"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Οι περιπέτειες της κορβέτας «Λουδοβίκος» του Υδραίου Ραφαλιά κατά τον αποκλεισμό του Πειραιά.




του Στέφανου Μίλεση

«Ένα ελληνικό καράβι από εδώ κι ένα αγγλικό από εκεί.

ρωτά της θάλασσας ο άρχοντας. 
-Πού τρέχεις;
και το ξαρμάτωτο καράβι απεκρίθη
- Από τη μια στην άλλη θάλασσα πηγαίνω"
(Απόσπασμα από το ποίημα "Ελληνικό Καράβι" του Διονυσίου Σολωμού - 1850)



Σε ένα από τα καράβια των Υδραίων αδελφών Τομπάζη (του Ιάκωβου και του Γεωργίου) την «Τερψιχόρη», κατά την διάρκεια της επανάστασης ήταν καπετάνιος ένας επίσης Υδραίος, ο Αλεξανδρής Ραφαήλ, που στην Ύδρα ήταν περισσότερο γνωστός ως Ραφαλιάς. Οι Τομπάζηδες του είχαν εμπιστευτεί την διακυβέρνηση του πλοίου τους γνωρίζοντας τις ικανότητές του. 

Ο ένας Τομπάζης, ο Ιάκωβος, ανακηρύχτηκε από τους Υδραίους πρώτος ναύαρχος του στόλου της επανάστασης και επί των ημερών του χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το πυρπολικό, που θα έμελλε να αποτελέσει ένα από τα βασικότερα όπλα των Ελλήνων στον ναυτικό Αγώνα. Οι Τομπάζηδες ανάμεσα στα πολλά χαρίσματα που διέθεταν είχαν και την ικανότητα του ναυπηγικού σχεδίου. Ταξιδεύοντας προεπαναστατικά στα διάφορα λιμάνια της Ευρώπης, αντέγραφαν νεωτερισμούς ναυτικούς αλλά και κάθε άλλου είδους εξελίξεις της τεχνολογίας. Φιλοπρόοδοι και οι δύο αδελφοί μετέφεραν μέσω σχεδίων όσα έβλεπαν και τα έκαναν πραγματικότητα στην Ελλάδα. Ο Ιάκωβος Τομπάζης για παράδειγμα σχεδίαζε θερμοκήπια και επειδή δεν μπορούσε να τα υλοποιήσει στην φτωχή από εκτάσεις Ύδρα, αγόρασε γη στο Μαντούδι της Εύβοιας και στην Τροιζήνα. Ακόμα και το παρατσούκλι  «Τομπάζης» που είχε αντικαταστήσει το πραγματικό τους επίθετο που ήταν Γιακουμάκης (τον πατέρα τους τον έλεγαν Νικόλαο Γιακουμάκη) είχε προκύψει, όταν είχαν σχεδιάσει και ναυπηγήσει στην Ύδρα πλοίο τύπου «τουμπάζι» που ήταν τύπος εμπορικού σκαριού (πραγματευτάδικο). Αυτός ο τύπος επειδή μόνο στην Ευρώπη υπήρχε και πρωτοκυκλοφόρησε στην Ελλάδα χάρη στα σχέδια των δύο αδελφών, έμελλε να τους γίνει και παρατσούκλι κι έτσι έμειναν Τουμπάζηδες. Τα σχέδια των πλοίων τους δεν έβρισκαν πάντα θετική αντιμετώπιση από τους άλλους καραβοκύρηδες. Άλλοτε τα έβρισκαν μικρά ή παράξενα αρματωμένα κι άλλοτε μεγάλα και δυσκίνητα. Για τα πρώτα τρανό παράδειγμα αποτελεί η "Τερψιχόρη" που είχε όλα κι όλα επτά κανόνια, με το πιο μεγάλο από αυτά να βρίσκεται στην πλώρη! Κι όμως η "Τερψιχόρη" αποδείχθηκε ένα από τα πιο γρήγορα ελληνικά καράβια. Ενώ παράδειγμα για την δεύτερη περίπτωση αποτελούσε η κορβέτα "Λουδοβίκος", που κατηγορήθηκε ως πλοίο μεγάλο και δυσκίνητο, για το οποίο τελικά ελάχιστα γνωρίζουμε ως προς την ιστορία του και τα κατορθώματά του.  

Η γολέτα "Τερψιχόρη" των αδελφών Τομπάζη που είχε ως καπετάνιο τον Αλέξανδρο Ραφαήλ ή γνωστό ως Ραφαλιά

Σχέδιο Κορβέτας "Λουδοβίκος" που ναυπηγήθηκε στον Ναύσταθμο Πόρου. Τα σχέδια φέρουν την υπογραφή του επόπτη και ναυπηγού Εφόρου Νεωρίων Γ. Τομπάζη και ημερομηνία 6 Ιουλίου 1837
(Έκθεμα Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος)  

  
Κάποιοι από τους ναυτικούς εμπόρους που στα χρόνια της επανάστασης ήταν ναυμάχοι, στη συνέχεια υπηρέτησαν ως κυβερνήτες στα πλοία του πολεμικού ναυτικού της ανεξάρτητης πια Ελλάδας. Συνέβη κάποτε ο Πειραιάς να αποκλειστεί από τον Αγγλικό στόλο για ασήμαντη πραγματικά αφορμή. Τα γεγονότα είναι γνωστά και τα έχουμε καταγράψει και παλαιότερα. Όμως χάρη της ολοκληρωμένης διήγησης θα δώσουμε μια μικρή περιγραφή και πάλι. Η καταστροφή της περιουσίας του Εβραίου Πατσίφικο που επειδή ήταν δήθεν Άγγλος, είχε ως επακόλουθο την εμφάνιση το 1850 του αγγλικού στόλου στον Πειραιά, επέφερε τον αποκλεισμό της πόλης ως μέσο εκβιασμού προς τις απαιτήσεις που έθεσαν. Φυσικά τα αίτια ήταν διαφορετικά και απλώς οι Άγγλοι αναζητούσαν την αφορμή της επέμβασης. Τα γεγονότα της καταστροφής του σπιτιού του Πατσίφικο ονομάστηκαν «Πατσιφικά», ενώ τα γεγονότα που ακολούθησαν με την άφιξη του Αγγλικού στόλου και τον ναυτικό αποκλεισμό του Πειραιά, ονομάστηκαν «Παρκερικά», από το όνομα του επικεφαλής του αγγλικού στόλου, του ναυάρχου Πάρκερ. 

Όλα τα ελληνικά πλοία εμπορικά και πολεμικά όφειλαν να παραμείνουν στα λιμάνια, υπακούοντας στην εντολή του Όθωνα που αναγκαστικά είχε συμβιβαστεί στις απειλές των Άγγλων. Κι όλοι οι κυβερνήτες πλοίων υπάκουσαν …όλοι … εκτός από ένα έναν! Τον Ραφαλιά που ήταν τότε κυβερνήτης της κορβέτας «Λουδοβίκος», οποίος μόλις έμαθε για τον αποκλεισμό των Άγγλων, πήρε το πλοίο και βγήκε στα ανοιχτά! 

Ομοίωμα της κορβέτας "Λουδοβίκος"
κατασκευή Αρ. Ράλλη
(Έκθεμα Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος)


Πώς όμως συναντούμε τον Ραφαλιά κυβερνήτη στο «Λουδοβίκο»; Συνέβη διότι η κορβέτα ήταν κατασκευασμένη επίσης σε σχέδια Υδραίικα, των Τομπάζηδων, οι οποίοι επιθυμούσαν ένα δικής τους κατασκευής πλοίο να κυβερνάται από παλαιό τους γνώριμο και συμπατριώτη τους. Και αυτός ήταν ο Αλέξανδρος Ραφαλιάς. Αρχικά ο Υδραίος κυβερνήτης με το «Λουδοβίκο» αρμένιζε στο βόρειο Αιγαίο. Κάπου όμως έπρεπε να φουντάρει και αφού σε λιμάνι δεν μπορούσε, βρήκε έναν όρμο στις Σποράδες και εισήλθε σε αυτόν. Δεν άργησε όμως ένα αγγλικό πολεμικό πλοίο να τον βρει και να του φράξει την έξοδο από τον όρμο. Μια βάρκα αγγλική έφτασε και αφού πλεύρισε το ελληνικό πλοίο, απεσταλμένος αξιωματικός ανέβηκε στο κατάστρωμα όπου συνάντησε τον Ραφαλιά. Του επέδωσε ένα κατασχετήριο του πλοίου ως τιμωρία για την παρακοή του. Ο Ραφαλιάς μόλις διάβασε το έγγραφο το έσκισε και το πέταξε στη θάλασσα.
- «Τέτοια διαταγή εγώ τη χέζω» είπε ο Ραφαλιάς στον Άγγλο αξιωματικό. 

Ο Άγγλος κοκκίνισε από θυμό, μπήκε στη βάρκα και με γοργές κινήσεις επέστρεψε στο αγγλικό πολεμικό. Ο Ραφαλιάς κατάλαβε ότι εγκλωβισμένος όπως ήταν μέσα στον όρμο, πλοίο και πλήρωμα, ήταν καταδικασμένοι. Ωστόσο πρόσταξε όλοι να λάβουν θέσεις μάχης. Άνοιξε τις μπουκαπόρτες της μιας πλευράς που ήταν στραμμένη προς το αγγλικό πολεμικό και τα κανόνια του «Λουδοβίκου» ξεπρόβαλαν στη σειρά. Καπετάνιος και πλήρωμα είχαν το τέλος σίγουρο και απλώς άφηναν τους Άγγλους να ρίξουν πρώτοι. Μα η ώρα περνούσε και από το αγγλικό πλοίο αντίδραση δεν φαινόταν. Και πάλι μια βάρκα φάνηκε να ξεκινά από το αγγλικό πολεμικό πλοίο με κατεύθυνση τον «Λουδοβίκο». Αυτή τη φορά αντί του αξιωματικού που προηγούμενα είχε έρθει, ήταν ο ίδιος ο κυβερνήτης του αγγλικού πολεμικού. Ανέβηκε στο «Λουδοβίκο» και αφού έσφιξε το χέρι του Ραφαλιά αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα, διέταξε και το αγγλικό πολεμικό άφησε την έξοδο του όρμου ανοιχτή. 

Το «Λουδοβίκος» έκτοτε αρμένιζε στα πέλαγα ελεύθερο. Και ο Ραφαλιάς φρόντιζε πλέον να μπαίνει σε όρμους που μόνο εκείνος γνώριζε που οι πορτολάνοι αγνοούσαν. Δύο μήνες πέρασαν και το «Λουδοβίκος» τριγύριζε στην θάλασσα του Αιγαίου. Πότε στη Σμύρνη, πότε στο Αϊβαλί, πότε στην Μυτιλήνη, κατάφερνε να τροφοδοτείται με νερό και τρόφιμα. Ο Ραφαλιάς με το πλήρωμα του «Λουδοβίκου» είχαν γίνει πραγματικός θρύλος. Και όχι μόνο διέφευγε αλλά κατάφερε να συλλάβει στην Πάτμο πλοίο πειρατικό και να απαλλάξει τους κατοίκους της από την τυραννία των φοβερών αυτών κακούργων που είχαν ρημάξει ελληνικές κοινότητες και σε άλλα παρακείμενα νησιά. 

Στις 15 Απριλίου του 1850 η εφημερίδα "Ταχυδρομική φήμη" γράφει για τα υπόλοιπα πλοία του στόλου που δεν ακολούθησαν το παράδειγμα του "Λουδοβίκου":
"η κυβέρνηση οφείλει να βυθίσει τα ελληνικά μας πλοία, δια να αποφύγωσιν την ατίμωσιν, εις ην υπό του ναυάρχου Πάρκερ καταδικάσθηκαν.... αντί αυτού όμως η κυβέρνησις παρέδωκεν εις εμπαιγμόν τας ναυτικάς δυνάμεις της, αντί να τας καταποντίση και να σώσει τη σημαία της άσπιλον... Ο αποκλεισμός των ελληνικών παραλίων είναι γενικός εξ όσων δύναται να συμπεράνει τις ." 

Οι Άγγλοι βλέποντας την επίδραση που ασκούσαν οι περιπλανήσεις του "Λουδοβίκου" πάνω στα πλήθη, διέταξαν σε όλα τα πολεμικά τους να σπεύσουν προς αναζήτησή του και στην περίπτωση που αρνηθεί να τον βυθίσουν. Και ο Ραφαλιάς χωρίς να το γνωρίζει, έγινε κυβερνήτης ενός πλοίου φαντάσματος! Ενός πλοίου που υπήρχε, αλλά που δεν φαινόταν ούτε στα λιμάνια, ούτε ποτέ ξανά οι Άγγλοι το ξαναείδαν όσο κι αν το αναζητούσαν. 

Έπεσε ο βαρύς χειμώνας και ο αποκλεισμένος Πειραιάς κρύωνε από την απουσία κάρβουνου και πεινούσε από την έλλειψη φαγητού. Ήταν ο χειμώνας που έμεινε γνωστός ως ο «Χειμώνας του Παρκέρη». Οι θάλασσες ανταριασμένες και οι καιροί δύσκολοι για ταξίδι στο πέλαγος. Οι Άγγλοι γνώριζαν πως οι καιροί θα ανάγκαζαν τον «Λουδοβίκο» να καταφύγει σε λιμάνι. Ήταν αδύνατον οποιοδήποτε πλοίο να μείνει στα ανοιχτά με τέτοιο καιρό. Μα όσο κι τον καραδοκούσαν σε λιμάνια και σε όρμους ο Ραφαλιάς με το «Λουδοβίκο» είχαν μεταβληθεί σε ένα πλοίο φάντασμα, που υπήρχε αλλά κανείς δεν το έβλεπε! Και το πιο παράδοξο όλων ήταν ότι το συγκεκριμένο πλοίο ήταν τεράστιο και είχε κριθεί από το ελληνικό ναυτικό ως ακατάλληλο! Το μέγεθός του ήταν τέτοιο ώστε να το καθιστά ευάλωτο στον εχθρό. Είχε χρησιμοποιηθεί ως Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων και ήταν μόνιμα αραγμένο σε προβλήτα του Πειραιά. Είχε αποφασιστεί ότι ήταν καλύτερο να μην ταξίδευε! Ωστόσο με τον Ραφαλιά κυβερνήτη το πλοίο όχι μόνο ταξίδευε αλλά δεν το έβρισκαν οι Άγγλοι ο στόλος των οποίων σε αριθμό πλοίων ξεπερνούσε εκείνον που είχε χρησιμοποιηθεί στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ!  

Έφτασε κάποτε ο καιρός που ο αποκλεισμός έληξε και το λιμάνι του Πειραιά άνοιξε και πάλι. Ο Ραφαλιάς το έμαθε και από τα πρώτα πλοία που μπήκε στον Πειραιά ήταν το «Λουδοβίκος». Και μόνο με την είσοδό του το λιμάνι «γέμισε» με την παρουσία του. Πώς μπορούσε αυτό το πλοίο να κρυφτεί; Πώς ήταν δυνατόν ένας τέτοιος όγκος η ελληνική ναυτοσύνη να τον κάνει αόρατο; Ο Βασιλιάς Όθωνας που είχε δεχθεί τις εισηγήσεις των αξιωματικών του ναυτικού περί ακαταλληλότητας του πλοίου λόγω υπέρμετρου όγκου, όταν πληροφορήθηκε την άφιξη του «Λουδοβίκου», γνωρίζοντας φυσικά τα κατορθώματά του, κατέβηκε στον Πειραιά να δει από κοντά τον Ραφαλιά. Ωστόσο για τους τύπους όφειλε να συμπεριφερθεί με αυστηρότητα στον κυβερνήτη του, καθώς επί της ουσίας είχε παρακούσει την εντολή του και είχε αποπλεύσει.

- «Γιατί παρακούσατε την εντολή μου και αποπλεύσατε;» ρώτησε ο Βασιλιάς Όθωνας τον Ραφαλιά. 
- «Για να μην μαυρίσω το κούτελό μου, ούτε όμως το κούτελο της κυβέρνησης και το κούτελο του βασιλιά» απάντησε με θάρρος ο Ραφαλιάς. 

Τότε ο Όθωνας από την απάντηση που έλαβε από τον Ραφαλιά όχι μόνο δεν σκέφτηκε να τον τιμωρήσει για παρακοή, αλλά τον παρασημοφόρησε. Μέσα στην καταχνιά και την ντροπή των Ελλήνων που υπάκουσαν χωρίς αντίδραση στους Άγγλους, ο Ραφαλιάς με το καράβι του έγιναν «Σημαία» γενναιότητας και θάρρους. Διότι οι Έλληνες κυβερνήτες εμπορικών και πολεμικών πλοίων εξαναγκάστηκαν να βγάλουν τα πηδάλια των πλοίων τους και να τα παραδώσουν στους Άγγλους ως απόδειξη ότι δεν θα αποπλεύσουν. Οι Άγγλοι πάνω σε κάθε πηδάλιο ανέγραφαν το όνομα του πλοίου που ανήκε. Και ο υπερήφανος και ατιμασμένος Έλληνας μόνο στο πρόσωπο του Ραφαλιά βρήκε εκείνο που η κυβέρνηση του είχε αφαιρέσει. Την τιμή! Καλύτερα το πλοίο να βουλιάξει παρά να παραδοθεί στον εχθρό. 

Ο άθλος του Ραφαλιά και της κορβέτας «Λουδοβίκου» στο πέρασμα του χρόνου αποδόθηκε σε διαφορετικές εποχές. Στο περιοδικό "Μπουκέτο" στο τεύχος της 12ης Ιανουαρίου 1928, σε άρθρο με τίτλο "Επεισόδια της κατοχής", το ίδιο γεγονός βρέθηκε να παρουσιάζεται ότι συνέβη τέσσερα χρόνια αργότερα, την περίοδο δηλαδή μιας άλλης κατοχής του Πειραιά, αυτή τη φορά που επιβλήθηκε κυρίως από τους Γάλλους! Ωστόσο το 1854 ο Πειραιάς δεν αποκλείστηκε από τα Αγγλο-γαλλικά πλοία, αλλά «συμμαχικός στρατός» αποβιβάστηκε και τον κατέλαβε και όλη η πόλη πέρασε στον έλεγχο του Γάλλου Ναυάρχου Τινάν, εις ανάμνηση του οποίου υπάρχει και ο Τινάνειος κήπος, που σήμερα καλείται Θεμιστόκλειος. 

Αποκλεισμό του λιμανιού του Πειραιά με ταυτόχρονη παράδοση των πηδαλίων των πλοίων, είχαμε μόνο την περίοδο του 1850. Επίσης οι εφημερίδες της περιόδου 1850 - 51 καταγράφουν τα κατορθώματα του "Λουδοβίκου". Άλλωστε ακόμα και αν δεχθούμε υποθετικά την τοποθέτηση του άθλου του «Λουδοβίκου» ότι έγινε το 1854, δεν υπάρχει τότε χρονολογική συμπόρευση με το ποίημα του Διονυσίου Σολωμού που γράφτηκε την περίοδο 1850 - 1851. Διότι ο Διονύσιος Σολωμός εκφράζοντας τα συναισθήματα του ελληνικού λαού για τον Ραφαλιά και το πλοίο του, γράφει ποίημα αφιερωμένο ειδικά με τίτλο «Το ελληνικό καράβι». Δεν θα ήταν δυνατόν ο Σολωμός, να γράψει το 1850 ποίημα για κατόρθωμα του 1854!
Το ποίημα γράφτηκε από τον Σολωμό στα ιταλικά και είναι σύγχρονο της εποχής που διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα. Η φήμη του "Λουδοβίκου" του Ραφαλιά έφτασε στα Αγγλοκρατούμενα Επτάνησα όπου βρισκόταν ο Σολωμός. 

«Ένα ελληνικό καράβι από εδώ κι ένα αγγλικό από εκεί.
ρωτά της θάλασσας ο άρχοντας. 
-Πού τρέχεις;
και το ξαρμάτωτο καράβι απεκρίθη
- Από τη μια στην άλλη θάλασσα πηγαίνω
- Πάψε ευθύς κι ακολούθα με, όπου κι αν σε σύρω
συ που από τη μια στην άλλη θάλασσα πηγαίνεις.

Μια στιγμή ήταν εκείνη, μια στιγμή μονάχη,
αλλά πλια κει γη, κύμα ουρανός δεν ήταν
ουδέ Θεός κανείς και μόνη η ελευθερία
μέσα σε αυτά τα στήθη ολόσωμη στημένη…
Όλοι μα άκρα σιωπή, προσηλωμένοι όλοι
με τα μάτια π’ άστραφταν, στο δαδί μ’ ολόρθο
στο πέλαγος, που μέγα θα δεχθεί σε λίγο,
τα ιερά της στιγμής κορμιά κατεστραμμένα
και πλιά κοντά κει στέκει, στη μπαρούτη η σπίθα
αλλά γοργά η φωνή του Άγγλου 
-Εμπόδισέ την!...»


Η οδός Τομπάζη αφιερωμένη στην οικογένεια των Υδραίων καραβοκύρηδων που προσέφεραν πολλά στον αγώνα της ανεξαρτησίας και και συνέχιζαν να προσφέρουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Στο βάθος ο ναός των Υδραίων του Πειραιά, ο Άγιος Νικόλαος.



Ο Αλεξανδρής Ραφαλιάς πέθανε το 1862 από συγκοπή πάνω στο κατάστρωμα του πλοίου "Αμαλία".


Διαβάστε επίσης:

Υπόθεση Δον Πασίφικο



«Η ξανθούλα της Φρεαττύδας». Το ρομάντζο που κατέγραψε ένα κοινωνικό φαινόμενο.

Οι δύο ερωτευμένοι νέοι σε φωτογραφική αναπαράσταση του 1908, σε μια από τις περιπλανήσεις τους σε Φρεαττύδα και Πειραϊκή.

του Στέφανου Μίλεση

Ο λογοτέχνης Νίκος Σκεντέρης συγγράφει το 1932 ένα ρομάντζο με τίτλο «Η ξανθούλα της Φρεαττύδας». Περιγράφει έναν έρωτα που γεννήθηκε και εξελίχθηκε στην μαγευτική Φρεαττύδα, ο οποίος τελείωσε άδοξα και οδήγησε την Ελπινίκη –αυτή ήταν η ξανθούλα της Φρεαττύδας- στο να αυτοκτονήσει πηδώντας από τα βράχια της πειραϊκής στη θάλασσα. 

Ο Νίκος Σκεντέρης αυτό που στην ουσία περιγράφει είναι μια πραγματικότητα που συνέβαινε στην ερημική ακόμα Φρεαττύδα στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Η Φρεαττύδα με την ακροθαλασσιά, προσέφερε μαγευτικές στιγμές στους ερωτευμένους  νέους, που κάθονταν χειμώνα – καλοκαίρι στα βράχια της, σχεδιάζονταν τη μελλοντική τους ζωή, που δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές έμενε στα σχέδια… Η Φρεαττύδα αποτελούσε τον πρώτο τόπο επιλογής αυτοκτονιών και δεκάδες εκατοντάδες νέοι και νέες έχασαν τις ζωές τους ή αποπειράθηκαν να δώσουν τέλος στο μαρτύριο της απόρριψης ή του έρωτα άνευ ανταπόκρισης. Ο Σκεντέρης στην περίπτωση του έργου «Η ξανθούλα της Φρεαττύδας» φαίνεται να αναφέρεται σε πραγματικό περιστατικό που έλαβε χώρα την περίοδο 1908 – 1909, πιθανότατα αλλάζοντας κάποια από τα ονόματα των αληθινών πρωταγωνιστών της τραγωδίας. Την ίδια περίοδο οι εφημερίδες πάντως καταγράφουν πλήθος αυτοκτονιών ερωτευμένων νέων και νεανίδων στην Φρεαττύδα. Το φαινόμενο τείνει να λάβει στις αρχές του 20ους αιώνα, φαινόμενο επιδημίας!



Στο έργο «Η ξανθούλα της Φρεαττύδας» που ο Σκεντέρης εκδίδει το 1932, μας μεταφέρει στο 1908 στην Φρεαττύδα. Μας παρέχει σπουδαίες πληροφορίες σχετικά με την περιοχή. Συχνά κάνει χρονικές συγκρίσεις του 1908 με την δική του σύγχρονη εποχή, του 1932. Στην Φρεαττύδα του 1908, σε αυτήν την δροσολουσμένη ακρούλα της Πειραϊκής, δεν υπήρχε καμιά συγκοινωνία, ούτε τραμ, ούτε αυτοκίνητα. Λίγα σπιτάκια ολόασπρα μέσα στον ασβέστη και η επιβλητική έπαυλη του Σκουλούδη που το 1932 βρισκόταν εκεί το τέρμα του τραμ. Ο διαβάτης που αποφάσιζε να οδοιπορήσει παραλιακά, άκρη στην απότομη και βραχώδη ακτή και μάλιστα κατά το δειλινό, θα έμενε έκθαμβος από ένα υπέροχο θέαμα, τη θαυμαστή δύση του ήλιου με τα δεκάδες χρώματα του ουρανού, που μόνο από την Πειραϊκή απεικονίζεται με τόσο εξαίσιο τρόπο.

Η έρημη ακόμα Πειραϊκή του 1930 με τον όρμο του Τηλεγράφου αριστερά.


Για τα ηλιοβασιλέματα της Πειραϊκής άλλωστε έχουν αναφερθεί δεκάδες άλλοι Πειραιώτες λογοτέχνες. Πρωταγωνιστής της ιστορίας ήταν ο Ιάσονας Κέρκης, αθλητής του Ομίλου Φιλάθλων Πειραιώς (πρόγονος του Ολυμπιακού) που του άρεσε να ρεμβάζει στη μοναξιά της παραλιακής ακτής. Από δεκατεσσάρων ετών είχε μπει στο γυμναστήριο και τα καλύτερά του χρόνια τα είχε αφιερώσει στην ιδέα της γυμναστικής. Σχολείο, γυμναστήριο και στο γραφείο του πατέρα του. Ανάμεσα σε αυτά πήγαινε και στον Όμιλο Ερετών για κωπηλασία, όπως και για κολύμπι που συνήθιζε αρκετά συχνά να κάνει στον όρμο της Φρεαττύδας. Από την μικρή πλατεία της Φρεαττύδας (εκεί που σήμερα βρίσκεται η προτομή του Λάμπρου Πορφύρα) ξεκινούσε ένας πλατύς δρόμος που ανέβαινε και έφτανε μέχρι την οδό Σαχτούρη, από όπου διερχόταν το τραμ 17. Ο Σκεντέρης περιγράφει την οδό Φρεαττύδος που όπως και σήμερα ξεκινά από την Φρεαττύδα και φτάνει ψηλά στην Πηγάδα στην Λεωφόρο Σαχτούρη. 

Η έπαυλη Σκουλούδη την μεταπολεμική εποχή. 


Το 1932, εάν κάποιος περπατούσε τον δρόμο αυτό για να βγει στην οδό Σαχτούρη, στα δεξιά του θα συναντούσε μια μάντρα με μια παλαιά πράσινη ξύλινη πόρτα. Μέσα στην μάντρα αυτή υπήρχε ένα οικόπεδο όπου φύτρωναν μόνο χορτάρια και μερικές πιπεριές. Οι τοίχοι της μάντρας μισογκρεμισμένοι και η πόρτα σε κακά χάλια. Αυτή η μάντρα όμως φιλοξενούσε το 1908 ένα καλοφτιαγμένο γυμναστήριο. Ήταν το γυμναστήριο και έδρα του Ομίλου Φιλάθλων Πειραιώς (συνεπώς προκύπτει ότι ο Όμιλος ήταν καθαρά ένα αθλητικό σωματείο της Φρεαττύδας). Έπειτα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1906 (εννοεί την Μεσολυμπιάδα), δόθηκε μεγάλη ώθηση στον αθλητισμό. Τότε μια ομάδα από αθλητές και φιλάθλους, υπερπηδώντας πολλά εμπόδια κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν στίβο στον οποίο κάθε απόγευμα γέμιζε από εφήβους Φρεαττυδιώτες αθλητές. 

Το 1908 διοργανώνονταν μεγάλοι Πανελλήνιοι αθλητικοί αγώνες, στους οποίους ο Όμιλος Φιλάθλων θα λάμβανε μέρος. Για αυτό και η προπόνηση στον στίβο της οδού Φρεαττύδας είχε λάβει το χαρακτήρα εντατικής προσπάθειας. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας ο Ιάσονας ήταν μοναχογιός και ο πατέρας του είχε εργοστάσιο χρωματουργίας μεταξύ Φαλήρου και Πειραιά. Στον Πειραιά στην οδό Μακράς Στοάς διατηρούσαν το γραφείο της επιχείρησης (σημερινή οδό Γούναρη). Ο Ιάσονας εκεί στα βράχια της Φρεαττύδας γνώρισε μια όμορφη ξανθιά κοπέλα, την Ελπινίκη, την οποία ερωτεύθηκε. Έδιναν για καιρό ραντεβού σε διάφορα σημεία της ακτής. Κατά τους περιπάτους τους έχουμε την ευκαιρία της περιγραφής της ερημικής πειραϊκής του 1908. Βάδιζαν τον παράλιο δρόμο περνώντας μια μεγάλη καμπή που παλαιότερα λεγόταν όρμος Λουβιάρη (σημερινό όρμο Σκαφάκι), σήμερα δε (εννοεί το 1932) ο Σκεντέρης περιγράφει ότι οικοδομείται από τους πρόσφυγες η Νέα Καλλίπολη. 

Ο Ιάσονας οδηγούσε μια μοτοσυκλέτα με την οποία συχνά πήγαινε στην εκκλησία «Ρόδον το Αμάραντον». Το 1908 ήταν ένα μικρό ξωκλήσι κοντά στην ναυτική σχολή των δοκίμων με μερικά σπιτάκια γύρω. Το 1932 ήταν ολόκληρο χωριό ενωμένο σχεδόν με τον Πειραιά. Ο Ιάσονας –όπως μας περιγράφει ο Σκεντέρης- οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του με μικρή ταχύτητα, διότι ο παραλιακός δρόμος μετά τη θέση Λουβιάρη, ήταν δύσκολος με απανωτές στροφές. Το μικρό γραφικό εκκλησάκι απείχε μόλις πενήντα μέτρα από τον λεγόμενο όρμο του Τηλεγράφου. Εκεί στον όρμο άφηναν την μηχανή κι ύστερα με τα πόδια έπιαναν έναν μικρό ανήφορο και έφταναν στο εκκλησάκι. Το 1908 οι επισκέπτες της εκκλησίας συναντούσαν συνήθως μια γριά εκκλησάρισσα κι έναν παπά γεροντάκος. Ο κόσμος επισκεπτόταν το μικρό ξωκλήσι για να ασπαστεί την εικόνα της Θεοτόκου «Ρόδον το Αμάραντον», στην οποία ήταν αφιερωμένο το ξωκλήσι. 

Η τραγωδία της ανατίναξης του Αντιτορπιλικού "Λέων" στην Ακτή Ξαβερίου την 22α Δεκεμβρίου 1921, προκαλεί τόσο μεγάλη οδύνη στους Πειραιώτες που ο Πειραιώτης λογοτέχνης Νίκος Σκεντέρης στις αρχές της δεκαετίας του '30 γράφει σχετικό ρομάντζο με τίτλο "Ρόδον το Αμάραντον". "Ένας μεγάλος πειραϊκός έρωτας που σβήνει με την ανατίναξη του αντιτορπιλικού Λέοντα στην Ακτή Ξαβερίου" όπως αναφέρει και το σχετικό έντυπο.


Μια άλλη συνήθεια που είχαν ήταν με βαρκάκι να κωπηλατούν από τον Όμιλο Ερετών στο Πασαλιμάνι μέχρι τον όρμο της Φρεαττύδας. Πιο μεγάλη διαδρομή ήταν όταν αποφάσιζαν να τραβήξουν προς το νησάκι του Κουμουνδούρου. Αφού έκαναν τον γύρο του νησιού προχώρησαν ύστερα για τον μικρό όρμο του Τουρκολίμανου. Στη συνέχεια της ιστορίας ο Ιάσονας θα κληθεί να υπηρετήσει τη θητεία του στο πολεμικό ναυτικό. Σε ένα ταξίδι με πλοίο για το Λίβερπουλ με κάποια αποστολή του πολεμικού ναυτικού βρίσκεται εξοδούχος να διασκεδάζει με μια παρέα από Έλληνες και Άγγλους ναύτες που πήγαν εκδρομή για διασκέδαση με δύο μοτοσυκλέτες. Ενεπλάκησαν σε τροχαίο δυστύχημα από το οποίο ο Ιάσονας, ύστερα από δύο μέρες εγκεφαλικής αιμορραγίας, έχασε την ζωή του. Το ταριχευμένο πτώμα του Ιάσονα έφτασε στον Πειραιά που μέσα σε θρήνο και οδυρμό οι Φρεαττυδιώτες έκλαψαν για τον χαμένο νέο. Ο Δήμαρχος με το Δημοτικό Συμβούλιο, όλα τα μέλη του Ομίλου Φιλάθλων Πειραιώς, με τον Πρόεδρο επί κεφαλής παρακολούθησαν την κηδεία. Ο ωραίος αθλητής δεν υπήρχε πια. Η κηδεία του έγινε στο πρώτο κοιμητήριο της πόλης στον Άγιο Διονύσιο (ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι το νέο κοιμητήριο της Αναστάσεως ξεκίνησε την λειτουργία του μετά το 1914). 




Η Ελπινίκη που ακόμα δεν είχε πληροφορηθεί για τον απροσδόκητο θάνατο του Ιάσονα, ζητούσε να μάθει το λόγο που δεν λάμβανε αποκρίσεις στις επιστολές της. Ζήτησε να συναντήσει τον καλύτερο του φίλο, τον Γιώργο Σωτηρίου, στου Ζαβορίτη στον Άγιο Βασίλειο. Εκείνος αν και γνώριζε, δεν μπόρεσε να της πει τα κακά μαντάτα, γνωρίζοντας τα αισθήματά της. Η Ελπινίκη την επομένη αγόρασε εφημερίδα όπου τελικώς αντίκρισε ολόκληρη την εικόνα του Ιάσονα με αθλητική περιβολή και τη νεκρολογία του! 

«Ο Πειραιεύς έχασε έναν λαμπρό νέο. Και η Ελλάς ένα μέλλοντα Ολυμπιονίκη». 

Η Ελπινίκη έπεσε σε βαθιά θλίψη και σταμάτησε να κυκλοφορεί. Η ίδια εφημερίδα λίγες μέρες αργότερα έγραφε: 
«Αυτοκτόνησε χθες δια λόγους αισθηματικούς ριφθείσα εκ των βράχων της Φρεαττύδος η 19ετίς Ελπινίκη Κ…». 

Άλλη εφημερίδα έγραφε:
«Αλιευτική λέμβος ανέσυρε παρά την Φρεαττύδα πτώμα νεανίδας, υποτίθεται ότι πρόκειται περί αυτοκτονίας». 

Το μέρος της ακρογιαλιάς που έπεσε η Ελπινίκη απείχε 300 βήματα από το τέρμα του Τραμ της Φρεαττύδας, όπου η ακτή ήταν απότομη με το ύψος της να φτάνει τα δεκαπέντε περίπου μέτρα από την θάλασσα. Ακόμα και σήμερα αν περπατήσει κάποιος 300 βήματα από το Αντικαρκινικό νοσοκομείο προς την Πειραϊκή, θα φτάσει σε απότομο ύψωμα όπως περιγράφει ο Σκεντέρης. 

Πρόχειρο σχέδιο του Σκεντέρη που απεικονίζει το σημείο της Πειραϊκής όπου συνέβη το μοιραίο. Απείχε 300 βήματα από την έπαυλη του Σκουλούδη.


Την αυγή δύο Φρεαττυδιώτες ψαράδες που είχαν βγει με την βάρκα τους στην ακρογιαλιά για ψάρεμα είχαν βρήκαν νεκρή την κοπέλα. Κανένα μάτι στην Φρεαττύδα δεν έμεινε αδάκρυτο. Αν ανατρέξει κάποιος στις αυτοκτονίες του 1909 στην Φρεαττύδα, είναι σίγουρο ότι θα βρει πολλές. Ίσως κάποια από αυτές να αναφέρεται στην αληθινή ιστορία του ρομάντζου. Ο Σκεντέρης μέσα από το έργο του «Η ξανθούλα της Φρεαττύδας» κατέγραψε ουσιαστικά ένα κοινωνικό φαινόμενο που δεν έλεγε να παρουσιάσει ύφεση! 

Και πού να σφίξουν οι ζέστες!...

Στην δεκαετία του 1930 οι αυτοκτονίες στον Πειραιά για αισθηματικούς λόγους λαμβάνουν εκρηκτικές διαστάσεις. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ο Φρεαττυδιώτης λογοτέχνης αποφασίζει να γράψει ένα έργο με θέμα τις αυτοκτονίες το 1931 και να το εκδώσει τον επόμενο χρόνο. Τη χρονιά συγγραφής του ρομάντζου καταγράφονται στον Πειραιά 40 αυτοκτονίες!

Σαράντα αυτοκτονίες στον Πειραιά καταγράφηκαν μόνο για το 1931!

Από καταγραφή της αυτοκτονικής επιδημίας προέκυψε ότι οι περισσότερες συμβαίνουν την περίοδο του καλοκαιριού! 
Γράφει η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" (φ. 25 Ιουλίου 1931):

"Εκ τούτου συμπεραίνεται ασφαλώς ότι η ζέστη επιδρά τρομερά τόσον επί του εγκεφάλου όσο και επί όλου του νευρικού συστήματος, εις τρόπον δε που να μας προκαλεί δυσφορίαν δια την ζωήν και νοσταλγίαν του θανάτου". 

Και καταλήγει ο συντάκτης του άρθρου Γ. Α. Μπουκουβάλας.

"Το λεγόμενον "και πού να σφίξουν οι ζέστες" έχει τη θέση του εδώ, ως υποδηλούν τους κινδύνους εκ της ανόδου της θερμοκρασίας".

Το 1931 από τους 40 που αυτοκτόνησαν οι 32 ήταν άνδρες και μόνο 8 γυναίκες. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο συντάκτης του άρθρου ήταν ότι οι άνδρες αποκαρδιώνονται από τη ζωή τους, προ πάντων των σκληρών οικονομικών συνθηκών ενώ οι γυναίκες ζητούν τον θάνατο μόνο από ερωτική απελπισία. 


Διαβάστε επίσης:

Ο Όρμος του Τηλεγράφου


Συνοικία Νέας Καλλίπολης Πειραιώς 




Στα κουτούκια και στις οικογενειακές ταβέρνες






του Στέφανου Μίλεση

Η ταβέρνα ταυτισμένη στη συνείδησή μας με την καλή παρέα, την αθάνατη ρετσίνα, το τραγούδι και τον πρόχειρο μεζέ, έχει μεγάλη ιστορία, περισσότερη απ’  όσο φανταζόμαστε. Χρειάστηκε όμως να περάσει αρκετός καιρός για να ανοίξουν οι ταβέρνες της πύλες τους και να δεχθούν οικογένειες. Και όταν αυτό συνέβη σε αρκετές άρχισε να εμφανίζεται στην πρόσοψη του καταστήματος μια μεγάλη πινακίδα με τίτλο «Οικογενειακή Ταβέρνα», ώστε να διαλύει κάθε αμφιβολία. Απαιτήθηκε λοιπόν καιρός ώστε η ταβέρνα εξευγενιστεί και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των απλών ανθρώπων που έσπευδαν με τις οικογένειές τους. 




Τότε ήταν που άρχισε να διακρίνεται αν θέλετε, σε διάφορες άλλες παραλλαγές που άλλοτε αναγράφονταν στον τίτλο της, κι άλλοτε όχι αλλά απλώς εννοούνταν, όπως μουσική ταβέρνα, κοσμική ταβέρνα, φιλολογική ταβέρνα κ.ο.κ. Η ταβέρνα στην καλή της εποχή ταυτίστηκε με πολλές έννοιες αλλά κύρια δύο ήταν οι λέξεις που την χαρακτήριζαν: το κρασί και ο μεζές. Πρόγονος της ταβέρνας ήταν το καπηλειό που εξυπηρετούσε κυρίως ταξιδιώτες προσφέροντας κρασί και πρόχειρο φαγητό, ενώ στον πάνω όροφο του ιδίου κτηρίου, υπήρχαν συνήθως δωμάτια για μια διανυκτέρευση. Καπηλειό θα λέγαμε ότι ήταν και το πανδοχείο που λειτούργησε το 1829 ένας από τους πρώτους οικιστές του Πειραιά, ο Γιαννακός Τζελέπης. Από τις λιγοστές περιγραφές που διασώθηκαν φαίνεται ότι στου Τζελέπη προσφερόταν κρασί, φουμάρισμα ναργιλέ και ένας κάποιος πρόχειρος μεζές, ενώ στο πάνω ακριβώς πάτωμα υπήρχαν μερικά μικρά και άβολα δωμάτια. Στα καπηλειά τόσο σε Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, συνήθως σύχναζαν εκτός από ταξιδιώτες, οι αμαξάδες που διακρίνονταν από τις βλάσφημες εκφράσεις τους, αλλά και άνθρωποι που αναγκαστικά προσέφευγαν σε αυτήν όπως πραματευτές, οδοιπόροι και φυσικά ντόπιοι που την είχαν ως στέκι τους. 



Οι ταβέρνες αποτέλεσαν στέκια ανθρώπων που αντιπροσώπευαν διαφορετικές τάξεις και επαγγέλματα. Όσες βρίσκονταν μακριά από τα κοσμικά κέντρα των πόλεων, στις απόμερες συνοικίες, στις παρυφές της πόλης, αποτελούσαν συνήθως τόπο συνάθροισης ανθρώπων του περιθωρίου και χαμηλής κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια μέχρι να αλλάξει η φήμη από τις ταβέρνες του Περάματος, της Δραπετσώνας, της ερημικής Πειραϊκής και των Ταμπουρίων και να δημιουργηθεί η εικόνα της ταβέρνας όπως την διατηρούμε στις αναμνήσεις μας. Αυτό που σήμερα αποκαλούμε παραδοσιακή ταβέρνα, μόνο παραδοσιακή δεν είναι, διότι αν το εννοούσαμε θα περιγράφαμε ταβέρνες περιθωριακών τύπων, κακόφημων συνοικιών, μαστούρας και μπαγλαμά. 

Με το χέρι του Λάμπρου Πορφύρα το γνωστό ποίημα αφιερωμένο στην Ταβέρνα της Φρεαττύδας "Πιε στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα"


Στην εφημερίδα «Μηνιαία Εικονογραφημένη Ατλαντίς» τον Σεπτέμβριο του 1929 («Η ζωή εις τα ταβερνάκια του Πειραιώς),  καταγράφονται στον Πειραιά ταβέρνες που αποτελούν στέκια συγκεκριμένων ομάδων ανθρώπων. Στις ταβέρνες της Φρεαττύδος εκεί όπου τα ψάρι «σπαράζει πάνω στο τηγάνι» συχνάζουν ψαράδες και βαρκάρηδες. Ανάμεσά τους και άλλοι άνθρωποι της θάλασσας καραβοκύρηδες ή καραβόσκυλοι. Ξεχωρίζει με την παρουσία του ο ποιητής των «Σκιών» ο Δημήτρης Σύψωμος ή αλλιώς Λάμπρος Πορφύρας. Το ίδιο περίπου πελατολόγιο υπάρχει και στις ταβερνούλες του Τουρκολίμανου. Ο κόσμος διαφέρει ριζικά στα στέκια των Λεμονάδικων, στην Πλατεία Καραϊσκάκη. Στην ταβέρνα του Κωστάλα στο Ρώσικο Νοσοκομείο μπορεί κάποιος να συναντήσει ιατρούς, δικηγόρους, στρατιωτικούς και ανθρώπους του πνεύματος. Στις ταβέρνες του κέντρου του Πειραιά οι ηλικίες χαμηλώνουν και συναντά κανείς νεότερους ανθρώπους. Διασημότερη όλων η «Αντριώτικη» στην οδό Κουντουριώτου όπου σύχναζαν δημοσιογράφοι καθώς τα γραφεία του Συνδέσμου Δημοσιογράφων Πειραιώς. Στις ταβέρνες κατά μήκος του λιμανιού η πελατεία αποτελείται από ναυτικούς από όλες τις φυλές της γης. Πληρώματα ξένων πλοίων εμπορικών ή πολεμικών. Συμβαίνει μάλιστα από πολύ πιοτό κάποιοι να μεθούν, όπως έγινε με κάποιους Άγγλους ναύτες πολεμικού που έχασαν το πλοίο τους και συντετριμμένοι παρουσιάστηκαν στο Αγγλικό Προξενείο να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. 


Το σκηνικό μιας ταβέρνας είναι λίγο πολύ γνώριμο σε όσους τις θυμούνται. Παλιά ξύλινα βαρέλια υπερυψωμένα με δοκάρια έως πάνω στο ταβάνι, ενώ κάτω ακριβώς από αυτά άλλοτε εδράζονται τραπέζια κι άλλοτε μια ακόμα σειρά από κρασοβάρελα. Έφεραν στην πρόσοψή τους αριθμούς γραμμένους με κιμωλία, με τους οποίους ο ταβερνιάρης τα διέκρινε. Παλαιότερα έφεραν ονόματα Αγίων ή ηρώων, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ημερομηνίας που θα τα άνοιγε (για παράδειγμα την ημέρα που γιόρταζε ο αντίστοιχος άγιος). Δίπλα στα βαρέλια, απλωμένα ξύλινα τραπέζια, πάνω στα οποία έπιναν οι θαμώνες τοποθετώντας τον μεζέ και τα ποτήρια τους, απευθείας στην ξύλινη επιφάνεια του τραπεζιού, χωρίς την μεσολάβηση τραπεζομάντηλου ή έστω μια κόλλας χαρτιού, που ακόμα κι αυτή χρειάστηκε χρόνια για να στρωθεί. 



Οι θαμώνες μια ταβέρνας ήταν συνήθως άνθρωποι της γειτονιάς ή της συνοικίας. Συνέβαινε όμως η ταβέρνα να διαθέτει εκλεκτό κρασί. Τότε στην περίπτωση αυτή σύχναζαν και από άλλες γειτονιές. Το κρασί αποτελούσε την κύρια αιτία «μετανάστευσης», να πάρει δηλαδή κάποιος την απόφαση να περπατήσει και να επισκεφθεί μια μακρινή ταβέρνα. Η απόφαση αυτή είχε να κάνει με την επιστροφή που θα ήταν προβληματική, καθώς ο θαμώνας πιωμένος πλέον, θα αδυνατούσε να περπατήσει…  Όταν οι θαμώνες της ταβέρνας ήταν μπεκρήδες, για να κρατάει ο ταβερνιάρης τον λογαριασμό τραβούσε σε έναν μικρό μαυροπίνακα στον τοίχο μια γραμμή με την κιμωλία του. Κάθε γραμμή αντιστοιχούσε στο λεγόμενο «κατοσταράκι» που μετρούσε το κρασί με δράμια, εκατό στην προκειμένη περίπτωση, που αποτελούσαν υποδιαίρεση της οκάς. Όταν από τη «σούρα» θόλωνε ο νους και θάμπωνε η ματιά του πελάτη, οι γραμμές αυξάνονταν με θαυματουργό τρόπο. Από εκεί, όπως έλεγαν χαριτολογώντας οι μπεκρήδες, μάθαιναν σωστά την αριθμητική. Όταν ο ταβερνιάρης «έκλεβε» τους μπεκρήδες τότε σταματούσαν να πηγαίνουν σε αυτόν, καθώς αποκτούσε κακή φήμη. Δεν υπήρχε χειρότερο πράγμα από έναν ταβερνιάρη που νερώνει το κρασί στα βαρέλια ή που κλέβει στις γραμμές! Αυτό ο μικρός μαυροπίνακας της ταβέρνας ήταν ο πίνακας αριθμητικής των μπεκρήδων. 



Στην ταβέρνα αρχικά επικρατούσε απόλυτη ησυχία αφού όσοι σύχναζαν σε αυτήν, δεν πήγαιναν να διασκεδάσουν αλλά να «πνίξουν» την καθημερινότητα, τα βάσανα, να σβήσουν από το μυαλό τους τα προβλήματα που τους ταλάνιζαν. Στους τοίχους των ταβερνών δέσποζαν οι μορφές ηρώων της επανάστασης, η Γενοβέφα καθώς και πινακίδες ενημερωτικού ενδιαφέροντος όπως «ο βερεσές κομμένος» ή «απαγορεύονται τα άσματα και τα όργανα» όταν ο καταστηματάρχης δεν επιθυμούσε μουσική και τραγούδια εντός. Ο Καραγκιοζοπαίχτης Μώρος που όλη του την ζωή ανέβαζε παραστάσεις Θεάτρου Σκιών στον Πειραιά ήταν εκείνος που εισήγαγε την μορφή του Σταύρακα του Πειραιώτη! Ο Μώρος διατηρούσε την σκηνή του στην Πλατεία Κανάρη και εκεί πρωτοπαρουσίασε τον Σταύρακα. Επρόκειτο για τον Τζίμη Σταυράκη, ένα υπαρκτό πρόσωπο, που ενέπνευσε τον Μώρο να κάνει φιγούρα, που αμέσως έγινε ανάρπαστος καθώς σκιαγραφούσε τον τύπο του μάγκα με το κομπολόι στο χέρι, τα μυτερά παπούτσια τα ψηλοτάκουνα με την χονδρή ζώνη που έκρυβε το μαχαίρι ενώ μιλούσε την παράξενη αργκό του λιμανιού. Ο Σταύρακας ήταν τύπος της ταβέρνας! «Με μεζεδάκι και δια δελτίο μπακαλιαράκι τηγανιτό και με την ρετσινούλα την αγνή ήρθα στο τσακίρ κέφι και γουστάρισε η ψυχή μου ένα τραγουδάκι. Γιατί ρε να μην το κάνω; Μήπως πληροφορήθηκες ότι δεν πλερώνω;» 



Την μεταπολεμική εποχή οι τοίχοι των ταβερνών γέμισαν με ζωγραφιές του γνωστού «μπεκρή» με το στομάχι να εξέχει, την κόκκινη μύτη και το απλανές από το κρασί βλέμμα. Η φυσιογνωμία του έγινε κοινή σε όλες τις ταβέρνες, αλλά οι περιπέτειές του διέφεραν. Άλλοτε κρατούσε αγκαλιά κολώνες για να μην πέσει, άλλοτε τον πήγαιναν υποβασταζόμενο. Όσο τα χρόνια περνούσαν, τα απλά σκίτσα του μπεκρή, εμπλουτίζονταν και με απλές φράσεις, μέχρι που εξελίχθηκαν σε ολόκληρους διαλόγους εμπνευσμένους από την πραγματικότητα. Καθώς για παράδειγμα έξω από τις ταβέρνες περίμεναν ταξί για να μεταφέρουν τους μπεκρήδες πίσω στο σπίτι τους (οι ίδιοι αδυνατούσαν να περπατήσουν) οι διάλογοι ήταν ανάλογοι με τις οκάδες που καταναλώθηκαν. Μπεκρής ρωτάει ταξιτζή με δύο οκάδες βενζίνη πόση απόσταση καλύπτει, διότι ο ίδιος με δύο οκάδες κρασί δεν μπορούσε να κάνει ούτε δέκα βήματα! Γνωστή επίσης η τοιχογραφία της ταβέρνας με τον μπεκρή να επιστρέφει μετά τα μεσάνυχτα στο σπίτι και να τον περιμένει η ανυπόμονη σύζυγος, μια ευτραφής κυρία που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της καταπίεσης του αθώου κατά τα άλλα μπεκρή, που δεν φταίει σε τίποτα παρά μόνο στο ότι ήπιε ένα ποτηράκι παραπάνω.

Διαβάστε επίσης:

Οδοιπορικό στον Πειραιά της ρετσίνας και των Βαρελοποιών



Στην Ταβέρνα του Λάμπρου Πορφύρα