"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η φυγή από το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (1821)




του Στέφανου Μίλεση

Στα «Απομνημονεύματα» του Γεωργίου Ψύλλα διαβάζουμε για ένα περιστατικό που συνέβη κατά την διάρκεια της επανάστασης του ‘21 στον Πειραιά στο Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα. Απέχουμε έξι χρόνια περίπου από την απόβαση των Ελλήνων στην Καστέλλα, την δημιουργία ελληνικού στρατοπέδου από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στο Κερατσίνι, το θάνατό του και τη μεγάλη ήττα που θα υποστούν οι ελληνικές δυνάμεις από στρατηγικό λάθος, που θα μείνει γνωστή ως ήττα του Ανάλατου (Απρίλιο 1827). 

Το 1821 η φλόγα της επανάστασης μόλις είχε ανάψει στην Ελλάδα συμπαρασύροντας μαζί και την Αθήνα τον Απρίλιο εκείνο του έτους. Οι Τούρκοι κάτοικοι της Αθήνας είχαν καταφύγει μαζί με την Οθωμανική φρουρά στην Ακρόπολη. Ο Αλβανός Πασάς Ομέρ Βρυώνης είχε λάβει την εντολή να κατασβέσει την επαναστατική διάθεση των Ελλήνων με κάθε μέσο. Σε μια πορεία καθόδου οι Οθωμανοί προχωρούσαν σε σφαγές και λεηλασίες ξεκινώντας από την Στερεά Ελλάδα με σκοπό να φτάσουν και στην Πελοπόννησο. Τη μεγάλη στρατιά του Ομέρ Βρυώνη προσπάθησαν να σταματήσουν αρχικά ο Αθανάσιος Διάκος στην Αλαμάνα και αργότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στο χάνι της Γραβιάς. Οι απώλειες που προκλήθηκαν στο στράτευμα του Ομέρ Βρυώνη τον ανάγκασαν να στρατοπεδεύσει στην Εύβοια όπου αναδιοργάνωσε το στρατό του. Έθεσε ως νέο στόχο να εισβάλλει στην Αθήνα για να λύσει την πολιορκία της Ακρόπολης εντός της οποίας είχαν εισέλθει όπως είπαμε οι Οθωμανοί της Αθήνας. 

Οι Αθηναίοι μόλις έλαβαν το μαντάτο του ερχομού των Οθωμανών και γνωρίζοντας από παλαιότερες εποχές τον τρόπο με τον οποίο είχαν καταστείλει οι Τούρκοι όμοιες εξεγέρσεις, γρήγορα σχημάτισαν πομπές και διαμέσου του ελαιώνα κατέβηκαν στον Πειραιά όπου ζήτησαν προστασία εντός του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Ο θαυματουργός Άγιος Σπυρίδωνας και στο παρελθόν τους είχε σώσει από τους πειρατές, όταν τα πλοία τους εμφανίζονταν στον ορίζοντα του Σαρωνικού. Οι καλόγεροι του Μοναστηριού έβγαζαν την εικόνα του Αγίου και την περιέφεραν έξω από τα τείχη του. Λίγο η πεποίθηση της επέμβασης του Αγίου και λίγο το γεγονός ότι τα τείχη του Μοναστηριού παρείχαν κάποια προστασία, έφεραν εκατοντάδες κόσμου εντός αυτού. 

Όλα τα κελιά, οι προαύλιοι χώροι και η ίδια η εκκλησία ήταν γεμάτα από γυναίκες και παιδιά και γέροντες. Την πληροφορία αυτή τη λαμβάνουμε από τον ίδιο τον Γ. Ψύλλα ο οποίος επίσης κατέβηκε στον Πειραιά για να συναντήσει την αδελφή του και τη μητέρα του που βρισκόταν κι αυτές μέσα στο Μοναστήρι. Βρήκε την αδελφή του να κάθεται με πολλές άλλες γυναίκες σε ένα δωμάτιο δίπλα από το ηγουμενείο. Τον Ψύλλα υποδέχθηκε ο Ηγούμενος της Μονής ο Συμεών Μαρμαροτούρης και ο ιατρός Καίσαρας Βιτάλης. Δίπλα από το μοναστήρι κόσμος είχε κατακλύσει και όλα τα δωμάτια της μεγάλης οικίας των Καϋράκ, οικογένειας Γάλλων που ζούσε από εμπορικές δραστηριότητες του λιμανιού. Με την επανάσταση οι Καϋράκ ανέβηκαν στην Αθήνα αφήνοντας την οικία τους κενή. Καθώς το Μοναστήρι είχε γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο, έσπευσε το πλήθος να βρει προσωρινό καταφύγιο και στην οικία αυτή. 



Ο Ομέρ Βρυώνης με το στρατό του είχε φτάσει στα όρια της Αττικής με την Βοιωτία και πραγματικός τρόμος είχε εξαπλωθεί στον άμαχο πληθυσμό. Η φημολογία και οι διάφορες απόψεις πάντα σε κρίσιμες στιγμές είναι γεγονός ότι βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Άλλοι μιλούσαν για επικείμενη σφαγή, άλλοι πάλι υποστήριζαν ότι ο Ομέρ Βρυώνης δεν θα τολμούσε να εισβάλει στην Αθήνα καθώς περικυκλωμένη όπως ήταν η πόλη από βουνά έμοιαζε με ένα πηγάδι στο οποίο εύκολα μπαίνεις αλλά δύσκολα βγαίνεις. Αυτή η δεύτερη φήμη δυστυχώς, ήταν που κράτησε πολύ κόσμο στην πειραϊκή ακτή. 

Την περίοδο εκείνη τρία Ολλανδικά εμπορικά πλοία βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι του Πειραιά. Οι Αθηναίοι πρότειναν να διεξαχθεί έρανος με τα έσοδα του οποίου να αγοράσουν όπλα από τους Ολλανδούς. Στην πρόταση αυτή συμφώνησε και ο Ψύλλας που εξεδήλωσε μάλιστα την πρόθεσή του να συνεισφέρει 70 τάλιρα για την αγορά τους. Τον σταμάτησε όμως ο Νικόλαος Καρώρης λέγοντάς του ότι και να αγόραζαν τα όπλα οι άνδρες από το πλήθος το συγκεντρωμένο στον Πειραιά δεν γνώριζε να τα χρησιμοποιήσει. Δεν ήταν ούτε κλέφτες ούτε αρματολοί παρά άνδρες που ζούσαν από άλλες εργασίες που καμία σχέση δεν είχαν με τον πόλεμο. Καθώς η φημολογία δεν είχε σταματημό άλλοι έστελναν τις οικογένειές τους με ό,τι πλωτό υπήρχε στη Σαλαμίνα κι άλλοι στην Αίγινα. Ο Ψύλλας είχε πείσει την μητέρα του να φύγει για την Αίγινα ενώ η αδελφή του έμενε πεισματικά στο Μοναστήρι. Όλο εκείνο τον καιρό ο Ψύλλας καθόταν σε δωμάτιο της Μονής που του είχε παραχωρήσει ο Ηγούμενος το οποίο καθώς ήταν ψηλά και διέθετε και εξώστη του έδινε την δυνατότητα να εποπτεύει το λιμάνι και να ατενίζει μακριά το πέλαγος. Σε μια τέτοια παρατήρηση της θάλασσας είδε να εισέρχεται στο λιμάνι το υδραίικο πλοίο «Αθηνά» που ανήκε στους Κουντουριώτηδες. Είχε καταφτάσει ύστερα από αίτημα των προεστών της Αθήνας για παροχή προστασίας. Οι μέρες περνούσαν, οι προεστοί με τον κυβερνήτη του πλοίου «Αθηνά» συνεδρίαζαν καθημερινά για το τι θα μπορούσε να γίνει και τα μηνύματα για εισβολή των Τουρκαλβανών στην Αθήνα ολοένα και πλήθαιναν. Ο φόβος γινόταν μεγαλύτερος και μεγάλη ταραχή άρχισε να καταβάλει τους Έλληνες. 



Στο μεταξύ στο Μοναστήρι γινόταν το αδιαχώρητο. Είχε κατέβει στον Πειραιά και άλλος άμαχος πληθυσμός, «άπειρον πλήθος» το περιγράφει ο Ψύλλας. Εκατοντάδες σκηνές είχαν στηθεί γύρω από τα τείχη της Μονής και διάφορες φήμες και διαδόσεις δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Μια από αυτές ήθελε τους Σαλαμίνιους να παροτρύνουν τους Αθηναίους να φύγουν από την πόλη για να μείνουν μόνοι και να λεηλατήσουν τις άδειες οικίες τους. Φυσικά επρόκειτο για ψέματα όπως συνήθως συμβαίνει στις δύσκολες στιγμές. Όλο αυτό το πλήθος του κόσμου ήταν μεταξύ άλλων και δύσκολο να τραφεί από τα αποθέματα της Μονής. Οι Καλόγεροι μοίραζαν λιγοστό άρτο για να καταλαγιάσει η πείνα των παιδιών και των άλλων αμάχων. 

Μια μέρα του τρομερού εκείνου Ιούλη του 1821, φωνές ακούστηκαν γεμάτες τρόμο «έφτασαν οι Τούρκοι! Έφτασαν οι Τούρκοι!». 

Ο κόσμος που βρισκόταν τόσο μέσα στο μοναστήρι, όσο και έξω από αυτό, άρχισε να τρέχει πανικόβλητος στις άκρες του λιμανιού, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα φανάρια εισόδου – εξόδου του λιμένα. Και αυτό συνέβη διότι όσα πλοία υπήρχαν μέσα στο λιμάνι είχαν εξέλθει καθώς φοβόντουσαν τον εγκλωβισμό από τους Τούρκους. Ωστόσο λέμβοι από τα πλοία αυτά γέμιζαν κατάφορτες από πανικόβλητο κόσμο εκτελώντας συνεχώς δρομολόγια από τη στεριά, ενώ άλλες μεγαλύτερες φόρτωναν κόσμο για την Ψυτάλλεια ή τη Σαλαμίνα. Όμως ο κόσμος ήταν πολύς και οι λέμβοι δεν αρκούσαν. Τα δυστυχισμένα παιδιά με τις μανάδες να τα κρατούν αγκαλιά και τους γέροντες να στέκουν ανήμποροι, θα ήταν τα βέβαια θύματα της σφαγής που σε λίγη ώρα θα ακολουθούσε. Μέσα σε αυτό τον πανικό του επικείμενου ολέθρου, τα τρία μεγάλα εμπορικά ολλανδικά πλοία στέκονταν με απάθεια, στο κέντρο του πειραϊκού λιμένα. Δεν φοβόντουσαν τους Τούρκους με τους οποίους άλλωστε εμπορεύονταν. Τότε ο Ψύλλας που ήταν γλωσσομαθής πλησίασε τους Ολλανδούς με μια βάρκα και με πολλές δυσκολίες μιλώντας αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά τους έπεισε να διευκολύνουν με τις βάρκες που διέθεταν τη μεταφορά του πλήθους προς τα ελληνικά πλοία, που ανέμεναν έξω από το λιμάνι. 

Ο Ομέρ Βρυώνης


Από τις εννιά το πρωί έως τις πέντε το απόγευμα εκείνης της ημέρας, διήρκεσε η μεταφορά, μέχρι που η παραλία άδειασε από τα πλήθη. Και σε όλες αυτές τις ώρες παρά το γεγονός ότι οι Τούρκοι είχαν μπει στην Αθήνα και είχαν την οπτική δυνατότητα να δουν το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο στην παραλία του Πειραιά δεν επιτέθηκαν. Και όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Ψύλλας «μόνο η παντοδύναμη Θεία Πρόνοια φαίνεται να τύφλωσε τους εχθρούς που δεν όρμησαν αμέσως από τις πρωινές ώρες στον Πειραιά, τότε που ακόμα όλοι βρίσκονταν στην παραλία και θα αποτελούσαν εύκολο στόχο σφαγής και αιχμαλωσίας»

Πραγματικά όταν οι Τούρκοι αποφάσισαν να κατέβουν στον Πειραιά βρήκαν τα πάντα έρημα. Πυρπόλησαν ένα μέρος του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα βάζοντας φωτιά σε ένα κρεβάτι πάνω στο οποίο ήταν εγκαταλειμμένος ένας τραυματίας Έλληνας ενώ δίπλα του καθόταν διαρκώς η αρραβωνιαστικιά του. Αυτός βρήκε τραγικό θάνατο ενώ η κοπέλα σύρθηκε αιχμάλωτη. Ο Ψύλλας βρέθηκε στην Αίγινα αναζητώντας εναγωνίως την αδελφή του. Και ενώ θεωρούσε ότι δεν είχε ξεφύγει, τη συνάντησε αργότερα να τριγυρνά στο νησί κρατώντας στα χέρια της ότι μπορούσε να κουβαλήσει. Είχε μεταφερθεί από ένα τρεχαντήρι πάνω στην Ψυτάλλεια και είχε παραμείνει εκεί με εκατοντάδες άλλους Αθηναίους χωρίς τροφή και νερό επί δύο ημέρες. Οι Τούρκοι έβλεπαν πολλούς από τους Αθηναίους πάνω στην Ψυτάλλεια, αλλά δεν μπορούσαν να τους πλησιάσουν λόγω έλλειψης πλωτών μέσων. Στην Αίγινα οι Αθηναίοι πρόσφυγες έμειναν για καιρό μέχρι που έμαθαν ότι ο Ομέρ Βρυώνης εγκατέλειψε την Αθήνα. Ο Ψύλλας μαζί με τον Ηγούμενο Διονύσιο Πετράκη (τον νεώτερο) και τον Παναγιώτη Σκουζέ ορίστηκαν ως αρμόδιοι για την επανάκαμψη των προσφύγων πίσω στην πόλη.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου