"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Ο Σουρής στον Τινάνειο Κήπο και άλλες πειραϊκές ιστορίες του.

Το ζεύγος Σουρή στον Τινάνειο Κήπο

του Στέφανου Μίλεση


Έχει γραφτεί πολλές φορές για τη σχέση που απέκτησε ο Σουρής με το Νέο Φάληρο, όταν αποφάσισε να μείνει αρχικά με ενοίκιο στη σημερινή οδό Σουρή 1 (οικία Αντωνιάδη), και πολύ περισσότερο αργότερα όταν αποφάσισε να αγοράσει στο αλλοτινό παραθαλάσσιο θέρετρο διώροφη κατοικία επί της σημερινής οδού Θρασυβούλου Ζαΐμη 18

Εξίσου πολλά συμβάντα έχουν καταγραφεί που αφορούν στις συγκεντρώσεις φιλολογικές ή πνευματιστικές που επιδιδόταν μετά μανίας ο σατυρικός αυτός ποιητής. Έχουν αναφερθεί τα πρόσωπα που μετείχαν σε αυτές τις συγκεντρώσεις, για τη καθημερινότητα του Σουρή και για το ρόλο που είχε η σύζυγός του Μαρία Κωνσταντινίδη Σουρή στη στήριξη του έργου που προσέφερε ο παραγωγικός αυτός ποιητής. 

Ωστόσο λίγα έχουν γραφτεί για τη σχέση που είχε ο Σουρής με τον Πειραιά, για τα σημεία που σύχναζε και τους ανθρώπους που συναναστρεφόταν. 

Θα διηγηθούμε μερικές μόνο, από τις αμέτρητες πραγματικά ιστορίες του Σουρή με κέντρο τον Πειραιά και το Νέο Φάληρο.



Ο Σουρής στο καφενείο του Κομηνού (Ωρολόγιο)

Ένα αγαπημένο μέρος του Σουρή ήταν το καφενείο του Κομηνού που στεγαζόταν στο ισόγειο του παλαιού Δημαρχείου (Ωρολόγιο) του Πειραιά. Εμπνεόταν από τους ανθρώπους που σύχναζαν στο καφενείο αυτό καθώς ευρισκόμενο πάνω στην παραλία του λιμανιού, συγκέντρωνε εκτός από τους τακτικούς θαμώνες και ναυτικούς και ταξιδιώτες και πολιτευτές και κάθε είδους άτομα που προσέλκυαν την προσοχή στον ποιητή ώστε να γίνουν αργότερα στίχοι στα ποιήματά του. 

Καφενείο Α. Κομηνού, υπό το Ωρολόγιον (1900)


Μια τέτοια περίπτωση ήταν και του Κωνσταντίνου Πλατούτσα, ενός μόνιμου "πολιτευόμενου" της εποχής, στην κυριολεξία πολυμήχανο άνδρα που ξόδευε αναίτια τον καιρό του στο καφενείο του Ρολογιού, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως πολιτευτή και βαφτισιμιό του Θεόδωρου Δηλιγιάννη.  

Ο Πλατούτσας με καταγωγή από το Άργος, είχε αποτύχει επτά φορές να εκλεγεί μέχρι που οι συμπατριώτες του τον λυπήθηκαν και τον εξέλεξαν την όγδοη φορά. Ύστερα από την επιτυχία του αυτή ο Πλατούτσας περνούσε όλη τη μέρα του σχεδόν μέσα στο καφενείο του Κομηνού διηγούμενος ιστορίες από τον κοινοβουλευτικό του βίο και περιμένοντας να εμφανιστούν διάφορες ευκαιρίες στα πρόσωπα των επιβατών που κατέφταναν με τα πλοία της γραμμής. Εμπνεόμενος από αυτόν το ανέφερε σε στίχους του. 



Ο Σουρής στον Τινάνειο Κήπο 

Ο Σουρής σύχναζε πολύ και στο διπλανό του καφενείου κήπο, τον Τινάνειο. Ο κήπος αυτός αποτελούσε σημείο συνάντησης των λογοτεχνών και των καλλιτεχνών του Πειραιά όπου δυστυχώς οι περισσότεροι πωλούσαν τα βιβλία τους ή τους πίνακές τους για να εξασφαλίζουν λίγα μόνο χρήματα. Από τον Τινάνειο κήπο πέρασαν κατά καιρούς μεταξύ άλλων και ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Δημοσθένης Βουτυράς κ.α.

Το Σεπτέμβριο του 1901 κατέπλευσε στον Πειραιά πλοίο με Ρουμάνους φοιτητές. Επικεφαλής τους ήταν ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Τοτσιλέσκου ο οποίος είχε σχεδιάσει αυτό το ταξίδι στην Ελλάδα με σκοπό τη σύσφιξη των δεσμών της φοιτητικής νεολαίας της Ρουμανίας με την Ελλάδα. 

Ο Δήμος Πειραιά υποδέχθηκε με κάθε επισημότητα τη ρουμανική αποστολή στον Τινάνειο κήπο όπου ο Δήμαρχος Μουτσόπουλος και ο Πρύτανης Σακελλαρόπουλος από τη μια πλευρά και ο Τοτσιλέσκου από την άλλη αντάλλαξαν προπόσεις και ευχές. Στο τέλος ο Σουρής είχε κληθεί από τον Δήμαρχο Πειραιά να απαγγείλει ποίημα αφιερωμένο στη συνάντηση. Η πρόσκληση του Δημάρχου Πειραιά προς τον Σουρή να συμμετέχει στην Ελληνο-Ρουμανική συνάντηση, δείχνει από μόνη της τη σχέση που είχε αναπτύξει ο ποιητής με τον Πειραιά και τον πνευματικό δεσμό που είχε καλλιεργήσει με τους ανθρώπους και την πόλη. 



Στο τέλος της συνάντησης οι Ρουμάνοι καθώς είχαν μάλιστα ζαλιστεί από το κρασί που είχε προηγηθεί, έθεσαν το ζεύγος Σουρή κάτω από μια σκάλα μέσα στον Τινάνειο Κήπο και αφού ανέβηκαν πάνω της, έβγαλαν την αναμνηστική φωτογραφία, που αποτελεί και την πρώτη φωτογραφία της ανάρτησης. 

Τιμή που μας γνωρίσατε, τιμή που σας γνωρίσαμε,
κατάπληκτοι μας βλέπετε, σας βλέπουμε χαζοί
κι αν σ' άλλους χρόνους πονηρούς λιγάκι τα τσουγκρίσαμε,
μα τώρα τα ποτήρια μας τσουγκρίσαμε μαζί.


Ο Σουρής στο λόφο της Καστέλλας

Ο Σουρής είχε αποκτήσει την καλοκαιρινή συνήθεια να ανεβαίνει στην κορυφή του λόφου της Καστέλλας στον Προφήτη Ηλία. Στην κορυφή περνούσε όλη την ημέρα προσκαλώντας μάλιστα και άλλους φίλους για παρέα, απολαμβάνοντας τη μοναδική θέα από ψηλά. Συχνά κανόνιζε και να διανυκτερεύουν εκεί όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Έφευγαν με βάρκα από την παραλία του Νέου Φαλήρου περνούσαν στην απέναντι ακτή του Τουρκολίμανου και από εκεί ανέβαιναν πάνω στο λόφο. Κουβαλούσαν και διάφορα τρόφιμα μαζί τους για να μη μένουν νηστικοί όλη τη μέρα. 

Στα βοσκοτόπια της Καστέλλας
 (Φωτογραφία από τον "Πειραϊκό Χρονοσυλλέκτη")


Σε μια τέτοια εκδρομή στον Προφήτη Ηλία που έγινε τον Ιούνιο του 1885, ο Σουρής είχε προσκαλέσει τον Μαυρογένη που ήταν γνωστός για τα λουκούλλεια γεύματα που συνήθιζε να απολαμβάνει. Η γυναίκα του Σουρή είχε κανονιστεί να παρασκευάσει και να πάρει μαζί της τα φαγητά που θα έτρωγαν κατά την παραμονή τους στην κορυφή. Η Μαρία είχε ήδη μεταβεί με την βάρκα από το Νέο Φάληρο στην ακτή της Καστέλλας και περίμενε τη βάρκα να ξανάρθει έχοντας επιβάτες αυτή τη φορά τους Σουρή και Μαυρογένη. 

Μα η ώρα περνούσε και καθώς η βάρκα δεν εμφανιζόταν η Μαρία είχε πιάσει τα κιάλια και κοιτούσε διαρκώς τον ορίζοντα. Τότε είδε μακριά προς το Νέο Φάληρο μια βάρκα η οποία είχε "καθίσει" στα αβαθή σε σημείο που ποτέ ξανά δεν είχε συμβεί κάτι ανάλογο. Επιβάτες της βάρκας αυτής ήταν ο άνδρας της ο Σουρής και ο υπέρβαρος Μαυρογένης. Το βάρος του δευτέρου επιβάτη είχε κάνει τη βάρκα να "καθίσει" σε σημείο που οι άλλες περνούσαν. Φυσικά το πρόβλημα δεν το είχε δημιουργήσει ο Σουρής που ήταν λεπτός αλλά το βάρος το Μαυρογένη. 

Οι εγκλωβισμένοι στη βάρκα έμειναν για ώρες ψάχνοντας να βρουν τρόπο να απεγκλωβιστούν. Η εκδρομή χάλασε εξαιτίας της υπέρμετρης καθυστέρησης. Όταν τελικά κατάφεραν και προχώρησαν και βγήκαν στην ακτή της Καστέλλας ο Μαυρογένης ήταν τόσο πεινασμένος από την αναμονή μέσα στη βάρκα κατανάλωσε τα φαγητά που η Μαρία είχε ετοιμάσει για την κορυφή. Η εξόρμηση αναβλήθηκε και εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που ο Σουρής χρησιμοποίησε βάρκα για να μεταβεί στην Καστέλλα.  


Ο Σουρής και τα μέσα μεταφοράς

Ο Σουρής φοβόταν πολύ όλα τα μέσα μεταφοράς, το καθένα για ξεχωριστό λόγο. Στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο για παράδειγμα φοβόταν την υπόγεια διαδρομή του. Τον χρησιμοποιούσε μέχρι το Θησείο όπου κατέβαινε. Από εκεί πήγαινε στο κέντρο της Αθήνας με τα πόδια. Ωστόσο μια φορά ο Πώπ που τον συνόδευε από το Νέο Φάληρο μέχρι την Αθήνα, αντί να τον κατεβάσει στο Θησείο, τον κράτησε μέχρι που το τραίνο έφτασε στην Ομόνοια. Ο Σουρής τότε θύμωσε και είπε ότι εξαιτίας του διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο. 


Τον ίδιο φόβο όμως είχε και με τα αυτοκίνητα. Κάποιο καλοκαίρι ο Πειραιώτης χειρούργος Μέρμηγκας του πρότεινε να τον μεταφέρει με το αυτοκίνητό του στο σπίτι του στο Νέο Φάληρο. Ο Σουρής δέχθηκε με την προϋπόθεση να κινείται το όχημα με ταχύτητα τόσο χαμηλή σα να ήταν ιπποκινούμενο. Στη διαδρομή όμως τους προσπέρασε ένα γαϊδουράκι. "Α! όλα κι όλα Σουρή μου" του είπε ο Μέρμηγκας "Μην εξευτελισθούμε και τόσο". 
Ο Σουρής όμως του θύμισε την υπόσχεση που είχε δώσει και έτσι με αυτή την ταχύτητα συνέχισαν μέχρι που έφτασαν. Ο Μέρμιγκας δεν έκανε από τότε άλλη πρόταση να τον μεταφέρει.

Αλλά και τα πλοία φοβόταν ο Σουρής εξαιτίας της θάλασσας. Τον Απρίλιο του 1884 έγιναν τα εγκαίνια του σιδηροδρόμου Θεσσαλίας. Είχε κανονιστεί να φύγει από τον Πειραιά πλοίο με προορισμό το Βόλο για όσους θα μετείχαν στα εγκαίνια αυτά. Μεταξύ των επίσημων προσκεκλημένων ήταν και ο Σουρής. Μόλις όμως ο Σουρής έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά, σκεπτόμενος ότι θα έπρεπε να ταξιδέψει στην ανοικτή θάλασσα άρχισε να αλλάζει γνώμη. Παρόλα αυτά αν και ήταν γεμάτος δισταγμό, ανέβηκε στο ατμόπλοιο, το οποίο όμως δεν έλεγε να αναχωρήσει! Είχε καθυστέρηση στην αναχώρηση για περισσότερο από μισή ώρα. Τότε ο Σουρής βρήκε την ευκαιρία να "δραπετεύσει" και να επιστρέψει στο Νέο Φάληρο. Μόλις έφτασε στο σπίτι του είπε στη γυναίκα του "Είναι ανάποδο να πηγαίνω σε εγκαίνια Σιδηροδρόμου και να κινδυνεύσω από τη θάλασσα!".  

Ο Σουρής και η φοβία του για τη θάλασσα

Όμως δεν ήταν τυχαία η φοβία του Σουρή για τη θάλασσα. Τον Ιούλιο του 1894 ο Σταμάτης Μπουντούρης και η γυναίκα του η Λουκία τον είχαν καλέσει για μια βόλτα με το ιδιόκτητο σκάφος τους. Όχι μόνο είχε αρνηθεί αλλά είχε προσπαθήσει να εμποδίσει και τον Νικόλαο Μοσχάκη παλαιό συνεργάτη του στην εφημερίδα "ΑΙΩΝ" να τους ακολουθήσει. Ο Σουρής είχε ένα κακό προαίσθημα ότι αυτή η θαλάσσια βόλτα θα είχε τραγικό τέλος. Και ακριβώς ύστερα από μια ώρα πραγματικά άκουσε ότι το κότερο αναποδογύρισε και όλοι οι επιβαίνοντες πνίγηκαν! Όταν αργότερα ανασύρθηκαν ο Μπουντούρης βρέθηκε να είναι αγκαλιασμένος με τη σύζυγό του. Ο Σουρής έδινε μεγάλη βαρύτητα στην προαίσθησή του για αυτό άλλωστε και επιδόθηκε στη συνέχεια με πάθος σε πνευματιστικές συγκεντρώσεις στο σαλόνι του σπιτιού με τη καθοδήγηση του λογοτέχνη Άγγελου Τανάγρα

