"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η Βεντέτα (γδικιωμός) στα Μανιάτικα του Πειραιά

Μανιάτες σε καφενείο της ομώνυμης συνοικίας στον Πειραιά το 1939


του Στέφανου Μίλεση

Εκτός όμως από την Μανιάτικη τιμή της αδελφής που ασχοληθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, υπήρχε και η Μανιάτικη εκδίκηση ή αλλιώς Μανιάτικη βεντέτα η οποία στρεφόταν κυρίως γύρω από οικογενειακά ζητήματα προσβολής. Το έθιμο αυτό της βεντέτας δεν ήταν απλή περίπτωση ανθρωποκτονίας, αλλά μπορούσε να εξελιχθεί σε μια σειρά αλλεπάλληλων δολοφονιών με οικογένειες επί σειρά ετών να εξοντώνονται μεταξύ τους. Το χειρότερο όλων ήταν ότι πολλά από τα θύματα των δύο οικογενειών που αλληλοεξοντώνονταν μπορεί τελικώς να μην ένιωθαν καμία έχθρα μεταξύ τους. Διότι η βεντέτα δεν αποτελούσε δικαίωμα αλλά καθήκον που έπρεπε να παρθεί ακόμα και για άτομα που δεν γνωρίζονταν. 

Στον Πειραιά για χρόνια φατρίες ολόκληρες ειδικά κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ξεκληρίζονταν είτε για διαφορές που είχαν δημιουργηθεί πίσω στην πατρική γη, είτε για προσβολές και λόγια που είχαν ειπωθεί εντός της Συνοικίας. Καθώς τα ονόματα των οικογενειών υπάρχουν ακόμα στον Πειραιά δεν θα αναφερθούν ωστόσο μπορεί κανείς να τα διαβάσει ξεφυλλίζοντας τον ημερήσιο τύπο ειδικά της δεκαετίας του 1930. 




Υπήρχε μια σειρά από άγραφους κανόνες που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά. Πριν να αναφερθούν μερικές ιστορίες που συνέβησαν στα Μανιάτικα θα πρέπει να αναφερθούν μερικοί όροι που προσδιόριζαν τον λεγόμενο "γδικιωμό". Οι κυριότεροι ήταν:
   
Γδικιωμός: Με τον όρο αυτό εννοείται ο «δικαιωμός» (η δικαίωση), δηλαδή η αποκατάσταση του δικαίου, που σημαίνει για τον θιγμένο με απλά λόγια να καταφέρει «πάρει το αίμα του πίσω». Με βάση τον «γδικιωμό» εάν σκότωναν κάποιον από μια οικογένεια, τότε τα άλλα μέλη της οικογένειας είχαν χρέος να βγάλουν από πάνω τους την «ντροπή» και να ανταποδώσουν την πράξη, είτε απευθείας στον δράστη ή σε μέλος της οικογένειάς του. 

Ο «γδικιωμός» ήταν κληρονομικός. Δηλαδή εάν σκότωναν τον πατέρα μιας οικογένειας και δεν υπήρχε άλλος άνδρας να αποκαταστήσει την τιμή, τότε τα αγόρια από μικρά παιδιά ακόμα, μάθαιναν για την αποκατάσταση της τιμής της οικογένειας, ενώ παράλληλα εκπαιδεύονταν για όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Και αυτή δεν ήταν μακρινή, αφού το παιδί θεωρούσαν ότι γινόταν κατάλληλος άνδρας για εκδίκηση ήδη από την ηλικία των 15 ετών. Γδικιωμός ποτέ δεν γινόταν σε γυναίκα. Εάν γινόταν τότε αυτό ήταν νέα αιτία για γδικιωμό από τους αρσενικούς της οικογενείας της. 

