"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Το καΐκι «Καλλιόπη» που ξεκίνησε για Πόρτο Χέλι και έφτασε στη Βεγγάζη



του Στέφανου Μίλεση


Το μικρό καΐκι «Καλλιόπη» είχε πλήρωμα μόλις τρία άτομα μαζί με τον καπετάνιο του Γιάννη Ζαρίφη. Κέρδιζαν τη ζωή τους εκτελώντας μεταφορές με το ξύλινο ιστιοφόρο για Αίγινα, Πόρο, Ύδρα, Ερμιόνη και Σπέτσες. Το «Καλλιόπη» ξεκίνησε από τον Πειραιά για το Κρανίδι (το επίνειό του Πόρτο Χέλι), δύο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1932. Το ιστιοφόρο έφερε εκείνη τη μέρα πάνω του δύο ακόμα επιβάτες, ανεβάζοντας το συνολικό αριθμό των ανθρώπων που επέβαιναν στους πέντε.

Μεταξύ Ύδρας και Σπετσών καταλαμβάνει το καΐκι τρομερή τρικυμία. Άνεμοι και θάλασσα βάλθηκαν να το καταπιούν. Το σκάφος χάνοντας πυξίδα και πηδάλιο έμεινε ακυβέρνητο. Όμως οι πέντε αυτοί άνθρωποι είχαν τρόφιμα και νερό μοναχά για μια μέρα. Τα ίχνη τους χάθηκαν, οι μέρες περνούσαν η μια πίσω από την άλλη μέχρι που θεωρήθηκαν χαμένοι στα σίγουρα. Οι οικογένειές τους ξεκίνησαν το μοιρολόγι του θανάτου. 

Μέχρι που στις 31 Ιανουαρίου του 1933 η οικογένεια του καπετάν Γιάννη στον Πειραιά, λαμβάνει μια επιστολή από τον μέχρι τότε θεωρούμενο ως «αδικοπνιγμένο» ναυτικό.  Σε αυτήν ο καπετάνιος περιγράψει την πολυήμερη περιπέτεια που είχε αυτός και το πλήρωμά του, περιπέτεια που τους οδήγησε αντί του Κρανιδίου που ήταν ο τελικός του προορισμός, στη Βεγγάζη στην Αφρική!





Η επιστολή του Καπετάν Γιάννη ήταν το μοναδικό σημείο ζωής για τον ίδιο και το πενταμελές πλήρωμα του «Καλλιόπη», αφού για περισσότερο από έναν μήνα ήταν εξαφανισμένοι, καθώς ούτε στο Πόρτο Χέλι έφτασαν ποτέ, ούτε στου Πειραιά το λιμάνι από το οποίο ξεκίνησαν επέστρεψαν! Η οικογένεια του Καπετάν Γιάννη μόλις έλαβε την επιστολή από τη Βεγγάζη έτρεξε να ενημερώσει το λιμεναρχείο Πειραιά το οποίο είχε εκδώσει σήμα εξαφάνισης του «Καλλιόπη», το οποίο είχε αποστείλει προς όλα τα λιμεναρχεία των νησιών με την εντολή να αναζητήσουν ίχνη ναυαγίου του ξύλινου ιστιοφόρου.

Και επειδή καμία απάντηση προς το λιμεναρχείο δεν είχε δοθεί, κανένα ίχνος ναυαγίου δεν είχε βρεθεί, τόσο το κεντρικό λιμεναρχείο Πειραιά όσο και οι οικογένειες του πληρώματος και του καπετάνιου, είχαν σχηματίσει την πεποίθηση το πλοιάριο αυτό είχε βυθιστεί αύτανδρο στη θάλασσα και οι ναυτικοί του είχαν χαθεί οριστικά. Ωστόσο επρόκειτο για μια καταπληκτική περιπέτεια της θάλασσας, με αίσιο τέλος, από εκείνες τις ναυτικές ιστορίες που συμβαίνουν, με περιπλανήσεις και περιπέτειες στα κύματα, που φτάνουν να θεωρούνται περισσότερο ως παραμύθια παρά ως πραγματικότητα, ακόμα για μια ιστορία που καταγράφηκε στις εφημερίδες για αληθινή πέρα ως πέρα.



Το καΐκι «Καλλιόπη» ήταν ένα σκαρί μόλις πενήντα τόνων, ακατάλληλο για τις ανοιχτές θάλασσες ειδικά όταν ταξίδευε αδειανό. Στο συγκεκριμένο όμως ταξίδι, εκτός από κενό φορτίου, το καΐκι στερείτο και της απαραίτητης σαβούρας που συνήθως τα σκάφη διαθέτουν, για να μην παραδέρνουν στα κύματα. Κάποια επισκευή θα ακολουθούσε σε καρνάγιο του Πορτοχελίου και η σαβούρα είχε αφαιρεθεί. Και το απλό ταξίδι αυτού του καϊκιού κατέληξε σε περιπλάνηση ημερών στη θάλασσα. Η περιπέτεια που απασχόλησε τον Πειραιά εκείνες τις μέρες, δεν είχε να κάνει μόνο με την επιβίωση πέντε ανθρώπων στην άγρια θάλασσα, αλλά και με το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί άντεξαν χωρίς φαγητό και χωρίς νερό, αφού το αρχικό ταξίδι τους, Πειραιάς – Πόρτο Χέλι διαρκούσε λίγες μόνο ώρες. 

Ανάμεσα στους επιβαίνοντες ξεχωρίζει η περίπτωση του ναυπηγοξυλουργού Λειβαδάρα που επιβιβάσθηκε στον Πειραιά για να παρακολουθήσει από κοντά τη συμπεριφορά του ασαβούρωτου καϊκιού στη θάλασσα, καθώς ήταν εκείνος που διατηρούσε το καρνάγιο στο οποίο θα κατέπλεε το «Καλλιόπη» για να υποστεί τις απαραίτητες μετατροπές. Αλλά ακόμα πιο ξεχωριστή ήταν η περίπτωση του ναύτη του Πολεμικού Ναυτικού Μανώλη Κουρελάκη που είχε λάβει οκτώ μέρες άδεια από την υπηρεσία του για να πάει στο πατρικό του σπίτι στο Κρανίδι. Στον Πειραιά κατοικούσε στην οδό Φωτίου Κορυτσάς. Και καθώς δεν είχε χρήματα, επιβιβάσθηκε στο «Καλλιόπη» στο οποίο επρόκειτο να περάσει όχι μόνο και τις οκτώ μέρες αδείας του, αλλά και δύο επιπλέον αυτής, νηστικός και διψασμένος.

Ο ναύτης του "Καλλιόπη" Μανώλης Κουρελάκης


Ο Καπετάν Γιάννης στην επιστολή που απέστειλε προς την οικογένειά του έγραψε τα εξής:


«Αναχωρήσαμε την προπαραμονή των Χριστουγέννων αδειανοί από φορτίο και ασαβούρωτοι για το Κρανίδι. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος το απομεσήμερο εκείνο. Μη προβλέποντας κανένα κακό, δεν είχαμε παρά λίγα τρόφιμα. Μας έφταναν και παραπάνω για την κατοπινή ολάκερη μέρα. Από το λιμάνι του Πειραιώς βγήκαμε μια χαρά, ανοίξαμε τα πανιά και πλέαμε με πρίμο καιρό προς το Κρανίδι. Ο ένας ο μούτσος βρισκόταν στο τιμόνι και ο άλλος κάτω από τα ξάρτια στην πλώρη. Εγώ με τον ναυπηγό τον Κυρ Λειβαδάρα και με τον ναύτη τον Κουρελάκη ήμασταν ξαπλωμένοι στη λιακάδα και απολαμβάναμε τον αίθριο καιρό. Εκεί που συζητούσαμε σε μια στιγμή ο Λειβαδάρας μας είπε. Βρε παιδιά στο μουράγιο την ώρα που έμπαινα στο καΐκι στραμπούλιξα το πόδι μου. Τι να πω; Γελάσαμε και οι τέσσερις όταν ακούσαμε τον αόριστο φόβο του. 

Το καΐκι πλησίαζε την Ύδρα τις πρώτες εσπερινές ώρες, όταν ο καιρός αίφνης μεταβλήθηκε στο χειρότερο. Η ατμόσφαιρα άρχισε να καλύπτεται από μολυβένια σύννεφα και η θάλασσα να αναταράζεται. Μέσα σε μια ώρα εμαίνετο θάλασσα και ουρανός. Όλοι, και οι πέντε, σηκωθήκαμε στο πόδι και ο καθένας μας κατέβαλε και από μια προσπάθεια για να συγκρατηθούμε στα ξάρτια. Η νύχτα που ακολούθησε ήταν τρομερή. Το πλοιάριο σαν καρυδότσουφλο εφέρετο δώθε κείθε από τα μανιασμένα κύματα που άρχισαν να σαρώνουν το κάθε τι πάνω στο κατάστρωμα. Ώρες ολάκερες ξάγρυπνοι και εξαγριωμένοι κρατιόμασταν απεγνωσμένα από τα άλμπουρα, ενώ προσπαθούσαμε συνάμα να συγκρατήσουμε τα πανιά που ξετινάζονταν και στριφογύριζαν. Εκεί κατά την αυγή, μια δίνη θάλασσας και ανέμου, που δημιουργήθηκε ξέσχισε το μπροστινό μας πανί και έσπασε το τσιμπούκι του φλόκου. Το καΐκι γέρνοντας τρομαχτικά προς τα αριστερά, απειλήθηκε με άμεση ανατροπή. 

1926 - Ιστιοφόρα στο λιμάνι του Πειραιά


Διέταξα το ναυπηγό με το ναύτη του πολεμικού ναυτικού –καθώς στην ουσία ήταν επιβάτες- να κατέβουν στο αμπάρι για να χρησιμεύσουν με το βάρος τους ως σαβούρα! Λίγο αργότερα ένα τεράστιο κύμα που έσκασε πάνω στο καΐκι και το κατακάλυψε, έσπασε το τιμόνι και αχρήστευσε την πυξίδα. Από τι στιγμή εκείνη η «Καλλιόπη», άλλαξε πορεία και παραδομένοι όλοι μας στα κύματα και στον άνεμο ακολουθούσαμε τη δική τους ανεξέλεγκτη πορεία. Με το μεσιανό πανί καταξεσχισμένο, τραβούσαμε πάντα προς τα ανοικτά. Απελπισμένος κατέβηκα και εγώ στο αμπάρι, και μόνο οι δύο μούτσοι επέμεναν να στέκουν πάνω στο κατάστρωμα καθώς πίστευαν ότι μπορούσαν να προσανατολισθούν για το πού βρισκόμασταν. Μα του κάκου! Στεριά πουθενά δεν φαινόταν, παρά μόνο η ανταριασμένη θάλασσα και ο ουρανός φορτωμένος από μαύρα σύννεφα. 

Ήρθε και το σκοτάδι της δεύτερης νύχτας. Πουθενά να κολλήσει ύπνος σε κανέναν! Όλοι μας πλέον στο μόνο που προσδοκούσαμε ήταν στην καλυτέρευση του καιρού. Πάει κι αυτή η νύχτα και ήρθε η τρίτη μέρα.  Παρά την αγωνία και το στομάχι που είχαμε όλοι μας κενό, αναζητούσαμε για τροφή και βρήκαμε μόνο μερικά ξεροκόμματα. Νερό όμως δεν υπήρχε, για αυτό κι όσοι δεν άντεχαν ήπιαν στο τέλος θάλασσα. Πέρασαν άλλες τέσσερις ημέρες με ηπιότερο βέβαια κυματισμό, μα με αγωνιώδεις ώρες. Και οι πέντε είχαμε σωριαστεί στο αμπάρι από την κούραση. Το πρωί της έβδομης μέρας αντιληφθήκαμε να παραπλέει ένα ιταλικό φορτηγό. Σερνόμενοι πάνω στο κατάστρωμα κάναμε διάφορα σινιάλα, που τελικά προκάλεσαν την προσοχή του καπετάνιου του καραβιού που έπλευσε πλησίον μας. Κατέβασαν τις βάρκες τους και ανέβηκε στο σκάφος μας ο δεύτερος Ιταλός πλοίαρχος. Η πρώτη κουβέντα που ανταλλάξαμε ήταν το πού βρισκόμασταν. Λάβαμε την απάντηση ότι βρισκόμασταν στο Λιβυκό πέλαγος, 90 μίλια μακριά από τις δυτικές ακτές της Κρήτης. 

1931 - Ιστιοφόρα στο Πασαλιμάνι με αναρτημένη τη μαύρη σημαία


Μας δόθηκαν αρκετές τροφές και νερό και μας τοποθέτησαν ένα τιμόνι που το είχανε ρεζέρβα. Ύστερα από αυτή τη βοήθεια το ιταλικό σκάφος απομακρύνθηκε και εμείς με την «Καλλιόπη» τράβηξε πορεία για την Κρήτη. Με αναστηλωμένο το ηθικό μας πλέον τραβήξαμε προς το νέο μας προορισμό. Όμως τη νύχτα που ακολούθησε, χωρίς να διαθέτουμε πυξίδα, χάσαμε και πάλι την πορεία μας και μέσα στο σκοτάδι και την κακοκαιρία, λάβαμε αντίθετη κατεύθυνση. Μετά από διήμερο ταξίδι αντικρίσαμε μια ακτή και κατορθώσαμε να την προσεγγίσουμε. Αρχικά νομίζαμε ότι ήταν η Κρήτη. Όταν όμως διακρίναμε να κυκλοφορούν στην ακτή άνθρωποι μαύροι, ξαφνιαστήκαμε, τα χάσαμε. Παρά λίγο να τρελαθούμε! Τρομοκρατημένοι δεν τολμούσαμε να δέσουμε κάβο εκεί. Ανοιχτήκαμε και πάλι στο πέλαγος μέχρι που συναντήσαμε ένα άλλο ιταλικό πλοίο, το «Καγλιάτι» του οποίου ο καπετάνιος, ύστερα από τις πολλές παρακλήσεις μας, δέχθηκε να προσδέσει το σκάφος μας και να μας σύρει έως τη Βεγγάζη. Ο εκεί Έλληνες υποπρόξενος ανέλαβε στη συνέχεια να μας περιθάλψει».

Το «Καλλιόπη» με τη φροντίδα πάντοτε του Έλληνα υποπρόξενου, έχοντας πάνω της τους πέντε χαμένους ναυτικούς, επέστρεψε στην Ελλάδα, όχι μόνο του, αλλά κατόπιν της απαραίτητης ρυμούλκησης, για να είναι όλοι σίγουροι ότι το μικρό καΐκι θα φτάσει με ασφάλεια στον Πειραιά. 

Η περιπέτεια του «Καλλιόπη» στα κύματα είχε κρατήσει δέκα μερόνυχτα. Όμως η αποστολή της επιστολής του καπετάνιου από τη Βεγγάζη μέχρι την άφιξή της στην οικογένειά του στον Πειραιά, είχε προσθέσει κι άλλες μέρες αγωνίας μέχρι που άπαντες είχαν πειστεί για τον ολοκληρωτικό χαμό του σκάφους με τους ανθρώπους που επέβαιναν πάνω του.       






Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ στον Πειραιά του 1958



του Στέφανου Μίλεση

Στην καταγραφή της ιστορίας μιας πόλης σημαντικός είναι επίσης και ο ρόλος του κινηματογράφου. Η μεγάλη οθόνη έχει την ικανότητα όχι μόνο να μαγεύει προσφέροντας θέαμα, αλλά και να μας τροφοδοτεί με εικόνες τοπίων και συνοικιών που σήμερα έχουν αλλάξει ριζικά όψη. Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν σε ταινίες στις οποίες καταγράφονται διάφορα σημεία του Πειραιά. Μια από αυτές είναι και η αμερικανική ταινία με τίτλο «Οργισμένοι λόφοι» (The angry Hills) που προβλήθηκε στους ελληνικούς κινηματογράφους το 1959. Στις αρχές του Ιουνίου του 1958 έφτασε στην Ελλάδα ο διάσημος Αμερικανός ηθοποιός Ρόμπερτ Μίτσαμ, ο οποίος παρέμεινε για χρονικό διάστημα ενός περίπου μήνα στη χώρα μας, για τις ανάγκες των γυρισμάτων της προαναφερόμενης ταινίας που είχε ως υπόθεση την περιπέτεια ενός Αμερικανού πολεμικού ανταποκριτή που βρέθηκε στην Ελλάδα το 1941, την περίοδο δηλαδή της γερμανικής εισβολής. 

Αρκετές από τις σκηνές της ταινίας περιελάμβαναν γυρίσματα στην Καστέλλα και στο Πασαλιμάνι. Μάλιστα χρησιμοποιήθηκε ένα δίπατο σπίτι στον Προφήτη Ηλία στο οποίο γυρίστηκαν αρκετά πλάνα της ταινίας, καθώς ο Αμερικανός σκηνοθέτης Ρόμπερτ Όλτριτζ (Robert Aldrich), επιθυμούσε ο γραφικός όρμος του Τουρκολίμανου, να απεικονίζεται ως φόντο στο βάθος. Το Τουρκολίμανο εκείνη την εποχή είχε ήδη δημιουργήσει αξιοπρόσεκτη φήμη γύρω από τη γραφικότητά του και την διάσημη ψαροφαγία του και είχε αρχίσει να αποτελεί προορισμό αρκετών τουριστών. Μάλιστα ο σκηνοθέτης φοβόταν μήπως η ομορφιά των τοπίων αφήσει στο περιθώριο τον πρωταγωνιστή της ταινίας. 

Από το παράθυρο του σπιτιού που εξελίσσεται η υπόθεση στον Πειραιά δεσπόζει το μαγευτικό Τουρκολίμανο


Το σενάριο ήταν γραμμένο από τον ελληνικής καταγωγής σεναριογράφο του Χόλυγουντ Αλβέρτου Ισαάκ Μπεζερίδη. Ο Μπεζερίδης ήταν γεννημένος στη Σαμψούντα της Τουρκίας αλλά από Έλληνα πατέρα και Αρμένισα μητέρα. Οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ όταν ο Μπεζερίδης ήταν ενός μόλις ετών. Μοναδικές οι σκηνές με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ να στέκεται στο παράθυρο του σπιτιού που προαναφέραμε, στον Προφήτη Ηλία, ατενίζοντας το Τουρκολίμανο ή κατεβαίνοντας σχεδόν τρέχοντας τα σκαλάκια της οδού Φώσκολου στην Καστέλλα. 

Ο Μίτσαμ κατεβαίνει τρέχοντας τη σκάλα της Φώσκολου στην Καστέλλα


Εκεί στη διασταύρωση της Φώσκολου με τη λεωφόρο Βασιλέως Παύλου (νυν Αλέξανδρου Παπαναστασίου) συναντιέται με μια ομάδα μαθητών που φέρουν στο κεφάλι τους τα χαρακτηριστικά πηλήκια που οι μαθητές σχολείων έφεραν τότε. Τραγουδάνε το «ήτανε ένα μικρό καράβι». Ψάχνει ανάμεσά τους να βρει κάποιο μαθητή που να μιλά αγγλικά, ενώ πίσω του δεσπόζει ακμαίο και λαμπρό ακόμα το νεοκλασικό, του οποίου μόνο η πρόσοψη έχει απομείνει σήμερα. 

Ο Ρ. Μίτσαμ συναντά ομάδα μαθητών με τα χαρακτηριστικά πηλήκια

Οι δρόμοι και οι ανηφοριές του Προφήτη Ηλία είναι ακόμα χωματόδρομοι. Προς το τέλος της ταινίας ο Μίτσαμ για τις ανάγκες του σεναρίου επιβιβάζεται σε καΐκι από το Πασαλιμάνι. Πίσω του διακρίνεται ο θρυλικός κινηματογράφος «Σπλέντιτ» με την ταράτσα του, στην άκρη της οποίας στέκονται κάποιοι νεαροί της εποχής, οι οποίοι προφανώς έχοντας «μυριστεί» ότι κάτι σπουδαίο γίνεται εκεί και παρακολουθούν με προσοχή. Άραγε πόσα αγόρια και κορίτσια της δεκαετίας του 1950, δεν ονειρεύτηκαν στις αίθουσες των κινηματογράφων του Πασαλιμανιού; 
Τι συναισθήματα να γεννήθηκαν, όταν ήρωες του θρυλικού Χόλιγουντ, για τους οποίους οι νέοι έκαναν ουρές να τους δουν στην κινηματογραφική οθόνη, «έπαιζαν» τώρα μπροστά από τους ίδιους κινηματογράφους αλλά ολοζώντανοι και πραγματικοί; Λες και είχαν βγει από την οθόνη του «Σπλέντιτ» και είχαν τρέξει μέχρι την άκρη της προκυμαίας για να συνεχίσουν τη δράση που προηγούμενα άφησαν!




 Σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά στα γυρίσματα της Αθήνας, στη συνοικία της Πλάκας και στην Πλατεία Συντάγματος (έξω από το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία») ο κόσμος έμενε κατάπληκτος αντικρίζοντας ξαφνικά μια ανατριχιαστική εικόνα που έκανε προσπάθεια να ξεχάσει. Γερμανοί στρατιώτες και αξιωματικοί των Ες-Ες να περιφέρονται στους κεντρικούς δρόμους. Φυσικά επρόκειτο για κομπάρσους και ηθοποιούς της ταινίας. Κάποια άλλα γυρίσματα έγιναν στους Δελφούς και σε τοποθεσίες του Παρνασσού. Ύστερα από τα πετυχημένα γυρίσματα της ταινίας «Το παιδί και το Δελφίνι», η Ελλάδα φάνταζε ελκυστικός και κατάλληλος τόπος για την παραγωγή και άλλων αμερικανικών ταινιών λόγω του χαμηλού κόστους. Η ιταλικής καταγωγής… Βρετανή ηθοποιός του Χόλιγουντ Τζία Σκάλα ήρθε αμέσως την άφιξη του Μίτσαμ μετά για να συμπληρώσει την ομάδα. Από Έλληνες ηθοποιούς συμμετείχε ο Δημήτρης Νικολαΐδης. Τις τεχνικές ανάγκες των γυρισμάτων στην Ελλάδα κάλυψε το ελληνικό στούντιο «Άλφα» τις εγκαταστάσεις του οποίου επισκέφθηκε για να δει από κοντά και ο ίδιος ο Ρόμπερτ Μίτσαμ. Ωστόσο ο Αμερικανός σκηνοθέτης Όλντριτζ στην κυριολεξία «έφριξε» από το πλήθος των περιορισμών και των διατυπώσεων που αντιμετώπισε καθώς και από την έλλειψη κρατικής αρωγής. Σε όλες τις χώρες το κινηματογραφικό υλικό ήταν και είναι το πρώτο κατά προτεραιότητα υλικό που εξέρχεται από το τελωνείο, ενώ στην Ελλάδα σημειώθηκε μεγάλη καθυστέρηση εκτελωνισμού. 

Ο Ρόμπερτ Μίτσαμ με φόντο το Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος

Τα γυρίσματα του Πειραιά απαιτούσαν απομάκρυνση «περιέργων» και «άδειασμα» των δρόμων από αυτοκίνητα και περαστικούς, απαίτηση που παρουσίασε μεγάλες δυσκολίες στην περίπτωση του Πειραιά, καθώς η αστυνομία των Αθηνών δεν διέθετε δύναμη για να καλύψει τις ανάγκες. Αντίθετα στον Πειραιά η παραγωγή απαιτούσε την εκκένωση της παραλιακής λεωφόρου της Ακτής Μουτσοπούλου από το ύψος της Δευτέρας Μεραρχίας μέχρι το Ρολόι, που επιτεύχθηκε μόνο από τρεις αστυφύλακες. Η συγκεκριμένη σκηνή της ταινίας είναι απολύτως ίδια με μια λίγο παλαιότερη που γυρίστηκε ακριβώς στο ίδιο σημείο. Στην ταινία «Το παιδί και το Δελφίνι» ένα αυτοκίνητο διέσχιζε και τότε την έρημη Ακτή Μουτσοπούλου όπως και στους «Οργισμένους Λόφους». Μόνο που η εμφάνιση της Σοφίας Λόρεν στο Πασαλιμάνι στις 8 Νοεμβρίου του 1956, για το ίδιο περίπου γύρισμα είχε δημιουργήσει έναν πραγματικό παροξυσμό, όταν έξαλλο πλήθος από θαυμαστές της και από περίεργους παραλίγο να απαγάγει την Ιταλίδα σταρ μαζί με το αυτοκίνητό της. 

Το ίδιο ακριβώς πλάνο στον ίδιο δρόμο με δύο χρόνια διαφορά!
Πάνω:
Στην ταινία "Το παιδί και το Δελφίνι" με τη Σοφία Λόρεν σε γύρισμα του 1956
Κάτω:
Στην ταινία "Οργισμένοι λόφοι" με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ σε γύρισμα του 1958

Η Τζιά Σκάλα η οποία προφανώς είχε ακούσει για την παρουσία της Σοφίας Λόρεν στο Πασαλιμάνι δύο χρόνια πριν, δήλωσε ότι «η Σοφία Λόρεν την αφήνει ασυγκίνητη και ότι προτιμά την ελληνική κουζίνα». Την πορεία της ταινίας παρακολουθούσε από κοντά και ο Φρέντυ Γερμανός για λογαριασμό της εφημερίδας «Ελευθερία». Τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν στα τέλη του Ιουλίου του ίδιου έτους και το συνεργείο με τους ηθοποιούς αναχώρησαν για το Λονδίνο όπου θα γυρίζονταν οι «εσωτερικές» σκηνές σε στούντιο. Εκεί παραλίγο η ταινία να μην ολοκληρωθεί καθώς η Τζία Σκάλα πληροφορήθηκε το θάνατο της μάνας της με την οποία ήταν πολύ συνδεδεμένη και σύμφωνα με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων προσπάθησε να αυτοκτονήσει πέφτοντας από γέφυρα στον Τάμεση. Οι παραγωγοί της ταινίας ωστόσο στη συνέχεια εξέδωσαν δελτίο τύπου πληροφορώντας το κοινό ότι η κυρία Σκάλα είχε πιει λίγο παραπάνω και πήρε ένα ταξί για να περάσει από τα μέρη που περπάτησε στο παρελθόν με τη μάνα της, μεταξύ των οποίων ήταν και η συγκεκριμένη γέφυρα και ότι απλώς ο ταξιτζής που τη μετέφερε παρεξήγησε τις προθέσεις της.  

Στις χωμάτινες ανηφοριές του Προφήτη Ηλία

Πέρα από κάποιες εικόνες ενός Πειραιά του παρελθόντος που χάθηκε οριστικά, η ταινία έμεινε μνημονεύεται περισσότερο από τη σκηνή ενός ελληνικού καμπαρέ όπου αρτίστρια τραγουδά και χορεύει γυμνόστηθη προσφέροντας σκηνές υπερβολικά προκλητικές για την εποχή της. Πρόκειται –σύμφωνα πάντα με τους τίτλους της ταινίας- για κάποια Μαρίτα Κωνσταντίνου αγνώστων λοιπών στοιχείων, που ερμηνεύει ωστόσο το πρώτο τραγούδι που έγραψε ο Μίμης Πλέσσας για κινηματογραφικές ανάγκες. Στο διαδίκτυο υποστηρίζεται ότι πρόκειται για την Μπέμπα Κυριακίδη την τελευταία σύζυγο του Μανώλη Χιώτη η οποία συμμετέχει στην ταινία χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο. Η παρουσία της, ο χορός της, το τραγούδι της αποτέλεσαν μια από τις πλέον εντυπωσιακές παρουσίες της ταινίας, τόσο ώστε η σκηνή συμπεριελήφθη στα διαφημιστικά πόστερ της ταινίας, αλλά ντυμένη ευπρεπώς, φορώντας δηλαδή στηθόδεσμο! 

Διαφημιστικό πόστερ της ταινίας με την χορεύτρια ντυμένη ευπρεπώς...
https://www.imdb.com

Και από ένα παράξενο παιχνίδισμα της τύχης όπως συνήθως συμβαίνει, το χρονικό διάστημα που ο Μίτσαμ γύρισε τις πειραϊκές σκηνές της ταινίας, κάτω ακριβώς από τα συνεργεία των γυρισμάτων, στη «Σπηλιά του Παρασκευά» τραγουδούσε ο Μανώλης Χιώτης με την Μελάγια ενώ στο πρόγραμμα διακρίνεται και το όνομα της Μάρθας Καραγιάννη! 

Το πρόγραμμα της "Σπηλιάς" με έναρξη την Πρωτομαγιά του 1958

Τελευταία εικόνα της ταινίας με το ΝΑΣ με το Τουρκολίμανο και το ΝΑΣ και με τις κουκλίτσες του Εύζωνα και της Αμαλίας να "κάθονται" στα κάγκελα του παραθύρου, στο σπίτι όπου έγιναν τα γυρίσματα της ταινίας στον Πειραιά. 

Οι τίτλοι τέλους πέφτουν με το φακό να εστιάζει στο Τουρκολίμανο. Ακριβώς μπροστά δύο κούκλες σουβενίρ, ένας Εύζωνας και μια Αμαλία κρέμονται από τα κάγκελα του παραθύρου που χρησιμοποιήθηκε στα γυρίσματα. Δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της τουριστικής ατραξιόν της εποχής. Η εικόνα του Τουρκολίμανου και τα θρυλικά τσολιαδάκια που κατά δεκάδες πωλούνταν τότε στα τουριστικά περίπτερα για σουβενίρ.

Τα "ρεμπέτικα" τραγούδια και τα "ταγκό", του Μαν. Καλομοίρη



Στην εφημερίδα "Έθνος" της 8ης Ιανουαρίου του 1947, στη δεύτερη σελίδα, δημοσιεύεται ένα άρθρο του μεγάλου μουσουργού Μανώλη Καλομοίρη, του "πρωτομάστορα" της εθνικής μουσικής μας σχολής, με τίτλο: ΤΑ "ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ" ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ "ΤΑΓΚΟ"  και υπότιτλο "Τα κατασκευάσματα της ελαφράς μουσικής καταστρέφουν το μουσικό αίσθημα". 



"του Ακαδημαϊκού Μαν. Καλομοίρη"

Αρκετός θόρυβος γίνεται τώρα τελευταία γύρω στα λεγόμενα ρεμπέτικα και χασικλίδικα τραγούδια. 
Καθώς μαθαίνω, επιζητείται εξοστρακισμός τους, κάπου μάλιστα – νομίζω στον Πειραιά- απαγορεύθηκαν ήδη. 

Αν και πιστεύω πως με καμμιάν επέμβασι και κανένα παρεμβατισμό δεν μπορούνε να κανονισθούν και να μεταρρυθμισθούν μουσικά ζητήματα, που έχουν άμεση σχέσι με το μουσικό ένστικτο του Λαού και τον αυθορμητισμό του, συμφωνώ πως το όλο ζήτημα της λαϊκής μουσικής είνε ζωτικώτατο για τον τόπο.

Νομίζω όμως πως δεν μπορεί να εξετασθή ασυσχέτιστο με την όλην υπόθεσι της λεγομένης ελαφράς ελληνικής μουσικής των ταγκό, των φοξ και των παρόμοιων.


Στίχοι και μουσική των «ελαφρών» αυτών τραγουδιών είνε τόσο ανόητοι και τόσο αντιαισθητικοί, ώστε στο βάθος να ποτίζουν το Λαό μας με χειρότερο αφιόνι και να τον αποχαυνώνουν και αποβλακώνουν περισσότερο και από το πιο άσεμνο χασικλίδικο τραγούδι. Κάνουν δε και ένα άλλο κακό, που τα ρεμπέτικα τραγούδια ίσως να το αποφεύγουν. Του χαλούν το τονικό και ρυθμικό του αίσθημα έτσι, που ο μείζων και ο ελάσσων τρόπος, αν εξακολουθήση ο κατακλυσμός των ταγκό και των φοξ, θα εξοστρακίσουν μέσα σε λίγα χρόνια τους ήχους και τους τρόπους της δημοτικής μας μουσικής και ο ελληνικός Λαός –που νομίζουμε πως θα τον κάνωμε να ξεχάση τον αμανέ- θάχη το ίδιο τονικό και ρυθμικό αίσθημα με τους νέγρους της Αμερικής.

Τα χασικλίδικα τραγούδια οι λουλάδες και τα «μαστουρώματα» δεν θα εξοστρακισθούν με την καταδίωξι της μουσικής μελωδίας τους, αλλά με την καταδίωξι των χασικλήδων κι όταν ο Λαός διαφωτισθή και του δοθή μια ανώτερη πνευματική και ψυχική διαπαιδαγώγησις. Πρέπει να δημιουργήσωμε μιαν αληθινή λαϊκή μουσική, βασισμένη απάνω στο λαϊκό μουσικό και ποιητικό ένστικτο και να υποβοηθήσωμε τη λαϊκή μουσική έμπνευσι στο να εκδηλωθή όσον το δυνατόν πιο αβίαστα και ευγενικώτερα. Όχι όμως, προς Θεού, να υποκαταστήσωμε το λαϊκό τραγούδι, έστω και το ρεμπέτικο ακόμη, έστω και τον αμανέ ακόμη, με τα διάφορα κατασκευάσματα των λεγομένων ελαφρών ελληνικών τραγουδιών.

Μαν. Καλομοίρης"


Η ζωή μετά την 11η Ιανουαρίου του 1944

Βομβαρδισμένα κτήρια λίγο πριν τον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου


του Στέφανου Μίλεση

Άλλη μια επέτειος του φρικτού βομβαρδισμού του Πειραιά της 11ης Ιανουαρίου του 1944, πλησιάζει. Έχω μιλήσει πολλές φορές για το «βομβαρδισμό του Πειραιά» και έχω γράψει δεκάδες άρθρα αλλά και έχω κάνει επίσης δεκάδες ραδιοφωνικές εκπομπές, περιγράφοντας λεπτό προς λεπτό το χρονικό του βομβαρδισμού, που έμεινε στην ιστορία να καλείται «συμμαχικός». Εκπομπές και δημοσιεύσεις που αφορούν στο χρονικό εκείνης της ημέρας, στον αριθμό των θυμάτων, στην καταγραφή της καταστροφής της υποδομής της πόλης, στα βιβλία πτήσεων της αμερικανικής μοίρας και πολλά άλλα. 

Όπως είναι γνωστό από το 1944  μέχρι και σήμερα, κάθε χρόνο μνημόσυνο τελείται στο κοιμητήριο «Ανάστασις», διοργανωμένο από τον Δήμο Πειραιά, καθώς εκεί υπάρχει μνημείο αφιερωμένο στους νεκρούς του βομβαρδισμού. Ωστόσο αξίζει για την ιστορία να σημειωθεί ότι το πρώτο μνημόσυνο τελέσθηκε στον Ι.Ν. Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, εκείνη την ίδια χρονιά του 1944, στις 5 Μαρτίου που ήταν τότε ημέρα Κυριακή. 

Το μνημόσυνο ήταν ειδικά αφιερωμένο στην υποδιευθύντρια της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Πειραιώς την Ισμήνη Τζαβάρα, στη δασκάλα της Επαγγελματικής Σχολής Ηρώ Νάκου και σε άλλες έξι δασκάλες της ίδιας σχολής, καθώς και στις 15 εργατοτεχνίτριες της Δημοτικής υπηρεσίας του «Ρούχου του Φτωχού Παιδιού» που σκοτώθηκαν μέσα στο καταφύγιο της «Ηλεκτρικής» στη Λεωφόρο Βασιλέως Κωνσταντίνου. Βεβαίως οι δασκάλες της Σχολής Ηρώ Νάκου με την Κούλα Γεωργοπούλου σκοτώθηκαν όχι εντός του καταφυγίου αλλά στο εστιατόριο του Βίρβου που επίσης βομβαρδίστηκε, περιελήφθησαν όμως κι αυτές ως θύματα της «Ηλεκτρικής». 


Μόνο η πρόσοψη της Αγίας Τριάδας έμεινε ανέπαφη! Στη θέση του κυρίως ναού κατασκευάστηκε ένα πρόχειρο οίκημα όπου τελείτο η λειτουργία. Στο βάθος ο Τινάνειος κήπος με τον Άγιο Σπυρίδωνα.


Εκείνο το μνημόσυνο της 5ης Μαρτίου του 1944, ήταν στην ουσία η πρώτη εκδήλωση υπέρ των φονευθέντων του μεγάλου βομβαρδισμού, έστω κι αν δεν αφορούσε όλους του φονευθέντες εκ βομβαρδισμού Πειραιώτες, παρά μόνο συγκεκριμένους. Ο ναός ήταν εκείνη την Κυριακή ασφυκτικά γεμάτος από Πειραιώτες, ενώ στο μνημόσυνο χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Γρεβενών Θεόκλητος Σφήνας. Παρέστη και ο ίδιος ο κατοχικός Πρωθυπουργός ο Ι. Ράλλης αλλά δυστυχώς και όλοι οι εκπρόσωποι των αρχών κατοχής, καθώς οι Γερμανοί άδραξαν την ευκαιρία να προβάλλουν μέσω της προπαγάνδας τους τα δεινά που προκάλεσε ο «συμμαχικός» βομβαρδισμός στους Πειραιώτες λες και οι ίδιοι δεν είχαν προκαλέσει ανάλογα δεινά στο λαό και ήταν άμοιροι ευθυνών! 

Παρότι όμως ήταν Μάρτιος και η άνοιξη βρισκόταν προ των πυλών, ο Πειραιάς θύμιζε εν μέρει άδεια πόλη! Οι κάτοικοι που οικονομικά ήταν εύρωστοι είχαν νοικιάσει σπίτια αλλού και δεν είχαν διάθεση να επιστρέψουν σε μια πόλη που δεν ήταν απίθανο να βομβαρδιστεί και να καταστραφεί ξανά εκ θεμελίων. Αυτοί πάλι που δεν ήταν οικονομικά εύρωστοι διέμεναν πρόχειρα ως φιλοξενούμενοι σε Αθηναϊκές οικογένειες. Πολλοί είχαν την πρόθεση να επιστρέψουν στον Πειραιά αν τα σπίτια τους υπήρχαν. Αν όμως δεν υπήρχαν και ήταν κατεστραμμένα, τότε δημιουργείτο μια κατάσταση δύσκολη. Η Επιτροπή Στεγάσεως Πειραιώς που στο μεταξύ είχε δημιουργηθεί έχοντας γραφείο στην οδό Τσαμαδού, είχε συστήσει συνεργείο επιθεώρησης που κατέγραφε τα οικήματα που ενώ ήταν σώα, οι ένοικοί τους είχαν εγκαταλείψει. Αφού τα μέλη της επιτροπής επιθεωρήσεως κατέγραψαν ένα σημαντικό αριθμό οικημάτων, κυρίως επί της οδού Βενιζέλου (πρώην Ηφαίστου) και στη Ναυάρχου Μπήτυ, έδωσαν προθεσμία επτά ημερών στους ιδιοκτήτες για να επιστρέψουν σε αυτά, διαφορετικά θα προχωρούσαν στην επίταξή τους προκειμένου να στεγάσουν άλλους άστεγους βομβόπληκτους Πειραιώτες που επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην πόλη. Πολλές πειραϊκές οικογένειες διέμεναν επίσης πρόχειρα, σε οικήματα σχολείων. Ο μεγαλύτερος αριθμός πειραϊκών οικογενειών φιλοξενήθηκε στο Έκτο Δημοτικό Σχολείο Χαροκόπου. 

Αναζήτηση επιζώντων στα ερείπια. Σκάψιμο με τα χέρια...


Οι ιστορίες και οι αφηγήσεις που πλανιόνταν σαν φαντάσματα πάνω από την κατεστραμμένη πόλη έδιναν κι έπαιρναν. Ο χρονογράφος Δημήτρης Ψαθάς καταγράφει μια από αυτές. Οι Πειραιώτες φεύγοντας από το σπίτι τους για την Αθήνα, είχαν μαζί τους στρώματα, κουβέρτες και διάφορα άλλα απαραίτητα για τον ύπνο τους. Ένας άντρας και μια γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά της το μωρό διπλοτυλιγμένο σε κουβέρτες για να το προφυλάξει από το κρύο. Αλλά καρότσι δεν υπήρχε πουθενά για να διευκολυνθεί η μεταφορά. Έξαφνα βλέπει μακριά έναν άνθρωπο με ένα καροτσάκι, τρέχει και του φωνάζει. Η γυναίκα εν τω μεταξύ ακουμπά το μωρό πάνω στα στρώματα διπλοτυλιγμένο όπως ήταν για να μπει για λίγο στο σπίτι και να φέρει κάτι ακόμα. Γυρίζει. Κι έντρομη βάζει τις φωνές. Το μωρό! Το μωρό δεν ήταν πια στη θέση του. Λωποδύτης πρόλαβε στο μικρό αυτό διάστημα να βουτήξει τις κουβέρτες. Και καθώς δεν αντιλήφθηκε το μωρό πάνω στη βία του, το βούτηξε κι αυτό μαζί με ότι πρόλαβε να αρπάξει!

Πολλές αθηναϊκές οικογένειες, εύπορες κυρίως, του Κολωνακίου θα της αποκαλούσαμε σήμερα, αντιδρούσαν στην επίταξη δωματίων που περίσσευαν, για τη στέγαση των βομβοπλήκτων Πειραιωτών. Και πάλι ο Ψαθάς καταγράφει το γεγονός 
(Σκίτσα της εποχής του Δ. Ψαθά, «Αθηναϊκά Νέα» φ. 20.1.1944)

Κυρία Αθηναία παραπονιόταν στην Επιτροπή Στεγάσεως για την κατάσταση

- «Μου έφεραν πέντε Πειραιώτες!», 

- «Ε, τι να γίνει; Υπομονή. Δύσκολοι είναι οι καιροί. Ολόκληρη τραγωδία έγινε στον Πειραιά. Πού θα στεγαστεί αυτός ο κόσμος; Ο καθένας πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί» της απάντησε ο υπάλληλος της επιτροπής. 

Και η κυρία συνεχίζει το παράπονο 

- «Ναι αλλά μου έφεραν κόσμο λαϊκό. Αλλά ξέρετε το σπίτι μου είναι καθώς πρέπει. Θα έπρεπε να τα προσέχετε αυτά τα πράγματα!». 

Γράφει τότε ο Δημήτρης Ψαράς 

- «Ας το έχει υπόψη της η Επιτροπή Στεγάσεως να ξεδιαλέξει για ορισμένες κυρίες «καθώς πρέπει» και βομβόπληκτους «καθώς πρέπει»… Και ει δυνατόν της αριστοκρατίας. Να μπορούν να παίζουν και μπριτζ με τους ενοίκους…». 

Συγκίνηση τότε στους Πειραιώτες είχε προκαλέσει μεταξύ άλλων και ο θάνατος  των δύο δημοτικών υπαλλήλων του Πειραιά του Αλέξανδρου Χυτήρη και του Κωνσταντίνου Κούρου. Αυτοί οι δύο φιλότιμοι υπάλληλοι του Δήμου κατά την ώρα του βομβαρδισμού βρίσκονταν στο Δημαρχείο (Ωρολόγιο) και για να προφυλαχθούν έτρεξαν εντός της Αγίας Τριάδας όπου σκοτώθηκαν καθώς βόμβα έπεσε ακριβώς πάνω της. Εντύπωση προκαλεί βεβαίως σήμερα το ότι δεν τιμούνται και έχουν λησμονηθεί από τον Δήμο Πειραιώς παρά το γεγονός ότι έπεσαν εν ώρα υπηρεσίας. 

Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, όλη την περίοδο που ακολούθησε μετά τον βομβαρδισμό του Πειραιά, γέμισε ο τόπος με ανακοινώσεις για «Έλληνες εργάτες στη Γερμανία». Οι Γερμανοί έδιναν την ευκαιρία όπως έγραφαν στις ανακοινώσεις τους, σε εργάτες και εργάτριες να αναχωρήσουν για τη Γερμανία προς εργασία. Είχε μάλιστα συσταθεί και σχετικό γραφείο αποστολής εργατών στην Αθήνα στην οδό Στουρνάρα 33. Η πρώτη αποστολή Ελλήνων εργατών στην Γερμανία είχε πραγματοποιηθεί και ετοιμαζόταν μια δεύτερη για τις 10 Φεβρουαρίου 1944. Η αποστολή από τον Πειραιά θα αναχωρούσε μέσω του Σταθμού Λαρίσης (Αγίου Διονυσίου). Η ανακοίνωση ότι κάθε μέρα θα χορηγείται στους εργάτες ζεστή τροφή, έκανε την αποστολή ιδιαιτέρως ελκτική. Συνιστούσε μάλιστα στους εργάτες να φέρουν μαζί τους κατά το ταξίδι πιάτο, κουτάλι, πιρούνι, μαχαίρι και ποτήρι, ίσως για να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές.
Για την εγγραφή θα έπρεπε ο υποψήφιος να προσκομίσει τρεις φωτογραφίες και την ταυτότητά του. Εάν ο υποψήφιος ήταν γυναίκα και μάλιστα παντρεμένη θα έπρεπε να φέρει μαζί της και σχετική έγγραφη δήλωση του συζύγου της περί αποδοχής. Στα αλήθεια οι Γερμανοί έπαιζαν παράξενα παιχνίδια στα οποία αν και είχαν υποβάλει τους λαούς σε μια ανήλεη σκλαβιά, μετατρέποντας τους ανθρώπους σε δούλους, απαιτούσαν ωστόσο την έγγραφη συγκατάθεση του συζύγου! 

Μετά τον βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου μαζί με την πόλη εξαρθρώθηκε πλήρως και το σύστημα παθητικής αεραμύνης. Σειρήνες, καταφύγια διαλύθηκαν, συνεργεία εκκαθαρίσεως έπαψαν να υφίστανται μετά το προσφυγικό κύμα των ανδρών που μαζί με τις οικογένειές τους έσπευσαν να βρουν ασφαλές μέρος αλλού. Η Διεύθυνση Παθητικής Αεραμύνης Πειραιώς εξέδιδε συνεχείς ανακοινώσεις με τις οποίες ζητούσε να προσλάβει δυναμικό για τη στελέχωση των συνεργείων. Η Διεύθυνση η οποία στεγαζόταν πλέον στο Μέγαρο του Πειραϊκού Συνδέσμου. Όμως προσωπικό ήταν αδύνατον να βρεθεί καθώς ο μισθός που καταβαλλόταν ήταν πληθωριστικός και έχανε την αξία του την ίδια στιγμή της καταβολής του. Οι σειρήνες στον Πειραιά μετά την 11η Ιανουαρίου ουδέποτε λειτούργησαν ή εάν λειτούργησαν ήταν ελάχιστες ως προς τον αριθμό τους, με αποτέλεσμα κανείς να μη γνωρίζει πότε θα γίνει βομβαρδισμός. Αυτή η σιγή της άγνοιας, ίσως να ήταν και η καλύτερη λύση σε έναν λαό τα νεύρα του οποίου είχαν κλονιστεί από τους διαρκείς συναγερμούς. 

Οι ιστορίες γύρω από τον Βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου είναι εκατοντάδες, όσες και τα θύματά του. Τουλάχιστον ας κρατηθεί ζωντανή η συλλογική μνήμη των Πειραιωτών ώστε ο βομβαρδισμός της 11ης Ιανουαρίου να μη λησμονηθεί ποτέ.  


Διαβάστε επίσης:

Ισμήνη Βογιά Τζαβάρα. Η λαμπρή παιδαγωγός του Πειραιά



Οι τρεις βομβαρδισμοί του Πειραιά (11 Ιανουαρίου 1944)