Την ίδια προαίσθηση θα νιώσει και πάλι χρόνια αργότερα όταν θα προσπαθήσει να εμποδίσει τον Ιωάννη Βαλαωρίτη να βγει βόλτα με το σκάφος του, που δυστυχώς και πάλι δεν είχε εισακουσθεί. Αποτέλεσμα ήταν ο τραγικός πνιγμός του Βαλαωρίτη στο στόμιο του λιμένος Πειραιώς το 1914.  

Ο Σουρής και το Τσελεμεντές

Μια φορά ο Γαβριηλίδης πρότεινε στον Σουρή να φάνε μαζί στο μικρό εστιατόριο του Τσελεμεντέ. Ο Γαβριηλίδης είχε στο νου του να προηγηθεί ένα θαλάσσιο λουτρό και να κάτσουν στη συνέχεια για γεύμα. Ο Σουρής όμως που φοβόταν τη θάλασσα είχε αντιρρήσεις. Έλεγε ότι το λουτρό θα του έκοβε την όρεξη. Δέχθηκε όμως να περιμένει τον Γαβριηλίδη να τελειώσει το μπάνιο του για να φάνε μαζί. 

Το εστιατόριο του Τσελεμεντέ στο Νέο Φάληρο

Ο Γαβριηλίδης όμως όταν έφτασε να βγει από τη θάλασσα είχε κουραστεί πολύ και ήθελε περισσότερο να κοιμηθεί ενώ αντίθετα ο Σουρής έφαγε διπλάσια καθώς αναμένοντας για ώρα στο τραπέζι είχε στην κυριολεξία "πεθάνει" της πείνας. 
  
Ο Σουρής και το θεατράκι του Νέου Φαλήρου

Ο Σουρής το καλοκαίρι του 1888 βρέθηκε με τον Γαβριηλίδη στο πρώτο κτιστό θεατράκι του Νέου Φαλήρου που φιλοξενούσε τότε τον δραματικό θίασο του Λασσάλ. Ήταν όμως τόσος πολύς ο κόσμος που κάθε βράδυ πήγαινε που συχνά μεταξύ των θεατών γίνονταν επεισόδια. Σε αυτού του είδους τα μανδροθέατρα τα μαξιλαρώματα ήταν καθημερινά ενώ συχνά τα επεισόδια γίνονταν όλο και πιο σκληρά.

Το θεατράκι του Νέου Φαλήρου


Κάποτε δε έφτασε να γίνει και μονομαχία. Τότε ο Γαβριηλίδης γύρισε στον Σουρή και του είπε: 

"Είναι προτιμότερο να μπαίνει στη θάλασσα του Νέου Φαλήρου χωρίς να γνωρίζεις να κολυμπάς, παρά στο θέατρο του Νέου Φαλήρου χωρίς να γνωρίζεις να μονομαχείς"

Το θέατρο αυτό όπως γνωρίζουμε κατεδαφίστηκε και αντικαταστάθηκε από άλλο νεώτερο, προς την αντίθετη πλευρά της παραλίας. 

Ο Σουρής στο "Μέγα ξενοδοχείο" του Σταθμού

Μπροστά από το ξενοδοχείο του Σταθμού "Μέγα Ξενοδοχείον" τα καλοκαίρια συνήθιζε σε ένα συγκεκριμένο σημείο να κάθεται ο Σουρής με την παρέα του. Αυτό γινόταν τις απογευματινές ώρες όπου ένας μεγάλος αριθμός φίλων έπιανε αρκετά τραπεζάκια μπροστά από το ξενοδοχείο. 

Μέγα Ξενοδοχείο Φαλήρου (Grand Hotel de Phalere)



Όλοι στο Νέο Φάληρο γνώριζαν ποια ήταν τα τραπεζάκια αυτά και δεν πλησίαζαν. Τα είχαν ονομάσει "Σουρέϊκα" και απέφευγαν να κάτσουν σε αυτά. Ωστόσο κάθονταν γύρω τους ώστε να απολαμβάνουν τις πνευματώδεις συζητήσεις της παρέας. Φιλοδωρούσαν μάλιστα και τον Σπύρο (το γκαρσόνι του ξενοδοχείου του Σταθμού) για να τους "κρατάει" τραπέζια σε πρώτη σειρά γύρω από τα "Σουρέϊκα". 





Εντός κειμένου αναφέρονται:

Η ζωή του ποιητή Γεωργίου Σουρή και η σύζυγός του Μαρία Κωνσταντινίδη Σουρή









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου