς υποστήριξαν ότι στη δύναμη συμπεριλαμβάνονταν και στρατιώτες που προέρχονταν από το 596 Τάγμα Πεζικού το οποίο είχε συγκροτηθεί στη Μακρόνησο από πρώην πολιτικούς κρατουμένους. Ωστόσο επίσημα αυτή η πληροφορία ουδέποτε επιβεβαιώθηκε. 


Στρατιώτες του 596 Τάγματος που αποτελείτο από πρώην κρατουμένους της Μακρονήσου που σύμφωνα με τη φήμη ενσωματώθηκαν Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος.

Ανάμεσα στους 186 νεκρούς, βρίσκονται και Πειραιώτες. Από το σχετικό κατάλογο που δημοσίευσε το περιοδικό "Στρατιωτική Επιθεώρηση" (F2) βρέθηκαν να αναγράφονται οκτώ πεσόντες Πειραιώτες αν και τελικώς οι πεσόντες είναι εννέα για λόγους που θα εξηγήσουμε. 

Στην Κορέα έπεσαν οι Πειραιώτες:

Λοχίας Σαφλίδης Θεόφιλος, έπεσε στις 2 Μαρτίου 1951
Δεκανέας Κωνσταντίνου Κωνσταντίνος, έπεσε στις 22 Ιουνίου 1953
Δεκανέας Μυτιληναίος Νικόλαος, έπεσε στις 18 Ιουνίου 1953
Στρατιώτης Δρακόπουλος Σταύρος, έπεσε στις 5 Ιανουαρίου 1951
Στρατιώτης Μιτσινίγκος Δημήτριος, έπεσε στις 30 Ιανουαρίου 1951
Στρατιώτης Νικολάου Ευάγγελος, έπεσε στις 27 Ιανουαρίου 1951
Στρατιώτης Χατζηγιάννης Αθανάσιος (από το Πέραμα), έπεσε στις 3 Οκτωβρίου 1951

Από την αεροπορία:
Σμηνίας Ελευθερίου Αλέξανδρος, έπεσε στις 22 Δεκεμβρίου 1952   


Ένας Πειραιώτης δυστυχώς καταλαμβάνει και μια θλιβερή πρωτιά. Είναι ο πρώτος νεκρός Αξιωματικός της Κορέας!

Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Απόστολος Σταθιάς.
Ο πρώτος νεκρός αξιωματικός της Κορέας.
Πρόκειται για τον Έφεδρο Ανθυπολοχαγό Απόστολο Σταθιά
Σκοτώθηκε τα ξημερώματα της 30ης Ιανουαρίου του 1951 πολεμώντας με το Ελληνικό Τάγμα στο ύψωμα 381. 

Οι Έλληνες δεχόμενοι επίθεση Κινεζικού Συντάγματος αμύνονται ηρωικά. Ο Απόστολος Σταθιάς, Διμοιρίτης του τρίτου λόχου, υπήρξε ο πρώτος νεκρός Αξιωματικός. 

Ο Απόστολος Σταθιάς είχε γεννηθεί σε μαιευτήριο Αθηνών αλλά ο ίδιος όπως και η οικογένειά του ήταν κάτοικοι Πειραιά και συγκεκριμένα στην περιοχή της Καστέλλας (F3). Ο Σταθιάς ήταν ο ένατος νεκρός. 


Έλληνας στρατιώτης στην Κορέα φωτογραφίζεται με φόντο τη φωτογραφία της Βασίλισσας Φρειδερίκης για λογαριασμό του περιοδικού LIFE (Φεβρουάριος 1951) 

1955 - Στην συγκεκριμένη προβλήτα γίνονταν οι επιβιβάσεις - αποβιβάσεις των ανδρών του ΕΚ.Σ.Ε. Δυστυχώς στο ίδιο σημείο γινόταν και η εκφόρτωση των σωρών εκείνων που έχασαν τη ζωή τους στην Κορέα. Πίσω και αριστερά διακρίνεται το εργοστάσιο των Λιπασμάτων. Η πινακίδα καλωσορίσματος φέρει τα αρχικά JOINT UNITED STATES MILITARY AID GROUP TO GREECE
(Φωτογραφία από Διονύση Άννινο)

Φωτογραφίες από το μνημείο που ανεγέρθηκε στην Κορέα στις 3 Οκτωβρίου 1974, προς τιμή των Ελλήνων στρατιωτών:


Το μνημείο πεσόντων Ελλήνων στην Κορέα
(http://blog.daum.net)
Τα ονοματεπώνυμα των 186 ανδρών που αναχώρησαν από το λιμάνι του Πειραιά και δεν επέστρεψαν ποτέ πίσω
(http://blog.daum.net)

Το μνημείο Πεσόντων Ελλήνων στην Κορέα
(Πηγή: http://m.blog.daum.net)

Το μνημείο Πεσόντων Ελλήνων στην Κορέα
(Πηγή: http://m.blog.daum.net)
Στο πάρκο της Busan όπου αποβιβάστηκε για πρώτη φορά το Εκστρατευτικό Σώμα της Ελλάδος  όταν ξεκίνησε από τον Πειραιά, βρίσκεται σήμερα μια πινακίδα που αναγράφει τον Εθνικό μας ύμνο.
(Φωτογραφία από facebook με την ένδειξη ότι είναι της Καλλιόπης Φωτεινού)
Στις 4 Μαρτίου του 1955 έγινε ο επαναπατρισμός των σωρών εκείνων που έχασαν τη ζωή τους αλλά και η επιστροφή των ζωντανών πίσω στις οικογενειακές τους εστίες. 
Η Ακτή Βασιλειάδη γέμισε αυτή τη φορά από μεταλλικά φέρετρα σκεπασμένα με την ελληνική σημαία. Ο θρήνος από τα συγγενικά επισκιάζει κάθε άλλη απόδοση τιμής εκ μέρους της πολιτείας. Οι ζώντες παρελαύνουν στους δρόμους γεμάτοι καμάρι και τιμή. Όσο για τους υπόλοιπους πένθος βαθύ σκεπάζει τις οικογένειές τους.  

Οι φωτογραφίες από τη συλλογή του Ε.Λ.Ι.Α. καταγράφουν πλήρως το γεγονός.






  


F1 & F3: "που λες ... τον Πειραιά" του Δημήτρη Σέρβου, Αθήνα 1996.
F2: Από το άρθρο του Λοχαγού Ιωάννη Γεμενεντζή με τίτλο "Το εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα 1950 - 1955", τεύχος 108, Μαρτίου - Απριλίου 2004.

Η έξωση του Όθωνα από τον Πειραιά (12 Οκτωβρίου 1862)




Του Στέφανου Μίλεση

Μια αναδρομή στο παρελθόν του πειραϊκού λιμανιού είναι αρκετή να μας τροφοδοτήσει με μοναδικές ιστορικές στιγμές, που άλλοτε γέννησαν χαρά, άλλοτε λύπη, όχι μόνο στους Πειραιώτες αλλά σε ολόκληρο το πανελλήνιο.  Τα γεγονότα του Πειραιά δεν ήταν συνήθως τοπικής, αλλά πανελλήνιας σημασίας. Το λιμάνι του Πειραιά προκαλούσε στο έθνος ανάμικτα αισθήματα είτε με την έλευση σημαντικών προσώπων, βασιλέων, πρωθυπουργών, προέδρων δημοκρατίας, είτε με την έξοδό τους, που πολλές φορές δεν ήταν ειρηνική αλλά βίαιη! 

Μια τέτοια βίαιη έξοδος υπήρξε και αυτή της έξωσης του Όθωνα, που διαδραματίστηκε στον προλιμένα του εμπορικού μας λιμανιού. Σε ένα από τα πολλά ταξίδια που έκανε ο τότε βασιλιάς Όθωνας με το πλοίο, που έφερε το όνομα της συζύγου του, το «Αμαλία», επέστρεφε από την Πελοπόννησο. Στο τιμόνι του πλοίου βρισκόταν ένας διακεκριμένος αξιωματικός ο Λεωνίδας Παλάσκας, στον οποίο σήμερα το πολεμικό μας ναυτικό χρωστά πολλά, όπως για παράδειγμα την οργάνωσή του, τους κανονισμούς του, και πολλά άλλα που του κληροδότησε ο ιδιοφυής αυτός Ηπειρώτης αξιωματικός. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που σήμερα το μεγαλύτερο κέντρο εκπαίδευσης του πολεμικού μας ναυτικού φέρει το όνομά του «Κέντρο Εκπαίδευσης Παλάσκας». 

Στις 11 Οκτωβρίου του 1862 το «Αμαλία» με κυβερνήτη όπως είπαμε τον Λεωνίδα Παλάσκα κατέπλευσε στον Πειραιά, την ίδια ακριβώς στιγμή που η Αθήνα τους είχε εκθρονίσει. Οι βασιλείς όμως το αγνοούν. Βέβαια την προηγούμενη μέρα που το πλοίο βρισκόταν στο Γύθειο, ο Όθωνας είχε λάβει το μήνυμα πως στην Πάτρα έγινε επανάσταση. Παραδόξως όμως δεν έκανε τίποτα διαφορετικό, παρά ακολούθησε το πρόγραμμά του που προέβλεπε την επιστροφή τους στον Πειραιά. Θα προκαλούσε εντύπωση ο συγκεκριμένος βασιλιάς να αντιδράσει, καθώς ήταν, σχεδόν μόνιμα, αναποφάσιστος. Ακόμα και η υπογραφή διορισμού ενός δασκάλου, σε κάποια μακρινή επαρχία της χώρας, αποτελούσε πραγματικό βασανιστήριο για τον Όθωνα, καθώς διάβαζε και ξαναδιάβαζε το ίδιο έγγραφο, διόρθωνε τα σημεία στίξης του, άλλαζε τη σειρά των προτάσεων, έσβηνε και έγραφε νέες λέξεις, αλλά ποτέ δεν το υπόγραφε! Και όταν κάποια στιγμή έφευγε από το παλάτι για μια εθιμοτυπική επίσκεψη στην επαρχία, έδραττε η Αμαλία την ευκαιρία και υπέγραφε όλα εκείνα τα ανυπόγραφα που είχαν συσσωρευτεί πάνω στο γραφείο του. Έτσι σήμερα τα περισσότερα διατάγματα και οι κανονιστικές πράξεις, είναι υπογεγραμμένα από την Αμαλία και λιγότερα από τον Όθωνα. Οι της αυλής γνώριζαν ότι ο Όθωνας βασίλευε δια της απραξίας, πολιτική που δυστυχώς και σήμερα πολλοί πολιτικοί μας εφαρμόζουν, επικαλούμενοι δήθεν ψυχραιμία, ηρεμία, ή νηφαλιότητα όπως βαπτίζουν συνήθως την αδράνεια, την αμηχανία και την απραξία. 



Έτσι με την επιμονή του Όθωνα στην απραξία, το πλοίο έφτασε έξω από τον Πειραιά. Εκεί τους περίμενε ο Γάλλος υποναύαρχος Τουσάρ που ανέβηκε πάνω στο «Αμαλία» και τους ανήγγειλε ότι δεν ήταν πλέον βασιλείς! Τότε ο Όθωνας κατά την προσφιλή του συνήθεια, διάβαζε και ξαναδιάβαζε την προκήρυξη των επαναστατών, που τους δοθεί μεταφρασμένη στα γαλλικά και γραμμένη πρόχειρα με ένα μολύβι. Ίσως να ένιωσε την επιθυμία να αλλάξει τα σημεία στίξης της ή να προβεί σε διορθώσεις επί του περιεχομένου της! Αυτή η προκήρυξη είχε γραφεί πάνω σε κανόνι του λιμανιού του Πειραιά από τον Δεληγιώργη και περίπου ανακοίνωνε με τηλεγραφικό τρόπο την κατάργηση της βασιλείας. Μετά την επίδοσή της προκήρυξης αυτής ακολούθησαν δραματικές στιγμές που τις περιγράφει με μοναδικό τρόπο ο λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου στο έργο του «Όθων» (βιβλιοπωλείον της «Εστίας»).

Η πρώτη ενέργεια, μας πληροφορεί ο Παπαντωνίου, πάρθηκε από τον Παλάσκα, που απομάκρυνε το πλοίο από την είσοδο του λιμανιού και το άραξε έξω από την Ψυτάλλεια.  Η πράξη του αυτή αποσκοπούσε αφενός στην απομάκρυνση από την ακτίνα των χερσαίων πυροβόλων του λιμανιού, αφετέρου στην διατήρηση της ψυχολογίας του πληρώματος. Ήταν γεγονός ότι οι φωνές του επαναστατημένου πλήθους έφταναν από την παραλία ως το βασιλικό πλοίο, και ο Παλάσκας ένιωθε τον κίνδυνο που διέτρεχε από την μεταβολή της στάσης του πληρώματος, που άκουγε τους χιλιάδες επαναστάτες να του φωνάζουν να συμπαραταχθεί μαζί τους. Όμως ακόμα και σε αυτή την μικρή μετακίνηση της θέσης του πλοίου, ο Όθωνας αντέδρασε διότι δεν επιθυμούσε γενικώς καμία μεταβολή. Ψέλλισε ότι ήθελε να παραμείνει κοντά στο λιμάνι για να συνομιλήσει με τους Πρεσβευτές των ξένων δυνάμεων. 


Τότε η βασίλισσα μπροστά στον Παλάσκα χτύπησε αποφασιστικά το πόδι της στο κατάστρωμα του πλοίου και είπε:
 «Όθωνα! Άφησε τους διπλωμάτες, μη χάνουμε τον πολύτιμο καιρό μας. Ας γυρίσουμε στην Καλαμάτα ή στη Μάνη»

Κι αυτό διότι στην Καλαμάτα και στη Μάνη λίγες μόλις μέρες πριν, οι κάτοικοι τους είχαν υποδεχθεί με ενθουσιασμό. Εκεί θα ήταν ασφαλείς, μέχρι το ναυτικό που δεν συμμετείχε στην επανάσταση, να τους ενίσχυε και με άλλα πολεμικά πλοία. Ο Όθωνας αν και άκουσε με προσοχή τα λόγια της Αμαλίας δίσταζε και πάλι. Τότε έλαβε το λόγο ο Γάλλος Ναύαρχος και είπε ότι από την πείρα του τα επαναστατικά αισθήματα θα μεταδίδονταν αστραπιαία και στο λαό της Μάνης. Οι χθεσινοί φίλοι του Όθωνα γρήγορα θα μεταστρέφονταν σε αμείλικτους διώκτες του. Πάνω σε αυτόν τον προβληματισμό του Γάλλου ναυάρχου, γαντζώθηκε ο Όθωνας και άδραξε την ευκαιρία να μείνει άπραγος, όπως συνήθως έκανε. 

Στο μεταξύ από την προκυμαία του Πειραιά μια βάρκα είχε ξεκινήσει με προορισμό το πλοίο. Ήταν ο Δημήτριος Σαχτούρης που ερχόταν με διαταγή από τους επαναστάτες να αναλάβει τη διοίκηση του «Αμαλία», που θεωρήθηκε περιουσία του λαού και συνεπώς κρίθηκε ότι κακώς πλέον το χρησιμοποιούσε ο Όθωνας. Τριάντα χρόνια βασιλιάς και σε μια μόλις στιγμή αποφασίστηκε ότι καταχράται τη λειτουργία του πλοίου που επέβαινε! Ο Παλάσκας τότε ένιωσε μεγάλη απειλή διότι η παρουσία του Υδραίου Σαχτούρη θα μπορούσε να μεταστρέψει το πλήρωμα κατά του ίδιου και των βασιλέων. Έκρινε ότι με τίποτα ο Υδραίος αξιωματικός δεν θα έπρεπε να βρεθεί στο κατάστρωμα του πλοίου. 
- «Τι θέλεις;» ρώτησε τον Σαχτούρη που μαζί με τον Κριεζή ξεκίνησαν να ανεβαίνουν τη σκάλα του πλοίου. 
- «Έχω μια διαταγή να σας μεταφέρω» είπε ο Κριεζής. 
- «Διαταγή ποιανού;» ρώτησε ο Παλάσκας. 
- «Της νέας κυβέρνησης» απάντησε πάλι ο Κριεζής.  
- «Εδώ εγώ έχω τον βασιλιά της Ελλάδος, δεν δέχομαι διαταγή από κανέναν. Παρακαλώ φύγετε» είπε ο Παλάσκας. 
- «Μα πρέπει να πάρετε το έγγραφο» επέμεινε ο Κριεζής. 
- «Καλά, δώστε το. Όμως φύγετε». 
Τότε μίλησε για πρώτη φορά ο Σαχτούρης 
- «ώστε μας διώχνεις;» ρώτησε.  

Έτσι κάτω από αυτές τις συνθήκες οι δύο αξιωματικοί έφυγαν. Στις 11 το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου του 1862 ο Όθωνας αποσύρθηκε στην καμπίνα μόνος του. Εκεί έμεινε όλη τη νύχτα άγρυπνος. Κλήθηκε να λάβει τη μεγαλύτερη απόφαση, εκείνος που δεν είχε λάβει ποτέ του απόφαση για τίποτα. 
- «Όσο βρίσκομαι στην Ελλάδα, έχω απαυδήσει από τις πολλές επαναστάσεις» επαναλάμβανε διαρκώς. 

Και αφού πέρασε μια δραματική σε σκέψεις νύχτα, κάλεσε το πρωί τον Παλάσκα να μπει στην καμπίνα του για να του ανακοινώσει την απόφασή του. Θα εγκατέλειπε το «Αμαλία», αφού οι Έλληνες το ζητούσαν κι αυτό πίσω. Θα επέβαινε στο αγγλικό πλοίο «Σκύλλα» που παρακολουθούσε τα γεγονότα από κοντά, και θα επέστρεφε πίσω στην πατρίδα του. Ο Παλάσκας σάστισε καθώς γνώριζε ότι το «Αμαλία» ήταν μια υπέρτατη πολεμική μηχανή της εποχής. Θα μπορούσε να μείνει στα ανοιχτά και είχε τη δυνατότητα με τα κανόνια του να κρατήσει οποιοδήποτε πλοίο προσέγγιζε σε απόσταση. Θα μπορούσαν να επιστρέψουν στη Λακωνία εφαρμόζοντας το σχέδιο της Αμαλίας ή να καταφύγουν σε κάποιο νησί του Αιγαίου. Όλα τα σχέδια όμως, προέβλεπαν εμφύλιο πόλεμο ή αιματοκύλισμα. Και ο Όθωνας ήταν μεν αναποφάσιστος, αλλά ουδέποτε υπήρξε πολέμιος του ελληνικού γένους, τόσο ώστε να το αιματοκυλίσει. Αφού δεν τον ήθελαν θα έφευγε. 

Κι ενώ οι ετοιμασίες για την μετεπιβίβαση είχαν αρχίσει, 500 επαναστατημένοι από την ακτή είχε προβεί στην κατάληψη ενός πλοίου του «Αφρόεσσα». Σε κατάσταση τρέλας, πήγαιναν να καταλάβουν δια της βίας το «Αμαλία». Κρατώντας στα χέρια τους σημαίες και σπαθιά είχαν χαράξει πορεία προς το βασιλικό σκαρί, το οποίο με μια ομοβροντία του θα μπορούσε να τους εξαφανίσει από προσώπου θαλάσσης. Ο Όθωνας όμως ήθελε να φύγει ειρηνικά. 

Έτσι βιαστικά διαδραματίστηκε έξω από τον Πειραιά μια σκηνή που αποτυπώθηκε σε πίνακα ζωγραφικής και έμεινε ως μια από τις δραματικότερες στην ιστορία. Χωρίς καν τα υπάρχοντά τους, αυτά είχαν μείνει πίσω στο παλάτι, οι βασιλείς φορώντας ελληνικές παραδοσιακές ενδυμασίες κατέβηκαν τη σκάλα του «Αμαλία» και επιβιβάστηκαν σε μια βάρκα. Η Αμαλία έκλαιγε διαρκώς ενώ ο Όθωνας σκούπιζε τα μάτια του με την άκρη της φουστανέλας του. Μαζί τους και ο πιστός κυβερνήτης τους ο Λεωνίδας Παλάσκας που θα τους ακολουθήσει στην εξορία τους. Το ημερολόγιο έδειχνε 12 Οκτωβρίου του 1862. 

Το «Αμαλία» μετά την αποχώρηση του Όθωνα, μετονομάστηκε σε «Ελλάς». Ένα χρόνο περίπου χρόνο, μετά την έξοδο του Όθωνα από τον Πειραιά, ένας άλλος βασιλιάς εισήλθε με το ίδιο πλοίο. Ήταν ο επόμενος βασιλιάς ο Γεώργιος ο Α’ που μπήκε στο λιμάνι του Πειραιά στις 17 Οκτωβρίου του 1863. 

Άφιξη του Γεωργίου Α΄στον Πειραιά με το ίδιο πλοίο το "ΕΛΛΑΣ" (πρώην "ΑΜΑΛΙΑ") συνοδευόμενος από πλοία των μεγάλων δυνάμεων.


Ο ίδιος λαός που ήθελε να βυθίσει το ίδιο πλοίο, τώρα είχε συγκεντρωθεί στην ίδια παραλία της ίδιας πόλης και επευφημούσε τον επόμενο βασιλιά που ήταν Δανός και που ερχόταν μήνα Οκτώβριο, ίδιο δηλαδή μήνα που είχε φύγει και ο προηγούμενος βασιλιάς ο Βαυαρός, με το ίδιο πλοίο! 
Ίδιες σκηνές χαράς διαδραματίζονταν ξανά στις ίδιες προβλήτες του Πειραιά, δίνοντας την ψευδαίσθηση πως κάτι είχε αλλάξει.

Στις 14 Μαρτίου του 1913 το λιμάνι του Πειραιά θα δεχόταν το πλοίο "Αμφιτρίτη" το οποίο μετέφερε τη σωρό του δολοφονημένου Γεωργίου Α'. Παράξενη στα αλήθεια, η μοίρα του λιμανιού αυτού της χαράς και της λύπης.


Διαβάστε επίσης:

Η "αναίμακτη" επανάσταση του 1862 (Έξωση του Όθωνα) (όπως την είδε ο Εμμανουήλ Λυκούδης)


  

Η Άφιξη της σορού του Γεωργίου Α΄ στον Πειραιά (1913)




Η κατολίσθηση τμήματος της ακτής της Καστέλλας το 1930




του Στέφανου Μίλεση


Η έκταση γης που μεσολαβεί σήμερα από τον παραλιακό δρόμο της Καστέλλας μέχρι τη θάλασσα, στην Ακτή Κουντουριώτου, είναι μεγάλη κι αυτό οφείλεται στις επιχωματώσεις που έγιναν μεταγενέστερα. 

Πλέον κάτω από τον παράλιο δρόμο έχουν κατασκευαστεί εγκαταστάσεις θαλάσσιων λουτρών (πλαζ), πισίνες, μικρά γήπεδα ποδοσφαίρου, καφετέριες, μέχρι και θερινός κινηματογράφος. Και η είσοδος του Σηραγγίου (Σπηλιάς του Παρασκευά) από παραθαλάσσια έφτασε να απέχει εκατό μέτρα από τη θάλασσα.  

Το 1930 όμως στο ίδιο σημείο, στη Σπηλιά του Παρασκευά, η θάλασσα απείχε ελάχιστα ενώ ένα μεγάλο κομμάτι γης αιωρείτο μετά τον παράλιο δρόμο, τριάντα μέτρα πάνω από τη θάλασσα.  

Τα ξημερώματα της 5ης Φεβρουαρίου του 1930 μεγάλη βοή δόνησε όλη την περιοχή της Ακτής Κουντουριώτου. Ο κόσμος πετάγεται έντρομος από τα κρεβάτια του φωνάζοντας "σεισμός, σεισμός". 


Ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης απλώθηκε και κάλυψε σαν πέπλο όλη εκείνο το τμήμα την ακτογραμμής της Καστέλλας πάνω από τη Σπηλιά του Παρασκευά. 

Το θέαμα που σταδιακά εμφανίζεται είναι απίστευτο. Ένα σημαντικό τμήμα εδάφους, που υπήρχε μετά τον παράλιο δρόμο, είχε αποσπαστεί και είχε καταβυθιστεί στη θάλασσα η οποία από το δειλινό της προηγούμενης ημέρας ήταν φουρτουνιασμένη και τα κύματά της κτυπούσαν σκληρά την απότομη ακτή. 




Πολύς κόσμος συνέρρευσε επί τόπου για να δει τι συνέβη.  Το έδαφος από τη θάλασσα μέχρι τον παράλιο δρόμο είχε διαιρεθεί σε μεγάλα τμήματα, τα οποία το ένα ύστερα από το άλλο κατέρρεε. 

Επί 6 ώρες η γη υποχωρούσε πέφτοντας τμηματικά προς τη θάλασσα, όμοια με τα παγόβουνα που διαλύονται και χάνουν σταδιακά μεγάλα κομμάτια που αποσπούνται και βουτάνε στο νερό. Κάθε φορά ο θόρυβος της κατακρήμνισης τεράστιων βράχων και χωμάτων συνοδευόταν από τη βοή του πλήθους για αυτό που έβλεπε να συμβαίνει. 



Ειδικοί και μη, αστυνομία από τη στεριά και βαρκάρηδες από τη θάλασσα, προσέγγιζαν όσο μπορούσαν, για να δουν ανθρώπους που πιθανόν να βρίσκονταν θαμμένοι μέσα σε τόνους χωμάτων. 

Ο μηχανικός Ιμπρίαλος και το αρχιτέκτονας Κουτσούρης εξήγησαν τα αίτια της καταστροφής. 

"Ο μηχανικός που έφτιαξε το μικρό παράλιο δρόμο της Καστέλλας το 1890, είχε διαγνώσει ότι η συγκεκριμένη έκταση δεν στεκόταν καλά και την είχε στηρίξει τον δρόμο με τοιχοποιία στην εξωτερική του πλευρά. Και αυτά τα προστατευτικά μέτρα ήταν αρκετά για να τον κρατάνε τριάντα μέτρα πάνω από το έδαφος. Είχε επιπλέον θέσει και προστατευτικά κρηπιδώματα στην εξωτερική πλευρά της έκτασης που αιωρείτο.  Όμως με τις αλλεπάλληλες βροχές τα υποστυλώματα δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν το αφόρητο βάρος και υποχώρησαν."

Η ακτή μετά την κατακρήμνιση παρουσίαζε ένα θέαμα τραγικό. Τα σπίτια ψηλά πάνω, που είχαν θεμελιωθεί κοντά στον δρόμο και που τα περισσότερα ήταν πολυτελείς επαύλεις κινδύνευαν!






Οι ίδιοι μηχανικοί επίσης εκτίμησαν ειδικά για τρεις θαυμαστές και αξιοζήλευτες οικίες, που κινδύνευαν να καταστραφούν εάν συνεχιζόταν η κατολίσθηση. Του Καλλιμασιώτη (αποθανόντος προέδρου της Λιμενικής Επιτροπής), του εφοπλιστή Λύρα και του Τσοκαρόπουλου.

Εκτός όμως από αυτά απεφάνθησαν ότι και όλη η παραλία βρίσκεται σε κίνδυνο καθώς δεν στηρίζεται παρά μόνο σε ολίγους βράχους φαγωμένους κι αυτούς από τη θάλασσα. Στην καθίζηση συντελούσε και η γεωλογική σύσταση του εδάφους της περιοχής, το οποίο αποτελείτο από άθροισμα βράχων μεταξύ των οποίων είχαν εισχωρήσει ξένα γεωλογικά στρώματα τα οποία εμποτισμένα από τα νερά των βροχών, συντελούσαν στη χαλάρωση της γης. 

Ανάμεσα στους μηχανικούς και στους γεωλόγους που είχαν σπεύσει, βρίσκονταν και πολλοί μηχανικοί της εταιρείας "ΠΑΟΥΕΡ" διότι από τον παράλιο δρόμο διερχόταν το τραμ.

Στο σημείο βρέθηκε και ο τότε Δήμαρχος Πειραιά Τάκης Παναγιωτόπουλος. 

Ύστερα από γεωλογική μελέτη διαπιστώθηκε ότι οι επαύλεις του παράλιου δρόμου δεν κινδύνευαν καθώς το έδαφος στο οποίο είχαν θεμελιωθεί ήταν διαφορετικό από εκείνο που είχε κατακρημνισθεί. 

Ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας "Ημερήσιος Τύπος" (φ. 5.2.1930), που δηλώνει γνώστης της περιοχής, καταγράφει σε άρθρο του* τα εξής: 

"Θυμάμαι πολλά χρόνια πριν, τον καιρό που ήμουν ακόμα μαθητής στον Πειραιά, που μας πήγαιναν περίπατο στην Καστέλλα. Αποτραβηγμένος στους βράχους που ξεφυτρώνουν από τη θάλασσα, παρατηρούσα την απόκρημνη ακτή. Είχε φαγωθεί από τη θάλασσα. 

Και επειδή στην ιδιαίτερη πατρίδα μου είχα δει να γκρεμίζονται ολόκληρα βουνά στη θάλασσα όπως στο πέρασμα του χρόνου ο μανιασμένος βοριάς σηκώνοντας πελώρια τα κύματα τα έριχνε στις απόκρημνες ακτές έκανα το συλλογισμό. Θα πέσει κάποτε και η Καστέλλα και θα έχουμε ντράβαλα. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μάλιστα τόσα σπίτια, όπως σήμερα στο χείλος της ακτής. Λιγοστές ήταν οι βίλες των πλουσίων που είχαν την ευτυχία να υψώσουν ένα παλατάκι εκεί και να αγναντεύουν τον Σαρωνικό, ήσυχο κι ακύμαντο το πλείστον όπως δεν τον πειράζουν οι "δυνατοί καιροί". Τότε το κακό που θα συνέβαινε δεν θα ήταν μεγάλο.

Η ακτή το 1904, 26 χρόνια πριν από την μεγάλη κατολίσθηση


Όταν όμως, με το πέρασμα του χρόνου, είδα τα μέγαρα, τα σπίτια να υψώνονται στην απόκρημνη ακτή, να μοιάζουν σαν πύργοι έτοιμοι να αποκρούσουν τους κουρσάρους επιδρομείς, κάθε φορά που περνούσα από την Καστέλλα ένιωθα ένα χτυποκάρδι. Και να που δεν βγήκα γελασμένος...

Και θα είμαστε Ανατολίτες περισσότερο από ότι φαινόμαστε, αν δεν φροντίσουμε αντί να κλαίμε τα πεσμένα "τείχη της Ιεριχούς" να στερεώσουμε την ακτή με όλα τα νεώτερα μηχανικά μέσα ώστε να παύσει η ακτή της Καστέλλας να κατολισθαίνει."   


Την αμέσως κιόλας ημέρα (6 Φεβρουαρίου) η κατολίσθηση της ακτής θα περάσει στα "ψιλά" των εφημερίδων, καθώς θα ανακοινωθεί η ανακήρυξη της Αλίκης Διπλαράκου ως της ωραιότερης γυναίκας της Ευρώπης, είδηση που θα μονοπωλήσει για πολύ καιρό τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Παρά τη κατολίσθηση τα μέτρα που πάρθηκαν ήταν ελάχιστα και πρόχειρα. Το πρόβλημα επιλύθηκε όταν ο Δήμαρχος Μιχάλης Μανούσκος θα διαμορφώσει το γνωστό "ρομαντικό περίπατο" της Καστέλλας, έργο που αποδόθηκε στους Πειραιώτες λίγο πριν από την κήρυξη το Ελληνο-ιταλικού πολέμου. Όλη η διαδρομή κατά μήκος της Ακτής Κουντουριώτου, πρώην Λεωφ. Βασιλέως Παύλου (νυν Α. Παπαναστασίου), υποστυλώθηκε.

Τα έργα του Μανούσκου το 1939

Την περίοδο της δεκαετίας του '70 σε όλο το μήκος της ακτής έγιναν μεγάλες επιχωματώσεις και προστέθηκαν νέα έργα στήριξης. 







*: Το άρθρο το υπογράφει ως "Κ".

Διαβάστε επίσης:

Ο «Ρομαντικός περίπατος της Καστέλλας»



Το χρονικό της αρπαγής του Πειραϊκού Λέοντα από τον Μοροζίνι

Δεξιά απεικονίζεται ο Ενετικός Στόλος στον Πειραιά. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην απεικόνιση ο Πειραιάς περιβάλλεται ακόμα από μια "υγρή" ζώνη, το γνωστό Αλίπεδο, ζώνη που στην αρχαιότητα των χώριζε από την Αττική γη



του Στέφανου Μίλεση


Η ιστορία του πειραϊκού λέοντα παρουσιάζει πολλές πτυχές που απαιτούν επιμερισμό μελετών και σχετικής αρθρογραφίας. Τίποτα δεν είναι εύκολο να περιγραφεί σε μια μόνο ανάρτηση. Θα μπορούσαμε να διαιρέσουμε τα θέματα του πειραϊκού λέοντα σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

Α. Στις ιστορίες που αναφέρονται στην φιλοτέχνησή του και στο σημείο όπου αυτό δέσποζε στους αρχαίους χρόνους, καθώς και στο σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκε. 

Β. Άλλες ιστορίες που αφορούν στην χάραξη των μαρμάρινων πλευρών του με φράσεις ρουνικής γραφής από Βαράγγους μισθοφόρους και τη δράση τους στον ελλαδικό χώρο.

Γ. Μεγάλο και σημαντικό κεφάλαιο αποτελεί η αρπαγή του από τον Φραγκίσκο Μοροζίνι και τους Ενετούς που επέδραμαν τότε στον ελλαδικό χώρο, ιστορία που θα περιγράψουμε στην παρούσα ανάρτηση.
Δ. Τέλος ένα κεφάλαιο ξεχωριστό αποτελεί ο αγώνας των Πειραιωτών, για την επιστροφή του λιονταριού από τη Βενετία στα πατρικά του εδάφη. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας ήταν η φιλοτέχνηση αντιγράφου του Λιονταριού που έχει τοποθετηθεί σήμερα στο λιμάνι του Πειραιά. 

Ίσως εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε μια ακόμα θεματική ενότητα στην οποία θα καταγράφονταν οι σημαντικές επιρροές σε ξένους πολιτισμούς που επέφερε η όλη υπόθεση που εμπεριέχεται στην υπόθεση "Λιοντάρι του Πειραιά", καθώς εκτός των Ενετών που το άρπαξαν, το αλλοτινό σύμβολο της πόλης του Πειραιά φαίνεται άσκησε σημαντική επιρροή και σε άλλους λαούς, με διαφορετικούς τρόπους.      

Μια από τις τραγικότερες ιστορίες της Αθήνας γράφτηκε την εποχή που οι Ενετοί επέδραμαν στην Ελλάδα. Όλη η Ελλάδα υπέφερε στα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας και οτιδήποτε εμφανιζόταν στον ορίζοντα αμέσως δημιουργούσε στους Έλληνες το όραμα της ελευθερίας. Οι λιγοστοί κάτοικοι της Αθήνας, όταν κάποιο πρωινό της 22ας Σεπτεμβρίου του 1687, είδαν τα πλοία του Ενετικού Στόλου να εισέρχονται στο λιμάνι λιμάνι του Δράκου (Κάνθαρο), (κάποια εισήλθαν και στο λιμάνι της Ζέας), χάρηκαν διότι φαντάστηκαν ότι έβλεπαν μπροστά τους στόλο χριστιανικό που θα συνέδραμε στην υπόθεση της ελευθερίας τους. Ποτέ δεν περίμεναν ότι αυτοί που έρχονταν ως "φίλοι" θα κατέστρεφαν τον Παρθενώνα, θα λεηλατούσαν πολιτιστικούς θησαυρούς και θα έκλεβαν όλα τα μαρμάρινα λιοντάρια που θα έβρισκαν στο διάβα τους μεταξύ των οποίων και το λιοντάρι του Πειραιά.     

Για το πώς έγινε ακριβώς το περιστατικό της αρπαγής αλλά και η καταστροφή του Παρθενώνα, σημαντικό πληροφοριακό υλικό μας παρέχει ένας Βενετσιάνος συγγραφέας της εποχής, ο Φραγκίσκο Φανέλλι, που το 1707 εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Αττικαί Αθήναι» για να διακρίνει την Αθήνα της Ελλάδας, από την ιταλική Αθήνα, καθώς την εποχή εκείνη έτσι αποκαλούσαν τη Φλωρεντία. 

"Αττικαί Αθήναι" του Φανέλλι
(www.Amazon.it)


Θα χρησιμοποιήσουμε λοιπόν τις πληροφορίες που μας δίνει αυτό το βιβλίο του Φανέλλι για να διηγηθούμε κάθε πτυχή εκείνου του λυπηρού για την Ελλάδα γεγονότος, της καταστροφής δηλαδή της Ακρόπολης.

Τον Αύγουστο του 1687 τα στρατεύματα του Μοροζίνι καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου. Με ορμητήριο την Κόρινθο, καταλαμβάνουν πρώτα τις Σπέτσες κι ύστερα την Αίγινα. Στη συνέχεια εφαρμόζοντας ένα προκαθορισμένο σχέδιο εκδράμουν με σκοπό να καταλάβουν την Εύβοια. ταραγμένη θάλασσα όμως τους αλλάζει τα σχέδια και ύστερα από πολλές συζητήσεις αποφασίζουν αντί της Εύβοιας να καταληφθεί η Αθήνα.  

Ένα μέρος του στόλου του Μοροζίνι  εισέρχεται στο λιμάνι του Πόρτο Λεόνε, δηλαδή του Πειραιά, καθώς η πολύχρονη εγκατάλειψή του το είχε καταστήσει επικίνδυνο με αχαρτογράφητα αβαθή, ενώ το μεγάλο ανάπτυγμά του δημιουργούσε ανασφάλεια. Έτσι ένα άλλο μέρος του Ενετικού Στόλου προσόρμισε στο Λιμάνι της Ζέας που παρείχε μεγάλη ασφάλεια καθώς ήταν εύκολο να ελεγχθεί η είσοδός του. Αυτή η ασφάλεια που παρείχε σε όλους τους στόλους που κατέπλεαν στον Πειραιά, ήταν και ο λόγος που του απέδωσαν την ονομασία "Στρατιωτική" δηλαδή ότι ήταν κατάλληλο προς στρατιωτική χρήση.

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1687, τον Ενετικό στόλο δεν τον είδαν μόνο οι κάτοικοι της Αθήνας αλλά και οι Τούρκοι οι οποίοι κατελήφθησαν από τρόμο. 
Η τουρκική φρουρά της Αθήνας, αποτελούνταν τότε μόνο 500 στρατιώτες. Ωστόσο αυτοί άρχισαν να συγκεντρώνονται μέσα στην Ακρόπολη, λαμβάνοντας μαζί τους πολεμοφόδια αλλά και τροφές για 3.000 άτομα!  
Η προμήθεια αυτή δεν έγινε στην τύχη, διότι αμέσως οι 500 Τούρκοι στρατιώτες πήραν μαζί τους μέσα στην Ακρόπολη και 2.500 Έλληνες χριστιανούς, ως ομήρους. Φαντάστηκαν ότι οι Ενετοί ως χριστιανοί θα έδειχναν ιδιαίτερη ευαισθησία σε ομήρους χριστιανούς και έτσι θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν σε περίπτωση ανάγκης. Οι Τούρκοι λίγο πριν εισέλθουν στην Ακρόπολη, έστειλαν μαντατοφόρους σε άλλους μπέηδες να σπεύσουν προς βοήθειά τους. 

Η πολιορκία από τον Φραγκίσκο Φανέλλι
Λεπτομέρεια του προηγούμενου χάρτη στον οποίο φαίνεται ο Πειραιάς ως Porto Lion


Ο ίδιος ο Μοροζίνη μαζί με τον Σουηδό Στρατηγό Καίνιξμπεργκ, έναν μισθοφόρο του Ενετικού Στρατού μένουν και εγκαθίστανται στον Πειραιά. Εκεί παρουσιάστηκαν μπροστά τους και δήλωσαν υποταγή οι πρόκριτοι της Αθήνας που ήταν οι αδελφοί Γάσπαροι, ο Σπυρίδων Περούλης, ο ιατρός Μπράλης και άλλοι. Του εξέθεσαν την κατάσταση, αφού τους έβλεπαν ως απελευθερωτές, δίνοντάς τους πολύτιμες πληροφορίες. Τους είπαν ότι οι Οθωμανοί εισήλθαν στο Κάστρο (έτσι έλεγαν τότε την Ακρόπολη) έχοντας μαζί τους άφθονες προμήθειες σε τρόφιμα και πυρομαχικά. 

Αυτή η πληροφορία ήταν σπουδαία για τον Μοροζίνι γιατί του έδειχνε ότι οι Οθωμανοί ήταν προετοιμασμένοι σε μια πολιορκία της Ακρόπολης. 
Ο Φραγκίσκο Μοροζίνι διέθετε στον Πειραιά, όπου είχαν αποβιβαστεί οι άνδρες του, 8.800 στρατιώτες και 870 ιππείς. 
Οι Ενετοί χωρίς να χάνουν χρόνο άρχισαν να σκάβουν τάφρους περιμετρικά της Ακρόπολης. Στη συνέχεια τοποθέτησαν τα κανόνια τους. Η εργασία δεν κράτησε ούτε μέρα και από αυτό συμπεραίνεται ότι δεν υπήρχε πρόθεση πολιορκίας εκ μέρους των Ενετών αφού δεν είναι δυνατόν μέσα σε μια μόνο μέρα να δημιουργήσεις ζώνη χαρακωμάτων γύρω από όλη την Ακρόπολη ικανή για μια τέτοια επιχείρηση. 

Στις 23 Σεπτεμβρίου το πεζικό των Ενετών σέρνοντας πίσω του τεράστια κανόνια ξεκινά από τον Πειραιά με κατεύθυνση για την Ακρόπολη. Από τις πρώτες εφόδους γίνεται αντιληπτό ότι η Ακρόπολη δεν θα έπεφτε εύκολα, καθώς οι Οθωμανοί είχαν μεριμνήσει από πριν και είχαν κατασκευάσει σειρές οχυρωματικών έργων που καθιστούσαν τέτοιες επιθέσεις αδύνατες. Ο Μοροζίνι συνεπώς πριν καν συμπληρωθούν δύο ημέρες από την άφιξή του στον Πειραιά, έβλεπε ότι ούτε την Ακρόπολη μπορούσε να πολιορκήσει επί μακρόν (φοβόταν την άφιξη τουρκικών ενισχύσεων και επίθεση από τον Πειραιά, που θα του απέκλειε το μοναδικό μέσο διαφυγής του που ήταν τα πλοία), ούτε με κατά μέτωπο επίθεση θα μπορούσε να την καταλάβει. 

Έτσι αποφασίζει να την κανονιοβολήσει. Η διάταξη του πυροβολικού των Ενετών ήταν: 15 κανόνια στη σημερινή εκκλησούλα του Αη - Δημήτρη του Λουμπαρδιάρη, 9 κανόνια λίγο πιο πέρα στην Πνύκα, 3 κανόνια κάτω από τον Άρειο Πάγο κοντά στο σημερινό Αη-Διονύση, και άλλα 2 κανόνια προς το τέρμα της σημερινής, οδού Βουλής και Κυδαθηναίων. 

Μέσα στην αταξία της στιγμής τα κανόνια των Ενετών ρίχνουν αδιάκοπα αλλά τα περισσότερα είναι άστοχα. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1687, το πρωί ξεκινά νέος κανονιοβολισμός. Αυτή τη φορά οι Ενετοί έχουν κανονίσει τις βολές τους. Τις συγκεντρώνουν να σημαδεύουν τα προπύλαια. Όμως στις 26 Σεπτεμβρίου οι βολές στρέφονται προς τον ίδιο τον Παρθενώνα. Αυτή η αλλαγή του στόχου συνέβη διότι οι βομβαρδισμοί δεν απέδιδαν, και ο Μαροζίνι όπως είπαμε ανησυχούσε σφόδρα για τουρκικές ενισχύσεις. Τις είχε σχεδόν σίγουρες, τις ανέμενε θα λέγαμε. 

Τότε πληροφορήθηκε ότι μέσα στον Παρθενώνα οι Τούρκοι είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών. Συνεπώς η αλλαγή στόχευσης των ενετικών κανονιών και ο βομβαρδισμός του Παρθενώνα από τον Μοροζίνι ήταν πράξη προμελετημένη. 

Τα μεσάνυχτα της 26 προς την 27 Σεπτεμβρίου του 1687 μια οβίδα έπεσε ακριβώς στο κέντρο του Παρθενώνα εντός του οποίου οι Τούρκοι πραγματικά είχαν τοποθετήσει τα εφόδιά τους μεταξύ των οποίων και πολεμοφόδια.  
Μία φοβερή έκρηξη δόνησε όλη την Αθήνα μέχρι κάτω στον Πειραιά όμοια με σεισμό. Ακολούθησε μια τρομερή φωτιά που φώτισε το σκοτάδι. Ο Παρθενώνας είχε ενώ είχε διατηρηθεί ουσιαστικά ακέραιος από το 438 π.Χ. έως το 1687 μ.Χ., επί 2.125 χρόνια, υπέστη καταστροφή μέσα σε μια στιγμή!

Η ανατίναξη του Παρθενώνα από τον Φραγκίσκο Μοροζίνι
(Vincenzo Coronelli)


Μετά την έκρηξη οι Τούρκοι αποφάσισαν να διαπραγματευτούν μια συνθήκη ειρήνης με τους Ενετούς όχι γιατί λυπήθηκαν που καταστράφηκε αυτό το σπουδαίο μνημείο, αλλά διότι εντός αυτού είχαν όλα τους τα εφόδια τα οποία καταστράφηκαν. Έτσι οι Τούρκοι συμφώνησαν αναγκαστικά με τους Ενετούς για την παράδοσή τους, η οποία έθετε ως όρο, την αποχώρηση εντός πέντε ημερών, όπως και την παράδοση των αιχμαλώτων χριστιανών που οι Τούρκοι είχαν με αναγκασμό σύρει μέσα στην Ακρόπολη. Οι Τούρκοι που θα έφευγαν από την Αθήνα επίσης τέθηκε ως όρο να φύγουν με δικά τους έξοδα, δηλαδή να καταβάλλουν οι ίδιοι τα ναύλα για να μισθώσουν πλοία με προορισμό τη Σμύρνη, ενώ θα μπορούσαν να κουβαλήσουν μαζί τους μόνο ότι ο καθένας ο μπορούσε να κουβαλήσει πάνω του.

Η συνθηκολόγηση των Τούρκων της Ακρόπολις υπογράφηκε μέσα στη ναυαρχίδα του Μοροζίνι στον Πειραιά και στο τέλος της έφερε τη σημείωση "Πειραιάς 29 Σεπτεμβρίου 1687". 

Την 1η Οκτωβρίου που ήταν το τέλος της προθεσμίας, οι Τούρκοι εγκατέλειψαν την κατεστραμμένη πλέον Ακρόπολη, ενώ οι Ιταλοί τους συνόδευσαν μέχρι την Ακτή, από όπου η αποχώρηση πραγματοποιήθηκε υπό την επίβλεψη του επικεφαλής της Ενετικής δύναμης που ήταν ο Μιχαήλ Άγγελος Τσεντίλε. 

Στην αδειανή πλέον Ακρόπολη εισήλθαν οι Ενετοί και ορίστηκε φρούραρχος αυτής Κόμης Θωμάς Πομπέζι από τη Βερόνα. Την καταστροφή του Παρθενώνα ο Μοροζίνι την απέδωσε σε «τυχαία Βολή» όπως δικαιολόγησε αργότερα το συστηματικό βομβαρδισμό της Ακρόπολης.

Υδατογραφία Μουσείου Μπενάκη του βομβαρδισμού του Παρθενώνα από τον Μοροζίνι
 (Giakomo Venerda)


Οι Ενετοί δεν πρόλαβαν για μεγάλο χρονικό διάστημα να χαρούν την κατάκτησή τους καθώς έπεσε πανούκλα και ο Μοροζίνι αναγκάστηκε για να προστατεύσει τον στρατό του να τον διατάξει να επιστρέψει πίσω στον Πειραιά, να επιβιβαστεί στα πλοία και να παραμείνει στα ανοιχτά του Σαρωνικού. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως οι Τούρκοι αλλά και οι Έλληνες την εποχή εκείνη θεωρούσαν μεγάλη γρουσουζιά να κατακρημνίζονται αρχαίες κολώνες μνημείων, διότι πίστευαν ότι μέσα τους κρύβονταν αρχαίες κατάρες και αρρώστιες. Η καταστροφή ενός κίονα προκαλούσε πραγματικό τρόμο. Όλα τα δεινά της γης θα απελευθερώνονταν και έπεφταν πάνω τους. Έτσι όταν έπεσε η πανούκλα, όλοι οι κάτοικοι της Αθήνας, αλλά και οι Τούρκοι, είχαν την πίστη ότι αιτία της αρρώστιας ήταν η καταστροφή του Παρθενώνα.  

Ο Παρθενώνας είχε μετατραπεί από τους Οθωμανούς από το 1458 σε μουσουλμανικό τέμενος, το γνωστό ως «τζαμί του κάστρου της Αθήνας». Είχε κτιστεί μάλιστα ένας μιναρές προς τη δυτική του πλευρά. Οι Τούρκοι που ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για τα γράμματα και τις τέχνες, ομοίως δεν ενδιαφέρθηκαν και για την ιστορία του Παρθενώνα. Άλλωστε οι ίδιοι το αποκαλούσαν Τέμενος της Αθήνας και μάλιστα θεωρούσαν ότι από αυτό εξέρχονταν και διάσημοι δερβίσηδες, εθεωρούντο δηλαδή σπουδαίοι θεολόγοι του Ισλάμ.

Οι Ενετοί αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Ακρόπολη, σύμφωνα με τους ιστορικούς, για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος ήταν η πανούκλα που τους ανάγκασε να αποσυρθούν μέσα στα πλοία. Ο δεύτερος διότι ο Μοροζίνι έκρινε ότι η δύναμή του δεν ήταν ικανή να αντέξει στις αντεπιθέσεις των Τούρκων που ανέμενε ότι θα έρθουν. Υπάρχει όμως κι ένας τρίτος λόγος που οι ιστορικοί δεν αναγράφουν, καθώς οι συγγραφείς είναι Ιταλοί. Ο πλουτισμός! 

Διότι πριν οι Ενετοί φύγουν, επιδόθηκαν σε αρπαγή πολιτιστικών θησαυρών, από την πώληση των οποίων διέβλεπαν μεγάλα κέρδη. Άλλωστε το ίδιο είχε πράξει κι ένας πρόγονός τους ο Σύλλας. Συνεπώς δεν ήταν η πρώτη φορά που θα φόρτωναν στα πλοία τους κλεμμένους θησαυρούς από την Αθήνα και τον Πειραιά. Πριν όμως αναφερθούμε σε αυτό το έγκλημα, ας δούμε ένα άλλο έγκλημα που έπραξαν με την αποχώρησή τους.

Κι αυτό ήταν η εγκατάλειψη των χριστιανών Ελλήνων στο έλεος των Τούρκων! Ενώ οι Αθηναίοι είχαν βοηθήσει τους Ενετούς από την πρώτη κιόλας στιγμή, θα έμεναν τώρα μόνοι και αβοήθητοι στο έλεος της τουρκικής εκδικητικότητας.  
Οι πρόκριτοι των Αθηνών έπεσαν στην κυριολεξία στα πόδια του Μοροζίνι παρακαλώντας τον να λάβει μέριμνα για τους κατοίκους της Αθήνας. Και καθώς άλλη μέριμνα δεν μπορούσε να υπάρξει παρά μόνο μια. Η φυγή και η εγκατάλειψη της πόλης!

Καταρτίστηκαν λίστες ονομάτων των Αθηναίων που θα ακολουθούσαν τους Ενετούς στην αναχώρησή τους από το λιμάνι του Πειραιά. Διατέθηκαν δύο πλοία τα οποία κατ΄ απαίτηση των επιβατών τους, έκαναν στάσεις για να αποβιβάσουν τους Αθηναίους στα μέρη που είχαν ζητήσει να μεταφερθούν. 

Τα πλοία αυτά μετέφεραν τον αθηναϊκό πληθυσμό στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στη Σαλαμίνα. Αρχηγοί των ομάδων μεταφοράς είχαν οριστεί ο Πέτρος Γάσπαρης για εκείνους που πήγαιναν στη Σαλαμίνα, ο Σπυρίδων Περούλης για εκείνους που θα ταξίδευαν στο Ναύπλιο και ο Δημήτριος Γάσπαρης για εκείνους που θα πήγαιναν στην Αίγινα. 

Όταν πέρασε κάποιος καιρός πολλοί από τους Αθηναίους που είχαν εγκαταλείψει την πόλη, όρισαν επικεφαλής τους τον Μιχαήλ Περούλη να έρθει σε επαφή με τους Ενετούς για να τους ζητήσει να τους παραχωρήσουν κάποια κτήματα κοντά στο χωριό Ίρια της Επαρχίας του Ναυπλίου, καθώς ο Μοριάς τότε βρισκόταν υπό Ενετική Κατοχή, όπως και πραγματικά έγινε. Οι περισσότεροι Αθηναίοι άρχισαν να επιστρέφουν πίσω στην Αθήνα από το 1690 κι ύστερα. Πρώτοι κατέφτασαν από τα Αμπελάκια της Σαλαμίνας με βάρκες στον έρημο Πειραιά από τον οποίο έλειπε πια το λιοντάρι. Ο Περραιβός μιλά περί οκτακοσίων ατόμων οι οποίοι ρακένδυτοι ανέβαιναν με τα πόδια στην Αθήνα, βλέποντας με θλίψη τα αλλοτινά χωράφια με αμπέλια που έζωναν ολόγυρα το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα να είναι τώρα χέρσα. 

Ο Μοροζίνι υπήρξε ο κακός δαίμονας των μνημείων των Αθηνών και του Πειραιά. Εκτός του ότι όπως αναφέραμε, κατέστρεψε τον Παρθενώνα, ανάγκασε τους περισσότερους Αθηναίους με τη συμπεριφορά του να φύγουν από τον τόπο τους, ενώ στην κυριολεξία έκανε πλιάτσικο στις αρχαιότητες που γνώριζε ότι η πώλησή τους θα του απέδιδαν πολλά χρήματα. Συνεπώς ο Μοροζίνι με τους Ενετούς διέπραξαν τρία μεγάλα εγκλήματα. Το πρώτο ήταν ότι βομβάρδισαν τον Παρθενώνα, το δεύτερο ότι άφησαν τους Αθηναίους στο έλεος των Τούρκων και το τρίτο ότι έκλεψαν την πολιτιστική κληρονομιά της πόλης με σκοπό τον πλουτισμό.

Διότι ο καιροσκόπος Μοροζίνι πριν αναχωρήσει από την Ακρόπολη, φρόντισε πρώτα να αρπάξει το άγαλμα του Ποσειδώνος, την Άπτερο Νίκη αλλά και άλλα αριστουργήματα. Διέταξε να τα σηκώσουν από τα βάθρα τους, αλλά καθώς επρόκειτο για πλιατσικολόγους που βιαστικά επιθυμούσαν να φύγουν, προέβησαν σε ιεροσυλία καταστρέφοντας πολλά από αυτά. 

Κατά την επιστροφή του από την Αθήνα προς τον Πειραιά άρπαξε όλα τα  πέτρινα και μαρμάρινα λιοντάρια που έβρισκε μπροστά του μεταξύ των οποίων και το σύμβολο της πόλης, το οποίο μάλιστα είχε μετονομάσει και την πόλη σε Πόρτο Λεόνε, δηλαδή το λιμάνι του λιονταριού. 

Στο πλιάτσικο δεν επιδόθηκε μόνο ο Μοροζίνι αλλά και οι υπόλοιποι αξιωματικοί του, αφού άρπαζαν ό,τι θεωρούσαν ότι θα τους απέφερε κάποιο κέρδος, όπως ο ιδιαίτερος γραμματέας του ο Σαγκάλο που έκλεψε το κεφάλι της Απτέρου Νίκης.

Στην αναφορά του προς την βενετική Σύγκλητο ο Μοροζίνι δεν ασχολείται καν με την καταστροφή του Παρθενώνα και το πλιάτσικο που ακολούθησε, παρά μόνο στο τέλος αυτής αποκαλεί τον βανδαλισμό ως "εργασία" κατά τη διάρκεια της οποίας ο ναός κατέρρευσε.

«"Ευθύς όμως, ως ήρχισεν η εργασία κατέρρευσεν ολόκληρον το άνω τμήμα της κορωνίδος του ναού. Και αποτελεί θαύμα το γεγονός ότι ουδείς εκ των τεχνιτών έπαθε τι".

Όπως σημειώνει και ο Στέφανος Δάφνης μόνο μετά την καταστροφή του Παρθενώνα, ο τότε πνευματικός κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται τι ακριβώς είχε συμβεί! 
Από τους εκατοντάδες δυτικούς καλλιτέχνες που είχαν επισκεφθεί την τουρκοκρατούμενη Αθήνα πριν από το 1687, ουδείς σκέφτηκε να αποθανατίσει σε ένα λεπτομερές σχέδιο την Ακρόπολη πριν την καταστροφή της. 

Αν και εκατοντάδες ζωγράφοι πέρασαν να θαυμάσουν από κοντά αυτό το παγκόσμιο μνημείο, κανείς από αυτούς δεν σκέφτηκε να αποτυπώσει με κάθε λεπτομέρεια και υπευθυνότητα το παγκόσμιο μνημείο. Όλοι έσπευσαν μετά την καταστροφή να αποτυπώσουν σε σχέδια ότι είχε πλέον απομείνει, αλλά ήταν αργά. Σήμερα τα περισσότερα σχέδια του Παρθενώνα τον απεικονίζουν κατεστραμμένο μετά το 1687.

Όσα δεν έπραξαν οι αμαθείς Τούρκοι που στα θέματα τεχνών και πολιτισμού είχαν μαύρα μεσάνυχτα, τόση ήταν η καταστροφή που υπέστη Αθήνα και Πειραιάς από τους Ενετούς του Μοροζίνη και χρόνια αργότερα από τους Άγγλους του Έγλιν.


Η 26 Σεπτεμβρίου του 1687 θα έπρεπε να είχε ανακηρυχθεί ως παγκόσμια ημέρα διαφύλαξης πολιτιστικής κληρονομιάς διότι τότε καταστράφηκε από ανθρώπους, το ωραιότερο μνημείο της ανθρωπότητας που επί 2.125 χρόνια έστεκε αλώβητο!      


Υ.Σ.:

Περί ενός βιβλίου





Ένα σύγχρονο βιβλίο γραμμένο από Ιταλό Συγγραφέα (Alessandro Marzo Magno) που φέρει τίτλο "Αθήνα 1687" και υπότιτλο "Η Βενετία και οι Τούρκοι και η καταστροφή του Παρθενώνα", φαίνεται να δικαιολογεί εν μέρει την καταστροφή, παρουσιάζοντας στοιχεία που αφαιρούν μερίδιο της ευθύνης που φέρουν οι Ενετοί. Χαρακτηριστικά αναφέρεται σε αυτό ότι:
Οι περισσότεροι στρατιώτες του Μοροζίνι δεν ήταν Ενετοί αλλά μισθοφόροι Γερμανοί και ότι ο στρατιώτης της μοιραίας βολής ήταν επίσης Γερμανός ο Luneburg. Όμως τουλάχιστον στην παρουσίαση του εν λόγω βιβλίου εμφανίζεται να δικαιολογείται η κλοπή των μαρμάρων όχι μόνο των Ενετών, αλλά και εκείνη των Άγγλων με τον Έλγιν.  
Διαβάζουμε στο σχετικό κείμενο της παρουσίασης του βιβλίου: 
"Από τη στιγμή της έκρηξης του Παρθενώνα, οι κάτοικοι της Αθήνας σπεύδουν να μαζέψουν τα ασβεστολιθικά κομμάτια τα οποία έχουν διασπαρεί ολόγυρα. Αφού τα συλλέγουν τα τοποθετούν σε κατσαρόλες όπου τα βράζουν για να αποκτήσουν έτσι ασβέστη! Ειδικά τα ανάγλυφα τμήματά τους, εκτιμούνται περισσότερο διότι απορροφούν την θερμότητα καλύτερα. Αυτό εξηγεί γιατί ο Λόρδος Έλγιν θεωρείται σωτήρας στις μετόπες του Φειδία. Διότι αν δεν της είχε φέρει στο Λονδίνο, θα υπήρχε ο κίνδυνος να καταλήξουν και αυτές στην κατσαρόλα!"

Διαβάστε επίσης σχετικά με το Λιοντάρι του Πειραιά:

Το λιοντάρι του Πειραιά (Ο Δρόμος του Δράκου)