ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ: Ο ΣΠΑΡΤΙΑΤΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΕ ΤΙΣ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

 


Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης


Ο Λύσανδρος ήταν Σπαρτιάτης Στρατηγός και Διπλωμάτης, υιός του Αριστοκλείτου. Ο Αιλιανός ο Αθηναίος πίστευε (όπως και οι Καλλικρατίδας και Γύλιπος), πως η μητέρα του Λύσανδρου ανήκε στην τάξη των Ειλώτων. Ο Λύσανδρος παρόλα αυτά με τον βίο του κατέδειξε πως ήταν αυθεντικός Σπαρτιάτης αφού είχε επιλέξει τη στρατιωτική αυστηρότητα. Κατηγορήθηκε για πολλά όπως για ανηθικότητα, όμως αν και είχε πολλές ευκαιρίες στη ζωή του να πλουτίσει, προτίμησε να μείνει ο ίδιος στην πενία και να στείλει όλα τα πλούτη στην πατρίδα του την Σπάρτη. Ο ίδιος πέθανε πάμπτωχος, κατάσταση την οποία όμως οι συμπατριώτες του Σπαρτιάτες πληροφορήθηκαν μόνο μετά τον θάνατό του.

Ο Λύσανδρος ανέλαβε την διοίκηση του στόλου των Λακεδαιμόνιων, την εποχή που ο Αλκιβιάδης ήταν Στρατηγός των Αθηναίων. Ύστερα από παραμονή στην Έφεσο πληροφορήθηκε πως στις Σάρδεις βρισκόταν ο Κύρος ο γιος του Βασιλιά της Περσίας Δαρείου, τον οποίο συνάντησε και τον γοήτευσε με τους τρόπους του. Ο Κύρος δέχθηκε τόσο την επιρροή της προσωπικότητας του Λύσανδρου ώστε για να τον ευχαριστήσει τον ρώτησε τι επιθυμεί. Τότε ο Λύσανδρος αποκρίθηκε πως θα ήθελε ο μισθός των ναυτών του, αντί τριών οβολών να αυξηθεί κατά έναν μονάχα οβολό και να πάει στους τέσσερις οβολούς. Ο Κύρος δέχθηκε και προσέφερε δέκα χιλιάδες Δαρεικούς (χρυσά περσικά νομίσματα) με τα οποία ο Λύσανδρος πραγματικά αύξησε τους μισθούς των ναυτών του. Η κίνησή του είχε ως αποτέλεσμα τη φυγή των ανδρών (ερετών) των πλοίων των άλλων στόλων που έμαθαν πως στα Σπαρτιατικά πλοία ο μισθός ήταν μεγαλύτερος. Παράλληλα αυτοί που έμειναν στα πλοία που υπηρετούσαν, έγιναν απρόθυμοι στην εκτέλεση εντολών και απαθείς στις παροτρύνσεις των Στρατηγών τους, αφού εργάζονταν για λιγότερα από ότι οι υπόλοιποι. Ακόμα στάθηκε εμπνευστής και των πόλεων που ήταν δημοκρατικές, καθώς οι κάτοικοί τους πίστεψαν πως θα απαλλαγούν επιτέλους από την δημοκρατία που τους καταδυνάστευε μέσω της σκληρής φορολόγησης που κατέληγε στα ταμεία της Αθήνας.

Ακολούθησε ένα συνέδριο στην Έφεσο στο οποίο συγκεντρώθηκαν όλοι οι σύμμαχοι των Σπαρτιατών στην Μικρά Ασία, όπου συμφώνησαν να αναλάβει ο Λύσανδρος την διοίκηση των πλοίων τους, δείχνοντας έτσι το μέγεθος της αποδοχής που απολάμβανε ο Λύσανδρος εκ μέρους των συμμάχων των Σπαρτιατών. Το ίδιο ζητούσε μέχρι και ο Κύρος!

Όμως στη Σπάρτη υπήρχε νόμος που απαγόρευε στον Λύσανδρο να γίνει Ναύαρχος και τη θέση αυτή κατέλαβε ο Αρακός ενώ ο Λύσανδρος διορίστηκε Υποναύαρχος. Στην Σπάρτη αντίθετα από τις πόλεις της Πελοποννησιακής συμμαχίας ο Λύσανδρος δεν απολάμβανε εκτίμησης καθώς όσοι τον γνώριζαν έβλεπαν στο πρόσωπό του άνθρωπο πανούργο και δόλιο, που προτιμούσε το συμφέρον από την δικαιοσύνη.


Η κατεδάφιση των Μακρών τειχών και των άλλων οχυρώσεων του Πειραιά άφηνε την Αθήνα ανοχύρωτη, ενώ οι κάτοικοί της ένιωθαν εξευτελισμό από τη μεταχείριση των Σπαρτιατών


Ο Λύσανδρος όταν έφυγε με το στόλο του από την Μ. Ασία, κυρίευσε μερικά νησιά, αλλά όταν έμαθε πως ο αθηναϊκός στόλος τον καταδίωκε, επέστρεψε στην Ασία ξανά από άλλη διαδρομή και βρίσκοντας την Λάμψακο αφύλακτη την κυρίευσε και την προσέφερε στους άνδρες του για διαρπαγή.

Ως αντίδραση στην κατάληψη της Λαμψάκου οι Αθηναίοι έστειλαν τον πανίσχυρο στόλο τους αποτελούμενο από 180 πλοία, που προσορμίστηκε έναντι της Λάμψακου στους Αιγός Ποταμούς. Από εκεί οι Αθηναίοι προκαλούσαν τους Σπαρτιάτες να βγουν να τους αντιμετωπίσουν χωρίς να λαμβάνουν απόκριση. Οι Σπαρτιάτες είχαν φτάσει να διαθέτουν 200 πλοία (λόγω της ενίσχυσης που είχαν λάβει από τον Πέρση βασιλέα) αρνούνταν. Οι Αθηναίοι ύστερα από τρεις και τέσσερις εξόδους που έκαναν προκαλούντες τους Σπαρτιάτες πίστεψαν πως φοβόντουσαν. Ύστερα από την καθημερινή τους εξόρμηση οι Αθηναίοι επέστρεφαν πίσω στη στεριά όπου αναπαύονταν, ενώ πολλοί από αυτούς τραβούσαν και τα πλοία έξω για να στεγνώνουν τα ξύλα της κατασκευής τους. Ο Λύσανδρος όμως διαρκώς παρατηρούσε με κατασκόπους τι έκαναν οι Αθηναίοι. Και αυτοί, κάθε φορά που επέστρεφαν του ανέφεραν πως τα καράβια των Αθηναίων ήταν άχρηστα στη στεριά (πλοίο που δεν πλέει είναι άχρηστο). Την Πέμπτη ημέρα ο στόλος των Αθηναίων βγήκε και πάλι να προκαλέσει τους Σπαρτιάτες, όπως είχε κάνει την τέταρτη, την τρίτη και τις προηγούμενες ημέρες. Όταν και πάλι η πρόκληση δεν απαντήθηκε οι Αθηναίοι τράβηξαν τα πλοία τους στη στεριά. Τότε ο Λύσανδρος διέταξε επίθεση βρίσκοντας τους Αθηναίους στη στεριά και τα πλοία άδεια από πληρώματα. Ιστορικά η καταστροφή αυτή διασώθηκε ως ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς. Αλλά και η ιστορία καμιά φορά κάνει λάθος, διότι ναυμαχία δεν υπήρξε. Διότι όταν βρίσκεις τραβηγμένα 180 πλοία στη στεριά και τα καταστρέφεις, αυτό δεν είναι ναυμαχία! Από τα πλοία των Αθηναίων της καταστροφής σώζονται μόνο οκτώ, που είναι τα πλοία του Κόνωνα, και η «Πάραλος» το ιερό πλοίο των Αθηναίων. Ο Κόνωνας καταφεύγει με τα οκτώ πλοία του στον Κύπριο βασιλιά Ευαγόρα, ενώ το «Πάραλος» ανήγγειλε την ήττα που επέφερε ουσιαστικά τον τερματισμό του Πελοποννησιακού πολέμου που είχε αρχίσει το 431 π.Χ. Η τελευταία σκηνή του δράματος ήταν η κατάληψη του Πειραιά. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό ο Λύσανδρος διέταξε την θανάτωση των 3000 αιχμαλώτων των αθηναϊκών πλοίων μαζί με τους στρατηγούς τους. Νικητής πλέον και σίγουρος πως ο Αθηναϊκός στόλος έχει εκμηδενιστεί, εξήλθε του Ελλησπόντου όπου όταν συναντούσε πόλεις με δημοκρατία, τις καταργούσε επιβάλλοντας στη θέση τους την ολιγαρχία με τον διορισμό δέκα αρχόντων αρεστών στους Σπαρτιάτες (Δεκαρχία) που βρίσκονταν υπό της εξουσία ενός Αρμοστή που ήταν φυσικά Λακεδαιμόνιος.

Τα τείχη κατά μήκος της Πειραϊκής Ακτής οφείλονται στον Κόνωνα σε μια προσπάθειά του να αποκαταστήσει την αμυντική θωράκιση της Αθήνας ύστερα από την καταστροφή του Λύσανδρου και να επαναφέρει το χαμένο γόητρο των κατοίκων της πόλης. 



Ο Λύσανδρος όπως ήταν αναμενόμενο στράφηκε στον Πειραιά που αποτελούσε τον βασικό πυλώνα άντλησης δύναμης της αθηναϊκής δημοκρατίας. Το κράτος της Θαλάσσης που είχαν ιδρύσει οι Αθηναίοι έδρευε στον Πειραιά, που εκτός από ναυτικό κέντρο, ήταν η πόλη όπου ασκείτο όλη η εμπορική και βιοτεχνική δραστηριότητα. Αρχικά απέκοψε την Αθήνα από τον Πειραιά. Ύστερα έκανε γνωστό στους Αθηναίους πως όποιος βρισκόταν εκτός των τειχών θα εκτελείτο επί τόπου. Με αυτό τον τρόπο εγκλώβισε μεγάλο αριθμό ανθρώπων μέσα σε μια πόλη υπό πολιορκία, ώστε να προκαλέσει πείνα και μεταδοτικά νοσήματα. 

Στη συνέχεια άρχισε η πολιορκία Αθήνας και Πειραιά που όσο περνούσε ο καιρός επέφερε τον αφανισμό των κατοίκων. Κάποιες προσπάθειες των Αθηναίων να λύσουν την πολιορκία απέτυχαν. Η κατάσταση ήταν απελπιστική με τους Θηβαίους και τους Κορίνθιους να ζητούν από την Σπάρτη επιμόνως τον αφανισμό της Αθήνας. Όμως οι Σπαρτιάτες διαρκώς τους θύμιζαν τη συμβολή των Αθηναίων στην απόκρουση των Περσών. Τελικώς οι Σπαρτιάτες ζήτησαν την παράδοση της Αθήνας με τους εξής όρους:

  • Να κατεδαφιστούν τα Μακρά τείχη και όλες οι οχυρώσεις του Πειραιά (για τις οχυρώσεις της Αθήνας δεν έγινε λόγος...)

  • Οι Αθηναίοι να διαθέτουν στόλο μονάχα δώδεκα πλοίων.

  • Να ανακαλέσουν οι Αθηναίοι πίσω όλους τους εξόριστους (που ήταν οι ολιγαρχικοί) και οι εχθροί και φίλοι της Αθήνας να είναι οι ίδιοι με αυτούς της Σπάρτης.

Οι Αθηναίοι δέχθηκαν τους όρους και την άνοιξη του 404 π.Χ. παραδόθηκαν. Αποτέλεσμα αυτής ήταν η μεταβολή του πολιτεύματος που από δημοκρατικό έγινε ολιγαρχικό, με την εγκαθίδρυση των λεγομένων τριάκοντα τυράννων και η πλήρης υποταγή της Αθήνας στην Σπάρτη.

Απομεινάρια των αρχαίων Μακρών τειχών του Πειραιά και των άλλων οχυρώσεων βρίσκονταν ειδικά στο παρελθόν διάσπαρτα παντού στην πόλη. (Foto Woodhaouse)

Σχέδιο με τα τείχη του Πειραιά. Στη μέση της Πειραϊκής χερσονήσου συναντούμε το αρχαίο τείχος του Θεμιστοκλή, ενώ κατά μήκος της Ακτής συναντούμε τα τείχη του Κόνωνα που οικοδόμησε μετά την καταστροφή των αρχαίων τειχών από τον Λύσανδρο.


Και εδώ συναντάμε ένα περιστατικό που αποδεικνύει το πόσο μεγάλη ήταν η ανάπτυξη του Πειραιά, ώστε η καταστροφή του να αποτελεί μια ξεχωριστή ημέρα για τους αντιπάλους του. Ο Λύσανδρος το 404 π.Χ. αφού εισήλθε με τον στόλο του στους πειραϊκούς λιμένες άρχισε την κατεδάφιση όλων των φρουρίων, οχυρώσεων και τειχών του Πειραιά και όχι μόνο των Μακρών τειχών όπως συχνά καταγράφεται. Η κατεδάφιση των πειραϊκών οχυρώσεων κανονίστηκε να αρχίσει την ίδια ημέρα που οι Έλληνες είχαν νικήσει τον Ξέρξη στην Σαλαμίνα (σήμερα πιστεύεται πως ήταν η 22α Σεπτεμβρίου) και να έχει μέγα πανηγυρικό χαρακτήρα. 

Η κατεδάφιση των τειχών γινόταν εν μέσω μουσικής που είχαν αναγκαστεί να παίζουν μουσικοί Αθηναίοι με αυλούς που έφεραν στέφανα στα κεφάλια τους για να δείχνουν πως συμμετέχουν κι αυτοί στην εορτή που αποτελούσε την αρχή της ελευθερίας τους. Ο αθηναϊκός στόλος κάηκε ολοσχερώς εκτός από δώδεκα πλοία ενώ και στο Πειραιά επιβλήθηκε το σύστημα της “Δεκαρχίας” (διορισμός Δέκα αρχόντων) που υπάκουαν στον Αρμοστή Καλλίβιο που ήταν Σπαρτιάτης. Βλέπουμε δηλαδή πως ο Πειραιάς δεν θεωρήθηκε από τους Σπαρτιάτες ως προέκταση της πόλης της Αθήνας (στην οποία είχαν επιβληθεί οι Τριάκοντα) αλλά εφαρμόστηκε το σύστημα της Δεκαρχίας που ίσχυε για όλες τις υπόλοιπες πόλεις που ήταν συμμαχικές προς τους Αθηναίους.

Η επιτυχία του Λύσανδρου τον οδήγησε σε πρωτόγνωρα μονοπάτια δόξας, που σχεδόν θεοποιήθηκε, αφού στις συμμαχικές πόλεις των Σπαρτιατών του ανήγειραν βωμούς και προσέφεραν θυσίες στο όνομά του όμοια με Θεό. Και ο ίδιος δεν έμεινε ανεπηρέαστος. Έφερε πάντοτε στο πλευρό του τον ποιητή Χοιρίλο για να συγγράφει στίχους με τα κατορθώματά του. Οι πρόκριτοι της Σπάρτης τον έβλεπαν με δυσαρέσκεια καθώς είχε αποκτήσει απεριόριστη εξουσία και τίμηση υπερβολική. Η δυσαρέσκεια προς το πρόσωπό του δεν ήταν άδικη αφού ο Λύσανδρος επιθυμούσε να δει τον εαυτό του στη θέση του βασιλέα της Σπάρτης. Γνωρίζοντας πως οι Σπαρτιάτες έδειχναν μεγάλη σημασία στους χρησμούς επεδίωξε να λάβει θετικό χρησμό από το Μαντείο των Δελφών. Όταν απέτυχε στράφηκε στο μαντείο του Άμμωνος Διός στην Αίγυπτο. Αλλά και οι ιερείς του Άμμωνος Διός διέβλεψαν το πονηρό του χαρακτήρας του και αρνήθηκαν να δώσουν χρησμό. Ακολούθησαν πολλά γεγονότα που δεσπόζουν οι δολοπλοκίες του Λύσανδρου στην προσπάθειά του να ανέλθει στα ύπατα αξιώματα της εξουσίας.

Μετά την ήττα τους το 404 π.Χ. οι Αθηναίοι ανέκτησαν γρήγορα την αυτονομία τους και μέσα σε μόλις ένα έτος (το 403 π.Χ.) ανέτρεψαν το καθεστώς που τους είχαν επιβάλει οι Σπαρτιάτες. Μέχρι το 395 π.Χ., οι Αθηναίοι ήταν σε θέση να συνάψουν συμμαχία με το Άργος, την Κόρινθο και την Θήβα εναντίον της Σπάρτης. 

Ο Λύσανδρος ήταν που στάλθηκε από τον Αγησίλαο να αντιμετωπίσει τον στρατό των Βοιωτών (συμμαχία Κορίνθου, Βοιωτίας, Θήβας, Αθήνας και Άργους) και έπεσε μαχόμενος το 394 π.Χ. (πριν συμπληρωθεί το πρώτο έτος του Κορινθιακού πολέμου που διήρκεσε εννέα έτη) κοντά στην Αλίαρτο. Ο Βασιλιάς της Σπάρτης Παυσανίας έθαψε με τιμές το σώμα του στην διαδρομή από Δελφούς προς Χαιρώνεια και στο σημείο ταφής του ανήγειρε μνημείο.

Μετά τον θάνατό του οφείλουμε να αναφέρουμε ότι συνέβη το εξής. Οι Σπαρτιάτες είδαν πως ο Λύσανδρος ήταν πάμπτωχος


Διαβάστε επίσης:

Κόνων. Ο θεμελιωτής των τειχών της πειραϊκής ακτής


(Θουκυδίδης: Πελοποννησιακός Πόλεμος (1.90-91)

Γ. Μαρκαντωνάτος, Ξενοφώντος Ελληνικά, Εκδόσεις Gutenberg.

Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Λύσανδρος

Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγηση) 


Η ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΚΑΝΟΝΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ. ΕΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΥΜΝΙΩΝ

Η ατμοημιολία ΚΙΧΛΗ, όπως και τα όμοια με αυτό σκάφη ΚΙΣΣΑ και ΑΗΔΩΝ έδρασαν κύρια στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ενώ ύστερα ανέλαβαν βοηθητικές κυρίως υπηρεσίες.

 

Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης

Στην “Δωδεκανησιακή Αυγή” δημοσιεύθηκε το 1938 μια άγνωστη ναυτική ιστορία που εντάσσεται στα γεγονότα που είχαν προηγηθεί του πολέμου του 1897. Την ιστορία κατέγραψε το Τ. Βρατσάνος ο οποίος επέλεξε να την δημοσιεύσει σε Δωδεκανησιακή εφημερίδα της εποχής, αφού πρωταγωνιστές του ναυτικού αυτού επεισοδίου υπήρξαν Καλύμνιοι ψαράδες. Αν και η ιστορία που δημοσιεύθηκε εκείνη τη χρονιά, αφορούσε περιστατικό που συνέβη 44 χρόνια πριν, δεν αποκλείεται να υπήρξαν και άλλες προγενέστερες αναφορές σε άλλα έντυπα ή άλλες εκδοχές του. Σε κάθε περίπτωση ο Τ. Βρατσάνος γνώριζε την πραγματική ιστορία καθώς την είχε ακούσει από τον Ιωάννη Βρατσάνο, αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού, που είχε επιληφθεί αυτοπροσώπως του συμβάντος.

Η εποχή που συνέβη το περιστατικό (1896) ήταν γενικώς πολυτάραχη, με ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από φιλοπόλεμο διάθεση που διακατείχε τον ελληνικό λαό που είχε υπερεκτιμήσει την πολεμική αξία της χώρας. Η ιστορία όπως εμφανίζεται στο άρθρο του Τ. Βρατσάνου (στο τεύχος 404 της “Δωδεκανησιακής Αυγής” της 1ης Οκτωβρίου 1938) έχει ως εξής:

Το 1896 ένα τηλεγράφημα του Λιμεναρχείου Θήρας προς το Υπουργείο των Ναυτικών ειδοποιούσε πως Λιμενοφύλακες που περιπολούσαν, ανακάλυψαν ατμάκατο αγνώστου εθνικότητας ενώ ως προς την κατάστασή της χαρακτηρίστηκε “σεσαθρωμένη”. Υπουργός των Ναυτικών τότε ήταν ο Λεβίδης που έσπευσε να αποστείλει στο νησί τον ανθυποπλοίαρχο Ιωάννη Βρατσάνο για να εξακριβώσει περί τίνος ακριβώς επρόκειτο.

Ο Βρατσάνος αφού έφτασε με το πλοίο της γραμμής στην Σύρο, επιβιβάστηκε εκεί στην ατμοημιολία του στόλου μας “ΚΙΧΛΗ” με προορισμό την Θήρα. Όταν οδηγήθηκε από τους Λιμενικούς στην ακτή όπου είχε βρεθεί η “ατμάκατος” με έκπληξη διαπίστωσε ότι το άγνωστο σκάφος δεν ήταν ατμάκατος αλλά κανονιοφόρος!...

Το είχαν βρει στην κυριολεξία σφηνωμένο ανάμεσα σε δύο βράχους με την πλώρη του να κάθεται στην αμμουδιά. Οι Λιμενοφύλακες όταν το ανακάλυψαν ανέβηκαν πάνω του αλλά δε συνάντησαν ίχνος ανθρώπου. Η κανονιοφόρος βρισκόταν σε κατάσταση εγκατάλειψης ωστόσο ίχνη αίματος είχαν αφήσει τα σημάδια τους σχεδόν σε όλο το σκάφος, σα να είχε συμβεί πάνω του πραγματική αιματοχυσία. Από το κατάστρωμά του στα σημεία όπου ήταν τοποθετημένα παλαιότερα τα κανόνια του, είχαν απομείνει μονάχα οι περιστροφικοί πόλοι τους (οι βάσεις τους). Από όλα τα εσωτερικά διαμερίσματα αναδυόταν δυσοσμία και ακόμα και τα σκεύη και τα έπιπλα του σκάφους ήταν βαμμένα από αίμα! Όμως σώματα ανθρώπων δεν βρέθηκαν στο σκάφος, αλλά όλα έδειχναν πως μάχη είχε συμβεί πάνω του με πολλούς νεκρούς.

Μοναδική ύπαρξη ζωής μια γάτα που πεινασμένη περιπλανιόταν στο σκάφος, άγνωστο για πόσο χρονικό διάστημα. Καθώς το σκάφος έγερνε λίγο προς τη μια του πλευρά σε κάποια σημεία είχαν σχηματιστεί λίμνες αίματος! Ο Ανθυποπλοίαρχος Ι. Βρατσάνος δεν μπορούσε να προσδιορίσει το χρόνο που το σκάφος εγκαταλείφθηκε ή κάτω από ποιες περιστάσεις συνέβη αυτό. Η μόνη λογική εξήγηση ήταν πως το σκάφος έρημο πλέον, οδηγούμενο από τους ανέμους και τα θαλάσσια ρεύματα έφτασε κάποια στιγμή να σφηνωθεί στις ακτές της Θήρας κι έτσι να γίνει ορατό από τους ανθρώπους. Η απουσία πληρώματος σε συνδυασμό με τις τα αιματοβαμμένα έπιπλα και τις λίμνες αίματος, έδειχναν το τραγικό τέλος του... Καθώς δεν μπορούσαν όμως να εξάγουν ασφαλές συμπέρασμα, ο Βρατσάνος πρότεινε να κρατηθεί μυστική η εύρεση του σκάφους. Το ΚΙΧΛΗ έλαβε εντολή νύχτα να δέσει πάνω στο έρημο σκάφος ένα συρματόσχοινο ρυμούλκησης και νύχτα πάντοτε να το οδηγήσει στον ναύσταθμο. Αφού ούτε εκεί κατάφεραν να εξάγουν κάποια χρήσιμη πληροφορία, αποφασίστηκε να αφαιρέσουν από το σκάφος τις κυλινδρικές βάσεις των κανονιών του και όποιο άλλο εξάρτημα μηχανής ή καταστρώματος μπορούσε να χρησιμεύσει και αφού το ρυμούλκησαν και πάλι σε κάποιο σημείο του Σαρωνικού, άνοιξαν τους κρουνούς κατακλύσεώς του και το άφησαν να βυθιστεί.

Η ατμοημιολία ΚΙΣΣΑ

Το μυστηριώδες σκάφος πήγε στον βυθό συμπαρασύροντας και την ιστορία που μέχρι τότε δεν είχε αποκαλυφθεί. Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος από το περιστατικό και κανείς δεν ανέφερε οτιδήποτε για αυτό. Μέχρι που το 1897 και ενώ στο μεταξύ είχε ξεσπάσει ο Ελληνο-τουρκικός πόλεμος, δύο άνδρες ενδεδυμένοι όπως οι ψαράδες των νησιών μας εμφανίστηκαν στην θύρα του Υπουργείου των Ναυτικών και ζητούσαν επίμονα από τον ναύτη σκοπό να δουν τον υπουργό. “Είμαστε από την Κάλυμνο” του είπαν μόλις τους δέχθηκε και άρχισαν να του εξιστορούν τα παρακάτω:

“Μια νύχτα εδώ κι ένα χρόνο, βρισκόμασταν με το σφουγγαράδικο καΐκι μας ανοιχτά στο πέλαγος, μεταξύ Μήλου και Κρήτης. Ξαφνικά ο προβολέας ενός αγνώστου πλοίου έπεσε πάνω μας και μια φωνή μας καλούσε να το πλησιάσουμε. Εμείς όμως δεν μπορούσαμε να προσεγγίσουμε το πλοίο, καθώς ο καιρός δεν βοηθούσε (το καΐκι ήταν ιστιοφόρο) και τότε τους απαντήσαμε να προσεγγίσουν αυτοί που είχαν μηχανή. Όταν όμως το άγνωστο πλοίο μας πλησίασε είδαμε πως ήταν Τουρκική κανονιοφόρος και πίσω της έσερνε δύο βάρκες γεμάτες από Έλληνες που οι Τούρκοι είχαν συλλάβει στη θάλασσα. Επρόκειτο για εθελοντές που κατέβαιναν στην Κρήτη για να βοηθήσουν στην υπόθεση της Κρητικής επανάστασης. Τότε καταλάβαμε πως θα μας έπιαναν και μας αιχμαλώτους και κανένας από εμάς, όπως και με τους Έλληνες που βρίσκονταν μέσα στις βάρκες, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει την τύχη του. Αρπάξαμε ό,τι βρήκαμε εύκαιρο στο σκάφος μας, καμάκια μαχαίρια, ρόπαλα, χωρίς να γίνουμε ορατοί από τους Τούρκους που πλησίαζαν και είπαμε πως αφού ως προς τον αριθμό ήμασταν ίσοι με εκείνους, θα κάναμε εμείς πρώτοι το σάλτο και όπου έβγαινε...”.

Μόλις η Τουρκική κανονιοφόρος πλησίασε το καΐκι οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες πρώτοι έκαναν την επίθεση, αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους που πίστευαν πως και αυτοί θα παραδίδονταν όπως και οι προηγούμενοι αιχμάλωτοι. Οι Καλύμνιοι μόλις ανέβηκαν στο Τουρκικό πλοίο έσπασαν τις λάμπες και τα πάντα βυθίστηκαν στο σκοτάδι. Τότε άρχισε μια τρομερή αναμέτρηση πάνω στο κατάστρωμα του τουρκικού πλοίου όπου το αίμα και από τις δύο πλευρές έρεε άφθονο. Οι Καλύμνιοι τελικά επικράτησαν ελευθερώνοντας στη συνέχεια τους Έλληνες αιχμαλώτους που βρίσκονταν δεμένοι μέσα στις βάρκες. Αυτοί ήταν που ξεβίδωσαν τα δύο κανόνια του τουρκικού πλοίου και τα μετέφεραν στο σφουγγαράδικο των Καλύμνιων όπως και ό,τι όπλο βρέθηκε. Ζήτησαν από τους σφουγγαράδες να τους μεταφέρουν στην Κρήτη για να βοηθήσουν όπως εξαρχής είχαν αποφασίσει να κάνουν. Οι Καλύμνιοι όμως δεν γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν με την τουρκική κανονιοφόρο που είχε απομείνει χωρίς πλήρωμα. Έτσι αφού έριξαν τους νεκρούς στη θάλασσα την άφησαν στην τύχη της. Οι αντάρτες πραγματικά έφτασαν στην Κρήτη, ενώ οι Καλύμνιοι για ένα χρόνο κρατούσαν το μυστικό επτασφράγιστο. Όταν όμως ξέσπασε ο Ελληνο-Τουρκικός πόλεμος, το Υπουργείο των Ναυτικών εξήγγειλε αμοιβές για όσους προκαλούσαν οιαδήποτε ζημία στον εχθρό κατά τον ναυτικό αγώνα. Μόλις το έμαθαν οι Καλύμνιοι έσπευσαν να λάβουν τα χρήματα που δικαιούνταν σύμφωνα με την εξαγγελία. Τότε το Υπουργείο των Ναυτικών διεξήγαγε έρευνα, λαμβάνοντας μαρτυρίες από αντάρτες που είχαν βρεθεί δέσμιοι στις βάρκες της τουρκικής κανονιοφόρου. Οι έρευνες έδειξαν πως το αίτημα των Καλύμνιων ήταν δίκαιο και πως έπρεπε πραγματικά να αποζημιωθούν. Οι δύο Καλύμνιοι ναυτικοί έλαβαν ως εκπρόσωποι όλου του πληρώματος του καϊκιού, το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων δραχμών που την εποχή εκείνη ισοδυναμούσε με το ένα τρίτο της αξίας της τουρκικής κανονιοφόρου που είχε αχρηστευθεί, όπως οι σχετικές διατάξεις όριζαν.

Θα πρέπει φυσικά στο σημείο αυτό να σημειώσω πως το “μυστήριο” που κάλυπτε την ταυτότητα του “αγνώστου” σκάφους, αφορούσε μόνο τα περιστατικά που το οδήγησαν στην κατάσταση που βρέθηκε (πού, πως, πότε, γιατί). Είναι αδύνατον να γίνει πιστευτό πως όταν το πλοίο ρυμουλκήθηκε στον ναύσταθμο δεν βρήκαν κατά τις έρευνες που διεξήγαγαν, στοιχεία που να πιστοποιούν την ταυτότητά του, δηλαδή πως ήταν τουρκικό. Επειδή όμως η κατάσταση των δύο χωρών ήταν τεταμένη λόγω της κρητικής εξέγερσης και καθώς αναχωρούσαν διαρκώς από τον Πειραιά πλοία προς ενίσχυση του αγώνα των Κρητών (με μη επίσημη φυσικά τη συμμετοχή του ελληνικού κράτους), αποφασίστηκε να εξαφανιστούν τα ίχνη της κανονιοφόρου αφού τυχόν γνωστοποίηση του περιστατικού θα περιέπλεκε την κατάσταση. Όταν όμως ξέσπασε ο πόλεμος του 1897 δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να διατηρηθεί στη σιωπή το περιστατικό.

Ως προς την τύχη του ΚΙΧΛΗ που επιλήφθηκε του περιστατικού του 1896 η τύχη του αποτυπώνεται στην ιστοσελίδα “Ιστορία Ναυαγίων” (Wrech History), στον σύνδεσμο Το ναυάγιο του βοηθητικού ΚΙΧΛΗ - Wreck History καθώς και η εύρεση του βυθισμένου σκαριού στον Πόρο, τον Οκτώβριο του 1946 από τον Γιώργο Σεφέρη.

Διαβάστε επίσης:

Pireorama ιστορίας και πολιτισμού: Ατμοτελωνίς Πειραιεύς - 1885 (το μοναδικό πλοίο του Π.Ν. με το όνομα Πειραιεύς)

Pireorama ιστορίας και πολιτισμού: Το μυστικό πείραμα της Καστέλλας (1903)




Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑΣ ΚΡΗΤΩΝ "Η ΟΜΟΝΟΙΑ" ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ


 

του Στέφανου Μίλεση


Η περίοδος του πολέμου και της κατοχής υπήρξε περίοδος δοκιμασίας για όλους τους Έλληνες, αλλά ακόμη περισσότερο για τον περήφανο κρητικό λαό που πολέμησε γενναία σε όλα τα πολεμικά μέτωπα αλλά και αργότερα επάνδρωσε όλες τις αντιστασιακές ομάδες κατά την περίοδο της μαύρης κατοχής που ακολούθησε. Είναι γνωστές οι πράξεις ηρωισμού των Κρητών τόσο στα πολεμικά μέτωπα όσο και στον αγώνα που επιδόθηκαν για να υπερασπιστούν το νησί από την επιδρομή των Γερμανών. Όμως αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι ο αγώνας στον οποίο επιδόθηκε την περίοδο κατοχής το ιστορικό σωματείο της Αδελφότητας των Κρητών Η ΟΜΟΝΟΙΑ, που δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχο από τον αγώνα αυτό.

Δυστυχώς μετά το αποτυχημένο κίνημα του 1935 Η ΟΜΟΝΟΙΑ είχε βρεθεί υπό διωγμό από το Λαϊκό Κόμμα με το σκεπτικό πως αφού η Κρήτη είχε βρεθεί σύσσωμη στο πλευρό του Ε. Βενιζέλου, δεν θα μπορούσαν και τα μέλη του κρητικού αυτού σωματείου να μην είχαν εμπλακεί με το κίνημα του '35. “αντικρητισμός” στον Πειραιά εντάθηκε ακόμα περισσότερο με την εγκαθίδρυση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, που οδήγησε ουσιαστικά στην παύση λειτουργίας της Αδελφότητας και στην απαγόρευση επαναλειτουργίας της. Διοικήσεις την περίοδο της αδράνειας φυσικά υπήρχαν αλλά η Αδελφότητα ήδη πριν από την έναρξη του πολέμου είχε περιορίσει τη λειτουργία της.


Κατά την κάθοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα εκείνον τον Απρίλιο του 1941 οι άνδρες Κρητικοί του Πειραιά ταξίδευαν με κάθε διαθέσιμο πλωτό μέσο προς την Κρήτη προκειμένου να δώσουν τη μεγάλη ύστατη μάχη που όλοι γνώριζαν πως θα δινόταν στο νησί. Έτσι η γερμανική κατοχή βρήκε τους περισσότερους άνδρες της κρητικής παροικίας του Πειραιά να απουσιάζουν, εγκλωβισμένοι είτε στα διάφορα μέτωπα (Αλβανία, Μακεδονία), είτε στην Κρήτη. Οι οικογένειες των Εφέδρων Κρητικών, πολύτεκνες την εποχή εκείνη, στερούμενες του στρατευμένου άνδρα, είχαν μείνει χωρίς οικονομικούς πόρους καταδικασμένες στην πείνα. Στην Κρήτη βρίσκονταν Κρητικοί της Πειραϊκής παροικίας ενώ στον Πειραιά περιφέρονταν μετά την κατάρρευση του Μετώπου Κρήτες γυμνοί και ξυπόλητοι χωρίς να μπορούν να επιστρέψουν στο νησί του. Η κατάσταση ήταν χαοτική... 

Απρίλιος 1941 - Άμαχος πληθυσμός προσπαθεί να εγκαταλείψει τον Πειραιά με πλοία για τα νησιά και την Κρήτη

Δεν έφτανε αυτό μα ακολούθησε ο τρομερός λιμός του χειμώνα 1941 – 42. Τότε κάποια μέλη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ συνήλθαν κρυφά στο σπίτι του ιατρού Σηφαλάκη, προκειμένου να βρουν τρόπο να συνδράμουν τους Κρητικούς στρατιώτες του μετώπου που κοιμόντουσαν στον δρόμο, καθώς δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην Κρήτη. Σοβαρό ζήτημα ήταν επίσης και η επιβίωση των παιδιών, που ζούσαν στις ενορίες της Ευαγγελίστριας και του Προφήτη Ηλία, όπου βρισκόταν απλωμένη η κρητική συνοικία. Καθώς η ΟΜΟΝΟΙΑ ήταν ουσιαστικά δεσμευμένη, και η λειτουργία της βρισκόταν υπό παρακολούθηση από το γερμανοκρατούμενο τμήμα της Ειδικής Ασφάλειας που έδρευε στη Γρηγορίου Λαμπράκη, αποφασίστηκε η σύσταση μιας επιτροπής στην οποία δόθηκε η επωνυμία “Επιτροπή Περιθάλψεως του Πτωχού κρητικού παιδιού”.

Τα γραφεία στα οποία επί της κατοχής έδρευε η υπηρεσία της Ειδικής Ασφάλειας, επί της Λεωφόρου Γρ. Λαμπράκη σε μεταγενέστερη φωτογραφία.


Στις 19 Ιανουαρίου 1942 κλήθηκαν αρχικά 28 κρητικές κυρίες που αργότερα έγιναν 40, σύζυγοι ισάριθμων μελών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, να συνδράμουν το έργο της επιτροπής, που είχε αποφασίσει να δημιουργήσει καθημερινό συσσίτιο επιβίωσης των παιδιών. Την εποχή εκείνη το κτήριο της Αδελφότητας Κρητών ήταν ακόμα ανολοκλήρωτο και παρατημένο εξαιτίας του αντικρητικού μένους που όπως είπαμε είχε ξεσπάσει από το 1935. Είχε μετατραπεί σε γιαπί και χρησιμοποιείτο δυστυχώς από κάθε περαστικό ως κοινό αποχωρητήριο. 

Έπρεπε να επισκευαστεί έστω και προχείρως με τους Πέτρο Χαιρετάκη και Νίκο Μαράκη να δωρίζουν πρώτοι ποσά για το σκοπό αυτό και πολλούς άλλους να ακολουθούν διενεργώντας έρανο αποπεράτωσης. Κάτω από δύσκολες συνθήκες παγωνιάς και έλλειψης τροφίμων η Επιτροπή κατάφερε να λειτουργήσει στην έδρα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ, διανέμοντας αρχικά συσσίτιο για 500 περίπου παιδιά την ημέρα. 

Τα παιδιά συσσιτίων της Κρητικής Αλληλεγγύης σε συνεργασία με τη Χριστιανική Αλληλεγγύη τον Φεβρουάριο 1943


Τα παιδιά της κρητικής παροικίας βρίσκονταν σε απειλητική κατάσταση με το 70 τοις εκατό αυτών να είναι καχεκτικά και ασθενικά! Η διοικούσα της Επιτροπής περιθάλψεως αποτελείτο από τους Γεώργιο Τζατζάνη στη θέση του Προέδρου, την Πιπίνα Αρχοντάκη (αντιπρόεδρο), Αικατερίνη Ορφανού (ταμία), Ελευθέριο Κουμή και Αικατερίνη Μαραγκάκη (γραμματείς). Η πρώτη επίσημη συνεδρίαση της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιανουαρίου 1942, στο γραφείο του ιατρού Σηφαλάκη και η ημέρα αυτή έμεινε ιστορική στη ζωή της κρητικής παροικίας.

Η Επιτροπή για να καταφέρει να διεκπεραιώσει το έργο που ανέλαβε, ήρθε σε επαφή με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό και τον Ερυθρό Σταυρό. Καθώς όμως δεν είχε νομικό χαρακτήρα, αφού λειτουργούσε άτυπα, οι Γερμανοί δεν την αναγνώριζαν και έτσι αδυνατούσε να λάβει επίσημα βοήθεια. Καθώς τα μέλη της Αδελφότητας αδυνατούσαν να χρησιμοποιήσουν ως φορέα την ΟΜΟΝΟΙΑ που βρισκόταν υπό παρακολούθηση, προχώρησαν στην ίδρυση θυγατρικού Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία ΚΡΗΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΠΕΙΡΑΙΩΣ. Αυτό φυσικά αποτελούσε θυγατρικό τμήμα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ με την κάλυψη άλλης επωνυμίας. Πίσω από την επωνυμία της “Κρητικής Αλληλεγγύης” πλέον η ΟΜΟΝΟΙΑ μπορούσε να λαμβάνει τρόφιμα από τον Ερυθρό Σταυρό κρατώντας στη ζωή όλα τα παιδιά δύο ενοριών από 3 έως 14 ετών. 

Μάλιστα δια του τύπου φαινόταν πως υπήρχε ρήξη μεταξύ του Διοικητικού Συμβουλίου της ΟΜΟΝΟΙΑΣ και της ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΣΗ που ήταν φυσικά φαινομενική, με αποστολή να ρίξει στάχτη στα μάτια των Γερμανών και όσων ακόμα δεν επιθυμούσαν την επαναλειτουργία της ΟΜΟΝΟΙΑΣ. Ο λόγος της φαινομενικής διαμάχης δια του τύπου, ήταν φυσικά ο φόβος που υπήρχε μήπως οι Γερμανοί διαπίστωναν επαναλειτουργία της ΟΜΟΝΟΙΑΣ και σταματούσαν τα συσσίτια. Για αυτό και τα μέλη της Κρητικής Αλληλεγγύης συνεδρίαζαν πάντα εκτός του κτηρίου της ΟΜΟΝΟΙΑΣ.

Αφιέρωμα το 1895 των εν Πειραιεί Κρητών στον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πειραιώς

 Όμως ενώ δια του τύπου εμφανιζόταν αντιπαράθεση μεταξύ των δύο διοικήσεων την ίδια περίοδο το κτήριο της ΟΜΟΝΟΙΑΣ επισκευαζόταν με ανάθεση έργου από κοινού (Ομόνοιας και Κρητικής Αλληλεγγύης) στον εργολάβο Τζανεβράκη για την κατασκευή εστιών, υδραυλικών και διαμόρφωσης αιθουσών. Τα υλικά για την παρασκευή των συσσιτίων φυλάσσονταν στο υπόγειο του κτηρίου της ΟΜΟΝΟΙΑΣ. Στη συνέχεια μαγειρεύονταν και παρασκευάζονταν τα συσσίτια εντός του κτηρίου και στο τέλος προσφέρονταν σε μερίδες κάθε μέρα κατά τις 10.30 αφού τα παιδιά δεν άντεχαν να περιμένουν μέχρι το μεσημέρι και πολλά λιποθυμούσαν από την πείνα. 

Ο αριθμός των παιδιών ολοένα αυξανόταν και σύντομα έφταναν τα 700. Καθημερινώς εφημέρευαν 4 κυρίες όλο το 24ωρο για παιδιά που έρχονταν σε ημιθανή κατάσταση για να τους προσφέρουν μερίδες συσσιτίου που φρόντιζαν να διαθέτουν ειδικά για το σκοπό αυτό. Σύντομα η σίτιση των παιδιών των δύο ενοριών της κρητικής συνοικίας επεκτάθηκε και κάλυπτε κάθε κρητική οικογένεια εγκατεστημένη στην περιφέρεια του Πειραιά, Μοσχάτου και Καλλιθέας. Από τα συσσίτια η δράση επεκτάθηκε και στην υπόδηση των παιδιών, στην δημιουργία παιδικών κατασκηνώσεων, στην περίθαλψη και στην εθνική διαπαιδαγώγηση στα χρόνια της σκλαβιάς. 

Από την ομιλία μου στη συγκέντρωση της Αδελφότητας Κρητών Πειραιά Η ΟΜΟΝΟΙΑ στην Πλατεία Πηγάδας στις 25 Μαΐου 2024, κατά την διάρκεια των Ημερών Θάλασσας του Δήμου Πειραιά, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 83 χρόνων από τη Μάχη της Κρήτης.  




Ενεγράφησαν τελικώς στα συσσίτια 763 παιδιά, 339 αγόρια και 424 κορίτσια. Τα συσσίτια συνεχίστηκαν και στις δύσκολες ημέρες του συμμαχικού βομβαρδισμού του Πειραιά την 11η Ιανουαρίου 1944. Δυστυχώς την 1η Οκτωβρίου '44 αποφασίστηκε η διακοπή όλων των παιδικών συσσιτίων στην Ελλάδα κι έτσι η Κρητική Αλληλεγγύη έπαυσε να λειτουργεί. Το κτήριο της ΟΜΟΝΟΙΑΣ που είχε εξοπλιστεί κατά την διάρκεια της κατοχής δυστυχώς μετατράπηκε σε Εστία των Κρατουμένων του Τμήματος Μεταγωγών της Ειδικής Ασφάλειας με αποτέλεσμα να καταστραφεί ξανά. Υπολογίστηκε πως στην περίοδο της κατοχής διανεμήθηκαν 16.843 μερίδες φαγητού αλλά πέραν αυτών προσφέρθηκε ανυπολόγιστη πνευματική, ηθική και εθνική εργασία από τα μέλη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ δια της Κρητικής Αλληλεγγύης.



Στο κτήριο της ΟΜΟΝΟΙΑΣ ύστερα από κάθε συσσίτιο πραγματοποιούνταν συγκεντρώσεις στις οποίες μετείχαν όχι μόνο Κρήτες αλλά και κάτοικοι της συνοικίας όπου βαπτίζονταν και πάλι στον εθνικό παλμό της ελευθερίας. Με ηρωισμό τα μέλη της ΟΜΟΝΟΙΑΣ αψηφώντας τους κινδύνους, μη λογαριάζοντας τις συνέπειες, παίζοντας στην κυριολεξία με τον θάνατο, παρουσίαζαν γιορτές γεμάτες εθνικό παλμό, έδιναν ομιλίες πατριωτικού περιεχομένου όπως συνέβη με τον εορτασμό της Εθνικής Επετείου της 25ης Μαρτίου 1943 όπου στην έδρα της ΟΜΟΝΟΙΑΣ συγκεντρώθηκαν 800 άτομα για να ακούσουν ποιήματα, απαγγελίες και πατριωτικούς λόγους, όταν την ίδια ώρα ανέβαιναν και κατέβαιναν γερμανικά αυτοκίνητα και Γερμανοί του φυλακίου του Προφήτη Ηλία! 

Φυσικά οι Κρήτες της Ομόνοιας δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν και από τον ένοπλο αντιστασιακό αγώνα που περιλάμβανε τη συγκρότηση ομάδων σαμποτάζ σε διάφορες εγκαταστάσεις, με αποστολές στην κυριολεξία πρωτόγνωρες όπως την καταστροφή της Διώρυγας της Κορίνθου (πέτυχε το φράξιμό της για 23 ημέρες!), ανατινάξεις πλοίων του Άξονα μέσα στα λιμάνια, καταστροφές σιδηροδρομικών γραμμών κ.α. ενώ ο δε πληροφοριακός την διαβίβαση μέσω ασυρμάτων πληροφοριών για τις δυνάμεις του Άξονα στην Ελλάδα, κινήσεις πλοίων, χρήση εγκαταστάσεων, όπως οι Κωνσταντίνος Νικολακάκης, Παναγιώτης Παυλάκης, Γεωργία Περσάκη, Στέργιος Σαρμαδάκης, Νικόλαος Δημοτάκης, Φώτης Φραγκάκης, Ευγένιος Βαλασάκης, Πέτρος Γουναράκης, Μάρκος Κλαδάκης και φυσικά του αντιστασιακού Μανώλη Παρλαμά η δράση του οποίου έγινε παροιμιώδης ώστε να καταστεί τοπωνύμιο της πειραϊκής ακτής.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Ο "αντικρητισμός" του 1935 στον Πειραιά που οδήγησε στην εισβολή της αστυνομίας στα γραφεία της αδελφότητας των Κρητών

Στου Παρλαμά (Ο Πειραιώτης σαμποτέρ που έγινε τοπωνύμιο)


ΟΙ ΚΑΡΠΑΘΙΟΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΑΛΛΙΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΡΠΑΘΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

 


του Στέφανου Μίλεση


Η κύρια εικόνα που είχαν διαμορφώσει οι Πειραιώτες για τους Καρπάθιους,   ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα που τους συναντούμε στον Πειραιά, ήταν ότι επρόκειτο για περίφημοι μάστορες της πέτρας. Επιδίδονταν με αφοσίωση στην εξόρυξη του περίφημου ακτίτη πειραϊκού λίθου, που τον έβρισκαν σε ποσότητες τότε στα λατομεία κατά μήκος της έρημης πειραϊκής ακτής. Καρπάθιοι πρωτοστάτησαν στην οικοδόμηση τόσο του παλαιού ναού της Αγίας Τριάδας Πειραιά όσο και του Αγίου Νικολάου αλλά και άλλων εκκλησιών. Η πρώτη οργάνωση στην οποία εντάχθηκαν οι Καρπάθιοι στον Πειραιά ήταν των Καρπαθίων Λατόμων που έφερε την επωνυμία “Ένωση Εμποροπαραγωγών Λατόμων Πειραιώς και Περιχώρων Ο ΗΡΑΚΛΗΣ”. Το 1895 καταγράφεται και η ύπαρξη καρπάθικου σωματείου στον Πειραιά με την επωνυμία “Εργάνη”.


Μετά την κατάληψη των Δωδεκανήσων όμως από τους Ιταλούς, Καρπάθιος σήμαινε εκείνος που μετείχε διαρκώς στα συλλαλητήρια κατά της ιταλοκρατίας της Δωδεκανήσου. Η συμμετοχή βεβαίως στα προσκλητήρια αυτά ήταν απαγορευμένη από την αστυνομία και τιμωρείτο με φυλάκιση. Η πολιτική αυτή της απαγόρευση των Δωδεκανησιακών συλλαλητηρίων αποτελούσε παράδοση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων καθώς καμία δεν επιθυμούσε να διαταράξει τις σχέσεις της με την πανίσχυρη Ιταλία. Η κατάληξη της πορείας των διαδηλώσεων ήταν πάντοτε το Εν Πειραιεί Ιταλικό Προξενείο στην Πλατεία Αλεξάνδρας που σπάνια οι διαδηλωτές κατάφερναν να προσεγγίσουν. Εκεί η οργανωτική επιτροπή των Εν Πειραιεί Δωδεκανησίων υπέβαλε υπόμνημα στο προξενείο καθώς και στα προξενεία των υπολοίπων ευρωπαϊκών κρατών. Μέσω αυτών των υπομνημάτων ζητούσαν την επέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων υπέρ των καταπιεζομένων Δωδεκανησίων υπό των Ιταλών και την αναγνώριση από την Κ.τ.Ε. (Κοινωνία των Εθνών) των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που κατάφορα παραβιάζονταν από τους Ιταλούς καταπιεστές.


Με το νόμο 3148 της 29ης Ιουλίου του 1924 που υπέγραψε τότε Πρόεδρος Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης, παραχωρήθηκε έκταση του Δημοσίου, έκτασης 150.000 τ.μ. στην Πειραϊκή Χερσόνησο, πάνω ακριβώς από τον όρμο Λουβιάρη στην Πειραϊκή. Η έκταση αυτή κατανεμήθηκε σε οικοδομήσιμα οικόπεδα, τα οποία και παραχωρήθηκαν νομίμως υποτίθεται κατόπιν αγοράς σε προσιτές τιμές και με ευνοϊκούς όρους σε πρόσφυγες αναλόγου της καταγωγής τους. 

Τα οικόπεδα της Ανατολικής πλευράς, σύμφωνα με το σχέδιο που είχε εκπονηθεί θα δίδονταν με ευνοϊκούς όρους σε Θρακοχερσονησίους (από την Καλλίπολη) ενώ τα δυτικά δόθηκαν Παρρελησποντίους (από τα Δαρδανέλλια και την Λάμψακο) που κατέφυγαν στην Ελλάδα με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων του 1912. Μέχρι τότε οι εκτάσεις ανήκαν στην λεγόμενη Αεροπορική Άμυνα που μεριμνούσε για την προστασία του πειραϊκού λιμανιού από το νεοσύστατο όπλο της αεροπορίας.

1948 Η πειραϊκή ακτή κάτω ακριβώς από τον συνοικισμό της Νέας Καλλίπολης

Οι υποτιθέμενοι όμως ευνοϊκοί όροι δόμησης μόνο ευνοϊκοί δεν ήταν. Η αντίληψη της τότε Κυβέρνησης ήταν κάθε δικαιούχος οικιστής για την οικοδόμηση κατοικίας όφειλε να δηλώσει τον τύπο της οικίας που επιθυμούσε, σε συγκεκριμένη τεχνική εταιρεία, ώστε αυτή να του την ανοικοδομήσει. Η αιτιολογία ήταν η ομοιομορφία των σπιτιών του συνοικισμού. Μάλιστα είχε εκδοθεί και έντυπο που έφερε τον τίτλο "Ανέγερσις Νέας Σμύρνης και Νέας Καλλίπολις". Σε αυτό προτείνονταν τύποι σπιτιών, που ο οικιστής πρέπει να επιλέξει αναλόγως του μεγέθους της οικίας που επιθυμεί. Φυσικά οι δικαιούχοι που μέχρι τότε είχαν αποκτήσει μονάχα γη, για την ανέγερση κατοικίας όφειλαν να καταθέσουν σε λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα το ένα έκτο της συνολικής αξίας της δαπάνης ανέγερσης! Το υπόλοιπο ποσό θα έπρεπε να το εξοφλήσουν σύμφωνα με τους όρους που έθετε η σύμβαση. Εάν ο οικιστής δεν τηρούσε αυτούς τους όρους, θεωρούνταν έκπτωτος και το οικόπεδο παραχωρείτο σε άλλον δικαιούχο!

Νέα Καλλίπολη αρχές δεκαετίας 1930

Έτσι κάτω από τους δυσμενείς αυτούς όρους, το μόνο που επιτεύχθηκε ήταν η πώληση γης σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς στις εκτάσεις των οποίων οι πάροικοι οικοδόμησαν με δικά τους μέσα και αφού η ανέγερση σπιτιών πάγωσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, εξαιτίας των όρων της σύμβασης. 

Το 1927 οι Καρπάθιοι οργανωμένοι στη σκέπη του Συλλόγου Απανταχού Καρπαθίων δημιούργησαν οικοδομικό συνεταιρισμό ύστερα από πρόταση του Σωτήρη Χιωτάκη. Αγοράστηκαν 70 στρέμματα στην περιοχή τα οποία διανεμήθηκαν σε 268 Καρπάθιους και 50 σε παροίκους της Σύμης. Μεγάλο ποσοστό αγοραπωλησιών κανόνιζε εκείνη την εποχή ο Εμμανουήλ Κουτσοδόντης, σε ανοιχτές συγκεντρώσεις που πραγματοποιούνταν σε καφενείο στη συμβολή της Λεωφόρου Σωκράτους και Κανθάρου γωνία, στη συνοικία Βρυώνη. Αργότερα ο κτηματομεσίτης αυτός εγκαταστάθηκε στο Μέγαρο Ζερβού. Πρόεδρος της Επιτροπής διανομής εκτάσεων και των προϋποθέσεων ήταν ο Ιωάννης Καραϊτιανός, παππούς του σημερινού προέδρου του Συλλόγου, του γνωστού ιατρού Ιωάννη Καραϊτιανού. Για την πληθυσμιακή κατάσταση της περιοχής μαθαίνουμε από την απογραφή του 1928, που κατέγραψε την παρουσία 4.600 κατοίκων στη συνοικία της Νέας Καλλίπολης, με τους μισούς εξ αυτών να είναι Δωδεκανήσιοι κύρια από την Κάρπαθο, την Σύμη και την Κάσο.

1927 - Περί της ανεγέρσεως του Συνοικισμού Νέας Καλλιπόλεως


Στις αρχές της δεκαετίας του '30 ο Σύλλογος Απανταχού Καρπαθίων ξεκίνησε την οικοδόμηση κτηρίου με εργολάβο τον Γεώργιο Νικολάου, σε έκταση ιδιοκτησίας του, που περικλειόταν από ανώνυμους ακόμα οδούς που ολοκληρώθηκε το 1932 όταν στις 6 Ιουλίου εκείνου του έτους πραγματοποιήθηκαν με πανηγυρικό τρόπο τα εγκαίνιά του. Σε αυτό το κτήριο στεγάστηκε ο Σύλλογος των Καρπαθίων που παρέμενε άστεγος επί χρόνια αλλάζοντας διαρκώς κτήρια που κατά καιρούς μίσθωνε. Το ιδιόκτητο πλέον κτήριο, μεταξύ των Καρπαθίων ήταν γνωστό ως ΜΕΓΑΡΟ ΚΑΡΠΑΘΙΩΝ από την πινακίδα που είχε τεθεί στην πρόσοψή του. Σε αυτό πραγματοποιούνται οι γενικές συνελεύσεις των απανταχού Καρπαθίων. Τα θέματα που συνήθως απασχολούν είναι η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των απόρων μελών, η οδοποιία, ο φωτισμός του συνοικισμού των Καρπαθίων κ.α.

Στην γενική συνέλευση του 1935 αποφασίζεται η ενοικίαση τμήματος του μεγάρου στο δημόσιο ή στον δήμο για την δημιουργία Λαϊκών ιατρείων που έλειπαν από τους Καρπάθιους, η ονομασία των οδών του συνοικισμού με Δωδεκανησιακά ονόματα και η εκ μέρους του Δήμου κατασκευή Πλατείας που θα φέρει την επωνυμία ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΡΠΑΘΟΥ

Η Πλατεία Καρπάθου το 1973 με το παλαιό καρπάθικο σχολείο να λειτουργεί ακόμα. Αριστερά ένα από τα ηλεκτρικά ρολόγια του Δημάρχου της επταετίας Αρ. Σκυλίτση.

Το ισόγειο μέρος του κτηρίου αργότερα μετασκευάστηκε σε αίθουσες διδασκαλίας στις οποίες λειτούργησε το δημοτικό σχολείο της Δεσποινίδας Σόφιλου κόρης του Νικόλαου Σόφιλου που επί σειρά ετών διετέλεσε σύμβουλος στα Διοικητικά Συμβούλια των Απανταχού Καρπαθίων. 

Παράλληλα τέθηκε σε λειτουργία στην αίθουσα του συλλόγου το Κυριακάτικο Δωδεκανησιακό Σχολείο της παροικίας των εν Πειραιεί Καρπαθίων. Εμπνεύστρια αυτού του θεσμού ήταν η Πρόεδρος του συλλόγου με την επωνυμία “Δωδεκανησιακόν Σχολείον” η Αντιγόνη Ζουρούδη με έδρα των γραφείων της στην οδό Πειραιώς 37. Η Ζουρούδη είχε προηγούμενα ιδρύσει, κατά τα τέλη του 1931, το γυναικείο Δωδεκανησιακό Σωματείο ΜΕΛΙΣΣΑ, με αποστολή την ενίσχυση των απόρων Δωδεκανησίων. 

Εκδρομή των γυναικών του Δωδεκανησιακού Σωματείου ΜΕΛΙΣΣΑ στην Βουλιαγμένη το 1932

Ο θεσμός των Κυριακάτικων σχολείων άρχισε να λειτουργεί στις 28 Μαρτίου 1937. Ένα μήνα αργότερα τον Απρίλιο του 1937 ο Σωτήριος Χιωτάκης με τα παρακάτω λόγια χαιρέτισε την έναρξη λειτουργίας του πρώτου Κυριακάτικου Δωδεκανησιακού σχολείου στον Πειραιά:

 “Εγώ ως πρόεδρος των Απανταχού Καρπαθίων και ως εκπρόσωπος της Καρπαθιακής παροικίας Πειραιώς ανοίγω τα πύλας του Μεγάρου τούτου δια να γίνει η έναρξις των μαθημάτων του Δωδεκανησιακού Σχολείου. Παρακαλώ όλους τους Δωδεκανησίους και ιδιαιτέρως του Καρπαθίους, να παρακολουθήσουν μετά μεγάλου ζήλου τας παραδόσεις του σχολείου τούτου προς δόξαν και ελευθερίαν της Δωδεκανήσου”.

Σωτήριος Χιωτάκης.
Μια σπουδαία μορφή των Καρπαθίων Πειραιώς. Η εφημερίδα "ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" οφείλεται στην δική του δραστηριότητα. Γνωστά ονόματα εκείνη την εποχή που αποτέλεσαν μέλη του Δ.Σ. των Απανταχού Καρπαθίων ήταν οι: Γ. Γεωργίου, Μ. Χατζηαντωνίου, Ι. Καραϊτιανός, Γ. Μαλανδρής, Γ. Δασκαλάκης, Γ. Νικολάου, Μ. Μαραγκός, Ν. Σόφιλος, Γ. Επιτρόπουλος, Χ. Πηττάς, Β. Αγγελίδης και Κ. Παπαβασιλείου. 
 


Σκοπός του Δωδεκανησιακού Σχολείου ήταν να διαφωτίσει την επερχόμενη γενιά των παιδιών των Δωδεκανήσων στην ιστορία και στον πολιτισμό της Δωδεκανήσου όπως και στα ήθη και έθιμα της γενέθλιας γης τους. Την εποχή εκείνη διαβάζουμε σε όλες τις εφημερίδες του Πειραιά τις ανακοινώσεις του συλλόγου που με υπερηφάνεια αναγγέλλει την έναρξη των κυριακάτικων μαθημάτων.

Γράφει συγκεκριμένα: “Η συγκέντρωσις των παιδιών της Καρπάθου θέλει γίνει εις την ιδιόκτητην αίθουσαν του Συλλόγου των Απανταχού Καρπαθίων Πειραιώς εν Νέα Καλλίπολει και θα ομιλήσει ο πρόεδρος κ. Χιωτάκης, ο πρώτην καθηγητής κ. Γιαβάσης και η εκ Καρπάθου διδασκάλισσα κυρία Βαρίκα Κατσιλύβα. Παρακαλούνται οι γονείς όπως προθύμως αποστείλωσι τα τέκνα αυτών ίνα γνωρίσουν την πολυαγαπημένην των Κάρπαθον. 12 Απριλίου 1937”.

Στο κυριακάτικο Δωδεκανησιακό σχολείο φοιτούσαν 80 μαθητές όλοι καταγόμενοι από την Κάρπαθο. Στη γειτονική Πηγάδα λειτουργούσε τότε κι άλλο Δωδεκανησιακό Κυριακό Σχολείο εντός του 8ου Δημοτικού Σχολείου με πενήντα μαθητές προερχόμενους όμως από την Σύμη.

Ένα από τα Κυριακάτικα Δωδεκανησιακά σχολεία που σκοπό είχαν να διατηρήσουν στη νέα γενιά την ψυχική και πνευματική επαφή με την γενέθλια γη που δεν γνώρισαν. 


Όμως τον επόμενο ακριβώς χρόνο παρουσιάστηκε μια μοναδική ευκαιρία.

Το καλοκαίρι του 1938 αποφασίστηκε από το υπουργείο θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας πως το 13ο Δημοτικό Σχολείο που έδρευε στην οδό Φίλωνος 1 (έναντι του Ζαννείου ορφανοτροφείου Αρρένων Πειραιώς), θα διέκοπτε τη λειτουργία του. Στη θέση του θα λειτουργούσε ένα άλλο σχολείο σε συνοικία της πόλης που είχε ανάγκη. Τότε ο σύλλογος Καρπαθίων άδραξε την ευκαιρία και πρότεινε να μισθωθεί το ακίνητο ιδιοκτησίας του για τη στέγαση του υπό ίδρυση σχολείου. Αναρτήθηκε στην πρόσοψη του κτηρίου πινακίδα που ανέγραφε ΜΕΓΑΡΟ ΚΑΡΠΑΘΙΩΝ. 

Στο σχολείο αυτό εγράφησαν μόνο το πρώτο έτος λειτουργίας του, 425 παιδιά, με προαύλιο όμως χώρο μόνο 58 τετραγωνικών μέτρων. Για αυτό και το διάλειμμα γινόταν στην αλάνα που υπήρχε μπροστά από το σχολείο. Το κτήριο κάλυψε για περισσότερο από μισό αιώνα τις εκπαιδευτικές ανάγκες όχι μόνο των Καρπαθίων αλλά και των υπολοίπων παροικιών της Νέας Καλλίπολης, αφού στη θέση του στις αρχές της δεκαετίας του '90 οικοδομήθηκε ένα άλλο.

Το 34ο Δημοτικό Σχολείο Πειραιά σήμερα στην Πλατεία Καρπάθου στη θέση που μέχρι την δεκαετία του 1990 βρισκόταν το Μέγαρο Καρπαθίων.

Και ενώ παρατηρούμε πως υφίσταται οργανωμένη παροικία Καρπαθίων στον Πειραιά συσπειρωμένη πέριξ του συλλόγου της, από πλευράς Δήμου όλοι οι Δήμαρχοι μέχρι τότε ήταν φειδωλοί στις ονομασίες δρόμων σχετικών με τα Δωδεκάνησα, λόγω της πολιτικής που ακολουθούσαν οι κυβερνήσεις να αποφεύγουν παρενόχληση προς την Ιταλία, ειδικά στον Πειραιά που επόπτευε άμεσα το ιταλικό προξενείο της Πλατείας Αλεξάνδρας και που αποτελούσε το χώρο υποδοχής των προσφύγων. Μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1923 μονάχα μια μικρή ανώνυμη οδός στα Καμίνια είχε ονομαστεί οδός Δωδεκανήσου, επιβεβαιώνοντας πως και εκεί υπήρχαν συγκεντρωμένοι Δωδεκανήσιοι. 

Οι πρώτες ονομασίες που αναγνώριζαν την ύπαρξη Δωδεκανησίων στον Πειραιά έγιναν επί Ιωάννου Μεταξά, όταν Δήμαρχος Πειραιώς ήταν ο Μιχάλης Μανούσκος. Από την Διοίκηση Πρωτευούσης συστάθηκε μια επιτροπή ονοματοθεσιών η οποία την άνοιξη του 1937 πρότεινε όπως η μια ανώνυμη οδός της Νέας Καλλιπόλεως μετονομαστεί σε οδό Καρπάθου ενώ με την ίδια απόφαση υποβλήθηκε πρόταση όπως και η διπλανή της ανώνυμη οδός να μετονομαστεί σε Κάσου. Το δημοτικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του Μανούσκου κατά την 566 συνεδρίασή του, ενέκρινε τις προτάσεις της επιτροπής.

Οι Καρπάθιοι διατηρούσαν πάντοτε την ενότητά τους συγκεντρωμένοι γύρω από τους συλλόγους τους, το Καρπάθικο Σχολείο, τα Κυριακά Σχολεία τους, αλλά και τα καφενεία τους όπως το καφενείο Δωδεκάνησος στην οδό Αντωνίου Θεοχάρη και Μαυροκορδάτου υπό την διεύθυνση του Ν. Κωνσταντινίδη αρχικά και αργότερα από τον Γεώργιο Γεραπετρίτη, παππού του σημερινού Καρπάθιου υπουργού των Εξωτερικών. 

Από τις εκδηλώσεις του Συλλόγου Απανταχού Καρπαθίων στην Πλατεία Καρπάθου μπροστά από το 34ο Δημοτικό Σχολείο Πειραιά.





Τρόπος διαφυγής και έλευσης των Καρπαθίων (και των άλλων Δωδεκανησίων) στον Πειραιά

Ειδικά όταν από το 1928 και ύστερα η ιταλική κατοχή των νησιών είχε καταστεί πραγματικά απάνθρωπη με το συστηματικό αφελληνισμό τους και τη μετονομασίας τους σε «Ιταλικά νησιά του Αιγαίου». Ο διορισμός του περιβόητου διοικητού Ντε Βέκκι έφερε τα πρώτα μέτρα βίας. Με το μαστίγιο στο χέρι ο Ντε Βέκκι τριγύριζε και ανάγκαζε τους ανθρώπους να στέλνουν τα παιδιά τους στα ιταλικά σχολεία. Το 1934 οι Ιταλοί δια νόμου έπαυσαν όλους τους Έλληνες δασκάλους και τους υποχρέωσαν να εκπαιδευτούν στην ιταλική γλώσσα αν ήθελαν να συνεχίσουν να εργάζονται. Το 1935 απαγορεύθηκε η ελληνική γλώσσα στα Δωδεκάνησα και καθιερώθηκε η ιταλική.

Φυσικό επακόλουθο ήταν η αύξηση μετανάστευσης και των Καρπαθίων στον Πειραιά. Επί εβδομάδες ολόκληρες οι Δωδεκανήσιοι σχεδίαζαν τη φυγή τους μελετώντας τον τρόπο και το χρόνο. Εφάρμοζαν διάφορες τεχνικές συνεννόησης και επικοινωνίας ώστε να μη γίνουν αντιληπτοί από τους Ιταλούς. 

Συνήθως νύχτα εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και το νησί τους χωρίς να έχουν μιλήσει σε κανένα, ούτε καν στα συγγενικά τους πρόσωπα, παρά μόνο σε όσους μετείχαν στην απόδραση. Διότι η φυγή για να ήταν πετυχημένη θα έπρεπε να είναι ομαδική. Πήγαιναν σε μια απομακρυσμένη ακτή όπου είχαν κρύψει επιμελώς μια μικρή βάρκα. Όσοι διέθεταν βάρκα θεωρούνταν προνομιούχοι και συνήθως τους προσέγγιζαν άλλοι Δωδεκανήσιοι που σχεδόν κλαίγοντας τους παρακαλούσαν να επιβιβαστούν κι αυτοί. Επιβιβάζονταν στα σκοτεινά και χωρίς φώτα φυσικά έπλεαν στο ανοιχτό πέλαγος. Την εποχή εκείνη δεν γνώριζαν εκ των προτέρων τον καιρό και την κατάσταση της θάλασσας. Συνεπώς καλούνταν συχνά να βρεθούν αντιμέτωποι με τους κινδύνους μιας τρικυμίας ή ισχυρού αντίθετου ανέμου θα τους οδηγούσε πίσω στο νησί τους όπου οι καραμπινιέροι καραδοκούσαν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι οι Δωδεκανήσιοι ακριβώς για να αποφύγουν τους καραμπινιέρους επέλεγαν να φύγουν όταν ο καιρός ήταν άσχημος και οι Ιταλοί είχαν την πεποίθηση ότι κανείς δεν θα τολμούσε να φύγει και χαλάρωναν τα μέτρα επίβλεψης.

10 Ιουνίου 1936 - Δωδεκανήσιοι φωτογραφίζονται μόλις φτάνουν στον Πειραιά ύστερα από την περιπέτεια διαφυγής από το νησί τους, οδοιπορία σε ερημικές εκτάσεις της Τουρκίας για να φτάσουν στην Σμύρνη, απέλαση στην Χίο και από εκεί ως "λαθρεπιβάτες" πλέον στο λιμάνι του Πειραιά.


Πάλευαν με τα μανιασμένα κύματα με ένα μικρό πανάκι ή μόνο με τα κουπιά έχοντας κατεύθυνση τα μικρασιατικά παράλια. Ακόμα κι αυτή η απόσταση μας φαίνεται κοντινή μπορούσε τότε να διαρκέσει για πολύ καιρό και σα ναυαγοί οι άνθρωποι αυτοί να παλεύουν με την δίψα, την πείνα την αυπνία και φυσικά τα κύματα. Όλη τη νύχτα μέσα στο σκοτάδι προσπαθούσαν να διακρίνουν και άλλες βάρκες που είχαν συνεννοηθεί εκ των προτέρων να φύγουν από άλλη ακτή για να υπάρξει διασπορά στις δυνάμεις καταδίωξης. Για αυτό και οι Ιταλοί έβγαζαν στο ανοιχτό πέλαγος μικρά σκάφη που έπλεαν επίσης χωρίς φώτα για να μπερδεύουν τους φυγάδες που δυστυχώς νόμιζαν ότι είχαν να κάνουν με συμπατριώτες τους. 

Πολλές φορές συνέβαινε η σύλληψη των Δωδεκανησίων να γίνει στο ανοιχτό πέλαγος με τη χρήση τέτοιων τεχνασμάτων. Συνήθως η προσπάθεια αυτή διαρκούσε 24 ώρες μέχρι να φτάσουν σε μια άγνωστη ακτή της Μικράς Ασίας. Εκεί αφού ξάπλωναν να ξαποστάσουν περίμεναν κατά κάποιο τρόπο για λίγο καιρό μήπως εμφανίζονταν και άλλοι συμπατριώτες τους που είχαν αναχωρήσει την ίδια βραδιά με αυτούς αλλά από διαφορετικά σημεία της ακτής. Αφού σχημάτιζαν ένα καραβάνι ανθρώπων άρχιζαν το περπάτημα με κατεύθυνση συνήθως κάποια μεγάλη πόλη της Τουρκίας που θα είχε πλησιέστερα κάποιο ελληνικό νησί μακριά από τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα. Διότι οι Τούρκοι είχαν το συνήθειο να επιστρέφουν τους συλληφθέντες Έλληνες στο πλησιέστερο προς αυτούς ελληνικό νησί. Για τους Δωδεκανήσιους θα ήταν καταστροφή να τους συλλάβουν στην Τουρκία απέναντι από τα νησιά από τα οποία έφυγαν διότι οι Τούρκοι θα τους οδηγούσαν πίσω σε αυτά δηλαδή στους καραμπινιέρους. 

1935 - Επεισόδια στην πορεία των Δωδεκανησίων στο Πασαλιμάνι, στην προσπάθειά τους να φτάσουν το Ιταλικό Προξενείο της Πλατείας Αλεξάνδρας για να επιδώσουν ψήφισμα διαμαρτυρίας.


Συνήθως η πόλη όπου στόχευαν οι Δωδεκανήσιοι να βρεθούν ήταν η Σμύρνη που είχε απέναντί της τη Χίο. Το οδοιπορικό πεζοπορίας των ομάδων αυτών που περπατούσαν νύχτα και την ημέρα ξεκουράζονταν κρυμμένοι μπορούσε να διαρκέσει μέχρι και τις δέκα ημέρες. Όσοι κατάφερναν να μη συλληφθούν και εφόσον έφταναν τελικώς στη Σμύρνη παραδίδονταν στις τουρκικές αρχές οι οποίες τους συνελάμβαναν, τους επιβίβαζαν σε ένα τουρκικό πλοιάριο που τους άφηνε στη Χίο. Από εκεί παρουσιάζονταν στον καπετάνιο του πρώτου πλοίου που αναχωρούσε για τον Πειραιά και του ζητούσαν να τους πάρει μαζί τους. Ο ανθρωπισμός και η αλληλεγγύη των Ελλήνων ναυτικών ήταν ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί η μετάβαση. 

Από τις εκδηλώσεις του Συλλόγου Απανταχού Καρπαθίων Πειραιώς μπροστά από το Καρπάθικο Σχολείο.

Ο Έλληνας πλοίαρχος συνήθως τους έδινε την ώρα που θα επιβιβάζονταν στο πλοίο χωρίς τάχα να τους δει κάποιος συμπεριλαμβανομένου του εαυτού του. Μόλις το πλοίο αναχωρούσε για τον Πειραιά γινόταν η δήθεν ανακάλυψη και η παράδοση στις αρχές μόλις το πλοίο έπιανε την πειραϊκή προκυμαία. Καθώς ήταν πολλοί οι Έλληνες πλοίαρχοι που φοβόντουσαν να εμπλακούν σε αυτή την διαδικασία οι Δωδεκανήσιοι γνώριζαν συνήθως εκ των προτέρων σε ποια πλοία μπορούσαν να απευθυνθούν ένα εκ των οποίων ήταν το ΚΡΗΤΗ.

Οι Δωδεκανήσιοι μόλις έφταναν στον Πειραιά χαρούμενοι και με το γέλιο στο πρόσωπό τους, χαρακτηρίζονταν λαθρεπιβάτες και προσάγονταν στο τμήμα ελέγχου διαβατηρίων Πειραιά για εξακρίβωση ταυτότητας. Στη συνέχεια μετάγονταν φρουρούμενοι στο Πταισματοδικείο όπου συνήθως καταδικάζονταν σε 500 δραχμές πρόστιμο για παράβαση του νόμου περί αλλοδαπών. Οι άνθρωποι αυτοί κουρασμένοι από την θαλάσσια περιπέτεια που είχαν περάσει έφταναν ρακένδυτοι στον Πειραιά και συνήθως η ποινή που τους επιβαλλόταν πληρωνόταν από τα δωδεκανησιακά σωματεία που διενεργούσαν ασταμάτητα εράνους στον Πειραιά ειδικά για το σκοπό αυτό. 



Όμως όταν οι αφίξεις ήταν πολλές μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα το πρόστιμο δεν μπορούσε να καταβληθεί και μετατρεπόταν σε 10ημερη φυλάκιση. Τότε τους οδηγούσαν από το πταισματοδικείο στην Γενική Ασφάλεια Πειραιώς. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νικόλαου Μανιά 42 τότε ετών, εργάτης στο επάγγελμα πατέρας 7 παιδιών που οδηγήθηκε στη φυλακή διότι συνέβη να μην μπορεί να καταβάλει το πρόστιμο του δικαστηρίου. Να σημειώσουμε ότι τα παιδιά ως ανήλικα αφήνονταν ελεύθερα, που σήμαινε ότι αν δεν εμφανίζονταν έγκαιρα οι συγγενείς του φυλακισμένου να τα παραλάβουν και να μεριμνήσουν για αυτά, οι αρχές τα οδηγούσαν σε ιδρύματα αλητοπαίδων όπως τα χαρακτήριζαν τότε. 

Τόπος συγκέντρωσης Δωδεκανησίων στον Πειραιά στάθηκαν οι συνοικίες της Νέας Καλλίπολης, τα λεγόμενα «Καρπάθικα», η περιοχή γύρω από το Χατζηκυριάκειο ίδρυμα και το Πέραμα για τους Συμιακούς κυρίως. Οι περιοχές αυτές δεν ήταν φυσικά στην κατάσταση που είναι σήμερα. Επρόκειτο για βραχότοπους που δεν υπήρχε δίκτυο αποχέτευσης και ύδρευσης. Ιπποκίνητες υδροφόρες προσπαθούσαν να μεταφέρουν το νερό στην περιοχή. Η καθαριότητα του πληθυσμού γινόταν με τη χρήση δημοτικών λουτρών όπως αυτών που σήμερα αποτελούν τη στέγη του πρώτου διαμερίσματος Πειραιά.

Μεταπολεμικά και όταν επιτεύχθηκε η ένωση της Δωδεκανήσου με την μητέρα Ελλάδα, σωματεία όπως ο Σύλλογος Απανταχού Καρπαθίων, έπρεπε να γίνουν οι σταυροφόροι της σωτηρίας των παιδιών των Δωδεκανήσων διότι και εκεί τα παιδιά πεινούσαν, ήταν ξυπόλητα και άρρωστα όπως και της ελεύθερης Ελλάδας. Έτσι έγιναν διαβήματα στην ΟΥΝΡΑ δια την αποστολή ειδών ρουχισμού και υποδήσεως. Έγιναν και μεμονωμένες ενέργειες όπως για παράδειγμα η Αδελφότης Καρπαθίων που απέστειλε ρουχισμό στα παιδιά της Καρπάθου. Μόνο οι Δωδεκανησιακές ενώσεις της Αμερικής ξεπέρασαν σε προσφορά ρουχισμού τους Δωδεκανησιακούς Συλλόγους του Πειραιά. 


Είχα την τιμή να είμαι ομιλητής στην εκδήλωση στις 2 Ιουνίου 2024 στην Πλατεία Καρπάθου, συμβάλλοντας έτσι, έστω και στο ελάχιστο, στην ιστορία των Καρπαθίων του Πειραιά. 


Διαβάστε επίσης:

ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ (ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ)


Κρήτη και Πειραιάς (Συνοικία Κρητικών)




"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"