Ο «γδικιωμός» ήταν απαιτητός όχι μόνο από τις συζητήσεις αλλά και από τα μοιρολόγια «τριήμερα», «εννιάμερα», «σαράντα». Σε όποιον νεκρό δεν είχαν πάρει εκδίκηση έμενε «Αγδίκιωτος». Το αίμα του αγδίκιωτου νεκρού ζητούσε εκδίκηση και όσο αυτή δεν δινόταν οι Μανιάτες θεωρούσαν ότι ο νεκρός δεν ησύχαζε. 



Βγαλτός: Στις μεγάλες μανιάτικες οικογένειες όταν αποφασιζόταν ο «γδικιωμός» μαζεύονταν όλοι όσοι μπορούσαν να κρατήσουν τουφέκι στο σπίτι του καλύτερου. Εκεί μιλούσαν μεταξύ τους κι αποφάσιζαν πότε θα γίνει ο «γδικιωμός» και από ποιόν. Αυτός ο οποίος θα λάμβανε το αίμα πίσω λεγόταν "βγαλτός" και παρακολουθούσε διαρκώς εκείνον που όφειλε να εξοντώσει.
 
Κάλλιος: Εκείνοι που όφειλαν να πάρουν το αίμα πίσω, φρόντιζαν να σκοτώσουν τον καλύτερο της αντίπαλης οικογένειας, δηλαδή τον εξέχοντα, τον αρχηγό, αν ο δράστης της πράξης είχε εξαφανιστεί (λόγω θανάτου ή άλλης αιτίας). Αν πάλι θεωρούσαν ότι ο «Κάλλιος» της αντίπαλης οικογένειας δεν ήταν αρκετός για να ισοφαρίσει την δική τους απώλεια, τότε προχωρούσαν και σε επόμενα κατά σειρά αξιοσύνης μέλη. Συνέβη να σκοτωθούν άτομα μανιάτικης καταγωγής στην Αμερική ή αλλού στο εξωτερικό, χωρίς να γνωρίζουν ότι κάποιο μέλος της δικής τους οικογένειας ή συγγενής τους είχε γίνει δράστης κάποιου εγκλήματος. Ιδανικός υποψήφιος για τη θέση του «Κάλλιου» ήταν ο μεγαλύτερος γιος, εάν ο δράστης πατέρας είχε πεθάνει.  

Χωσιά: Ήταν η ενέδρα που έστηνε μέλος της οικογένειας του θύματος για να λάβει τον γδικιωμό. Στον Πειραιά ως πλέον σύνηθες μέρος για το στήσιμο ενέδρας (χωσιάς) ήταν η οδός Αιτωλικού, την εποχή φυσικά που ακόμα ήταν ένας κακοτράχαλος χωματόδρομος. 


Η πρόσοψη του Ι.Ν. Αγίας Σοφίας Πειραιώς στα Μανιάτικα
Οφείλουμε να αναφέρουμε καταρχάς ότι μέχρι να λάβει εκδίκηση ο Μανιάτης θεωρούσε την πράξη που έγινε κατά της οικογενείας του άτιμη και τον δράστη αυτής εξίσου άτιμο. Κατά συνέπεια η "χωσιά" στηνόταν με σκοπό να ξεπληρωθεί η ατιμία. Και στους άτιμους η ανδρεία περίσσευε! Η "χωσιά" για τους Μανιάτες δεν είχε το χαρακτήρα της άτιμης ή της άνανδρης πράξης. Αυτό ήταν μια αντίληψη αρχαία με προέλευση από την αρχαιότητα όταν με όμοιο τρόπο οι έφηβοι Σπαρτιάτες εφάρμοζαν την "κρυπτεία". 

Άλλωστε πριν ακόμα στηθεί η "χωσιά" ο "βγαλτός" έστελνε μήνυμα στον δράστη και τον ειδοποιούσε ότι σύντομα θα παρθεί εκδίκηση. Έτσι ο δράστης είτε έπαιρνε τα μέτρα του είτε κυκλοφορούσε έχοντας στο πλάι του τον "Συνεβγαλτή" για τον οποίο θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως.

Στα Μανιάτικα


Συνεβγαλτής (Ξεβγαλτής): Άνδρας που είναι ουδέτερος ανάμεσα στην διαμάχη των δύο οικογενειών. Όταν κάποιος κυκλοφορούσε στο δρόμο έχοντας τον «συνεβγαλτή» (ξεβγαλτή) στο πλάι του, κανείς δεν μπορούσε να τον πειράξει. «Γδικιωμός» δεν γινόταν ποτέ παρουσία του «ξεβγαλτή». Τα ακόμα πιο παλιά χρόνια ίσχυε και το εξής. Εάν ο «συνεβγαλτής» αδυνατούσε μια συγκεκριμένη μέρα, είτε διότι ήταν άρρωστος, είτε διότι είχε εργασία, τότε μπορούσε ο «κάλλιος» να κρατά στο χέρι του το ραβδί του συνεβγαλτή. Ακόμα κι αν περνούσε από «χωσιά» ο «κάλλιος» έφτανε που κρατούσε το ραβδί του «συνεβγαλτή» για να μην γίνει τίποτε. Σε περίπτωση που γινόταν πράξη αντεκδίκησης παρουσία είτε του «συνεβγαλτή» είτε του ραβδιού του, αποτελούσε προσβολή προς όλα τα μέλη της οικογένειας του «συνεβγαλτή». Η φράση «βαστώ το ραβδί του τάδε, του συνεβγαλτή μου» ήταν αρκετή για να αναβάλλει τον «γδικιωμό» προσωρινά για εκείνη τη στιγμή. Το ραβδί του «συνεβγαλτή» θυμίζει το αρχαίο «κηρύκειον». 


Στα Μανιάτικα


Ψυχικό: Δύο οικογένειες ερχόταν μετά από σειρά θανάτων, με τη μεσολάβηση τρίτων ή με τη συγχώρεση της χήρας ή της μάνας του θύματος στη λεγόμενη συμφιλίωση. Στην περίπτωση αυτή, τη βιοποριστική συντήρηση αναλάμβανε ο φονιάς που αποκαλούσε τη χήρα του ανθρώπου που δολοφόνησε «ψυχαδελφή» και τη μάνα του θύματος «ψυχομάνα». Μπορούσε και η οικογένεια του φονιά να ζητήσει "Ψυχικό". Αν γινόταν δεκτό το "ψυχικό" οι συγγενείς του φονιά παρατάσσονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Τότε ο φονιάς προσερχόταν άοπλος μαζί με τους δικούς του φιλούσε τα χέρια του πατέρα και της μάνας του σκοτωμένου και δεν σήκωνε το κεφάλι του παρά μόνο όταν του το έλεγαν. Συγγενείς του φονιά και του σκοτωμένου, όλοι μαζί, κάθονταν στη συνέχεια σε καφενείο της συνοικίας για να δουν οι υπόλοιποι ότι υπήρξε συμφιλίωση ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Εκεί στο καφενείο έπιναν τρεις γύρες πιοτά. Η πρώτη γύρα ήταν από τους μεσολαβητές. Η δεύτερη από τους συγγενείς του σκοτωμένου και η τρίτη από τους συγγενείς του φονιά. Η τελετή αυτή λεγόταν "ψυχαδελφοσύνη". 

Η Βεντέττα Εν Μάνη του Νικόλαου Κατσικάρου, 1933. Μια σημαντική μελέτη για τα έθιμα της Βεντέτας "γδικιωμού".
   

Την υποχρέωση του «γδικιωμού» για τον σκοτωμένο πατέρα την κληρονομούσε ο γιος. Κάποτε συνέβη ο γιος να έχει φύγει από μικρή ηλικία στην Αμερική. Εκεί μεγάλωσε, έζησε 40 χρόνια και αποφάσισε να επιστρέψει για καλοκαίρι πίσω στην Ελλάδα, στην πατρική του γη. Μόλις όμως γύρισε τον έπιασαν οι συγγενείς και του ζήτησαν να πάρει το αίμα της οικογένειας πίσω. Ο άνθρωπος ξαφνιάστηκε! 

- «Ιδέα δεν έχω τι μου λέτε» τους είπε. 

Εκείνος ίσως να μην είχε ιδέα τόσα χρόνια στην Αμερική, οι συγγενείς όμως περίμεναν τον γυρισμό του. 
- «Εσύ είσαι ο μοναδικός γιος της οικογένειας» του είπαν «Εσύ θα πάρεις το αίμα του πατέρα σου πίσω». 
- «Μα ο φονιάς του πατέρα μου έχει πεθάνει εδώ και χρόνια» είπε απορημένος. 
- «Δεν πειράζει άφησε πίσω του έναν γιο και τρεις κόρες» του απάντησαν. 

Κι εκείνος τότε αγανακτισμένος με όσα άκουγε τους ζήτησε να τον αφήσουν ήσυχο. Από εκείνη την μέρα ήταν πλέον «αόρατος». Στον δρόμο, στο καφενείο, στην εκκλησία ήταν σαν να μην υπήρχε. Και δεν έφτανε μονάχα αυτό. Από την άλλη πλευρά είχε πληροφορηθεί ο «Κάλλιος» της οικογένειας του πεθαμένου πλέον δράστη, ότι ο γιος του θύματος είχε επιστρέψει από την Αμερική. Φαντάστηκαν λοιπόν κατά τα μανιάτικα έθιμα, ότι είχε επιστρέψει για να λάβει «γδικιωμό» και έτσι κυκλοφορούσε πάντα έτοιμος με το όπλο στο χέρι. 


Η εκκλησία Αγία Σοφία στα Μανιάτικα


Πέρασε λίγο καιρός και ο «Αμερικανός», ο γιος δηλαδή που ύστερα από χρόνια επέστρεψε στον τόπο του, είδε τον «Κάλλιο» της οικογένειας να κυκλοφορεί με το όπλο στο χέρι και φοβήθηκε. Έτσι πήρε την απόφαση να κυκλοφορεί κι αυτός έχοντας ένα τουφέκι παλιό που είχε βρει στο σπίτι. Πήγαινε στα χωράφια για δουλειά με το τουφέκι, τραβούσε νερό από πηγάδι με το τουφέκι από δίπλα, τίποτα δεν έκανε χωρίς να το έχει στο πλάι του. 
Μέχρι που μια μέρα το τουφέκι όπως στεκόταν όρθιο, στα χωράφια, έπεσε στα πλάγια και εκπυρσοκρότησε. Η ριξιά βρήκε τον «Αμερικανό» στο κεφάλι και τον σκότωσε. Τότε όλο το χωριό είπε πως τόκανε ο σκοτωμένος πατέρας του διότι ήταν «αγδίκιωτος» και τιμώρησε τον γιο του καθώς τον έκρινε ανάξιο!  



Διαβάστε επίσης:

Δια την τιμήν της αδελφής... στα Μανιάτικα στον Πειραιά



Πηγές:
-      «Ο φοβερός νόμος της Μάνης», Στρατή Μυριβήλη, περιοδικό «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά», 1963, σελ. 25-26. 
-      Εφημερίδα «Η Πρωία», φ. 10 Αυγούστου 1936, σελ. 1 «Η τιμή της αδελφής», ο Σκεπτικιστής.
-      Εφημερίδα «Ελληνικόν Μέλλον», φ. 29 Ιουλίου 1937, σελ. 1
-      Εφημερίδα «Ακρόπολις», φ. 6 Ιανουαρίου 1933, ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΝΑΡΟΣ.
-      Εφημερίδα «Ακρόπολις», φ. 8 Ιανουαρίου 1933, ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΝΑΡΟΣ.
-      Περιοδικό «Παναθήναια», από τεύχος 5 έως τεύχος 9, 1933, ήτοι από σελ. 192 κ.ε. «Η Μανιάτικη βεντέττα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου