"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Τα σπίτια της δεκαετίας του 1930

Στη συμβολή των οδών Φιλελλήνων και Περικλέους συναντά κάποιος ένα χαρακτηριστικό οικοδόμημα της δεκαετίας του 1930

του Γιάννη Β. Σίμου
Αρχιτέκτονα, 
Εφόρου Φιλολογικού Πειραϊκού Συνδέσμου


Καθώς ο προσεκτικός παρατηρητής διασχίζει τους δρόμους του Πειραιά, είναι δύσκολο να μην προσέξει μια σειρά από κτίσματα που ακολουθούν ένα συγκεκριμένο μοτίβο. Είναι κτίσματα κατασκευασμένα ως επί το πλείστον τη δεκαετία του ‘30. Διώροφα ή τριώροφα, σε λιτές γραμμές, με το χαρακτηριστικό έρκερ (κλειστό εξώστη) συνήθως στη μέση και εκατέρωθεν αυτού ανοιχτούς εξώστες, συχνά σε ημικυκλική απόληξη.


Η δεκαετία του ‘30 είναι η περίοδος στην οποία βρίσκουν μαζική εφαρμογή όλα εκείνα τα οποία καλλιεργήθηκαν και θεσμοθετήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, στη δεύτερη και τρίτη δεκαετία του εικοστού αιώνα. Μια περίοδος έντονων ζυμώσεων τόσο στο κοινωνικό όσο και στο καλλιτεχνικό επίπεδο στη χώρα μας και όχι μόνο. 

Στην οδό Κλεμανσώ στην Καστέλλα


          Στο διεθνές περιβάλλον, η Belle époque θάφτηκε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου (1ος παγκόσμιος πόλεμος). Η νέα εποχή που ξημέρωσε οδήγησε σε αναθεώρηση πολλών δεδομένων και σταθερών που κυριαρχούσαν μέχρι τότε. Τα καλλιτεχνικά κινήματα συμμετείχαν σε αυτές τις ιδεολογικές διεργασίες. Στην αρχιτεκτονική, το Art nouveau που κυριαρχούσε μέχρι τον πόλεμο, εγκαταλείφθηκε. Οι αναζητήσεις στην «μοντέρνα εποχή» οδηγούν τους δημιουργούς σε νέες τάσεις, όπως η Art Déco, το ρεύμα του Bauhaus κλπ. 

Σύμφωνα με τον αείμνηστο καθηγητή Γιώργο Λάββα, «κεντρικός πυρήνας και ενσαρκωτής της νέας ιδεολογίας της «Μοντέρνας» θ’ αποτελέσει η περίφημη σχολή του Bauhaus, που ίδρυσε το 1919 στη Βαϊμάρη ο Walter Gropius»[1].

          Στη Γαλλία, το κίνημα χαρακτηρίζεται από το σύνθημα «το νέο πνεύμα». Κύριος εκφραστής ήταν ο  Ελβετός Charlesdouard Jeanneret, ο οποίος έγινε γνωστός ως  Le Corbusier. Χαρακτηριστικά ο Λε Κορμπυζιέ υποστηρίζει ότι η κατοικία πρέπει να είναι «machine à habiter» (μηχανή για κατοικία). «Πρόθεση βέβαια του Le Corbusier δεν ήταν να κατασκευάσει μηχανές για κατοικία, αλλά να δείξει ότι η ίδια αντίληψη, το νέο πνεύμα («Esprit Nouveau») των μηχανικών πρέπει να περάσει και στην αρχιτεκτονική, ώστε οι κατοικίες να διακρίνονται από την ίδια νομοτέλεια που χαρακτηρίζει τα πλοία, τ’ αεροπλάνα, τ’ αυτοκίνητα κλπ»[2].

Στην Ακτή Κουντουριώτου στην Καστέλλα


Στην Ακτή Θεμιστοκλέους στην Πειραϊκή

          Οι νέες αντιλήψεις βρίσκουν τρόπο έκφρασης και με την εμφάνιση των νέων υλικών, κατά βάση του οπλισμένου σκυροδέματος, τα οποία αποκτούν σταδιακά ευρεία χρήση, εκτοπίζοντας τις παραδοσιακές τεχνικές κατασκευής.

          Τα ρεύματα αυτά είναι φυσικό να φτάσουν και στην Ελλάδα. Η περίοδος είναι ιδιαίτερα φορτισμένη. Η δεύτερη δεκαετία του εικοστού αιώνα ξεκινά με την χώρα να μεγαλώνει και τελειώνει με τον διχασμό. Η επόμενη δεκαετία θα σημαδευτεί από την καταστροφή. Μία καταστροφή που, ανάμεσα στις άλλες, βασική συνέπειά της είναι ο εκσυγχρονισμός των δομών δόμησης, ως απόρροια της ανάγκης στέγασης των προσφύγων.

Το ίδιο οίκημα στη φωτογραφία πάνω όταν κατασκευάστηκε το 1935 και κάτω στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα (Συμβολή των οδών Φιλελλήνων και Περικλέους)


Σημεία - σταθμοί στο θεσμικό πλαίσιο ήταν η ίδρυση της αρχιτεκτονικής σχολής το 1916-1917, αλλά και οι νομοθετικές παρεμβάσεις στη δεκαετία του ’20 που καθιέρωσαν την οριζόντια ιδιοκτησία και κατ’ επέκταση την αντιπαροχή[3] και τον ΓΟΚ του 1929[4]. 

          Πλέον γίνεται μαζική χρήση των νέων υλικών, ενώ και οι μορφολογικές προσεγγίσεις απλοποιούνται, τόσο για «ιδεολογικούς» όσο και για πρακτικούς λόγους. Ο κλασικισμός που εξέφραζε την αναγέννηση του Ελληνισμού, δεν μπορεί πλέον να εκφράσει την ηττημένη Ελλάδα με το σμπαραλιασμένο όνειρο της Μεγάλης Ιδέας που έμεινε νεκρό στα εδάφη της Μικράς Ασίας. Επιπλέον, η ανάγκη για γρήγορη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών, δεν άφηνε πολλά περιθώρια για μορφολογικές αναζητήσεις.

          Οι Έλληνες αρχιτέκτονες παρακολουθούν τις διεθνείς εξελίξεις. Μεταξύ τους σχηματίζονται τρεις βασικές τάσεις ως προς τη δημιουργία τους: εκείνοι που υιοθέτησαν δυναμικά τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, εκείνοι που αναζήτησαν πιο λαϊκότροπους δρόμους στην έκφρασή τους και εκείνοι που παρέμειναν εγγύτερα στα κλασικιστικά πρότυπα. «Μια πρώτη διαπίστωση – που άλλωστε ισχύει για όλες τις επιμέρους ενότητες της ελληνικής αρχιτεκτονικής – είναι ότι τα όρια δεν είναι σαφή ανάμεσα στις παραπάνω κατηγορίες. Υπάρχουν ευκαιριακές αποκλίσεις είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση»[5]. 

Στην Ακτή θεμιστοκλέους

  
          Όμως είναι σαφές ότι η κυρίαρχη τάση είναι αυτή του μοντερνισμού, για τους λόγους που προαναφέραμε. Ο οποίος μοντερνισμός, όχι μόνο υιοθετήθηκε αλλά και καλλιεργήθηκε με ιδιαίτερη ένταση αλλά και πρωτοπορία. «Ο Ν. Καλογεράς … διαπιστώνει ότι οι αρχές του μοντερνισμού εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα περισσότερο από άλλες χώρες της Ευρώπης και ότι είναι «λάθος στην περίπτωση της αθηναϊκής πολυκατοικίας να προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε πολλαπλές επιρροές»»[6]  

          Το πλήθος των κατασκευών που γίνονται αυτή την περίοδο, η ευκολία που προκαλούν τα νέα υλικά, αλλά και η ταχύτητα με την οποία ολοκληρώνονται οι εργασίες, διευκολύνουν στη διάδοση του μοντερνισμού. Τα πιο εμβληματικά έργα της περιόδου αποτελούν αντικείμενο πολλαπλού μιμητισμού ώστε οι μορφές να επαναλαμβάνονται. Σε αυτό βέβαια συντελεί και το γεγονός ότι οι περισσότερες κατασκευές δεν αποτελούν προϊόν αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, καθώς είναι ακόμη λίγοι οι αρχιτέκτονες που δραστηριοποιούνται μια και η αρχιτεκτονική σχολή είναι σχετικά νέα και ο αρχιτεκτονικός κόσμος της χώρας εκπροσωπείται κατά βάση από εκείνους τους λίγους που έχουν σπουδάσει στο εξωτερικό.

Στη συμβολή των οδών Καραολή Δημητρίου και Φίλωνος


          Κάποια μορφολογικά στοιχεία ταυτίζονται με αυτή την περίοδο. Χαρακτηριστικότερο όλων είναι το έρκερ, ο κλειστός εξώστης, ο οποίος ως αρχιτεκτονικό στοιχείο συνδέεται έντονα και με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική (το παραδοσιακό σαχνισί) και του οποίου γίνεται κατάχρηση, τόσο ώστε να οδηγηθεί το 1937 ουσιαστικά σε κατάργηση με τον περιορισμό του στα 40 εκατοστά, από το ένα μέτρο και δέκα εκατοστά που επέτρεπε αρχικά ο ΓΟΚ του 1929[7]. Άλλο συχνό μορφολογικό στοιχείο είναι οι εξώστες που συχνά αποκτούν κυκλικές απολήξεις και οι οποίοι πλαισιώνουν τα έρκερ, όταν αυτά βρίσκονται στο μέσο της όψης του κτιρίου.

          Όταν λοιπόν ο προσεκτικός παρατηρητής της αρχής του κειμένου συναντά αυτά τα κτίσματα, είναι εύκολο να ταυτίσει την εποχή στην οποία κατασκευάστηκαν, ακόμη και αν αργότερα υπέστησαν επεμβάσεις, είτε με την προσθήκη ορόφων είτε άλλης μορφής.   
 


Σημειώσεις:
[1] Γιώργος Π. Λάββας, 19ος – 20ος Αιώνας. Σύντομη ιστορία της αρχιτεκτονικής, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 148. Ανάμεσα στα έργα της ωριμότητας του Gropius συγκαταλέγεται η Πρεσβεία των Η.Π.Α. στην Αθήνα.
[2] Γιώργος Π. Λάββας, οπ.α., σελ. 150.
[3] Νόμος 3741/1929, περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους, ΦΕΚ 4Α/9-1-1929.
[4] ΦΕΚ 155Α/ 22-4-1929, διάταγμα περί γενικού οικοδομικού κανονισμού του Κράτους.
[5] Δημήτρης Φιλιππίδης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική, εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Αθήνα 1984, σελ, 205
[6] Δημήτρης Φιλιππίδης, οπ. α., σελ. 229
[7] Γενικός οικοδομικός κανονισμός (ΓΟΚ) 1929, άρθρο 95, Κεκαλυμμένοι (κλειστοί) εξώσται

Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Frampton, Kenneth, Μοντέρνα Αρχιτεκτονική. Ιστορία και Κριτική, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1987
Λάββας, Γιώργος Π., 19ος – 20ος Αιώνας. Σύντομη ιστορία της αρχιτεκτονικής, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1986
Φιλιππίδης, Δημήτρης, Νεοελληνική αρχιτεκτονική, εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Αθήνα 1984
καθώς και τα νομοθετήματα που αναφέρθηκαν ανωτέρω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου