"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Καραβόσκυλα και σκυλοπνίχτες



του Στέφανου Μίλεση

Ο όρος «σκυλοπνίχτης» αποδίδεται σήμερα στα πλοία εκείνα που οι επιβάτες νιώθουν ότι δεν είναι ασφαλείς κατά την διάρκεια του θαλασσίου ταξιδιού. Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί και διαφορετικοί. Να είναι ευάλωτα στους κυματισμούς, ή να παρουσιάζουν μεγάλο ιστορικό ατυχημάτων, βλαβών και καθυστερήσεων ή να ανήκουν σε κάποια εταιρεία ο στόλος της οποίας έχει δημιουργήσει άσχημη φήμη. Πώς όμως προέκυψε ο όρος αυτός;

Θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν του λιμανιού του Πειραιά όταν η πόλη άρχισε να εποικίζεται από νησιώτες που κατέφταναν από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους στον αραιοκατοικημένο ακόμα Πειραιά, διαβλέποντας το μέλλον του λιμανιού, που βρισκόταν δίπλα στη νεοσύστατη πρωτεύουσα, την Αθήνα. Ιστιοφόρα σκάφη, κύρια μικρού μεγέθους εκτελούσαν εμπόριο και μεταφορές πραγμάτων και προσώπων από τα διάφορα νησιά προέλευσης στο λιμάνι του Πειραιά. Τα ιστιοφόρα αυτά καΐκια ακόμα και για αποστάσεις που σήμερα μας φαίνονται κοντινές όπως για Αίγινα, Ύδρα, Πόρο και ακόμα χειρότερα για μακρινές αποστάσεις, εκτελούσαν δρομολόγια κάτω από αντίξοες συνθήκες με κύματα, κρύο, καταιγίδες και απρόβλεπτους καιρούς.

Όταν έφταναν στο λιμάνι του Πειραιά τα μικρά αυτά ιστιοφόρα παρέμεναν, μέχρι να πουλήσουν ή να ξεφορτώσουν τα εμπορεύματά τους για να λάβουν στη συνέχεια και πάλι τον δρόμο της επιστροφής. Πολλά καΐκια μεταφέροντας εμπορεύματα, παρέμεναν κατάφορτα μέχρι να βρουν τον κατάλληλο αγοραστή. Οι ναυτικοί της εποχής εκείνης αλλά και των επόμενων δεκαετιών δεν είχαν μόνο μεταφορικό ρόλο, αλλά και εμπορικό. Εκτός από τη μεταφορά ο κυβερνήτης του ιστιοφόρου σκάφους αναλάμβανε ο ίδιος την πώληση του εμπορεύματος που μετέφερε.




Αγόραζε από τον παραγωγό, για παράδειγμα κάρβουνα από το Άγιο Όρος και τα πωλούσε ακριβότερα στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, εξασφαλίζοντας από την διαφορά αγοράς – πώλησης το κέρδος. Αυτό σήμαινε όμως μεγαλύτερη παραμονή στο λιμάνι, με το ιστιοφόρο να μένει κατάφορτο εμπόρευμα, την προστασία του οποίου τα ολιγομελή πληρώματα των καϊκιών είχαν αναθέσει ειδικώς κατά την διάρκεια της νύχτας σε σκύλους. Κι αν τύχαινε τη νύχτα της παραμονής και έριχνε βροχή, το κάρβουνο που τυχόν ήταν εκτεθειμένο βάραινε και ο έμπορος – αγοραστής, ο στεριανός που το περίμενε στην προβλήτα δεν θα το αγόραζε καθώς η διαφορά στο ζύγι θα φαινότανε στο πορτοφόλι του.

Η ανάγκη διαφύλαξης του εμπορεύματος στην περίπτωση παραμονής γινόταν μεγαλύτερη ανάλογα με το πόσο καιρό το κατάφορτο καΐκι θα έμενε πλευρισμένο μέσα στο λιμάνι. Οι σκύλοι των σκαφών αναλάμβαναν αυτό το έργο. Ήταν οι λεγόμενοι καραβόσκυλοι που έλαβαν την ονομασία αυτή από τα γεγονός ότι ζούσαν πάνω στις κουπαστές των ιστιοφόρων καϊκιών. Πλευρισμένα τα καΐκια στο λιμάνι, κατάφορτα από εμπορεύματα έπρεπε πολλές φορές να διανυκτερεύσουν για την επιτυχία της καλής πώλησης. Οι προβλήτες αποτελούσαν έναν διαρκή κίνδυνο από τους δεκάδες περιφερόμενους γαβριάδες και άλλους απάχηδες του λιμανιού, πού ζούσαν όχι από κάποια εργασία αλλά αρπάζοντας την όποια ευκαιρία τους παρουσιαζόταν. Οι κλοπές εμπορευμάτων ιστιοφόρων αποτελούσαν μια από τις κύριες ενασχολήσεις τους.





Ο καραβόσκυλος ήταν ο καλύτερος φύλακας καθώς πάνω στο κατάστρωμα ξυπνούσε με τα γαυγίσματα το κατάκοπο από το ταξίδι πλήρωμα, στην περίπτωση που κάποιος προσπαθούσε να ανέβει στην κουπαστή. Τυχερός ήταν ο καραβόσκυλος που ζούσε σε μεγάλο σκάφος και διαβίωνε στην κουπαστή του. Με τον καιρό το «προσωνύμιο» του καραβόσκυλου πέρασε από τα σκυλιά στους ανθρώπους και χαρακτήριζε τους ναυτικούς που κατέγραφαν μεγάλη παραμονή στα πλοία, έχοντας ως πατρίδα την κουπαστή και τους άλλους χώρους του πλοίου. 


Όταν το εμπόρευμα πουλιόταν τα μεγάλα ιστιοφόρα αναχωρούσαν από τον Πειραιά για εύρεση νέου φορτίου, για εκτέλεση νέου δρομολογίου κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Για τα μικρά όμως ιστιοφόρα η αναχώρηση από το λιμάνι όταν η κακοκαιρία μαινόταν δεν ήταν μόνο δύσκολη υπόθεση για τους ανθρώπους, αλλά και επικίνδυνη για την επιβίωση των σκύλων του καταστρώματος. Οι καημένοι οι καραβόσκυλοι παρέμεναν στις ρηχές κουπαστές των καϊκιών σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού και πολλοί χάνονταν στην διαδρομή όταν τα κύματα σάρωναν το καΐκι. 

Τα καραβόσκυλα δύσκολα κρατούνταν πάνω στις κουπαστές όταν επί τέσσερις και παραπάνω ώρες τα κύματα, αλλεπάλληλα σάρωναν την επιφάνειά τους. Στα μικρά ιστιοφόρα σκάφη οι καραβόσκυλοι άλλαζαν διαρκώς καθώς παρουσίαζαν μεγάλη θνησιμότητα. Οι μόνιμοι της προκυμαίας του Πειραιά, βαρκάρηδες, αχθοφόροι, λούστροι, φορτωτές κ.α., έβλεπαν διαρκώς στα ίδια μικρά ιστιοφόρα σκάφη διαφορετικούς καραβόσκυλους. Έτσι τα καΐκια αυτά καλούνταν «σκυλοπνίχτες» εννοώντας ότι σκύλος για σκύλο δεν έμενε πάνω τους ζωντανός για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλές φορές τα ολιγομελή πληρώματα των καϊκιών συζητούσαν μεταξύ τους για το τι ήταν φρονιμότερο να πράξουν. Ζύγιζαν τον καιρό, τα σύννεφα, τον άνεμο, τις κατευθύνσεις του. «Σοροκάδα καπετάνιο» έλεγε κάποιος ναύτης στον καπετάνιο. Για τα μικρά σκάφη ήταν άτιμος καιρός. Φουσκοθαλασσιά με πολλά κύματα και αφρούς, καταπίνει όχι μόνο τους καραβόσκυλους του καταστρώματος αλλά και ολόκληρα τα πλεούμενα. Διπλή σκέψη για αναχώρηση που σε κάθε περίπτωση ήταν εξαρτημένη και από άλλους παράγοντες. 



Αν είχε για παράδειγμα το καΐκι εξασφαλίσει το επόμενο μπάρκο ή αν οι δουλειές πήγαιναν καλά ή αν το τσούρμο είχε οικονομική στενοχώρια. Έτσι όπως ήταν όλοι μαζεμένοι στο κατάστρωμα τα ζυγίζαν όλα και ο καπετάνιος έβγαζε την τελική απόφαση για την παραμονή ή το φευγιό από το λιμάνι. Όλοι μαζί βλέπανε τη θάλασσα στον ορίζοντα, βλέπανε αν ίδια στο μέγεθος σκάφη έμεναν στον λιμάνι. Δύσκολες εποχές οι μέρες αδράνειας ήταν χαμένος καιρός, άσκοπη καθυστέρηση. Τα μικρά ιστιοφόρα σκάφη είχαν την πολυτέλεια να αράζουν μόνο όταν ήταν να μπουν στους ταρσανάδες για καμία αβαρία. Τότε το τσούρμο άφηνε το θαλασσοδαρμένο σκαρί στην φροντίδα των μαραγκών, των μπογιατζήδων, των στοκαδόρων και αποτραβιόταν σε καμιά ταβερνούλα από εκείνες που κατέκλυζαν την ακτή του Ξαβέρη για να κουτσοπιούνε και να βγάλουν από μέσα τους τα σεκλέτια, να ξομολογηθούν όλα τα βάσανα του ντουνιά ή να θυμηθούν καμιά ιστορία των νησιών καταγωγής τους. Συριανοί, Υδραίοι και Σαντορινιοί όλο και κάποιο πανηγύρι Αγίου είχαν να θυμηθούν, τότε που ήτανε παιδιά και έτρεχαν ξυπόλητα και ανέμελα γύρω από την εκκλησιά του νησιού τους ή καμιά ιστορία από κείνες που οι θαλασσινοί συνήθως μιλούν για κακοπαθήματα ναυτών και πλοίων, για τοποθεσίες μακρινές που κάποτε όταν ταξίδευαν με μεγαλύτερο πλεούμενο είχαν την τύχη να πάνε. 

Τα χρόνια πέρασαν, η εξέλιξη της ναυτιλίας, η βελτίωση των μέσων και των βοηθημάτων πλοήγησης και κύρια η χρήση ατμομηχανών στα πλοία βελτίωσε τις συνθήκες ασφαλείας, συντόμευσε τις αποστάσεις. Η δημιουργία οργανωμένης αρχής διαχείρισης του λιμανιού, προσέφερε με τα χρόνια προφυλαγμένες προβλήτες και προστασία εμπορευμάτων. Οι καραβόσκυλοι έπαψαν πια να αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση φύλαξης του εμπορεύματος, αλλά και όσοι υπήρχαν είχαν εξασφαλίσει μακροβιότητα στα ταξίδια. Έπαψαν να αντικαθιστά ο ένας την απώλεια του προγενέστερου στους «σκυλοπνίχτες». Ωστόσο στη ναυτική διάλεκτο διασώθηκε μέχρι σήμερα να αποκαλούνται τα καράβια που δεν εμπνέουν ασφάλεια να αποκαλούνται «σκυλοπνίχτες» εννοώντας το μεγάλο ρίσκο που αναλαμβάνει ο επιβάτης εν γνώσει του να ταξιδέψει με αυτά.           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου