"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Του τελευταίου Συρμού (πώς καθιερώθηκε η έκφραση)

Καπέλα πάντοτε του τελευταίου συρμού.... (Διαφήμιση εφημερίδων του 1891)

Του Στέφανου Μίλεση

Η χρήση του σιδηροδρόμου ως μέσο μαζικής μεταφοράς, καθώς συνέδεε τα κεντρικά μέρη ευρωπαϊκών πόλεων, με απομακρυσμένες περιοχές (προάστια ή επαρχία), συνετέλεσε μεταξύ άλλων και στην ενημέρωση των κυριών και των δεσποινίδων των προαστίων ή των επαρχιακών περιοχών, για το ντύσιμο και τη μόδα που επικρατούσε στην πρωτεύουσα.

Ο γυναικείος πληθυσμός των γαλλικών προαστίων για παράδειγμα έβλεπε κατά τη στιγμή της αποβίβασης στην αποβάθρα τις παριζιάνες κυρίες, τον τρόπο που ντύνονταν, τα χρώματα που έφεραν, τα αξεσουάρ που κρατούσαν, τα καπέλα που φορούσαν. Στη συνέχεια και οι ίδιες μιμούμενες της Παριζιάνες ντύνονταν με τον ίδιο τρόπο.  Έτσι η ενημέρωση η ενημέρωση ως προς τη μόδα, ήταν έργο του σιδηροδρόμου και καθιερώθηκε να ονομάζεται «του τελευταίου συρμού» εννοώντας ότι ήταν πολύ πρόσφατη ενημέρωση περί της μόδας.

Την έκφραση «του τελευταίου συρμού» εισήγαγε στην Ελλάδα το περιοδικό «Ευτέρπη» το 1847 παρά το γεγονός ότι στη χώρα μας δεν υπήρχε ακόμα σιδηρόδρομος. Το 1869 η στην Ελλάδα η πρώτη σιδηροδρομική σύνδεση ήταν μεταξύ της Αθήνας (Θησείο) με τον Πειραιά. Οι επεκτάσεις του σιδηροδρόμου με την καθιέρωση εκ παραλλήλου νέων ενδιάμεσων στάσεων, εξυπηρετούσαν και αυτό το σκοπό όπως και στην Ευρώπη.  Στα τέλη του 19ου αιώνα τόσο στον Πειραιά όσο και στην Αθήνα βρισκόταν σε χρήση η έκφραση «του τελευταίου συρμού» που ακριβώς όπως και στη Γαλλία σήμαινε «η τελευταία» λέξη της μόδας. Στην προκειμένη περίπτωση της απεικόνισης της ανάρτησης για τα καπέλα, αντί να γραφεί η έκφραση «που μόλις είδαμε να φοράνε οι κυρίες που κατέφτασαν από το κέντρο της μόδας», γράφτηκε «του τελευταίου συρμού» .


Ο τελευταίος συρμός λοιπόν έφερνε τη μόδα και τις νέες τάσεις μιας κοινωνίας που μεταλλασσόταν διαρκώς. Οι αλλαγές αυτές έβρισκαν πολλές φορές ενάντια το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας που ήταν συνήθως συντηρητική αν μάλιστα ήταν πολύ ριζοσπαστικές. Σταδιακά η έκφραση «του τελευταίου συρμού» από «τελευταία λέξη της μόδας», άρχισε να σημαίνει κάτι που ήταν αρνητικό, ευτελές ή όταν επρόκειτο για επιπολαιότητα. Το «μην αφήνεις να σε επηρεάζουν οι ιδέες του συρμού» έμεινε τελικώς ως κάτι το αρνητικό, που ο σιδηρόδρομος μετέφερε από  το παρηκμασμένο κέντρο διαβρώνοντας την παραδοσιακή συντηρητική ηρεμία και γαλήνη των προαστίων.    

Ο Πειραιώτης Αριστείδης (Ζακ) Δαμαλάς και η θρυλική Σάρα Μπερνάρ

Ο Πειραιώτης Αριστείδης (Ζακ) Δαμαλάς

Του Στέφανου Μίλεση

Ο Αριστείδης Δαμαλάς γεννήθηκε στον Πειραιά στις 15 Ιανουαρίου 1855 ήταν γιος του Δημάρχου Ερμούπολης Αμβροσίου Δαμαλά, με καταγωγή από τη Χίο και της Καλλιόπης Δαμαλά - Ράλλη, κόρη του Λουκά Ράλλη που υπήρξε ένας από τους πρώτους Δημάρχους του Πειραιά και της Ερμούπολης, με καταγωγή επίσης από τη Χίο. Στον Λουκά Ράλλη οφείλεται άλλωστε και η ονομασία της Ερμούπολης. 

Η οικογένειά του αρχικά βρισκόταν στη Μασσαλία καθώς ο Αμβρόσιος είχε αποκτήσει τεράστια περιουσία στον τομέα της ναυτιλίας. Στη συνέχεια η οικογένεια βρέθηκε στη Σύρο, όταν ο Αμβρόσιος ανακηρύχθηκε Δήμαρχος Ερμούπολης. Μετά τη λήξη της θητείας του η οικογένεια Δαμαλά επέστρεψε στη Μασσαλία και ύστερα εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, στον οποίο γεννήθηκε ο Αριστείδης. 

Ο Αριστείδης ήταν το ένα από τρία παιδιά της οικογένειας. Αδελφός του ήταν ο Παύλος Δαμαλάς (γεν. 1853), που στον Πειραιά έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής καθώς υπήρξε ο ιδρυτής του αρχαιότερου αθλητικού ομίλου στην Ελλάδα του Ομίλου Ερετών (με έτος ίδρυσης το 1885) ενώ διετέλεσε και Δήμαρχος Πειραιώς την περίοδο 1903 - 1907. Ενώ αδελφή του ήταν η Ειρήνη Δαμαλά (γεν.1857).


Ο Παύλος Δαμαλάς και το ψηφοδέλτιο με το οποίο κατέβηκε ως υποψήφιος Δήμαρχος το 1907 στις εκλογές που ηττήθηκε καθώς Δήμαρχος εξελέγη ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης.

Ο Δαμαλάς συνεπώς προερχόταν από τη συνένωση δύο μεγάλων οικογενειών με καταγωγή από τη Χίο, οικογένειες που τροφοδότησαν τόσο την Ερμούπολη Σύρου (στην οποία κατέφυγαν οι Χιώτες μετά την καταστροφή του νησιού τους) όσο και τον Πειραιά με Δημάρχους. 
Ο Αριστείδης ολοκλήρωσε στον Πειραιά τις εγκύκλιες σπουδές του, πόλη που ήταν επίσης και ο τόπος της κατοικίας του.

Από τη νεαρά ηλικία του προοριζόταν από την οικογένειά του να ακολουθήσει σταδιοδρομία στο Διπλωματικό Σώμα. Με αυτόν τον προορισμό αναχώρησε μετά από την αποφοίτησή του από Γυμνάσιο του Πειραιά για σπουδές αρχικά για τη Μασσαλία στη συνέχεια στο Παρίσι και στο Λονδίνο. 

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στον Πειραιά, κρατώντας όμως σταθερές τις συνήθειες που είχε αποκτήσει ειδικά στο Παρίσι με τα νυχτερινά κέντρα. Σπαταλούσε τη μεγάλη περιουσία που διέθετε, τόσο από την πατρική όσο και από την μητρική του οικογένεια. 

Όταν το 1878 έγινε επιστράτευση, ο Δαμαλάς με ενθουσιασμό έσπευσε να καταταγεί μάλιστα ως εθελοντής υπαξιωματικός στο ιππικό. Παρότι λίγο αργότερα η επιστράτευση έληξε, ο Δαμαλάς έσπευσε να δηλώσει από μόνος του εθελοντική θητεία τεσσάρων ετών, καθώς ήταν φανερό ότι προτιμούσε να είναι υπαξιωματικός παρά να ανήκει στο Διπλωματικό Σώμα, καταδεικνύοντας έτσι τον περιπετειώδη χαρακτήρα του που τον οδηγούσε σε μια διαρκή αναζήτηση. Κατά τη διάρκεια αυτής της τετραετίας βρέθηκε να εκπαιδευτεί στην Αγία Πετρούπολη στη Ρωσία στο Corpes de Pages, μια στρατιωτική ακαδημία εξειδικευμένη στην προετοιμασία γόνων ευπόρων οικογενειών στη στρατιωτική σταδιοδρομία. Με τη λήξη όμως της τετραετίας δεν παρέμεινε στις τάξεις του στρατού, από τον οποίο αποδεσμεύτηκε.  


Εισήλθε στο Διπλωματικό Σώμα, πετυχαίνοντας στο διαγωνισμό που είχε προκηρύξει το υπουργείο Εξωτερικών και το 1881 διορίστηκε στο Παρίσι.

Η εξωτερική εμφάνισή του, καθώς ήταν όμορφος και ελκυστικός άνδρας, τον έκανε περιζήτητο στις γυναίκες αλλά στάθηκε και η κύρια αιτία πολλών προβλημάτων. Η αγάπη που είχε στις διασκεδάσεις τον έκαναν περιζήτητο στα νυχτερινά κοσμικά κέντρα του Παρισιού. Η φήμη της ομορφιάς του εξαπλώθηκε και σύντομα έγινε γνωστός ως ο "Απόλλωνας των Διπλωματών". Οι ερωτικές του περιπέτειες τον έμπλεκαν διαρκώς σε περιπέτειες αφού φημολογείται ότι είχε οδηγήσει τουλάχιστον δύο γυναίκες στο διαζύγιο και στην αυτοκτονία. Μεγάλο σκάνδαλο υπήρξε η αποκάλυψη του δεσμού του με τη σύζυγο ενός διακεκριμένου τραπεζίτη του Παρισιού του Πολ Μενσιονέρ

Όμως αυτό δεν ήταν το μοναδικό σκάνδαλο, αφού τρελά ερωτευμένη μαζί του υπήρξε και η κόρη ενός δικαστή, που αν και ακόμα ήταν νεαρή στην ηλικία, έφυγε από το σπίτι της για να τον ακολουθήσει. Μαζί έκαναν όπως λέγεται και ένα παιδί, αλλά στη συνέχεια ο Δαμαλάς την εγκατέλειψε και η νεαρά προχώρησε στην αυτοκτονία. Η υπόθεση αυτή στάθηκε η αιτία ώστε ο Δαμαλάς να μετατεθεί από τη Γαλλία στη Ρωσία και συγκεκριμένα στην Αγία Πετρούπολη.

Πριν όμως την αναχώρησή του, κατά την διάρκεια που ακόμα ήταν στο διπλωματικό σώμα στο Παρίσι, ένοιωσε ότι τον έλκυε η ηθοποιία. Έτσι με τη μεσολάβηση μιας φίλης του της Ζαν (Jeanne) η οποία ήταν αδελφική φίλη της μεγάλης ντίβας της Γαλλίας της Σάρα Μπερνάρ, βρέθηκε για οντισιόν στη σκηνή του θεάτρου "Βαριετέ", στη σκηνή δηλαδή θεϊκής Σάρας όπως αποκαλούσαν οι θαυμαστές της την Σάρα Μπερνάρ.   
Η Σάρα αρχικά, εκτίμησε την εντύπωση που θα προκαλούσε στους Παρισινούς η σκηνική παρουσία του Δαμαλά, ο οποίος θύμιζε αρχαίο Έλληνα θεό, όπως η ίδια έλεγε. Τον προσέλαβε λοιπόν αρχικά με αυτό το σκεπτικό και ανέθεσε σε συνεργάτες της τη θεατρική του εκπαίδευση. Ο Δαμαλάς πυρετωδώς ρίχτηκε με τα μούτρα στα μαθήματα, που δεν γίνονταν μόνο στη θεατρική σκηνή του «Βαριετέ», αλλά και σε ειδικές θεατρικές ομάδες και σχολές στις οποίες όμως κατ΄ απαίτηση της Σάρα Μπερνάρ ο Δαμαλάς γραφόταν με το ψευδώνυμο Ιάκωβος Δάρια.







Η Σάρα Μπερνάρ «ανέβασε» τον Δαμαλά στη σκηνή ως Αρμάνδο Δυβάλ στο έργο «Κυρία με τας Καμελίας» στο έργο δηλαδή που η Μπερνάρ σημείωσε τεράστια επιτυχία και που γνώρισε δόξα όσο ποτέ άλλοτε. Αλλά ο Δαμαλάς απέτυχε, τα θαλάσσωσε και προς το τέλος της δευτέρας πράξεως πανικόβλητος τράπηκε σε φυγή. Οι κριτικοί την επομένη ημέρα της παραστάσεως δεν χαρίστηκαν, αλλά έγραψαν για την Μπερνάρ, ότι μαγεύτηκε από την ομορφιά του Δαμαλά και προσπάθησε να τον επιβάλλει ως ηθοποιό, «αλλά από ότι φαίνεται η ομορφιά του Δαμαλά είναι το ένα και μοναδικό προσόν πάνω του!»

Ο δημοσιογραφικός έρωτας της Σάρας Μπερνάρ με τον Αριστείδη Δαμαλά αποτέλεσε σκάνδαλο της εποχής και ήταν γνωστό ότι η Σάρα ποτέ δεν δείλιαζε να ακολουθεί κάθε δρόμο όταν της ανοιγόταν διάπλατα, καθώς θεωρούσε ότι κάθε αναφορά στο όνομά της καλή ή κακή τη διαφήμιζε. 

Στο μεταξύ ο Δαμαλάς μετατέθηκε όπως αναφέραμε για την Αγία Πετρούπολη, ύστερα από όλα αυτά τα σκάνδαλα που προξένησαν οι κατακτήσεις του. Ωστόσο η Σάρα Μπερνάρ εντυπωσιασμένη από την παρουσία του -παρά την αποτυχημένη εμφάνισή του- δεν ένοιωσε αρνητικά απέναντι στην εκδοχή που πρώτες οι Παριζιάνικες εφημερίδες είχαν παρουσιάσει, δηλαδή στον κεραυνοβόλο έρωτα μαζί του. Έτσι κανόνισε η περιοδεία που συνήθως έκανε κάθε χρόνο να γίνει στη Ρωσία ώστε να βρεθεί μαζί του. Η ευκαιρία δόθηκε όταν η Μπερνάρ προσκλήθηκε από τον ίδιο τον Τσάρο της Ρωσίας Αλέξανδρο Γ', να παρουσιάσει εκεί τις θεατρικές της παραστάσεις. Στην Αγία Πετρούπολη ουσιαστικά ήταν ο τόπος που η γνωριμία του Ζακ Δαμαλά με την Σάρα Μπερνάρ εξελίχθηκε σε φλογερό έρωτα. Τελειώνοντας την περιοδεία η Μπερνάρ εγκατέλειπε την Αγία Πετρούπολη, όχι όμως μόνη, καθώς ο Ζακ Δαμαλάς είχε εγκαταλείψει οριστικά πλέον τη διπλωματική του σταδιοδρομία για να βρεθεί στο πλευρό της. 

Μετά από οκτώ μήνες απουσίας του Δαμαλά από την θεατρική σκηνή, η Σάρα Μπερνάρ τον ανέβασε ξανά στην ίδια παράσταση («Η Κυρία με τας Καμελίας»)  με τον Δαμαλά να ερμηνεύει για μια φορά ακόμα τον Αρμάνδο.





Αυτή τη φορά η επιτυχία υπήρξε θριαμβευτική. Το θέατρο γέμιζε ασφυκτικά όχι μόνο για να δουν από κοντά το αστέρι της Σάρα Μπερνάρ να φωτοβολεί αλλά και για να δουν τον Έλληνα αρχαίο θεό που η ντίβα είχε ερωτευτεί παράφορα, τουλάχιστον κατά τα γραφόμενα στις εφημερίδες.

Ύστερα από λίγο καιρό ο θίασος της Σάρα ξεκίνησε νέα περιοδεία με τον Δαμαλά να συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Από το Παρίσι, Νάπολη Ιταλίας, σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας και τέλος στο Λονδίνο όπου οι Παρισινοί πληροφορήθηκαν ότι η Σάρα και ο Δαμαλάς τέλεσαν στις 4 Απριλίου 1882 στην αγγλική πρωτεύουσα τους γάμους τους! Εκείνος ορθόδοξος κι εκείνη ρωμαιοκαθολική (επίσημα έτσι φαινόταν καθώς η Σάρα προερχόταν από εβραϊκή οικογένεια), αποφάσισαν να τελέσουν το γάμο τους στο Λονδίνο για να παρακάμψουν τον Μωρίς, τον γιο της Σάρα από προγενέστερο γάμο, ο οποίος δεν συμπαθούσε τον Δαμαλά.  

Με την επιστροφή τους στο Παρίσι ο δρόμος της επιτυχίας φαίνεται πως ήταν ορθάνοικτος για τον Αριστείδη (Ζακ πλέον) Δαμαλά. Είχε τελέσει γάμο με την μεγαλύτερη σε φήμη ηθοποιό του κόσμου, είχε καταφέρει να αναγνωριστεί έστω και μέσω αυτής, στην θεατρική σκηνή ενώ είχε καταφέρει να επιστρέψει και στο αγαπημένο του Παρίσι, στην πόλη που όλες οι γυναίκες βρίσκονταν στη διάθεσή του... 







Οι Παρισινοί λάτρευαν την Σάρα Μπερνάρ και ό,τι εκείνη αγαπούσε. Αν η θεϊκή Σάρα αγαπούσε τον Δαμαλά, τότε οι Παρισινοί τον λάτρευαν! 
Επειδή ο Δαμαλάς συνήθιζε να φορά γραβάτα συγκεκριμένης χρωματικής απόχρωσης, βαθύ μπλε, ο χρωματισμός αυτός ξαφνικά απέκτησε το όνομά του δηλαδή "Damala"! 
Στη συνέχεια το ίδιο συνέβη και με ένα τύπο καπέλου με το οποίο κυκλοφορούσε που επίσης έλαβε το όνομά του. Ότι φορούσε ο Δαμαλάς οι Παρισινοί το βάπτιζαν με το όνομά του. Τόση λατρεία είχαν όχι στον ίδιο αλλά επειδή πίστευαν ότι τον αγαπούσε η Σάρα Μπερνάρ.

Ωστόσο υπήρχε και μια μεγάλη μερίδα του γαλλικού τύπου που περιγελούσαν την Σάρα για την επιλογή της. Δημιουργήθηκαν σκίτσα του Ζακ με την Σάρα με εκείνον στη θέση του χειριστή μαριονέτας, ενώ στη θέση της μαριονέτας βρισκόταν η Σάρα. Η κριτική ήταν έντονη και τις περισσότερες φορές άδικη. 

Ο Δαμαλάς και η Σάρα Μπερνάρ φρόντιζαν τα καλοκαίρια να επισκέπτονται την Ελλάδα πολλά από τα οποία κατέβαιναν στον Πειραιά. Οι ιστορίες από τις επισκέψεις της θρυλικής Σάρας στον Πειραιά είναι πολλές.  Μια από αυτές θέλει όταν η Σάρα να φτάνει με πλοίο στον Πειραιά, όλοι οι αθλητές του Ομίλου Ερετών να βγαίνουν στα ανοιχτά με τις αθλητικές λέμβους τους για να την προϋπαντήσουν. Η Σάρα κάποια από εκείνα τα καλοκαίρια ανέβαζε και παραστάσεις στο θεατράκι του Νέου Φαλήρου στις οποίες πρωταγωνιστούσε η ίδια. Όταν τύγχανε πλοία του γαλλικού στόλου να ναυλοχούν την ίδια περίοδο στον Πειραιά ή στα ανοικτά του φαληρικού όρμου, τα πληρώματά τους αδυνατούσαν να πιστέψουν ότι έβλεπαν τη θεϊκή Σάρα να ανεβάζει παραστάσεις στην Ελλάδα!



Ο χαρακτήρας του Δαμαλά όμως ήταν ο ίδιος. Άνθρωπος που ξενυχτούσε, σπάταλος, που έλκυε τις γυναίκες διαρκώς. Έτσι αργά ή γρήγορα ο Δαμαλάς έμπλεξε σε νέες ερωτικές περιπέτειες. Δεν είναι γνωστό εάν η Σάρα γνώριζε και ανεχόταν ή εάν οι περιπέτειες του συζύγου της ήταν άγνωστες. Όμως το κακό δεν θα αργούσε να συμβεί, καθώς τα παραπατήματα του Δαμαλά ήταν πολλά και δεν έλεγαν να τελειώσουν. Θα αναφερθεί μια ατασθαλία από τις πολλές που ο Έλληνας ηθοποιός συχνά υπέπιπτε.

Στο θέατρο της Σάρας Μπερνάρ, είχε προσληφθεί μια δεκαοκτάχρονη κοπέλα η Αθηνά Γκινιάν, πραγματικά πανέμορφη, χωρίς όμως να διαθέτει κάποιο θεατρικό ταλέντο, η οποία όμως έλκυσε από την πρώτη ημέρα της παρουσίας της το ενδιαφέρον του Δαμαλά. Μαγεμένος από τη νεαρή ηλικία της και την άψογη εμφάνισή της, άρχισε να την πολιορκεί θα λέγαμε ασφυκτικά. Ο Δαμαλάς αν και έμαθε ότι η Αθηνά Γκινιάν ήταν αρραβωνιασμένη με έναν νεαρό εργάτη, δεν σταμάτησε να την πολιορκεί, υπερβαίνοντας τα όρια του ανεκτού. Η Γκινιάν στην αρχή αμήχανα αλλά πάντα αδιάφορα, απέρριπτε κάθε πρόταση του Δαμαλά, μέχρι που μια μέρα στα παρασκήνια ο Δαμαλάς προσπάθησε να την αγκαλιάσει παρά τη θέλησή της. Τότε αυτή τον ράπισε στο πρόσωπο και κλαίγοντας εγκατέλειψε το θέατρο πάνω στο οποίο είχε πιστέψει ότι θα κτίσει το μέλλον της.

Ο Αριστείδης Δαμαλάς και η Σάρα Μπερνάρ


Την επομένη ημέρα το θέατρο λειτούργησε κανονικά, ανεβάζοντας την παράσταση «Ο Αρχισιδηρουργός» του Γ. Ονέ. Ως συνήθως η αίθουσα του θεάτρου γέμισε ασφυκτικά, προσφέροντας κέρδη δεκάδων χιλιάδων φράγκων στους Μπερνάρ και Δαμαλά. Την επομένη όμως της παράστασης ο Δαμαλάς αφού έλαβε όλες τις εισπράξεις της προηγούμενης ημέρας κατευθύνθηκε προς το σπίτι της Αθηνάς Γκινιάν στο οποίο έμενε μαζί με τον μνηστήρα της. Εκεί ο Δαμαλάς προσέφερε στο νεαρό ζευγάρι όλες τις εισπράξεις ως «συγγνώμη» για την προσβολή που η Γκινιάν υπέστη από την πράξη του.

Και οι ατασθαλίες και εκπλήξεις που επιφύλασσε κάθε φορά ο Δαμαλάς στη Σάρα Μπερνάρ, δεν ανήκαν μόνο στον ερωτικό τομέα. Ο Δαμαλάς ήταν άνθρωπος της περιπέτειας, είχε μάλλον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα, δεν μπορούσε να παραμείνει σταθερός σε έναν τομέα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αλλά και η Σάρα Μπερνάρ ήταν το ίδιο! Η καταγραφή των ερωτικών επιδόσεων της Σάρα Μπερνάρ θα αποτελούσε ένα πραγματικά δύσκολο -αν όχι ακατόρθωτο- εγχείρημα, αφού ονομάστηκε η "γυναίκα με τους χίλιους εραστές". Ανάμεσα στους εραστές της συγκαταλέγονται μεγάλα ονόματα όπως ο Βασιλιάς της Αγγλίας Εδουάρδος Ζ'. Ίσως οδηγός των περιπετειών του Δαμαλά να υπήρξε η ερωτική ζωή της Σάρας. 

Ένα πρωί εξαφανίστηκε από το Παρίσι, χωρίς η Μπερνάρ να γνωρίζει τι συνέβη, και χρειάστηκε πολύς καιρός για να μάθει αργότερα, ότι ο Δαμαλάς είχε καταφύγει στο Αλγέρι και είχε καταταχθεί στο σώμα των «Πεζών Κυνηγών»! Επρόκειτο για ένα γαλλικό Σώμα το οποίο εμπλεκόταν σε μάχες διαρκώς για να επιβάλλει τη γαλλική κυριαρχία στο Αλγέρι. Σε αυτό ο Δαμαλάς έμεινε τέσσερα χρόνια και παραμένει ζωντανό το ερώτημα πώς είναι δυνατόν ένας «μπον βιβέρ» που αγαπούσε το καλό φαγητό, το καλό κρασί και τις γυναίκες να αρέσκεται να υποβάλλει τον εαυτό του σε τέτοιες ταλαιπωρίες, όπως άλλωστε και στο παρελθόν είχε πράξει.

Εκείνη η τετραετία του Αλγερίου στάθηκε για τον Δαμαλά δυστυχώς κάτι παραπάνω από μια περιπέτεια. Η έντονη ασκητική ζωή στην οποία υπεβλήθη, οι πεζοπορίες στην έρημο, η αϋπνία και ο κίνδυνος που πάντα παραμόνευε του κληροδότησαν μια οξύτατης μορφής νευροπάθεια. Οι φήμες όμως διαψεύδουν την ύπαρξη νευροπάθειας και μιλούν για την καταφυγή του Δαμαλά, όπως και εκατοντάδων άλλων στρατιωτών της ερήμου, στη μορφίνη.  

Ο Δαμαλάς επέστρεψε πίσω στο Παρίσι και στην θεϊκή Σάρα, η οποία ανεξήγητα εύκολα, τον δέχθηκε με ανοιχτή αγκαλιά, συγχωρώντας του και αυτή την ατασθαλία η οποία δεν ήταν και λίγο, αν σκεφτεί κανείς ότι χάθηκαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια άνευ λόγου.

Ο Δαμαλάς ανέβηκε στην ίδια σκηνή που θριάμβευσε και γρήγορα πάλι οι Παρισινοί τον αποθέωναν στο έργο «Σαπφώ». Είτε διότι ο Δαμαλάς επέστρεψε στο Παρίσι από την Αλγερία ήδη μορφινομανής, είτε κατέφυγε σε αυτήν ως θεραπευτικό μέτρο για την αντιμετώπιση της νευροπάθειάς του, το γεγονός παραμένει ίδιο. Ο Δαμαλάς είχε αποκτήσει το τρομερό και θανατηφόρος αυτό πάθος. Η κατάρρευση του οργανισμού του υπήρξε ιλιγγιώδης, ενώ οι φίλοι, οι γνωστοί και οι Παρισινοί θεατρόφιλοι και θαυμαστές του, με τρόμο παρατηρούν το πόσο γρήγορα συντελείται η δηλητηρίαση του οργανισμού του.

Το 1889 μια ακόμα έκπληξη περίμενε τη Σάρα. Ένα πρωινό έξω από το σπίτι τους στα σκαλιά της εισόδου, μια από τις ερωμένες του Δαμαλά άφησε ένα μωρό που προφανώς είχε αποκτήσει μαζί του, συνοδευόμενο από ένα σημείωμα γεμάτο απελπισία που αφορούσε στην αδυναμία της ανατροφής του λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Επρόκειτο για τη μετέπειτα θρυλική Τερέζα Δαμαλά, την ανατροφή της οποία η Σάρα Μπερνάρ είχε αναθέσει στο φίλο και γνωστό της, το μυστηριώδη Έλληνα της Ευρώπης τον Βασίλειο Ζαχάρωφ (Βασίλειο Ζαχαρίου).  




Απεικόνιση του Αριστείδη Δαμαλά κατά το τελευταίο έτος της ζωής του, το 1889


Στις αρχές του Ιουλίου του 1889 ο Δαμαλάς έπαιζε στο θέατρο, αφού πρώτα όμως έκανε τις απαραίτητες ενέσεις μορφίνης. Η τελευταία του εμφάνιση έμελλε να είναι στο ίδιο έργο στο οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, στο «Κυρία με τας Καμελίας». Με τη διαφορά όμως ότι για να καταφέρει να κρατήσει το ρόλο έως το τέλος της παράστασης, έκανε μεγάλο αριθμό ενέσεων μορφίνης (οι εφημερίδες έκαναν αναφορά για τον μάλλον απίστευτο αριθμό των 55 ενέσεων!).

Εκείνη η παράσταση σφράγισε και το τέλος των εμφανίσεών του. Έκτοτε έμεινε κλεισμένος στο σπίτι του με μόνη συντροφιά την Σάρα Μπερνάρ. Λίγο μόλις καιρό αργότερα, παραφρόνησε και επιζητούσε την αυτοκτονία. Δέκα ανθρώπους η Σάρα είχε «επιστρατεύσει» για να τον φυλάνε με βάρδιες και να τον προφυλάσσουν καθώς έκανε διαρκώς απόπειρες να πηδήξει από το παράθυρο.  Οι καλύτεροι γιατροί της Γαλλίας την εποχή εκείνη συσκέπτονταν για να αποφασίσουν τι μέτρο θα λάβουν. Οικονομικό θέμα δεν υπήρχε αφού η Σάρα πλήρωνε για τα πάντα. Και φαίνεται ότι οι ιατροί πετύχαιναν κάποια διαλλείματα από τους παροξυσμούς που τον βασάνιζαν. 

Για μικρό διάστημα ο Δαμαλάς έβρισε τη λογική του και μιλούσε με τη Σάρα η οποία για να τον βοηθήσει ψυχολογικά του πρότεινε να ταξιδέψουν στην Ελλάδα. Καθώς ήταν καλοκαίρι και επομένως το ταξίδι στην Ελλάδα φαινόταν απολύτως φυσιολογικό ο Δαμαλάς πίστεψε με ενθουσιασμό σε αυτό και τον βοήθησε να περάσει μια ήρεμη νύχτα. Την επομένη ημέρα ζήτησε να μεταβεί ο ίδιος στο ελληνικό προξενείο για την έκδοση διαβατηρίου. Και αφού πραγματικά έτσι έγινε επέστρεψε στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν (ο Ζακ και Σάρα έμεναν μόνιμα σε σουίτα ξενοδοχείου). Τη νύχτα εκείνη της 5ης προς την 6η Αυγούστου του 1889 μια ισχυρή προσβολή παροξυσμού τον οδήγησε στο θάνατο. Έτσι έσβησε ο Έλληνας, ο Πειραιώτης με την πολυκύμαντο ζωή σε ηλικία μόλις 34 ετών.

Το σώμα του εκλείποντος μεταφέρθηκε πίσω στην Ελλάδα όπου μεγάλη κηδεία έγινε στην Αθήνα, στον Ι.Ν. της Αγίας Ειρήνης στις 24 Σεπτεμβρίου 1889 στην οποία παρευρέθηκε ο φιλολογικός, καλλιτεχνικός και πολιτικός κόσμος της εποχής. Καθώς ήταν Κυριακή πλήθος κόσμου ανέμενε εκτός ναού προκειμένου να δει από κοντά για τελευταία φορά τον θρυλικό νεκρό αγαπημένο της Σάρας, ενώ όλοι οι εξώστες στις γύρω κατοικίες ήταν κατάφορτοι νεαρών κυριών. Δίπλα στα στεφάνια των αδελφών του Ιωάννη, Αικατερίνης και Παύλου Δαμαλά δέσποζε το στεφάνι της Σάρας Μπερνάρ και φυσικά στεφάνι του Υπουργείου Εξωτερικών που κατέθεσαν οι πρώην συνάδελφοί του. Από την Γαλλία είχε καταφτάσει ο φίλος και συνεργάτης του Κουπέρ ο οποίος κόμισε επτά στέφανα τα οποία περικύκλωσαν το φέρετρο και ήταν ανώνυμα, ποτέ κανένας δεν έμαθε από ποιους κατατέθηκαν. 

Λέγεται ότι πριν την ταφή του οι δημοσιογράφοι ζήτησαν να ανοίξει το φέρετρο και παρότι το σώμα ήταν ταριχευμένο ο Ζακ Δαμαλάς διατηρούσε την ομορφιά που εν ζωή μάγευε το γυναικείο κόσμο. Στο κοιμητήριο λόγο εκφώνησε εκ μέρους των ηθοποιών ο Διονύσιος Ταβουλάρης. 

Η Σάρα Μπερνάρ συνέχισε την δοξασμένη πορεία της και έμεινε στην ιστορία ως "η πιο φημισμένη ηθοποιός που γνώρισε ποτέ ο κόσμος"
Η Σάρα χρόνια αργότερα θα χάσει το πόδι της από ένα ατύχημα και λέγεται ότι αρνήθηκε την προσφορά θαυμαστή της που επιθυμούσε να αγοράσει το ακρωτηριασμένο μέλος αντί του ποσού των δέκα χιλιάδων δολαρίων! Η Σάρα Μπερνάρ ήταν από τις πρώτες που απέκτησαν "αστέρι" στη Λεωφόρο της Δόξας (Walk of Fame) στο Χόλιγουντ.

Τέσσερα χρόνια ύστερα από το θάνατο του Δαμαλά (το 1893) η Μπερνάρ επισκέφτηκε τον Πειραιά με όλο το θίασό της. Κατέπλευσε από την Κωνσταντινούπολη με το Αυστριακό ατμόπλοιο "Μέδουσα", της εταιρείας Λόϋντ. Μόλις το πλοίο εισήλθε στο λιμάνι του Πειραιά μια δεκάκωπος λέμβος του ομίλου Ερετών με τους ερέτες ντυμένους με ομοιόμορφες αθλητικές ενδυμασίες παρέλαβαν την Μπερνάρ αντί της λέμβου του λιμανιού, για την αποβιβάσουν στην στεριά. Τότε τα πλοία δεν έπιαναν ακόμα τις προβλήτες του λιμανιού. Μέσα στη λέμβο του Ομίλου Ερετών βρισκόταν ο Παύλος Δαμαλάς, πρόεδρος του Σωματείου και αδελφός του αποθανόντος Αριστείδη. Η Μπερνάρ αποβιβάσθηκε στην προβλήτα του λιμένα Αλών, μπροστά από τον σιδηροδρομικό σταθμό (μετέπειτα ηλεκτρικό). 

Οι αθλητές του Ομίλου Ερετών της απένειμαν δάφνινο στεφάνι η ταινία του οποίου έγραφε "Ο ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ ΟΜΙΛΟΣ ΤΩΝ ΕΡΕΤΩΝ ΤΗ ΣΑΡΑ ΒΕΡΝΑΡ".

Την ίδια στιγμή ο υπόλοιπος θίασος αποβιβαζόταν από το πλοίο με τις συνηθισμένες λέμβους και εξερχόταν στην προκυμαία του Τελωνείου, έναντι του Αγίου Νικολάου. Η Σάρα Μπερνάρ έμεινε στο Ξενοδοχείο της "Μεγάλης Βρετανίας" στο Σύνταγμα και εκατοντάδες κόσμος βρισκόταν όλη μέρα στην είσοδο αναμένοντας να την δουν από κοντά. 

Στις 22 Απριλίου του 1893 η Σάρα επισκέφθηκε τον τάφο του αγαπημένου της Αριστείδη έχοντας τη συντροφιά του αγαπημένου της σκύλου. Αφού έκανε στο σταυρό της (παρά τα όσα είχαν λεχθεί για αυτήν), έπεσε στα γόνατα και αγκάλιασε τη μαρμάρινη πλάκα του μνήματος. Στη συνέχεια με την προσωπική της άμαξα κατευθύνθηκε προς το Νέο Φάληρο. Η Σάρα Μπερνάρ κατά την παραμονή της στην Ελλάδα ανέβασε θεατρικές παραστάσεις ενώ επισκέφθηκε την Ακρόπολη και τον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας. Στην Ακρόπολη εκστασιασμένη από όσα είδε είπε ότι απορεί πώς δεν είναι όλοι οι Αθηναίοι ποιητές όταν μεγαλώνουν σε ένα τέτοιο περιβάλλον. 

Η Σάρα Μπερνάρ κατά την επίσκεψή της στον Πειραιά το 1893
 Η Σάρα επισκέφθηκε για μια ακόμα φορά τον τάφο του αγαπημένου της Ζακ και αυθημερόν στις 26 Απριλίου του 1893 με την ιππήλατη άμαξά της κατέβηκε στον Πειραιά προκειμένου να επιβιβασθεί του ατμόπλοιου "Αμερική" με προορισμό τη Μασσαλία. Τη μέρα εκείνη έβρεχε ακατάπαυστα και εκείνη αναφώνησε Quel Tempes!

Ο Θέμος Άννινος της έδωσε ως δώρο ένα σκίτσο που ο ίδιος ζωγράφισε που παριστάνει την Σάρα να βρίσκεται στην πύλη του Ανδριανού. Από κάτω έγραψε EN GRAISSE, κάνοντας δηλαδή ένα λογοπαίγνιο με την επίσκεψή της στην Ελλάδα. 

Madame Sarah Bernhardt en graisse (en Grece)


Οι στιγμές μοναδικές. Η Μπερνάρ ευρισκόμενη στο κέντρο της οικογενείας Δαμαλά δεχόταν από αθλητές του Ομίλου Ερετών περισσότερες από πενήντα ανθοδέσμες. Η Σάρα τους αποχαιρέτησε όλους εμφανώς συγκινημένη. Το ατμόπλοιο στις τέσσερις το απόγευμα έλυσε κάβους για την Μασσαλία. Δύο λέμβοι του Ομίλου Ερετών συνόδευαν το πλοίο ακόμα και όταν αυτό εξήλθε του λιμένα και βρέθηκε στα ανοιχτά. 

Η Μπερνάρ λίγο πριν φύγει είχε αποκαλύψει στους δημοσιογράφους κάτι που μέχρι τότε αγνοούσαν. Η μαρμάρινη πλάκα του τάφου του Αριστείδη Δαμαλά ήταν φιλοτεχνημένη από την ίδια στο Παρίσι. Πάνω σε αυτήν η ίδια είχε χαράξει το πρόσωπο του Δαμαλά περιβαλλόμενη υπό στεφάνου. Η φιλοτέχνηση αυτή για τον αγαπημένο της Πειραιώτη, ίσως να αποτελεί σήμερα το μοναδικό έργο τέχνης παγκοσμίως, που η Μπερνάρ με τα ίδια της τα χέρια φιλοτέχνησε.   

  





(Η προσπάθεια να υπάρξει πλήρης καταγραφή του βίου του Αριστείδη Δαμαλά είναι δύσκολη καθώς οι πληροφορίες προέρχονται από δύο διαφορετικές ομάδες πηγών. Η μια ομάδα είναι η ελληνική που αφορά όλες τις αναφορές των εφημερίδων στο πρόσωπό του και η άλλη ομάδα είναι γαλλική που αφορά φυσικά στην καταγραφή της ζωής του στο Παρίσι.
Συχνά οι δύο αυτές ομάδες πηγών θα λέγαμε ότι έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Οι ελληνικές πηγές τροφοδοτούν το κοινό με πληροφορίες για τον τρόπο γνωριμίας και τις ερωτικές περιπέτειες του Αριστείδη Δαμαλά, δίνοντας χρονολογίες διαφορετικές από τις αντίστοιχες γαλλικές πηγές. Από τις ελληνικές πηγές οπωσδήποτε χρησιμοποιήθηκε αριθμός εφημερίδων που αναφέρονταν στον Δαμαλά, αλλά κύρια οι πληροφορίες που αναφέρονται στο "Αττικόν Ημερολόγιον" του 1890 του Ειρηναίου Ασωπίου).

(Οι πληροφορίες προέρχονται όλες απευθείας από το πλήθος αναφορών που καθημερινά κατέκλυζε τον ημερήσιο τύπο τόσο για την Σάρα Μπερνάρ όσο και για τον Αριστείδη Δαμαλά. Είμαι γνώστης των βιβλίων που ήδη κυκλοφορούν επί του θέματος, τα οποία όμως καθόλου δεν χρησιμοποίησα στη συγγραφή του παρόντος. Τα στοιχεία και αυτής της ιστορίας, προέρχονται απευθείας από τις εφημερίδες). 

      
Διαβάστε επίσης:


Ο Δήμαρχος Πειραιώς Λουκάς Ράλλης







    

Το Γηροκομείο Πειραιώς (Ρωμανίδειο Ίδρυμα και Άσυλο Πενήτων Γερόντων)

Το παλαιό κτήριο του Άστυλου Πενήτων Γερόντων (Γηροκομείο Πειραιώς)

του Στέφανου Μίλεση

Ανεβαίνοντας τη σημερινή Λεωφόρο Γρηγορίου Λαμπράκη (πρώην Βασ. Σοφίας), ακριβώς μετά τον Ι.Ν. Ευαγγελίστριας Πειραιώς, συναντούμε ένα καλοδομημένο και ευπαρουσίαστο κτήριο, στη θέση που βεβαίως κάποτε βρισκόταν ένα παλαιότερο οικοδόμημα. 

Είναι το Γηροκομείο του Πειραιά, ένα από τα σοβαρότερα ιδρύματα της πόλης, του οποίου η προσφορά είναι γνωστή πανελληνίως. Ο οργανισμός αυτός στέγασε και συνεχίζει να στεγάζει ηλικιωμένους ανθρώπους, που σίγουρα θα είχαν να μας περιγράψουν πολλές και σπουδαίες ιστορίες, προσωπικές ή και της ίδιας της πόλης. 

Εκεί έζησαν άνθρωποι που αν σκιαγραφούσαμε την προσωπικότητά τους θα βλέπαμε ότι διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο σε διάφορους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπως η μουσική, η ζωγραφική, το θέατρο, η ποίηση, η συγγραφή κ.α. 

Από το Γηροκομείο Πειραιώς πέρασαν προσωπικότητες η εξιστόρηση του βίου των οποίων, κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει μυθιστόρημα που περιλαμβάνει αγώνες, έρωτες, ναυάγια, πολέμους, ατυχίες αλλά και ευτυχισμένες στιγμές. Κάποιοι από τους τροφίμους του, ίσως κάποτε να διέθεταν μέγαρα, να κατείχαν κρίσιμες θέσεις, να υπηρετούσαν στο στράτευμα, να λάμβαναν αποφάσεις κρίσιμες σε κάποια αλλοτινή κοινωνία. Τώρα στέκουν παράμερα γεμάτοι αναμνήσεις από τη ζωή τους. 

Αυτός ο οργανισμός που σήμερα καλούμε "Γηροκομείο Πειραιώς" είναι ο κληρονόμος μιας ιστορικής παρουσίας που το καθιστά το δεύτερο αρχαιότερο Γηροκομείο σε όλη την ελληνική επικράτεια. 



Συγκεκριμένα το πρώτο Γηροκομείο ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1875. Την αμέσως επόμενη χρονιά (1876) ένας κληρικός ο Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Ρωμανίδης, μετασχηματίζει το σπίτι του στον Πειραιά στην οδό Βούλγαρη σε γηροκομείο, ιδρύοντας έτσι το δεύτερο στην Ελλάδα γηροκομείο ύστερα από την Αθήνα. Πρόκειται για το "Ρωμανίδειο Γηροκομείο". 

Τα χρόνια περνούν και κατά το 1891 ένας άλλος κληρικός, ο Πρωθιερέας Βασίλειος Αθανασίου (με το Β.Δ. της 5 Οκτωβρίου του 1891 - ΦΕΚ Α' - 276) κάνει έναρξη ένα άλλο όμοιο με το πρώτο ίδρυμα που φέρει την επωνυμία "Άσυλο Πενήτων Βασιλείου Αθανασίου Πρωθιερέως"

Ο Πρωθιερέας Αθανασίου εγκαταστάθηκε στον Πειραιά ύστερα από μακρόχρονη διαμονή στο Άγιο Όρος. Η ευκαιρία της εγκατάστασης στον Πειραιά του δόθηκε όταν το 1860 διορίσθηκε εφημέριος στη Ριζάρειο Σχολή. Την ίδια εποχή τον συναντούμε να ιερουργεί σε διάφορους ναούς της πόλης. 

Ο Πρωθιερέας Βασίλειος Αθανασίου (1814 - 1894)


Έρχεται σε επαφή με τον Δήμο Πειραιώς στον οποίο ανακοινώνει την πρόθεσή του να ιδρύσει άσυλο γερόντων με δικές του δαπάνες. Ο Δήμος με την υπ΄αριθμ. 496 απόφασή του (της 14ης Μαρτίου του 1891), επικυρώνει τη δωρεά γηπέδου με σκοπό την ανέγερση οικοδομήματος για το "Άσυλο Πενήτων Γερόντων".  Πρόκειται για μια έκταση 3.193 τ.μ.

Ο Πρωθιερέας Βασίλειος Αθανασίου ξεκινά την ανέγερση επί του οικοπέδου που δώρησε ο Δήμος Πειραιά, ενός κτηρίου με αποκλειστικά δικές του δαπάνες. 

Το 1892 βρίσκει το κτήριο του γηροκομείου ημιτελές. Τα χρήματα του ιδρυτή - δωρητή Βασιλείου Αθανασίου δεν επαρκούν για την αποπεράτωσή του. Έχει ήδη διαθέσει πενήντα χιλιάδες δραχμές και έξι χιλιάδες ακόμα έχει δωρίσει ο Δήμος Πειραιώς. 
Παρά το γεγονός όμως αυτό, ο Αθανασίου ξεκινά τη λειτουργία του γηροκομείου του, με μοναδική περιουσία δέκα μετοχές της Εθνικής Τραπέζης. 

Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1894 στο Γραφείο Μητροπόλεως Αθηνών (ο Πειραιάς τότε υπαγόταν εκκλησιαστικά στην Αθήνα), συνέρχονται σε σύσκεψη ο ίδιος ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Αθηνών Γερμανός και οι εκτελεστές της διαθήκης του Αθανασίου, καθώς στο μεταξύ ο ιδρυτής - δωρητής πέθανε. (Ο Βασίλειος Αθανασίου κοιμήθηκε το ίδιο έτος αφού πρώτα χειροτονήθηκε Αρχιμανδρίτης).  


Την διαθήκη του Βασιλείου Αθανασίου έχουν αναλάβει να εκτελέσουν οι Γ. Καψαμπέλης, Ηλ. Στρούμπος, Κ. Λυγινός και Αλ. Μελετόπουλος που είναι σπουδαίες προσωπικότητες στον Πειραιά. Μαζί με τον Μητροπολίτη Αθηνών, αποφασίζουν το Άσυλο Γερόντων να λειτουργεί με την αρωγή του Δήμου Πειραιώς

Αποφασίζεται επίσης η συγχώνευση του Άσυλου Γερόντων με το Ρωμανίδειο Γηροκομείο, καθώς ο ιδρυτής του δευτέρου, ο Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Ρωμανίδης έχει πεθάνει, έχοντας κληροδοτήσει κι αυτός το ίδρυμά του στον Δήμο Πειραιώς. 

Στις 20 Μαΐου του 1896 με πρωτοβουλία του Δημάρχου Πειραιώς Τρύφωνος Μουτσοπούλου, το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης, με την υπ΄ αριθμ. 126 πράξη του ψηφίζει τον κανονισμό του Ασύλου. Επίσης εγκρίνει το υπ΄ αριθμ. 4022 συμβόλαιο μεταξύ του Ασύλου και του Δήμου Πειραιώς. 

Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1900 δημοσιεύεται για πρώτη φορά το καταστατικό του Ασύλου.

Προβλέπεται ότι Μέλη της Εφορείας του Γηροκομείου θα είναι για πάντα οι συγγενείς του Αθανασίου, όπως η διαθήκη όριζε, με ισόβιο Πρόεδρο τον εκάστοτε Μητροπολίτη Αθηνών τότε, αφού θέση για Μητροπολίτη Πειραιά δεν είχε ακόμα προβλεφθεί. 

Ο Δήμος Πειραιώς είχε το δικαίωμα ανάμεσα στα Μέλη που απαρτίζουν την Εφορεία του Ασύλου, να διορίζει μέλη από την πειραϊκή κοινωνία που εγκρίνονται ειδικά για το σκοπό αυτό από το εκάστοτε Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιώς, στην αρχή κάθε δημοτικής περιόδου. Η θητεία των μελών αυτών προβλέφθηκε να είναι ίδια με τη θητεία των Δημοτικών Συμβούλων ως προς τη διάρκεια. 

Στην ίδια σύμβαση προβλέφθηκε επίσης 30 κλίνες από τις διατιθέμενες να προορίζονται αποκλειστικώς για τους άπορους γέροντες Πειραιώτες. 

Από της κατάργησης του Ρωμανιδείου Γηροκομείου και της ενσωμάτωσής του με το Άσυλο ο νέος οργανισμός που προέκυψε ανέλαβε μεταξύ άλλων και την επικαρπία της οικίας του τέως Ρωμανιδείου Γηροκομείου, επί της οδού Βούλγαρη.

Οι είκοσι γέροντες και γερόντισσες του Ρωμανίδειου προστέθηκαν στους άλλους πενήντα του Ασύλου. Έτσι το Άσυλο Πενήτων Γερόντων, στη νέα του διοικητική μορφή, λειτούργησε για πρώτη φορά με εβδομήντα συνολικά ηλικιωμένους.

Από το 1900 το Γηροκομείο κάθε έτος διοργάνωνε στον περίβολο του ιδρύματος μια μεγάλη Φιλανθρωπική Αγορά υπό την υψηλή προστασία της Βασίλισσας Όλγας.

Από το 1901 καθιερώνεται η τέλεση ετησίου μνημοσύνου υπέρ των ιδρυτών Βασιλείου Αθανασίου Πρωθιερέως και Ν. Ρωμανίδου Αρχιμανδρίτου. 

Το 1904 το γηροκομείο Πειραιώς το Γηροκομείο Πειραιώς όχι μόνο αναφέρεται ως πρότυπο λειτουργίας ιδρύματος, αλλά εκπροσωπεί και το πνεύμα της δημιουργίας των Πειραιωτών έναντι της πρωτεύουσας Αθήνας.
Γράφει ένας Αθηναίος που κατεβαίνει στον Πειραιά:
"Περνών είδα δια μια στιγμήν το Γηροκομείο του Πειραιώς, ένα μέγαρο ιδρυθέν από κάποιο γέρο παπά. Εις τας Αθήνας δια να υπάρξει Γεροκομείο έπρεπε να το κτίσει ένας Συγγρός, εις τον Πειραιά αρκέσθηκε να το κάνει ένας παπάς. Αυτή είναι η απόστασις Αθηνών Πειραιώς, όσο κι αν τη συντομεύει ο ηλεκτρισμός" (εννοεί τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο). 

Μέσα σε δέκα χρόνια η φήμη του ιδρύματος ξεπερνά τα όρια της πόλης του Πειραιά. Το 1912 η Διεύθυνση Αστυνομίας Πειραιώς λαμβάνει επιστολή ταχυδρομημένη από την πόλη Μπέιρα της Νοτίου Αφρικής. Πρόκειται για την επιστολή ενός γέροντα του Γεωργίου Χατζηιωσήφ δια της οποίας παρακαλεί την αστυνομία όπως μεριμνήσει για να του κρατήσει ένα δωμάτιο "εις τον Εν Πειραιεί Γηροκομείον", προκειμένου να αφιχθεί σε αυτό και να παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του. Δεν παραλείπει μάλιστα να αποστείλει και 80 λίρες για τα έξοδα της αυτοσυντηρήσεώς του. Τόσο μεγάλη ήταν η φήμη της καλής λειτουργίας του ιδρύματος.  

Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής καταστροφή το κτήριο επιτάσσεται για τη φιλοξενία προσφύγων. Οι δομές του υφίστανται καταστροφή και το κτήριο ανακαινίζεται με χρήματα του αποθεματικού του και με δωρεές. Διοργανώνονται εσπερίδες σε κέντρα όπως στο ΑΚΤΑΙΟΝ στο Νέο Φάληρο με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων. Τέτοιες εκδηλώσεις συναντούμε ακόμα και μέχρι το 1929. Ψυχή και διοργανωτές αυτών των εκδηλώσεων είναι οι Λιγινός, Νικολετόπουλος, Βούρβουλης, Χατζηπατέρας, Καζανόβας, Μέρμηγκας κ.α.  

Οι προπολεμικοί ευεργέτες του

Οι πόροι όμως του Γηροκομείου δεν προέρχονται μόνο από την αρωγή του Δήμου ή τη διοργάνωση φιλανθρωπικών αγορών και εκδηλώσεων. Το Γηροκομείο Πειραιώς αποτέλεσε και αποτελεί πόλος έλξης φιλανθρωπίας, ευεργεσίας και δωρεάς. 

Είτε πρόκειται για εύπορους Πειραιώτες, είτε για πλούσιους φιλάνθρωπους που ζουν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό και που έχουν εκτιμήσει τη σπουδαία προσφορά του ιδρύματος προς την τρίτη ηλικία, το Γηροκομείο έτυχε ευγενούς συμπεριφοράς σε κάθε περίπτωση. 

Το άσυλο Πενήτων Γερόντων το 1936. Διακρίνονται οι τρόφιμοι του ιδρύματος μαζί με το προσωπικό του.


Μερικοί σπουδαίοι δωρητές της αποστολής του Γηροκομείου υπήρξαν οι:

Ηλ. Στρούμπος, 
Ι. Σέρμπος, 
Ειρήνη Ανδριτσάνου, 
Α. Αδαμοπούλου, 
Σ. Σκυλίτσης, 
Γ. Πετρολέκας, 
Α. Μίχαλος, 
Δ. Παπαδοπούλου, 
Τζων Βούλγαρης, 
Γ. Σταματέλλος, 
Οικογένεια Δημοσθένη Πουρή, 
Ευστάθιος Δηλαβέρης, 
Οικογένεια Κ. Βελλή, 
Ν. Δούνιας, 
Θεόδωρος Ρετσίνας, 
Δημ. Ζαβογιάννης κ.α.

Εκτός όμως από δωρητές υπήρχαν και οι μεγάλοι ευεργέτες, που είναι: 
ο Δήμος Πειραιώς,
ο Δήμος Αγίου Γεωργίου (μετέπειτα Κερατσινίου. Δήμαρχος τότε ήταν ο Φίλανδρος),
ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς, 
διάφορα πιστωτικά ιδρύματα, 
η Ένωση Συντακτών Αθηνών (γραφείο Πειραιώς) κ.α. 

Μεταξύ των μεγάλων ευεργετών του Γηροκομείου Πειραιώς διακρίνουμε και τα ονόματα:
 του Αλέξανδρου Κορυζή, 
του Κωνσταντίνου Κωτζιά, 
του Σωτήρη Στρατήγη, 
του Κωνσταντίνου Μπάκαλα, 
του Μποδοσάκη - Αθανασιάδη, 
του Άγγελου Παπαναστασίου, 
της Οικογένειας Σ. Παπαστράτου, 
του Μενέλαου Σπράου,  

(αυτοί ανακηρύχθηκαν μεγάλοι ευεργέτες στις 24 Νοεμβρίου του 1937).  

Γρήγορα το κτήριο του Ασύλου Πενήτων Γερόντων κρίθηκε ανεπαρκές καθώς οι κοινωνικές ανάγκες αυξάνονταν. Άποροι γέροντες είχαν φτάσει να στεγάζονται μέχρι και στους διαδρόμους της γ' θέσης καθώς οι 120 κλίνες που αρχικά είχαν προβλεφθεί δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν τον τεράστιο αριθμό ζήτησης. Στο σύνολό τους οι τρόφιμοι έφταναν τους 200 με αυτούς της α' και β΄θέσης να πληρώνουν για την παραμονή τους ενώ για τη γ'  θέση όπως ήδη αναφέραμε δεν υπήρχε υποχρέωση συνεισφοράς. 

Το γηροκομείο στη σύγχρονη εποχή

Η επέκταση του Γηροκομείου αποτελούσε ένα μόνιμο θέμα προς συζήτηση στις εφημερίδες στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Ακολουθεί ο πόλεμος και τα μεταπολεμικά χρόνια είναι ιδιαιτέρως δύσκολα. 

Στις 2 Ιουνίου του 1949 προσβεβλημένος από εγκεφαλική παράλυση πεθαίνει ο ποιητής Νίκος Χαντζάρας (ο Πειραιώτης). Είχε καταφύγει στο Γηροκομείο Πειραιώς αφού πρώτα έχει περάσει από διάφορα θεραπευτήρια της πόλης (Λευκό Σταύρο και Τζάνειο νοσοκομείο). Στην προσπάθειά του να ανάψει τσιγάρο προκαλεί πυρκαγιά από την οποία παθαίνει σοβαρά εγκαύματα. Μεταφέρεται στο Τζάνειο όπου απλώς ανακοινώνεται ο θάνατός του. Η κηδεία του γίνεται στον Άγιο Κωνσταντίνο Πειραιώς παρουσία του πνευματικού κόσμου της πόλης.  

Ένας από τους γνωστούς ενοίκους του Γηροκομείου Πειραιώς
υπήρξε και ο ποιητής Νίκος Χαντζάρας


Τα χρόνια περνούν κι ύστερα από πολλές καθυστερήσεις η περιβόητη επέκταση θα αρχίσει επιτέλους το 1963. Ουσιαστικά πρόκειται για οικοδόμηση εκ νέου του κτηρίου του γηροκομείου. Δύσκολα κανείς σήμερα μπορεί να πιστέψει ότι διατηρήθηκε το αρχικό κτήριο του 1891! Κι όμως αφαιρέθηκε η στέγη και προστέθηκαν δύο ακόμα όροφοι. Έγινε εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης, ανελκυστήρων, δημιουργήθηκαν νέα λουτρά, τραπεζαρίες, νέος περίβολος, μεγάλες βεράντες. Η ανακαίνιση ξεκίνησε με χρήματα που αποτελούσαν το αποθεματικό του ιδρύματος που ανέρχονταν στα 3 εκατομμύρια δραχμές. Γρήγορα όμως αυτά τελείωσαν και ακολούθησε δάνεια τριών εκατομμυρίων δραχμών από το Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων. Και αφού και αυτά τα χρήματα τελείωσαν η ανοικοδόμηση σταμάτησε και πάλι. Τότε ο Δήμαρχος Πειραιώς Γ. Κυριακάκος για να βοηθήσει το ίδρυμα, τις 70 χιλιάδες δραχμές χορηγία που έδινε συνήθως ο Δήμος Πειραιώς στο ίδρυμα, τις αύξησε στο ποσό των 120 χιλιάδων, ύστερα στις 150 χιλιάδες, ενώ για το 1967 είχε προβλεφθεί το ποσό των 200 χιλιάδων. Πλήθη πιστών συνέρρεαν στις εκκλησίες για να προσφέρουν τον οβολό τους υπέρ της ολοκλήρωσης του γηροκομείου. Οι εφημερίδες διαρκώς αναγγέλλουν την προσφορά δωρεάς υπέρ του γηροκομείου ανθρώπων που πεθαίνουν αφήνοντας τελευταία βούληση την ενίσχυση του ιδρύματος.    

Μια από τις εκατοντάδες δωρεές Πειραιωτών υπέρ του Γηροκομείου (1957)
Δωρεά υπέρ Γηροκομείου (1961)


Στο μεταξύ ο Πειραιάς αποκτά δική του Μητρόπολη. Σύμφωνα με το καταστατικό το 1968, νέος Πρόεδρος του Ιδρύματος έγινε ο πρώτος Μητροπολίτης Πειραιώς Χρυσόστομος Ταβλαδωράκης. Οι εργασίες του κτηρίου ολοκληρώθηκαν το 1971.
Από τους 112 ενοίκους που φιλοξενούσε πριν την ανακαίνιση, ο αριθμός ύστερα από αυτήν ανέβηκε στους 170.  

Η παλαιά πτέρυγα του Γηροκομείου Πειραιώς σήμερα
Στην πρόσοψη του Γηροκομείου Πειραιώς βρίσκεται η προτομή του Πρωθιερέα Βασιλείου Αθανασίου, φιλοτεχνημένη από τον γλύπτη Γιάννη Παππά. Άλλο έργο του ίδιου γλύπτη στον Πειραιά είναι το άγαλμα της μητέρας λίγα μέτρα μακρύτερα από το Γηροκομείο. 

Η προτομή του Πρωθιερέα Βασιλείου Αθανασίου μπροστά από το Γηροκομείο Πειραιώς.
Στη βάση της αναγράφει:
"Βασίλειος Αθανασίου Πρωθιερεύς
ιδρύσας δαπάναις του το Γηροκομείο Πειραιώς
εν έτει 1891"



Όμως ευεργέτες και δωρητές στο γηροκομείο Πειραιώς δεν υπήρχαν μόνο την προπολεμική εποχή αλλά και στη σύγχρονη. 
Το 1998 ο φιλάνθρωπος Ιωάννης Κρητικός αφού πρώτα έκανε πολλές επισκέψεις στο ίδρυμα αποφάσισε να χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου την κατασκευή μιας νέας πτέρυγας η οποία για το σκοπό αυτό θα ονομαστεί "Νέα πτέρυγα Ι.Δ. Κρητικού"

Πρόκειται για μια μοντέρνα πενταώροφο κατασκευή η λειτουργία της οποίας εγκαινιάζεται στις 26 Νοεμβρίου του 2000. Την ημέρα των εγκαινίων ο ευεργέτης Ι. Κρητικός ανακοινώνει την πρόθεσή του για νέα χρηματοδότηση του ιδρύματος. Αυτή την φορά θα αφορά στην ανακαίνιση της παλαιάς πτέρυγας η οποία με τη σειρά της θα εγκαινιαστεί στις 23 Νοεμβρίου του 2002.

Η προσφορά του Ιωάννη Κρητικού, αυτού του σύγχρονου ευεργέτη είναι τόσο μεγάλη που το Γηροκομείο Πειραιώς τον ανακηρύσσει συνιδρυτή του. 

Ο ευεργέτης του γηροκομείου Πειραιώς Ιωάννης Κρητικός. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μεταναστεύει στο Μπουένος Άϊρες όπου ιδρύει με Ισπανούς φίλους του εταιρία. Στη συνέχει Λονδίνο που με τη ναυτιλιακή του εταιρεία σημειώνει επιτυχία. Το 1998 με την αποφασιστική συμβολή της δεύτερης συζύγου του Ελισάβετ Φωτίου Φωτεινέλλη αναλαμβάνει πλήρως τη δαπάνη ανέγερσης νέων υπερσύγχρονων εγκαταστάσεων αλλά και την ανακαίνιση των παλαιών. 


Το 2006 Πρόεδρος του Ιδρύματος αναλαμβάνει ο νέος Μητροπολίτης Πειραιώς Σεβασμιότατος Σεραφείμ Μετζελόπουλος ο οποίος θα συνεχίσει επάξια το έργο των προκατόχων του. 

Τον Ιούλιο του 2007 θα ξεκινήσουν νέες εργασίες για προσθήκη πέμπτου ορόφου στο ίδρυμα με χρήματα που προέρχονται από τον Αντώνη Κομνηνό στη μνήμη του Εμμανουήλ Κομνηνού. Ο όροφος αυτός που προστέθηκε αποτελεί μια ξεχωριστή πτέρυγα που προορίζεται για τα μη αυτοεξυπηρετούμενα ηλικιωμένα άτομα και καταλαμβάνει επιφάνεια 440 τετραγωνικών μέτρων. 

Το Γηροκομείο Πειραιώς ξεκινώντας τη ζωή του από ένα σπίτι στην οδό Βούλγαρη, όντας το δεύτερο αρχαιότερο Γηροκομείο στην ελληνική επικράτεια, σήμερα θεωρείται ένα από τα πρώτα στην Ελλάδα σε δυνατότητες φιλοξενίας, περίθαλψης και παροχή φροντίδας υψηλών απαιτήσεων στους ηλικιωμένους. Μέσα στη γενική κατάρρευση υποδομών και αξιών που ο Πειραιάς βιώνει τις τελευταίες δεκαετίες το Γηροκομείο Πειραιώς αποτελεί έναν φάρο ελπίδας, που εκπέμπει το μήνυμα ότι με τη θέληση τα πάντα μπορούν να αλλάξουν. 



Πηγές:
- Πειραϊκό Λεύκωμα, Έκδοση Κοινωνικής, 2010
- "Τα σαράντα χρόνια του ασύλου πενήτων γερόντων, μια νέα αναδιοργανωτική προσπάθεια" άρθρο Χρ. Λεβάντα, εφημερίδα "Ακρόπολις" φ. 3 Δεκεμβρίου 1936, σελίδες 3 και 4. 
-  Διάφορες μικρές αναφορές και δημοσιεύματα από τον ημερήσιο τύπο.    

Πολυχρόνης Παυλάκης. Από τα Βάτικα επιχειρηματίας στον Πειραιά





Κατά το 1864 φτάνει στο λιμάνι του Πειραιά ένα βατικιώτικο καΐκι φορτωμένο με κρεμμύδια. Ανάμεσά τους κι ένα μικρό παιδί από τη Νεάπολη Βοιών Λακωνίας, ο Πολυχρόνης Παυλάκης.

Βγαίνει στην προκυμαία αντικρίζοντας για πρώτη φορά στη ζωή του μια μεγάλη πόλη, τον Πειραιά. Ο πατέρας του τελωνειακός που κατά καιρούς έκανε τον δικολάβο στα Βάτικα, μετά δυσκολίας τα κατάφερνε οικονομικά. Ο ίδιος ο μικρός Πολυχρόνης όμως, ήταν κύρια εκείνος που ήθελε να ζήσει σε μια μεγάλη πολιτεία. Έτσι έφυγε για τον Πειραιά έχοντας μόνο τελειώσει τη δευτέρα δημοτικού σχολείου. 

Δεν ξέρει πού να πάει και πού να περάσει την πρώτη του βραδιά. Λίγο πιο κάτω από εκεί που καθόταν, στην Πλατεία Καραϊσκάκη, υπήρχε το εργοστάσιο ποτοποιίας των Δημητρίου Σεφερλή και Ιωάννη Τρακάκη, οι οποίοι την ώρα εκείνοι πέρασαν τυχαία από δίπλα του. Είδαν ένα μικρό παιδί να κάθεται πάνω σε ένα μικρό μπόγο με τα ρούχα του, δίπλα στη θάλασσα. Του πρότειναν να τους ακολουθήσει. Έτσι στον τόπο που πρόχειρα πήγε ο μικρός Πολυχρόνης για να περάσει την πρώτη του νύχτα στον Πειραιά, έμελλε να μείνει για πολλά χρόνια.

Εργάστηκε στο Πρατήριο της ποτοποιίας όπου πωλούσε ούζο και κονιάκ, σφουγγάριζε, έπλενε τα βαρέλια, κουβαλούσε νταμιτζάνες και τις φόρτωνε στα καΐκια. Τα χρόνια περνούν έτσι και κάποτε ο ένας από τους δύο συνεταίρους ο Δημήτριος Σεφερλής αποχωρεί από τον ποτοποιία. 

Η αποχώρηση του Σεφερλή έγινε καθώς είχε αποφασίσει να δημιουργήσει έναν ατμόμυλο στη συμβολή των οδών Αγίου Διονυσίου και Πλούτωνος. Ήταν ο γνωστός ατμόμυλος Σεφερλή. Συνεταιρίστηκε αργότερα και σε άλλες επιχειρήσεις με τον Τζων Μακ Δούαλ.  

Έτσι στο τιμόνι της ποτοποιίας έμεινε μόνος ο Ιωάννης Τρακάκης, στο μυαλό του οποίου όμως, γυρόφερνε για καιρό η ιδέα, να κάνει συνεταίρο τον Πολυχρόνη Παυλάκη, καθώς ήταν εντυπωσιασμένος από την εργατικότητα και την επιχειρηματική του ευστροφία. Και αυτό δεν άργησε να συμβεί. Ο Πολυχρόνης Παυλάκης που έφυγε από τα Βάτικα για να βρει ένα καλύτερο μέλλον, ταξιδεύοντας μέσα σε καΐκι με κρεμμύδια, έβλεπε τώρα το όνομά του να δεσπόζει ως ίσου συνεταίρου, δίπλα στο όνομα του αλλοτινού του αφεντικού. Ποτοποιία Τρακάκη και Παυλάκη!

Το 1890 μπαίνουν ως νέοι συνεταίροι και τα μικρότερα αδέλφια του Παυλάκη, ο Παρίσης και ο Νικόλας. Το 1900 αποχωρεί από αυτόν τον συνεταιρισμό ο Ιωάννης Τρακάκης και έτσι η ποτοποιία μετατρέπεται σε επιχείρηση των αδελφών Παυλάκη.




Ο Πολυχρόνης Παυλάκης βρίσκεται μεταξύ των πρώτων που εγγράφονται μέλη στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά και στον Εμπορικό Σύλλογο Πειραιώς. 

Μέχρι το θάνατό του, τον Φεβρουάριο του 1937, ο Πολυχρόνης Παυλάκης, παρά το γεγονός ότι είχε φτάσει στα 83 του χρόνια, ηγείτο σθεναρά της επιχείρησης. Διατηρούσε μέχρι τέλους πλήρη διαύγεια σκέψης, ικανότητα λήψης γρήγορης απόφασης και το κριτήριο λήψης ορθής απόφασης. Όταν δεν εργαζόταν περπατούσε αδιάκοπα στον Πειραιά είτε έβρεχε, είτε είχε ήλιο χωρίς να αντιμετωπίζει πρόβλημα. Χωρίς να φέρει πάνω του ρολόι, γνώριζε ανά πάσα στιγμή την ώρα, την οποία προσδιόριζε με καταπληκτική ακρίβεια, ενώ γνώριζε απέξω, χωρίς τη χρήση ημερολογίου, όλες τις χριστιανικές εορτές (εορτολόγιο) ακόμα και των λιγότερο γνωστών οσίων και ιερομαρτύρων. 

Παρά το γεγονός ότι είχε τελειώσει μόνο τη δευτέρα δημοτικού διέθετε και μια άλλη θαυμαστή ικανότητα. Μπορούσε να κάνει πράξεις αριθμητικής με το μυαλό χωρίς να χρειάζεται χαρτί και μολύβι. Έκανε πολύπλοκους υπολογισμούς με το μυαλό του και έβγαζε αποτελέσματα γρηγορότερα από τους λογιστές της επιχειρήσεώς του, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν χαρτί και μολύβι για να υπολογίσουν. 

Αυτή η τελευταία ικανότητά του τον είχε κάνει δημοφιλή στην εποχή του ανάμεσα σε πολλούς άλλους Πειραιώτες. Κάποτε τον προσέγγισαν για να κατέβει βουλευτής Αττικοβοιωτίας, ωστόσο αρνήθηκε λέγοντας "εγώ είμαι άνθρωπος της εργασίας, δεν έχω καμία δουλειά με το κηφηναριό της Βουλής". 

Εκτός των εμπορικών του επιχειρήσεων, ο Πολυχρόνης Παυλάκης ήταν μέλος του Αδελφάτου του Τζανείου Νοσοκομείου, που ήταν σχεδόν τίτλος τιμής στην εποχή του. Με αυτή την ιδιότητα είχε αναλάβει τις προμήθειες του νοσοκομείου που τότε ήταν δημοτικό ίδρυμα. Έγινε γνωστός για τη θέρμη με την οποία προάσπιζε οικονομικά τα συμφέροντα του Τζανείου Νοσοκομείου και κατά συνέπεια του Δήμου Πειραιώς, όταν παράγγελνε τα τρόφιμα του νοσοκομείου. Ακολουθούσε την εξής μέθοδο. Όταν έπρεπε για παράδειγμα το νοσοκομείο να προμηθευτεί κρέας, τραβούσε ο ίδιος για τη δημοτική αγορά. Πήγαινε στους εμπόρους της αγοράς που αγόραζε και εκείνος για το σπίτι του και τους έλεγε: 
- "Θέλω να μου δώσετε μια οκά καλό κρέας για μένα". 
Τότε οι Κρεοπώλες έτρεχαν να τον εξυπηρετήσουν γιατί γνώριζαν ποιος ήταν. Του έδιναν κρέας από εκείνο που είχαν κρυμμένο για τους δικούς τους πελάτες. Τότε μόλις εκείνος έπαιρνε την οκά που ήθελε και έβλεπε ότι πράγματι το κρέας που του έδωσαν ήταν πρώτης ποιότητας, τότε τους έλεγε: 
- "Θέλω τώρα εκατό οκάδες από το ίδιο κρέας για το Τζάνειο. Και επειδή για μένα έδωσες το ένα κιλό σε αυτή την τιμή, κάνε για το Τζάνειο που είναι αγαθοεργό ίδρυμα μια καλύτερη τιμή, από αυτή που έδωσες σε μένα". 

Αυτή ήταν η λεγόμενη "Παυλάκειος μέθοδος" που αντικαθιστούσε τις "έγκλειστες προσφορές" που ο νόμος απαιτούσε για την προμήθεια τροφίμων του νοσοκομείου, προσφορές που συνήθως είχαν τον κίνδυνο να είναι στημένες από πριν!

Για αυτό και όταν τον Φεβρουάριο του 1937 ο Πολυχρόνης Παυλάκης πέθανε, ο ναός της Αγίας Τριάδας Πειραιά, κατακλύσθηκε από κόσμο που πήγε να τον αποχαιρετίσει. 

Ο γεννημένος στη Νεάπολη Βοιών Λακωνίας Πολυχρόνης Παυλάκης έζησε από τα 84 συνολικά χρόνια της ζωής του, τα 74 στον Πειραιά. Στον Πειραιά ήταν το σπίτι του, η επιχείρησή του, οι βόλτες του, η ζωή του. Οι περιπτώσεις σαν αυτή του Πολυχρόνη Παυλάκη είναι για τον Πειραιά όχι μόνο εκατοντάδες, αλλά χιλιάδες.