"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

"Λάμπρος Πορφύρας" του Κώστα Βάρναλη




Η θύμηση του Πορφύρα είναι γεμάτη από καλοκαιριάτικο φως, είναι γεμάτη από γαλάζια θάλασσα και χαρούμενες ακρογιαλιές, από άσπρα καΐκια και γλάρους, είναι γεμάτη από το μπάρσαμο του ρετσινιού που δεν έρχεται από τα δάση παρά ανεβαίνει σπιθιρίζοντας μέσα από τα σκοτεινά υπόγεια ή τις δροσερές ξυλαποθήκες, είναι προ πάντων γεμάτη από κείνο το ανάλαφρο χαριτωμένο πνεύμα που θέλει σε όλα το μέτρο και την αρμονία και που ο Οράτιος το ονόμασε "spiritum Graiae tenuem Camenae", ήγουν: λεπτό πνεύμα της ελληνικής Μούσας. 

Ο Πορφύρας ήταν ο πιο αγαπημένος σύντροφος σ΄όλες τις παρέες του κρασιού - παρέες είτε από ανθρώπους των γραμμάτων είτε από ανθρώπους του λαού. Η παρουσία του άνοιγε τις καρδιές κ'  έφερνε έναν αέρα πολιτισμού κ' εμπιστοσύνης. Με τη γαλήνη του και τη βαθειά του γνώση του πρωτόκολλου της ταβέρνας ήταν το φρένο στις υπερβασίες των άλλων. "Η ταβέρνα είναι λεπτό πράγμα", έλεγε συχνά. Και κατόρθωσε να μορφώσει ολάκερη γενιά ανθρώπους, που ξέρανε να φερθούνε στην ταβέρνα.

Τα καλοκαίρια ανέβαινε σχεδόν κάθε απόγευμα στην Αθήνα. Γιατί το καλοκαίρι τ' αθηνιώτικα κρασιά είναι καλύτερα απ' τα πειραιώτικα. Μα από τ' Αη - Δημητριού και πέρα τον χάναμε. Ανοίγανε τα καινούργια κρασιά στον Περαία. Κ'  έβρισκε στο Πασά - λιμάνι κει στην Φρεατύδα ό,τι του χρειαζότανε: το καλό κρασί και την καλή παρέα από ναυτικούς και ψαράδες. Τότες ξαναγινότανε ο κυρ Δημητράκης Σύψωμος. Γιατί κάπου εκεί έκρυβε και το φιλολογικό του ψευδώνυμο, και πως ήτανε ποιητής. Αν το μάθαιναν οι απλοϊκοί άνθρωποι ή θα κρατούσανε κάποια απόσταση απεναντί του ή θα παύανε να τον ... εχτιμούνε. Και τότες, αντίο ευχαρίστηση του πιοτού! Απ΄ αυτούς τους γερόλυκους της θάλασσας, τους ψημένους στην άρμη του αφρού και στους βοριάδες, μάθαινε διάφορα ανέκδοτα, που κατόπι τα στυλιζάριζε και τ' αποπνευματοποιούσε, όταν τα διηγότανε και σε μας μ΄ ένα ράθυμο και πονηρό ύφος ποντικομαμής. Έτσι το χειμώνα, όπως είπα, τόνε χάναμε. Και όχι λίγες φορές, νοσταλγώντας τη συντροφιά του, παίρναμε το τραίνο και κατεβαίναμε στον Περαία να τον πετύχουμε στου Τρίχα την ταβέρνα καθισμένο σ'  ένα σιδερένιο τραπέζι, δίπλα στη σειρά των βαρελιών μέσα στο μισόφωτο, σαν ήσκιο "αλλουνού κόσμου". 



Τον πρωτογνώρισα στα 1911 στα "Ηνωμένα Βουστάσια". Μου τόνε σύστησε ο Ρώμος Φιλύρας - η πιο πηγαία, η πιο εκρηχτική φλέβα του νεοελληνικού λυρισμού. Κάθησε στο τραπέζι μας, ήπιε καφέ και ζήτημα αν μας είπε τρεις λέξεις. Ύστερα, στην επιστράτευση του 1912 - 13 τον είχα "συνάδελφο" στον 13ο λόχο Εμπέδου Τάγματος στο Ζάππειο. Εκεί βρέθηκε να υπηρετεί κι ο Σκίπης κι ο Μπόγρης και πολλοί δικηγόροι, δάσκαλοι, δικαστικοί και μάγκες Αθηναίοι, όλοι μουστακαλήδες αγύμναστοι των κλάσεων 1900 - 1902. Στον ίδιο λόχο υπηρετούσανε κ'  ένα σωρό τσομπαναρέοι και περιβολάρηδες Αξιώτες, όλοι τους αγαθοί άνθρωποι κι "ανεπίδεκτοι μαθήσεως", γιατί ολάκερους μήνας δεν μπορούσανε να μάθουν πιο είναι το δεξί και πιο το ζερβί τους πόδι.


Ο Λάμπρος Πορφύρας την εποχή που υπηρετούσε
στον 13ο λόχο Εμπέδου Τάγματος


Ο Πορφύρας ήταν από τους πιο πειθαρχικούς στρατιώτες. Όχι τόσο από υψηλή συνείδηση του καθήκοντος, όσο από βαριεστημάρα και αυτοεγκατάληψη. Μικρόσωμος, αμίλητος με την καμπουρίτσα του, με το γυρισμένο του κεφάλι κάτου, με τα μισόκλειστα μάτια του κι ανόρεχτος ήτανε πάντα ο τελευταίος του πρώτου ζυγού, όπως ήτανε πάντα πρώτος ο ατελείωτος Μυλωνάς. Μέσα στην τσέπη του κουβαλούσε τα "Εις εαυτόν" του Μάρκου Αυρηλίου, για να ασκείται στη στωϊκήν απάθεια, που τόσο του χρειαζότανε σ'  αυτήν την περίσταση. Σ'  όλο του το είναι διάβαζε τον αφορισμό του φιλόσοφου αυτοκράτορα: "πόλις και πατρίς ως μεν Αντωνίνω μοι η Ρώμη, ως δε ανθρώπω ο κόσμος" συμπληρωμένο έτσι: "ως δε ποιητή το ... άπειρον". Κι αληθινά δε φαινότανε να ζει στο λόχο, μα στο άπειρο. Στο άπειρο τ΄ουρανού και του πελάγου.

Ποτές δεν το έσκαγε από τα γυμνάσια ή τη θεωρία, όπως οι άλλοι Αθηναίοι μάγκες. Όταν όμως μας πηγαίνανε πέρα από το Παγκράτι (τόπος έρημος σχεδόν εκείνη την εποχή) και μας διέταζαν οι υπαξιωματικοί "εφ'  όπλου λόγχη", για να καταλάβουμε "εξ εφόδου από διακοσίων μέτρων" με φωνές κι αλαλητά το λόφο της Αγίας Ανάληψης, αι τότες ο άθλος ξεπερνούσε τα όρια της σωματικής και της ηθικής τους αντοχής. Πλάγιαζε μπρούμητα σε κανένα χαντάκι, άναβε το τσιγάρο του και περίμενε... στωικά να γυρίσουν οι άλλοι θριαμβευτές για να μοιραστεί μαζί τους τη δόξα!

Με τη σατνακρούτα του πάντα της ώρας, με τον παναμά του και το μπαστουνάκι του "ένα ψιλό καλαμάκι από κείνα που λυγούνε, σαν του Σαρλώ) και με το αργό και κουνιστό του περπάτημα παρουσιαζότανε το απομεσήμερο στο καφενείο, που ήταν στην αυλή του θερινού θεάτρου της Κυβέλης, αντίκρα στο παλιό Χρηματιστήριο. Εκεί είχε πάντα ήσκιο και δροσιά κι αεράκι. Άμα βράδιαζε, τραβούσε για το βιβλιοπωλείο του Βασιλείου στην οδό Σταδίου. Εκεί μαζευόντανε με το σούρουπο οι λόγιοι στα 1920 και πέρα:
αλλά, με τη δύση του ηλίου
θα πηγαίνω στου Βασιλείου.

όπως λέγει κι ο Καρυωτάκης.

Ο Πορφύρας στο Πασαλιμάνι
Ο Πορφύρας στα βραχάκια της Φρεαττύδας


Κι από κεί ξεκινούσανε είτε για το υπόγειο του Νίκου Σιδέρη στην Αγορά, είτε για το υπόγειο του κυρ Χρίστου στην οδό Μεταξά, είτε για κάποια άλλη ταβέρνα στο τέρμα της οδού Ευριπίδου, Πορφύρας, Βουτυράς, Παπαγιάννης, Σπαταλάς, Γιοφύλης, Πάνος Ταγκόπουλος, Γ. Σταυρόπουλος, Γ. Δογάνης, Θεοδόσης Σπεράντζας κτλ. Η παρέα αυτή βάσταξε χρόνια. Γιατί ποτές απάνου στο κρασί δε μιλούσανε για φιλολογία. Ούτε έπαινος, ούτε επίκριση, ούτε απαγγελία. Έτσι δεν υπήρχε έδαφος για παρεξήγηση ή για πλήξη. Το πολύ - πολύ κουτσομπολεύανε τους... απόντες. Χαλάλι τους. Και τραγουδούσανε. Ο Βουτυράς ήταν ο μαέστρος ("ένας πετεινός μεγάλος και τρανός", "τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια" κτλ.).

Ο Πορφύρας ήταν τύπος "κλειστός". Ούτε τραγουδούσε, ούτε μιλούσε πολύ. Κάπου - κάπου έκανε κανένα νόστιμο σχόλιο ή διηγότανε κανένα από κείνα τ΄ ανέκδοτα, που ως τα σήμερα τα θυμάται η παρέα του και γελά. Δεν είχε κανέναν οχτρό και δε μισούσε κανέναν. Όταν κάποτες του είπα, πώς τον σκυλοβρίζει ο Αποστολάκης, χαμογέλασε λίγο σουφρώνοντας τα ρουθούνια και ξέχασε αμέσως και για πάντα και τις βρισιές και τον άνθρωπο. 



Μια Κυριακή κάποια λογία κυρία έκανε γι' αυτόν διάλεξη στην αίθουσα του Χρηματιστηρίου του Πειραιά. Τον προσκάλεσε κι αυτόν. Ο Πορφύρας πέρασε μια δυό φορές απ΄ έξω και δεν τολμούσε να μπει. Ντρεπότανε. Σα νά ξερε τι θα πάθαινε. Επί τέλους το πήρε απόφαση. Τον βάλανε να καθήσει στη μέση της πρώτης σειράς στην πιο περίφαντη θέση. Αντικρυστά στο βήμα. Η κυρία απάνου κι αυτός από κάτου δέχτηκε κατακέφαλα όλο το λούσιμο της "αντικειμενικής" κριτικής. Βρήκε όλα του τα ποιήματα μέτρια και τόνε ρεζίλεψε μπροστά σ'  όλο τον κόσμο, πως δε στάθηκε άξιος να πάρει το δίπλωμά του. Μέσα στην αίθουσα κυκλοφορούσανε και μερικοί χρηματιστές, που δεν τον ξέρανε. Ο ένας με τον άλλον τον μάθανε. Στεκόντανε αντίκρα του τόνε δείχνανε με το δάχτυλο και λέγανε: "αυτός είναι"! Δεν άνοιγε η γη να τον καταπιεί; Στο τέλος η κυρία έκανε και μια παραχώρηση. Αναγνώρισε πως αν δεν είναι καλός ποιητής, είναι όμως ευγενέστατος άνθρωπος. "Τότες κ'  εγώ", έλεγε ο Πορφύρας, "σηκώθηκα κ'  έφυγα απότομα για να δείξω, πως δεν είμαι ούτε ευγενέστατος άνθρωπος"! Κι όταν μετά καιρό το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη του ζήτησε βιογραφικές πληροφορίες ο Πορφύρας σημείωσε στο χαρτί: "Δεν πήρα το δίπλωμά μου". Για να μη λένε, πως το κρύβει!



Κάποτες η παρέα διαλύθηκε. Γιατί ο Βουτυράς, που ήτανε το θεμέλιό της, την παράτησε άσπλαχνα. Δεν πήγαινε πια στις ταβέρνες. Οι κακές γλώσσες λέγανε, πως είχε... πλουτίσει και δεν καταδεχότανε πια το κρασί. Έπινε μπύρα! Μα κι ο Πορφύρας το είχε κόψει, δηλαδή του το κόψαν οι γιατροί. Είχε πάθει το σηκώτι του από το πιοτό. Ένα δυό χρόνια δεν ξαναφάνηκε στην Αθήνα. Έν'  απόγευμα τόνε συνάντησα τυχαία έξω από του Ζαχαράτου. Τι αποκαρδιωτικό θέαμα! Το πρόσωπό του ήτανε πρησμένο και χάλκινο. Τα μάτια του γουρλωμένα και κόκκινα. Προσπάθησε να γελάσει κ'  έκανε μια τραγική γκριμάτσα. Τόνε φοβήθηκα. "Δε θα βγάλει το χρόνο" (καλοκαίρι του 1933). Ο σιωπηλός και "σκιώδης" αυτός άνθρωπος, ο ποιητής των "Σκιών", έφυγε για το βασίλειο των Σκιών και της Σιωπής. Ο ποιητής που δεν είχε καμιά πόζα, που δε θορύβησε ποτές για τον εαυτό του, που δε ζήτησε να φανεί απαρατήρητος, μας άφησε φεύγοντας ένα μεγάλο θησαυρό: την τρυφερότητα, τη μουσική και την αλήθεια των στίχων του. Κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο αγαπούμε περισσότερο τους στίχους του, δηλ. αυτόν ολάκερο. 

Η σκιά του ποιητή των "Σκιών" Λάμπρου Πορφύρα


Πηγή: Άνθρωποι του Κώστα Βάρναλη, Εκδόσεις Κέδρος, 1958.
Σχέδιο Λάμπρου Πορφύρα από Ευθ. Παπαδημητρίου

Ονομασίες και μετονομασίες των δρόμων του Πειραιά



του Στέφανου Μίλεση

Σε πρόσφατο άρθρο μου είχα κάνει ειδική αναφορά για την ονομασία της ιστορικής οδού Νοταρά, που ενώ το 1851 αφιερώθηκε στον Στρατηγό Ιωάννη Νοταρά που έπεσε μαχόμενος στη Μάχη του Φαλήρου, αφού πρώτα είχε καταλάβει το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα εντός του οποίου ήταν οχυρωμένοι Τούρκοι, η οδός έφτασε τελικά σήμερα να αποκαλείται «Ναυάρχου Νοταρά». Ναύαρχος Νοταράς βεβαίως υπήρχε, αλλά και μεταγενέστερος της απόφασης ονομασίας ήταν, και η οδός δεν τιμά το όνομά του ήρωα του Πειραιά, αλλά κάποιου άλλου προσώπου από την μεγάλη οικογένεια των Νοταράδων. Κι έτσι λοιπόν η τοπική ιστορία χάνει στην κυριολεξία το δρόμο της, από μια απλή πινακίδα οδοσήμανσης που η αποστολή της είναι να μας δείχνει το δρόμο!

Το ρολόι στο Πασαλιμάνι (αβγό από το σχήμα της μικρής πλατείας)


Εκτός όμως από ιστορικά λάθη που βεβαιώνονται σε πινακίδες οδών του Πειραιά, υπάρχει σε αυτές καταγεγραμμένο το πολιτικό παρελθόν της πόλης. Δρόμοι και πλατείες ονομάζονται ή μετονομάζονται στο διάβα του χρόνου, αναλόγως της πολιτικής θέσεως της εκάστοτε δημοτικής αρχής. Σπάνια θα έλεγα ότι συναντούμε δημοτική αρχή που να έχει σεβαστεί την ιστορία της πόλης και να μην έχει αλλάξει την ονομασία κάποιου μικρού ή μεγάλου δρόμου ή κάποιας πλατείας. Δεν θα αναφερθώ στις γνωστές μετονομασίες της σύγχρονης εποχής διότι αφενός είναι γνωστές αφετέρου το γαϊτανάκι της απόδοσης ονομασιών προς τιμή κάποιου πολιτικού ή κάποιων ξένων δυνάμεων που κατά περίσταση βοηθούν μια πολιτική παράταξη αρχίζει από παλαιά. 

Η σημερινή Πλατεία Ιπποδαμείας το 1851 ονομάζεται Πλατεία Ευεργετίδων Δυνάμεων. Η οφειλή της ύπαρξής μας ως κράτος αποδίδεται στις ξένες δυνάμεις που πρέπει να λάβουν μια τουλάχιστον Πλατεία προς τιμή τους.
 
Το 1916 όταν αποβιβάζονται και καταλαμβάνουν οι Γάλλοι με τις συμμαχικές δυνάμεις τον Πειραιά, εκείνη την ταραγμένη περίοδο του Εθνικού Διχασμού Βενιζελικών – Βασιλικών, που έχει διαιρέσει την Ελλάδα σε κράτος Αθηνών και Θεσσαλονίκης, η δημοτική αρχή Πειραιά αλλάζει διαρκώς χέρια, ανάλογα με το ποια παράταξη επικρατεί. Και οι ονομασίες των δρόμων αλλάζουν ανάλογα με την περίσταση, ακολουθώντας την άνοδο και την πτώση των δημοτικών αρχόντων. Η Σωτήρος Διός στις 22 Νοεμβρίου 1917 μετονομάζεται σε Εμμανουήλ Ρέπουλη προς τιμή του βενιζελικού πολιτικού. Καταλαβαίνουμε ότι είναι περίοδος που επικρατούν οι βενιζελικοί. Στη συνέχεια θα χάσει το όνομά αυτό καθώς θα επικρατήσουν οι Βασιλικοί και στις 29 Δεκεμβρίου του 1922 θα το ξαναλάβει με την επικράτηση και πάλι των Βενιζελικών. Αρκεί δηλαδή να γνωρίζει κάποιος σε ποια παράταξη πρόσκειται το όνομα που λαμβάνει ένας δρόμος για να καταλάβει ποια πλευρά επικρατεί ή ποια ιστορική περίοδο διανύουμε. Η Πλατεία Δεξαμενής (Πηγάδας) την ίδια περίοδο μετονομάζεται σε Πλατεία Επιστράτων (όταν κυριαρχούν οι Βασιλικοί), σε Πλατεία Θεσσαλονίκης (όταν κυριαρχούν οι Βενιζελικοί). Το 1937 της αποδίδεται η ονομασία Πλατεία Βασιλέως Όθωνος ενώ το 1945 μετονομάζεται σε πλατεία Πηγάδας και πάλι. Μεταπολεμικά θα λάβει το όνομα Πλατεία Καλαβρύτων και Πλατεία Κατίνας Παξινού που υποτίθεται ότι σήμερα φέρει. Φυσικά πρωτοκαθεδρία έχουν οι οδοί Ελευθερίου Βενιζέλου για τη μια παράταξη ή ονόματα πολιτικών του λαϊκού κόμματος και Βασιλέων για την άλλη. Γνωστή περίπτωση η λεωφόρος Μουνυχίας που κατά τους Βενιζελικούς ονομάζεται ελευθερίου Βενιζέλου, ενώ κατά τους αντιπάλους τους Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας. Και αφού τελικώς οι ονομασίες διαδέχονται η μια την άλλη, καταλήγουμε στη σημερινή της ονομασία Γρηγορίου Λαμπράκη.

Όταν αποχώρησαν οι Γερμανοί από τον Πειραιά στις 13 Οκτωβρίου του 1944, η Πλατεία Κοραή μετονομάσθηκε στις 20 Δεκεμβρίου του 1944, σε Πλατεία Ουίνστον Τσώρτσιλ καταδεικνύοντας την πολιτική θέση της δημοτικής αρχής έναντι των Δεκεμβριανών που είχαν ξεσπάσει. Και έτσι η Πλατεία Κοραή έμεινε να αποκαλείται Πλατεία Τσώρτσιλ για περίπου δέκα χρόνια μέχρι τον Αύγουστο του 1954 να λάβει και πάλι το αρχικό της όνομα. Όταν στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο ο Πειραιάς απέφυγε από τους βομβαρδισμούς των Ιταλών τα χειρότερα, που δυστυχώς υπέστησαν άλλες πόλεις όπως η Πάτρα ή η Κέρκυρα, ο Ιωάννης Μεταξάς πρότεινε στον τότε Δήμαρχο Μιχάλη Μανούσκο ο Τινάνειος κήπος να μετονομασθεί σε Κήπος του Δράκου καθώς έτσι τον είχαν σημειώσει πολλοί ιταλικοί πορτολάνοι την εποχή που δέσποζε ακόμα το λιοντάρι του Πειραιά που άρπαξε ο επίσης Ιταλός Μοροζίνη. Φάνηκε λοιπόν σωστή η ιστορική ταύτιση του κλεμμένου από τους Ιταλούς συμβόλου της πόλης, του λιονταριού, με την ιταλική εκδοχή της ονομασίας του και στις 29 Μαρτίου του 1940 ο Τινάνειος Κήπος μετονομάστηκε σε Κήπος του Δράκου. Και Δράκος έμεινε στα χαρτιά τουλάχιστον να αποκαλείται ο Τινάνειος, μέχρι τον Απρίλιο του 1950 που έλαβε την ονομασία κήπος Θεμιστοκλέους. 

Στις 29 Μαρτίου του 1940 Τινάνειος Κήπος μετονομάσθηκε σε Κήπος του Δράκου 


Επί Μεταξά φυσικά οι μετονομασίες ήταν τόσες πολλές που σήμερα δύσκολα θα αναγνώριζε κάποιος τις τοποθεσίες. Η γνωστή μας ως Πλατεία Λουδοβίκου δίπλα στον ηλεκτρικό σταθμό Πειραιώς, στις 22 Ιουνίου του 1937 μετονομάζεται σε Πλατεία 4ης Αυγούστου, προς τιμή φυσικά της επικράτησης του καθεστώτος Μεταξά, ενώ η ίδια Πλατεία στις 17 Φεβρουαρίου του 1945 μετονομάζεται σε Πλατεία Φραγκλίνου Ρούζβελτ προς τιμή των Αμερικανών συμμάχων. Έτσι στον Πειραιά δύο κεντρικές πλατείες το 1945 τιμούν ταυτόχρονα τα ονόματα του Άγγλου Πρωθυπουργού Ουίνστον Τσώρτσιλ και του Αμερικανού Πρόεδρου Φραγκλίνου Ρούζβελτ!

Το Πασαλιμάνι το 1910


Στις 2 Μαρτίου του 1940, το τμήμα της Λεωφόρου Γεωργίου Α’ από τη σημερινή Γρηγορίου Λαμπράκη μέχρι την παραλία της Καστέλλας μετονομάζεται σε Λεωφόρο Γεωργίου Β’ καθώς τότε Βασιλιάς ήταν ο Γεώργιος ο δεύτερος και όφειλε να λάβει κι αυτός μερτικό σε κάποιο τμήμα δρόμου. Ωστόσο ο Γεώργιος Β’ έλαβε και μεγαλύτερο μερίδιο στον Πειραιά αφού στις 9 Απριλίου του 1947 η Πλατεία Τερψιθέας μετονομάσθηκε σε Πλατεία Γεωργίου Β’.  

Οι περισσότερες από αυτές τις ονομασίες ουδέποτε επικράτησαν, ειδικά όταν η απόδοση τιμής σε κάποιο όνομα γινόταν χωρίς αυτό να έχει κάποια σχέση με την πόλη του Πειραιά. Οι Πειραιώτες συνέχιζαν να αποκαλούν στις περισσότερες περιπτώσεις τους δρόμους και τις πλατείες με τα ιστορικά τους ονόματα όπως συμβαίνει στις μέρες μας με την Πλατεία Τερψιθέας που ουδείς την αποκαλεί Πλατεία Καραμανλή. Ο ίδιος ο κόσμος είναι που διασώζει την ιστορική μνήμη και την ταυτότητα της πόλης. 

Η Πλατεία Κοραή μετονομάσθηκε στις 20 Δεκεμβρίου του 1944, σε Πλατεία Ουίνστον Τσώρτσιλ καταδεικνύοντας την πολιτική θέση της δημοτικής αρχής έναντι των Δεκεμβριανών που είχαν ξεσπάσει.

  
Δεν είναι λίγες οι φορές όμως που κάποια δημοτική αρχή θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να διαγράφει χωρίς κανέναν απολύτως σεβασμό την ιστορία της πόλης. Η ιστορική ακτή Μιαούλη αφιερωμένη στον ναυμάχο Ανδρέα Μιαούλη, το σπίτι του οποίου οικοδομήθηκε μπροστά από τον Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνα, μετονομάσθηκε το 1972 σε Ακτή Αλκίμων. Ερώτημα είναι αν αναφέρεται η ονομασία στην Άλκιμο Ακτή όπου βρισκόταν το λιοντάρι του Πειραιά. Καθώς το λιοντάρι καθόταν στο σημείο εκπέμποντας μια κολοσσιαία ήρεμη δύναμη, ο ιστορικός Ulrichs απέδωσε την ονομασία Άλκιμος Ακτή στο συγκεκριμένο σημείο καθώς Άλκιμος είναι ο ισχυρός. Και αυτός ο Άλκιμος γίγαντας, έδωσε στην ακτή αυτή την ονομασία. Η χούντα επίσης προσπάθησε να μετονομάσει και την οδό Νοταρά σε οδό Λήθης, άγνωστο με ποιο σκεπτικό, μετονομασία που όμως δεν εγκρίθηκε από τη Νομαρχία. Αν είχε γίνει η ιστορική Νοταρά θα καλείτο σήμερα οδό Λήθης κι έτσι τουλάχιστον θα είχαμε αποφύγει τον αυθαίρετο μετασχηματισμό ενός στρατηγού σε ναύαρχο!

Το 1972 η Ακτή Μιαούλη μετονομάσθηκε από τη χούντα σε Ακτή Αλκίμων



Μετονομασίες όμως δεν δέχονται μόνο οι δρόμοι και οι Πλατείες αλλά και οι προβλήτες  του λιμανιού. Κατά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ο Πειραιάς ως γνωστόν δέχθηκε τη μεγαλύτερη άφιξη προσφύγων. Έτσι στις 29 Δεκεμβρίου του 1922 η προβλήτα της Τρούμπας που φέρει την ονομασία Προβλήτα Βασιλέως Κωνσταντίνου μετονομάζεται σε Προβλήτα Εθνικής Σωτηρίας, αφού σε αυτήν αποβιβάζονται οι περισσότεροι των προσφύγων που καταφτάνουν. Άλλες προβλήτες του λιμένος τη μεταπολεμική εποχή λόγω του σχεδίου Μάρσαλ θα φέρουν την ονομασία Προβλήτα Τρούμαν κ.ο.κ. 

Πουθενά αλλού στον κόσμο, πλην της Ελλάδας, δεν νομίζω ότι συμβαίνει αυτή η κατάσταση. Στα ευρωπαϊκά κράτη οι δρόμοι διατηρούν τις αρχικές τους ονομασίες, κρατώντας έτσι την ιστορία της πόλης ζωντανή. Δικαίωμα ονοματοθεσίας δρόμου ή πλατείας έχει μόνο ο δημιουργός της. Όποιος επιθυμεί ονοματοθεσία θα πρέπει να κατασκευάσει έναν νέο δρόμο ή μια νέα πλατεία και όχι να μετονομάσει μια ήδη υπάρχουσα. Είναι θέμα πολιτισμού και παιδείας, ας το καταλάβουμε επιτέλους.   

Ισμήνη Βογιά Τζαβάρα. Η λαμπρή παιδαγωγός του Πειραιά.

Τα κτήρια της παλαιών Ράλλειων Σχολείων


του Στέφανου Μίλεση


Η Ισμήνη Βογιά Τζαβάρα υπήρξε αρθρογράφος, λογοτέχνης, δημοσιογράφος, πρωτεργάτης στο γυναικείο κίνημα για την ισότητα στον Πειραιά και το κυριότερο σπουδαία παιδαγωγός στην πόλη μας.

Υπήρξε η πρώτη διανοούμενη γυναίκα του Πειραιά. 

Το 1909 εξήλθε από το Διδασκαλείο του Αρσάκειου.

Το 1925 ο Δήμος Πειραιώς την έστειλε με υποτροφία στη Γενεύη για ανώτερες σπουδές στον τομέα της Παιδαγωγικής και της Ψυχολογίας. 

Το 1927 επέστρεψε από την Ελβετία στον Πειραιά και αμέσως έθεσε σε εφαρμογή όλα όσα έμαθε από την παραμονή της στην Γενεύη. Εφάρμοσε ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του Δημοσυντήρητου Διδασκαλείου (της Ραλλείου) και ήταν εκείνη που έθεσε τις νέες βάσεις ώστε το Διδασκαλείο να μετατραπεί σε Ράλλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Πειραιώς. Για αυτό το λόγο υπήρξε και η πρώτη Διευθύντρια της Ραλλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας.

Εκτός όμως από την εκπαιδευτική της δράση, διακρίθηκε για τον αγώνα της για την ισότητα των γυναικών. Υπήρξε βασική πυλώνας του φεμινιστικού κινήματος στον Πειραιά. Δημοσίευε πύρινα άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες, διοργάνωνε συγκεντρώσεις και ομιλίες γύρω από τη γυναικεία χειραφέτηση, ειδικά στην εκπαίδευση των γυναικών που διέφερε έναντι των ανδρών. 

Δυστυχώς η αρθρογραφία της όπως και ο αγώνας της λίγο αναφέρεται από τις μελέτες ιδρυμάτων περί ισότητας, καθώς δημοσίευε σε τοπικά έντυπα (πειραϊκές εφημερίδες και περιοδικά) με αποτέλεσμα να μην έχει αξιολογηθεί ακόμα στον οφειλόμενο βαθμό αναγνώρισης που της αξίζει. Στον Πειραιά το όνομά της θα έλεγα ότι είναι εντελώς άγνωστο. 

Η Ισμήνη Βογιά Τζαβάρα έφυγε πρόωρα από τη ζωή καθώς σκοτώθηκε στον μεγάλο συμμαχικό βομβαρδισμό του Πειραιά της 11ης Ιανουαρίου του 1944, αφήνοντας πίσω της ελάχιστα χνάρια του πολυσχιδούς έργου της. 

Κι όμως μέσα στα δύσκολα εκείνα χρόνια της κατοχής και της δυστυχίας οι Πειραιώτες κατάφερναν να αποδίδουν τις οφειλόμενες τιμές. Στις 5 Μαρτίου του 1944 τέλεσαν στον Ι.Ν. της Ευαγγελίστριας Πειραιά, μνημόσυνο διοργανωμένο από τον Δήμο, ειδικά αφιερωμένο στην Ισμήνη Τζαβάρα, αλλά και στη δασκάλα της Επαγγελματικής Σχολής Ηρώ Νάκου και σε άλλες έξι δασκάλες της ίδιας σχολής καθώς και στις 15 εργατοτεχνίτριες της Δημοτικής υπηρεσίας του "Ρούχου του Φτωχού Παιδιού". 

Η μαρμάρινη πλάκα που δεσπόζει σήμερα στην είσοδο του Δημαρχείου Πειραιώς, που μνημονεύει τα 21 θύματα της Δημοσυντήρητης Επαγγελματικής και Οικοκυρικής Σχολής Θηλέων Πειραιώς, που έχασαν τη ζωή τους κατά τον βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου 1944.
Η σχολή βρισκόταν εκεί που σήμερα βρίσκεται το Δημαρχείο Πειραιώς.
Τα κορίτσια της επαγγελματικής (δασκάλες και εργατοτεχνίτριες του "Ρούχου του Φτωχού Παιδιού",  έχασαν τη ζωή τους στο καταφύγιο της Ηλεκτρικής Εταιρείας όπου είχαν καταφύγει για να προστατευθούν.


Και αυτό το μνημόσυνο μπορεί να ήταν κατά κάποιο τρόπο αφιερωμένο στις παιδαγωγούς που έχασαν τη ζωή τους, ωστόσο ήταν συνάμα η πρώτη δημοτική εκδήλωση υπέρ των φονευθέντων του μεγάλου βομβαρδισμού, εκδήλωση που στις μέρες μας τελείται κάθε 11η Ιανουαρίου στο μνημείο του κοιμητηρίου "Ανάσταση". 

Ο ναός της Ευαγγελιστρίας ήταν ασφυκτικά γεμάτος εκείνη την Κυριακή του Μαρτίου του 1944. Παρέστη και ο ίδιος ο κατοχικός Πρωθυπουργός Ι. Ράλλης αλλά δυστυχώς και όλοι οι εκπρόσωποι των αρχών κατοχής καθώς οι Γερμανοί "άρπαξαν" την ευκαιρία σε κάθε περίπτωση να προωθήσουν μέσω της προπαγάνδας τον άδικο βομβαρδισμό της πόλης από τα συμμαχικά αεροπλάνα.

Έκτοτε το όνομα της σπουδαίας αυτής Πειραιώτισσας, της Ισμήνης Τζαβάρα, λησμονήθηκε καθώς μεταξύ άλλων καταργήθηκε και η Ράλλειος Παιδαγωγική Ακαδημία της οποίας υπήρξε πρώτη διευθύντρια, το μοναδικό δηλαδή ίδρυμα το οποίο θα μπορούσε να μνημονεύει το όνομά της. 

Οδός Νοταρά. Σκέψεις περί της ονομασίας της οδού.





του Στέφανου Μίλεση

Είναι αρκετός καιρός που όταν διέρχομαι την οδό Νοταρά, παρατηρώ τις πινακίδες σήμανσης του δρόμου που αναγράφουν «Οδός Ναυάρχου Νοταρά»

Και κάθε φορά διατυπώνω το ίδιο ερώτημα στον εαυτό μου, εάν η οδοσήμανση είναι σωστή, εάν δηλαδή ο δρόμος ονοματοθετήθηκε προς τιμή κάπου Νοταρά που ήταν Ναύαρχος. Κύρια το ερώτημα αυτό προς τον εαυτό μου, έχει να κάνει με το γεγονός, ότι από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι την οδό ως «Νοταρά» άνευ οποιοδήποτε άλλου προσδιοριστικού στοιχείου, όπως βαθμού ή μικρού ονόματος και ήμουν σίγουρος ότι ουδέποτε θυμάμαι στο μακρινό παρελθόν πινακίδες να την ονοματίζουν ως «Ναυάρχου Νοταρά». 

Λεωφόρο Γεωργίου και Νοταρά


Ανέτρεξα λοιπόν σε ό,τι είχα πρόχειρο όπως διαφημίσεις εφημερίδων, αναγγελίες ή άλλες καταχωρήσεις σε έντυπα σχετικά με τον δρόμο αυτό και όντως διαπίστωσα ότι όλοι οι Πειραιώτες επί δεκαετίες αποκαλούσαν τον δρόμο απλά «Νοταρά», χωρίς καν να προσδιορίζεται για ποιον Νοταρά είχε γίνει η ονοματοθεσία. Ο προσδιορισμός σε οδό "Ναυάρχου Νοταρά" αποτελούσε νεωτερισμό που προήλθε από άγνωστη πρόταση, έγκριση και καθιέρωση.  

Στο βιβλίο ονοματοθεσιών του Δήμου Πειραιώς, αναφέρεται ότι το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιώς, με την υπ΄ αριθμ. 446 απόφασή του στις 21 Δεκεμβρίου του 1851 ενέκρινε τη μετονομασία της οδού Ηροδότου σε οδό Νοταρά. Στην απόφαση 446 έχει καταγραφεί η παρακάτω αναφορά της μετονομασίας η οποία δεν προσδιορίζει σε ποιον Νοταρά ο δρόμος αφιερώνεται. Καταγράφει σχετικώς η απόφαση:

"στην οδό που άρχιζε από την οικία του ξυλουργού Γεωργίου Ξεκουμιανού προς Δυσμάς και της οικίας Σουσάνα, τη λήγουσα προς τη «Λάκκαν του Βάβουλα» οδό", την ονομασία «Νοταρά»


Βεβαίως ο Νοταράς στον οποίο θα περίμενε κάποιος να έχει αποδοθεί η τιμή της ονομασίας του δρόμου θα ήταν ο Ιωάννης Νοταράς. Κι αυτό διότι στους περισσότερους οπλαρχηγούς που συμμετείχαν ή έπεσαν στις μάχες στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά αποδόθηκαν δρόμοι με τα ονόματά τους όπως οδός Μακρυγιάννη, οδός Βεΐκου, οδός Δράκου κ.ο.κ. και θα προκαλούσε πραγματική απορία το γεγονός ότι αφού δόθηκαν ονομασίες σε Πειραιά και Νέο Φάληρο στους μικρότερους στη φήμη οπλαρχηγούς, πώς θα μπορούσε να παραληφθεί ο Ιωάννης Νοταράς που θεωρείτο μια από τις σημαντικότερες μορφές της Μάχης της Αθήνας. Όμως αυτή ήταν απλώς μια υποψία που δεν ήταν αρκετή. Χρειαζόταν και το τυπικό μέρος, η αναγραφή δηλαδή του σκεπτικού σε κάποιο έγγραφο ονοματοθεσίας. 

Οι αποφάσεις όλων των Δήμων του Νομού Αττικής και Βοιωτίας επικυρώνονταν τότε από τον οικείο Νομάρχη. Έτσι και η απόφαση του Δήμου Πειραιά για τη μετονομασία της οδού Ηροδότου υποβλήθηκε προς έγκριση στο Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας, ο οποίος στις 22 Φεβρουαρίου του 1852 πραγματικά επικύρωσε τη μετονομασία. Το σημαντικό όμως είναι ότι επί της πράξεως επικυρώσεως του Νομάρχη αναγράφεται το εξής: 

«Η οδός “Ηροδότου” να ονομασθή οδός Νοταρά, του ανδρός πεσόντος εις τας Αθήνας».

Ο Νομάρχης Αττικής και Βοιωτίας επικυρώνει τη μετονομασία της οδού Ηροδότου σε οδό Νοταρά προς τιμή του ανδρός πεσόντος εις τας Αθήνας


Το στοιχείο που έλειπε βρέθηκε! Η οδός Ηροδότου μετονομάστηκε προς τιμή του Ιωάννη Νοταρά, που πολέμησε στον Πειραιά στις επιχειρήσεις για τη κατάληψη του Λόφου της Μουνυχίας (σημερινής Καστέλλας) το 1827, επιβεβαιώνοντας την αρχική υποψία.

Ο Ιωάννης Νοταράς



Ήταν από εκείνους που είχαν συμμετάσχει στη δύναμη που αποβιβάστηκε στη ρίζα του βουνού του λόφου, στη θέση καλουμένη «Γωνίαν».

Ηγείτο μιας δύναμης 1.500 ανδρών και μαζί με τον Μακρυγιάννη και τους 550 άνδρες του, τον Δημήτριο Καλλέργη με τους Κρήτες του, τους Ιωάννη Πέτα και Χαράλαμπο Ιγγλέση ανέλαβαν να καταλάβουν τον καλά οχυρωμένο λόφο της Καστέλλας. Και αφού το επέτυχαν ο Μακρυγιάννης έμεινε να φυλά το λόφο που κοιτούσε προς το Φάληρο, ο Καλλέργης προς τον Πειραιά και ο Ιωάννης Νοταράς "έπιασε" το κέντρο. 

Ο Ιωάννης Νοταράς θα πέσει ηρωικά μαχόμενος έξω από τον Πειραιά, στην ατυχή Μάχη του Ανάλατου, στις 24 Απριλίου του 1827. Στην πανωλεθρία που υπέστησαν οι Έλληνες όλοι οι οπλαρχηγοί σκοτώθηκαν όπως ο Λάμπρος Βεΐκος, ο Γιωργάκης Δράκος κ.α. Στην σφαγή αυτή ήταν που έπεσε και ο Ιωάννης Νοταράς, αν και το σώμα του ουδέποτε βρέθηκε. Η Μάχη αυτή έμεινε να αποκαλείται και ως Μάχη της Αθήνας, καθώς η απόβαση των Ελλήνων στην Καστέλλα, η κατάληψη της Μονής του Αγίου Σπυρίδωνα και όλες οι μάχες που έγιναν στην ευρύτερη περιοχή αποσκοπούσαν στη λύση της πολιορκίας της Ακρόπολης εντός της οποίας βρίσκονταν εγκλωβισμένοι οι Έλληνες.   


Ο Ιωάννης Νοταράς κατά μια εκδοχή αναγνωρίσθηκε κι αυτός ως αρχηγός ομάδας ενόπλων και οδηγήθηκε στον Κιουταχή, όπως όμοια έγινε και με τον Καλλέργη. Εκεί ο Τούρκος που τον συνόδευε λένε πως τον φόνευσε αμέσως καθώς άκουσε πως η αμοιβή από τα λύτρα θα πάει στον Κιουταχή (Ρεσίτ Πασά) κι όχι σε εκείνον που τον έπιασε. Από την ήττα αυτή οι Έλληνες αποθαρρύνθηκαν τόσο πολύ που διέταξαν την φρουρά της Ακροπόλεως να συνθηκολογήσει, ενώ εγκαταλείφθηκε η Καστέλλα που είχε παρθεί με στρατιωτική επιχείρηση. 

Η ήττα της Μάχης του Ανάλατου ήταν από τις τραγικότερες της ιστορίας. Το όνομα του Ιωάννη Νοταρά βρίσκεται χαραγμένο σε μαρμάρινη πλάκα στο Μνήμα του Καραϊσκάκη μαζί με άλλα πεσόντων οπλαρχηγών (προτελευταίο στη δεξιά στήλη). 

Στην πίσω πλευρά του Μνημείου βρίσκονται χαραγμένα τα ονόματα των τοποθεσιών των Μαχών καθώς και τα ονόματα των συναγωνιστών του


Όμως ο Ιωάννης Νοταράς δεν ήταν απλώς ένας οπλαρχηγός, αλλά ήταν και Στρατηγός και μάλιστα από τους νεαρότερους στην Ελλάδα αφού που προήχθη στο βαθμό αυτό το 1824, σε ηλικία μόλις 19 ετών, αφού ήταν γεννημένος το 1805! Είχε κατακτήσει το ανώτερο αξίωμα ύστερα από την κατάληψη του κάστρου της Ακροκορίνθου που θεωρείτο σημείο άπατο εκεί που ήταν οικοδομημένο. 

Ο Ιωάννης Νοταράς, ο δεκαεννιάχρονος Στρατηγός της επανάστασης, διακρίθηκε για τη γενναιότητα του στις μάχες για την απελευθέρωση του Πειραιά και που τελικά άφησε την πνοή του στον τόπο μας, έφτασε δυστυχώς από στρατηγός να γίνει ναύαρχος, όχι σε ξένο τόπο, αλλά εκεί που έπεσε μαχόμενος για την απελευθέρωσή του

Σχέση του Ιωάννη Νοταρά όπως και του θείου του γνωστού Πανούτσου Νοταρά με τη θάλασσα δεν υπήρχε. Αυτή η μη ύπαρξη σχέσης μάλιστα είχε γίνει και γνωμικό από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος κάθε φορά που έβλεπε Καπετάνιο σε στρατιωτική επιχείρηση ξηράς, δίνοντας μάλιστα διαταγές με ναυτικά παραγγέλματα, κουνούσε το κεφάλι του κι έλεγε πως δεν απομένει τίποτε άλλο "παρά να διορίσουν τον γερό - Νοταρά Ναύαρχο στη θέση του Μιαούλη" (εννοώντας τον Πανούτσο Νοταρά).

Ο Πανούτσος Νοταράς για τον οποίο ο Κολοκοτρώνης έλεγε αστειευόμενος ότι δεν μένει κάτι άλλο παρά να τον δούμε διορισμένο σε θέση Ναυάρχου!


Η ύπαρξη της σχετικής απόφασης του Νομάρχη Αττικής και Βοιωτίας επιβεβαιώνει την υποψία ότι η ονομασία του δρόμου δεν θα μπορούσε να δοθεί σε κάποιον άλλον από την οικογένεια Νοταρά παρά μόνο σε εκείνον που έπεσε μαχόμενος στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Ακόμα και ο Τύμβος στο Νέο Φάληρο που κατασκευάστηκε προς ανάμνηση της θυσίας των συντρόφων του Γεωργίου Καραϊσκάκη δεν είναι διάφορος προς την ονομασία της οδού Νοταρά, όπως και η μαρμάρινη πλάκα που υπάρχει στο Μνημείο του Γεωργίου Καραϊσκάκη.        


Να σημειώσουμε επίσης και ένα ακόμα στοιχείο που είναι άγνωστο στους περισσότερους και αφορά σε νεώτερη προσπάθεια μετονομασίας του δρόμου που έγινε επί Χούντας. Για την οδό Νοταρά ότι το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά στις 29 Σεπτεμβρίου του 1967 με την υπ΄ αριθμ. 270 απόφασή του, πρότεινε νέα μετονομασία της της εν λόγω οδού. Και θα αποτελούσε κι αυτό ένα από τα πολλά κατορθώματα της χούντας αφού θα καταργούσε την απόδοση τιμής σε έναν ήρωα της επανάστασης, αποδίδοντας στο δρόμο τη νέα του ονομασία που ήταν οδό Λήθης, ονομασία που ευτυχώς δεν εγκρίθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών.

Θα ενδιέφερε πραγματικά να μάθουμε αν πέρα από όσα καταθέσαμε, υπάρχει κάποιο στοιχείο στο ιστορικό αρχείο του Δήμου Πειραιά ή σε κάποιο άλλο αρχείο το οποίο αγνοούμε, βάσει του οποίου η οδός Νοταρά μετονομάσθηκε σε "Ναυάρχου Νοταρά" προσβάλλοντας ουσιαστικά την απόφαση απόδοσης τιμής στον ήρωα του Πειραιά Ιωάννη Νοταρά. Ίσως σε άλλους δήμους της χώρας κάποια οδός "Νοταρά" να έχει αποδοθεί σε άλλο μέλος της οικογενείας αυτής. Στον Πειραιά όμως αποδόθηκε στον Ιωάννη Νοταρά. Τουλάχιστον έτσι δείχνουν τα στοιχεία.  

Συνεπώς αν δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να δικαιολογεί τον προσδιορισμό του δρόμου σε "Ναυάρχου Νοταρά", θα πρέπει άμεσα να γίνει αντικατάσταση των πινακίδων του δρόμου στην αρχική τους κατάσταση για να σταματήσει να υφίσταται αυτό το σοβαρό λάθος όπου ένας Στρατηγός γίνεται Ναύαρχος!  

Διαβάστε επίσης:

Στα παλικάρια του Καραϊσκάκη (Μάχη του Φαλήρου)

Ιστορία Μνημείου του Καραϊσκάκη και Τύμβου των Αγωνιστών στο Φάληρο


Η λογοτεχνική και καλλιτεχνική σχολή της Φρεαττύδας



Του Στέφανου Μίλεση


Είναι αδύνατο να μπορέσει εύκολα να συνειδητοποιήσει κάποιος, πώς ένας τόσο μικρός όρμος, όπως είναι αυτός της Φρεαττύδας, θα μπορούσε να αποτελέσει κοιτίδα παραγωγής ενός μεγάλου λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού έργου.

Ο γαλήνιος όρμος της Φρεαττύδας αποτέλεσε πηγή έμπνευσης πολλών και σπουδαίων πνευματικών μορφών του Πειραιά, οι οποίοι επέλεξαν να ζήσουν ολόγυρά του. Η Φρεαττύδα ήδη από την αρχαιότητα είχε επιλεγεί από τον Μένανδρο ως κατάλληλος τόπος για να οικοδομήσει το πλούσιο σπίτι του, ζώντας δίπλα στη θάλασσα ώστε να εμπνέεται. 

Στη Φρεαττύδα ο Μένανδρος έχοντας στο πλευρό του την αγαπημένη του γυναίκα, την όμορφη Γλυκέρα, έγραψε τα περισσότερα έργα του. Από κοντά βρισκόταν και ο φίλος του ο φιλόσοφος Επίκουρος. Ο Μένανδρος αγάπησε τόσο πολύ τον μικρό όρμο που συστηματικά αρνείτο να απομακρυνθεί ακόμη και όταν ήταν προσκεκλημένος σε αυλές Βασιλέων όπως της Αιγύπτου. Η τύχη ήθελε τον Μένανδρο να αφήνει την τελευταία του πνοή στην Φρεαττύδα όταν το 292 π.Χ., σε ηλικία μόλις 50 ετών καθώς πνίγηκε κολυμπώντας μπροστά από το σπίτι του!

Με την δημιουργία της σύγχρονης πόλης του Πειραιά, ο γραφικός όρμος της Φρεαττύδας, βρέθηκε να αποτελεί μήτρα σπουδαίων πνευματικών ανθρώπων όσο καμιά άλλη τοποθεσία στον Πειραιά, ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσε τόπο συνάθροισης λογοτεχνών που εμπνεόμενοι από το ήμερο περιβάλλον που προσέφερε, τους ενέπνεε και τους τροφοδοτούσε με εικόνες. 




Μια από τις σημαντικότερες μορφές της λογοτεχνικής Φρεαττύδας ήταν ο ΠαύλοςΝιρβάνας (Πέτρος Αποστολίδης). Η οικογένεια Αποστολίδη εγκαταστάθηκε στην Φρεαττύδα το 1871 ερχόμενη από τη σημερινή Ουκρανία όπου είχε αναμιχθεί σε εμπορικές δραστηριότητες. Ο μικρός Πέτρος Αποστολίδης βρέθηκε στο γραφικό όρμο σε ηλικία πέντε ετών και έφυγε σε ηλικία 44 χρονών μόνο διότι νυμφεύθηκε άλλη γυναίκα την οποία ακολούθησε στο Νέο Φάληρο. Για σαράντα περίπου χρόνια η Φρεαττύδα υπήρξε η «ποιητική του πατρίδα». Έτσι την αποκαλούσε. 


Γύρω του είχε συγκεντρώσει έναν μεγάλο αριθμό Πειραιωτών λογοτεχνών με τους οποίους όχι απλά συνεργαζόταν στα διάφορα έντυπα του Πειραιά και της Αθήνας, αλλά τον συνόδευαν στους καθημερινούς του περιπάτους στον μικρό όρμο, στα καφενεία και στις πολλές ταβέρνες που υπήρχαν ολόγυρα. Ένας από αυτούς ο ποιητής και μεταφραστής Γεώργιος Ζουφρές έγραψε για τον Νιρβάνα:
«Αυτός είναι ο γιατρόσοφος, από το Τσιρλονέρι, αρχαία γράφει το πρωί, μικτή το μεσημέρι»
  

Ο Γεώργιος Ζουφρές



      
Ο Ζουφρές περιγράφει τον Νιρβάνα ως γιατρόσοφο διότι ήταν ιατρός του Πολεμικού Ναυτικού. Επειδή τότε υπήρχε το γλωσσικό ζήτημα και ο δημοτικής – καθαρεύουσας και ο Νιρβάνας δεν ήθελε να αναμιχθεί για αυτό και ο Ζουφρές έγραφε αυτούς τους στίχους «πειράζοντας» τον Νιρβάνα, ενώ τη Φρεαττύδα την αποκαλούσε Τσιρλονέρι, από το ιαματικό νερό που ακόμα ανάβλυζε από τα βραχάκια του μικρού όρμου, το οποίο χρησιμοποιείτο ως ισχυρό καθαρτικό των εντέρων. 

Ο ίδιος ο Νιρβάνας μας πληροφορεί σε επιστολή του που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδες της εποχής, ότι:

«Αξίζει από περιέργεια, εάν κρατήσετε κάποτε ένα Πειραϊκό φιλολογικό αρχείο, να βρείτε και να περιμαζέψετε όλα αυτά τα έντυπα, που από μέσα τους πέρασαν, με τα πρώτα τους φανερώματα, όλοι αυτοί που μια μακρινή μέρα εξόρμησαν από το ποιητικό ερημητήριο της Φρεαττύδας, για να κατακτήσουν με τον καιρό, μια θέση στα νεοελληνικά γράμματα. Αν τους μετρήσετε θα βρείτε πολλούς, ενώ άλλοι, αλίμονο πέθαναν και λησμονήθηκαν». 

Ο Νιρβάνας λοιπόν πρώτος μας πληροφορεί για το «ποιητικό ερημητήριο της Φρεαττύδας» και για το πόσους πολλούς λογοτέχνες και καλλιτέχνες «γέννησε» εκ των οποίων ολίγων μόνο τα ονόματα διασώθηκαν. Η Φρεαττύδα υπήρξε επίσης η ποιητική πατρίδα του Λάμπρου Πορφύρα που αν δεν καθόταν στα βραχάκια της τις καλοκαιρινές νύχτες δεν μπορούσε να γράψει. Ποιητικό ορμητήριο στάθηκε η Φρεαττύδα και για τον άλλο μεγάλο ποιητή της τον Γεώργιο Στρατήγη. Οι στίχοι επίσης των δικών του ποιημάτων χρωματίζονταν από τις μυσταγωγικές εικόνες του γραφικού όρμου που του θύμιζαν τη «Ντάπια» του τόπου του, των Σπετσών. 







Η Φρεαττύδα όμως δεν χρωμάτιζε μόνο στίχους ποιημάτων, αλλά και καβαλέτα ζωγράφων, παρτιτούρες μουσικών και ολόκληρες παραγράφους πεζογράφων. 

Ο μεγάλος θαλασσογράφος Κωνσταντίνος Βολανάκης πέρασε επίσης από τα παράλιά της. 

Οι μουσουργοί Ναπολέων και Γεώργιος Λαμπελέτ την έκαναν νότες, όπως αργότερα έκανε το ίδιο ο ανεπανάληπτος μουσουργός Παναγιώτης Φακιολάς στη δική του Τερψιχόρη.

Ειδικά στην πειραϊκή περίοδο του Νιρβάνα, 1884 – 1916 συναντούμε δίπλα του σπουδαία λογοτεχνικά ονόματα όπως του Σπύρου Μελά, του Δημοσθένη Βουτυρά, του Νίκου Χατζάρα, του Άριστου Καμπάνη οι οποίοι μαζί με τους Λάμπρο Πορφύρα και Γεώργιο Ζουφρέ που ήδη αναφέραμε, αποτέλεσαν ένα διόλου ευκαταφρόνητο λογοτεχνικό δυναμικό. 

Εκείνη την περίοδο ήταν που η «Σχολή της Φρεαττύδας» προσέφερε ποιητές, πεζογράφους και καλλιτέχνες πανελλήνιας προβολής. Δίπλα σε αυτούς άξια στάθηκε και η αμέσως επόμενη γενιά του Χρήστου Λεβάντα, του Κώστα Σούκα, του Νικηφόρου Βρεττάκου, του Νίκου Καββαδία και πολλών άλλων που οδήγησε τον Πειραιά σε λογοτεχνικά μονοπάτια έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960.





Μια τόσο μικρή περιοχή, με τόσο μεγάλη προσφορά δύσκολα μπορεί να συναντήσει κάποιος. Διότι εκτός από πεζογράφους, ποιητές, ζωγράφους και μουσικούς, η Φρεαττύδα γέννησε σπουδαίους ανθρώπους σε διαφορετικούς τομείς  του ανθρωπίνου πνεύματος. Ο Δημοσθένης Καλοστύπης, ο εκδότης εφημερίδας «Σφαίρα» ήταν Φρεαττυδιώτης, όπως επίσης και ο ιστορικός του Πειραιά ο Αλέξανδρος Μελετόπουλος (έπαυλη Μελετόπουλου μετέπειτα Ρωσικό Νοσοκομείο). 


Κι όταν ακόμα η Φρεαττύδα στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν μια πραγματικά έρημη περιοχή με ελάχιστα σπίτια οικοδομημένα εκεί και πάλι παρήγαγε πνευματικές μορφές, όπως ο «πρώτος γεννημένος Πειραιώτης» ο κρητικής καταγωγής Αντώνιος Αντωνιάδης (γεννημένος στον Πειραιά στις 6 Ιανουαρίου του 1836). Φρεαττυδιώτης υπήρξε και ο ποιητής Δημήτριος Σακελλαρόπουλος ο «Όμηρος» της Φρεαττύδας όπως τον αποκαλούσαν καθώς ήταν τυφλός. Διότι αφού πρώτα μαγεύτηκε από την ομορφιά του τοπίου, στη συνέχεια τυφλώθηκε από ατύχημα, κάνοντας πειράματα φαρμακευτικής χημείας. Όλη την υπόλοιπη ζωή του βυθισμένος στο σκοτάδι έμεινε προσηλωμένος στην ποίηση, έχοντας στου νου του τις εικόνες του γραφικού όρμου. Προχώρησε στην έκδοση μάλιστα και του αξιόλογου λογοτεχνικού περιοδικού «Απόλλων». 

 Δεν θα ήταν δυνατόν να μην αναφερθεί φυσικά ο ιατροφιλόσοφος Θεόδωρος Αφεντούλης. Άλλωστε αυτός όχι μόνο στάθηκε μια από τις σπουδαιότερες μορφές πνεύματος στον Πειραιά, αλλά επηρέασε σημαντικά τον Κωνσταντίνο Βολανάκη να εγκατασταθεί στον Πειραιά και να δημιουργήσει τη σχολή του, το «Καλλιτεχνικό Κέντρο». Ο ίδιος ήταν που παρότρυνε αργότερα τον Νιρβάνα να ακολουθήσει τα χνάρια της ιατρικής επιστήμης. Ο Αφεντούλης ανάμεσα στα ιάματα, ανάμεσα δηλαδή στις φαρμακευτικές ουσίες συμπεριελάμβανε και τα ψυχικά μέσα: 

"η μητρική αγκαλιά, το πάτριο έδαφος για εκείνους που πάσχουν από νοσταλγία, η ψυχαγωγία για τους θλιμμένους, η μουσική για τους μελαγχολούντες, η λάμψη των αστεριών του ουρανού, ο φλοίσβος της θάλασσας".


Με τη Φρεαττύδα όμως είχαν συνδεθεί και λογοτέχνες που εκ πρώτης φαίνονταν ότι ουδεμία σχέση είχαν με αυτήν. Ο ποιητής Ζαν Μωρεάς (ψευδώνυμο του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου) ζήτησε κάποτε από τον Νιρβάνα να επισκεφθεί την Φρεαττύδα για να ξαναδεί το τόπο εκείνο όπου είχε τα πρώτα του φλερτ. Αλλά και ο Θεόδωρος Βελλιανίτης όταν κάποτε βρέθηκε στη Ρωσία σε συνθήκες πολικού ψύχους, άρχισε να γράφει τις αναμνήσεις του από τα καλοκαίρια της Φρεαττύδας, περιγράφοντας το πώς φώτιζαν το απόλυτο σκοτάδι του όρμου, τα πυροφάνια των ψαράδων που επέστρεφαν. 



Η Φρεαττύδα ωστόσο δεν επιδρούσε μόνο στα συναισθήματα των λογοτεχνών και των καλλιτεχνών αλλά και στους απλούς ανθρώπους. Ήταν ο όρμος των ερωτευμένων και κάθε βράχος αντιστοιχούσε σε ένα νέο ζευγάρι που με τη δύση του ηλίου συναντιόταν εκεί. Και ενώ ο έρωτας αντάλλασσε υποσχέσεις κατά μήκος των ακτών του όρμου, ειδικά κατά τη δύση του ηλίου, την ίδια στιγμή βάρκες ψαράδων όλων των μεγεθών επέστρεφαν στο μικρό λιμανάκι της σιγοτραγουδώντας. Κι αυτός ο έρωτας που κατάκαιγε τις καρδιές αγοριών και κοριτσιών, όταν δεν τελεσφορούσε οδήγησε πολλά παιδιά σε απεγνωσμένες πράξεις στα σκοτεινά νερά της. 

Οι περισσότερες αυτοκτονίες νέων είχαν καταγραφεί από όλο τον Πειραιά στη Φρεαττύδα όπου οι ερωτευμένοι αυτοκτονούσαν στον τόπο όπου είχαν ανταλλαγεί οι ψεύτικες υποσχέσεις. Στην Φρεαττύδα! Σήμερα η Φρεαττύδα δεν μοιάζει σε τίποτα με το γραφικό ποιητικό όρμο μιας κάποιας εποχής. Μπαζώθηκε και έγινε Μαρίνα. Άλλαξε ριζικά. Στην ερώτηση του τι μπορεί να βρει κάποιος σε έναν τόπο που άλλαξε ριζικά απάντησε ο ίδιος Νιρβάνας που είπε: «Ό,τι βρίσκει ένας ποιητής εκεί που δεν υπάρχει πια τίποτε για τους άλλους. Τον εαυτό του!»