Τα δελφίνια του Νέου Φαλήρου (1971)


 


του Στέφανου Μίλεση

Το Μάιο του 1971 τοποθετήθηκε στο Νέο Φάληρο το γλυπτό με τίτλο "Δελφίνια" της σπουδαίας γλύπτριας Μπέλλας Ραφτοπούλου (1902 - 1992). Ο Δήμος Πειραιά το αγόρασε επί Χούντας αντί του ποσού των 200 χιλιάδων δραχμών και το παρουσίασε με τον αυθαίρετο τίτλο "Μεσόγειος" καθώς επρόκειτο για εκδοχή παλαιότερου έργου της γλύπτριας που φιλοτεχνήθηκε το 1955 και είχε εντυπωσιάσει στην έκθεση της Antibes.

Ο Αριστείδης Σκυλίτσης καθώς δεν ήθελε να φανεί ότι εγκαινιάζει έργο που είναι εκδοχή προγενέστερου, το παρουσίασε με διαφορετική ονομασία. Για την Μπέλλα Ραφτοπούλου έχει κάνει σπουδαία Μεταπτυχιακή εργασία η Δέσποινα Παρασκευά με τίτλο «Άνθη της πέτρας, φυσιογνωμίες που ήρθαν και μου μίλησαν…». Η Ραφτοπούλου στη Σχολή Καλών Τεχνών είχε δάσκαλο τον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο ενώ στο Παρίσι τον μεγάλο γλύπτη Αντουάν Μπουρντέλ.

Όψεις του γλυπτικού έργου της Μπέλλας Ραφτοπούλου (1902-1992)".




Στην εργασία της Παρασκευά διαβάζουμε για το έργο:
"Ένα ζευγάρι δελφινιών μοιάζει σαν να έχει αναπηδήσει μόλις από το νερό επιδιδόμενο στα γνώριμα παιχνίδια του. Το ένα δελφίνι, στιβαρό, προστατευτικό, είναι το αρσενικό, το λεπτότερο, κομψό σώμα του άλλου δείχνει το θηλυκό, που γέρνει τρυφερά προς το ταίρι του. Γοητευτικές πέτρινες παρουσίες, τα δυο υδρόβια πλάσματα στηρίζονται στις ουρές τους και λικνίζουν τα σώματά τους σε έναν ρυθμό σχεδόν χορευτικό".

Η γλύπτρια Μπέλλα Ραφτοπούλου

Το έργο "Δελφίνια" ουδέποτε αντιμετωπίσθηκε από τον Δήμο Πειραιώς με τον ανάλογο σεβασμό παρά το γεγονός ότι από όλα τα γλυπτά δημόσιων χώρων που εκτίθενται στον Πειραιά αυτό ίσως είναι το σπουδαιότερο σε έμπνευση και καλλιτεχνική αξία. Επίσης σπανίως αναφέρεται στους καταλόγους που καταγράφουν τα δημόσια γλυπτά της πόλης. Το γλυπτό του Νέου Φαλήρου φιλοτεχνήθηκε στο εργαστήριο της Ραφτοπούλου στο Παρίσι.

Edgar Quinet - Από το Ναυαρίνο στον Πειραιά


του Στέφανου Μίλεση

Κάθε χρόνο στις 20 Οκτωβρίου πραγματοποιείται στην Πύλο μεγάλη εορταστική εκδήλωση σε ανάμνηση της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου που διεξάχθηκε το 1827 με τη συμμετοχή των τριών στόλων Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας κατά του Αιγυπτιακού του Ιμπραήμ Πασά και που πραγματικά υπήρξε λυτρωτική για την πορεία της ελληνικής επανάστασης. 

Τον Ιούνιο του 1827 είχε προηγηθεί από τις ίδιες δυνάμεις η Συνθήκη του Λονδίνου με την οποία συμφωνήθηκε η παροχή αυτονομίας στους Έλληνες, υποχρεώνοντας τους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ που εκείνη την εποχή αποτελούσαν μάστιγα θεού στους ελληνικούς πληθυσμούς της Πελοποννήσου να αποσυρθούν. 

Οι τρεις κυβερνήσεις δέχονταν μια διαρκώς αυξανόμενη πίεση από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες για λύση του ελληνικού ζητήματος, ύστερα από τις θηριωδίες των Οθωμανών κατά των επαναστατημένων Ελλήνων, αλλά και το μεγάλο ρεύμα του Φιλελληνισμού που είχε συνεπάρει ολόκληρη την Ευρώπη. Οι τρεις επικεφαλής των στόλων, ο αντιναύαρχος Κόδριγκτον για τους Άγγλους, ο υποναύαρχος Δεριγνύ για τους Γάλλους, και ο Χέιδεν για τους Ρώσσους, είχαν εντολή να εποπτεύσουν την αποχώρηση του Ιμπραήμ από την Πελοπόννησο που με τη σειρά του όμως φαινόταν ότι δεν ήταν πρόθυμος να το πράξει. Κάτω από αυτές τις συνθήκες διεξήχθη η σωτήρια για την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας παρέμβαση των στόλων των τριών δυνάμεων στο Ναυαρίνο. 

Η είσοδος στον όρμο του Ναυαρίνου

Η Γαλλία την εποχή εκείνη επιθυμούσε να κάνει δυναμική επανεμφάνιση στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, καθώς ήδη από την εποχή των Ναπολεόντειων πολέμων είχε ουσιαστικά αποσυρθεί. Η γαλλική εμπλοκή στην ελληνική υπόθεση δεν περιορίστηκε μόνο με τη ναυτική μοίρα του Δεριγνύ. Το 1828 η Γαλλία έθεσε επικεφαλής των γαλλικών δυνάμεων Πελοποννήσου τον Νικόλαο Ιωσήφ Μαιζών στον οποίο ανατέθηκε το έργο εκδίωξης των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ και την εκκαθάριση της Πελοποννήσου. Πραγματικά ο Μαιζών τον Αύγουστο του 1828 επικεφαλής ενός σώματος 15.000 ανδρών με κατέλαβε άνευ μάχης τα κάστρα της Μεθώνης, της Πύλου και της Κορώνης και ύστερα από πολιορκία τα κάστρα της Πάτρας και του Ρίο. 

Το οθωμανικό κάστρο (Νεόκαστρο) που επόπτευε την είσοδο του Ναυαρίνου



Δίπλα στον Μαιζών όμως υπήρξε μια γαλλική επιστημονική αποστολή, κατά τον τρόπο που ο ίδιος ο Ναπολέοντας είχε καθιερώσει στο παρελθόν, όταν εκστρατεύοντας για την Αίγυπτο είχε μαζί του σοφούς και επιστήμονες για να μελετήσουν τους αρχαιολογικούς και ιστορικούς θησαυρούς εκείνης της χώρας με την αρχαία ιστορία. Καθώς και η Ελλάδα παρουσίαζε για τους Γάλλους το ίδιο ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον, ο Βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Ι’ συγκρότησε παρόμοια αποστολή να ακολουθήσει τον Μαιζών. Ανάμεσα στα μέλη της επιστημονικής αυτής αποστολής που έφερε την ονομασία «Επιστημονική Αποστολή του Μορέα» (Expédition Scientifique de Morée), βρισκόταν και ο Γάλλος ποιητής, φιλόσοφος και μετέπειτα πολιτικός Edgar Quinet (1803-1875) που μεταξύ άλλων διέθετε υψηλά και ευγενικά αισθήματα για την ελληνική υπόθεση. 

Ο Quinet υπήρξε από τους λιγοστούς ξένους που διατήρησαν τα αισθήματά τους αναλλοίωτα και δεν τα μετέβαλλε κατά την επαφή του με τους Έλληνες. Διότι οι περισσότεροι φιλέλληνες είχαν πλάσει στο μυαλό τους τον ελληνικό λαό τόσο διαφορετικό από εκείνον που τελικώς συναντούσαν. Άλλωστε ο Quinet όταν επέστρεψε πίσω στην πατρίδα του τη Γαλλία έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Περί της σύγχρονης Ελλάδος και της σχέσεώς της με την αρχαιότητα» στο οποίο φαίνεται ξεκάθαρα η υποστήριξή του στους Έλληνες. 



Η επιστημονική αποστολή της Γαλλίας αριθμούσε 19 συνολικά μέλη ανάμεσά τους και ο Quinet, επιβιβάστηκε στο πλοίο «Κυβέλη» στις 10 Φεβρουαρίου 1829 και ύστερα από 21 ημέρες μιας αρκετά ταραχώδους διέλευσης της Μεσογείου κατέπλευσαν στις 3 Μαρτίου 1829 στο Ναβαρίνο.   Η πρώτη εντύπωση που δόθηκε στα μέλη της αποστολής ήταν κακή καθώς κατευθύνθηκαν προς διανυκτέρευση στο κάστρο της Μεθώνης όπου λίγο καιρό πριν βρισκόταν στα χέρια των Αιγυπτίων. Εκεί οι Γάλλοι λογοτέχνες, αρχιτέκτονες, γεωλόγοι, γλύπτες και άλλοι επιστήμονες και καλλιτέχνες που συγκροτούσαν την αποστολή αντίκρυσαν ένα θέαμα απερίγραπτο καθώς στο εσωτερικό του κάστρου επικρατούσε η βρώμα και τα σκουπίδια, ενώ μια δυσοσμία καθιστούσε την παραμονή τους δυσχερής. Ο λόγος ήταν ότι οι Άραβες του Ιμπραήμ δεν τηρούσαν ούτε τα στοιχειώδη μέτρα υγιεινής. Έξω στην πόλη της Μεθώνης οι λιγοστοί κάτοικοι που είχαν απομείνει ήταν τρομοκρατημένοι και πεινασμένοι. 

Το κάστρο της Μεθώνης φωτογραφημένο τον Οκτώβριο του 2021.

 Οι Γάλλοι αντίκρυσαν ένα θέαμα απερίγραπτο καθώς στο εσωτερικό του κάστρου επικρατούσε η βρώμα και τα σκουπίδια, ενώ μια δυσοσμία καθιστούσε την παραμονή τους δυσχερής.



Ο Quinet αμέσως ξεκίνησε την εξερεύνηση περιοδεύοντας στα τα γύρω χωριά. Σε αντίθεση με την αποστολή του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, η επιστημονική αποστολή στον Μορέα δεν γινόταν υπό την προστασία του γαλλικού στρατού που απλώς τους παρείχε υλικοτεχνική στήριξη. Ο Quinet επέκτεινε τις περιηγήσεις του και στην Αρκαδία, όπου τον έπιασε κακοκαιρία κι αναγκάστηκε να καταφύγει σε έναν μύλο ωσότου ησυχάσει ο καιρός. Ο μυλωνάς όμως δεν τον δέχθηκε και τον έβγαλε δια της βίας έξω να κοιμηθεί, την ώρα του χαλασμού. Τα αισθήματα του Quinet για τους Έλληνες όμως δεν άλλαξαν παρά την κακοτροπία του μυλωνά. Ύστερα ο Quinet τράβηξε στη Σπάρτη και αμέσως μετά στο Άργος όπου κατά την διάρκεια της διαδρομής συνάντησε τον Ιωάννη Καποδίστρια που έκανε την πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο συνοδευόμενος από τον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο

Ο Quinet εντυπωσιασμένος από τη μορφή του ήρωα Νικηταρά ο οποίος είχε γίνει γνωστός στους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης για τα κατορθώματά του, τον αγκάλιασε κλαίγοντας από χαρά για την αναπάντεχη γνωριμία. Μετά το Άργος ο Quinet συνέχισε το ταξίδι του για Μυκήνες, Τίρυνθα, Κόρινθο και επέστρεψε στο Ναύπλιο με σκοπό να επισκεφθεί και την Αθήνα, παρότι βρισκόταν ακόμα στα χέρια των Τούρκων. Η αρχαιότητα όμως είχε μαγέψει τον Quinet όπως και τους περισσότερους φιλέλληνες της εποχής εκείνης που ήθελαν οπωσδήποτε στο ταξίδι τους να συμπεριλάβουν και την Αθήνα για να μελετήσουν από κοντά τις αρχαιότητες και κύρια την Ακρόπολη. 

Ο Quinet από το Ναύπλιο όμως δεν εύρισκε πλοίο για να ταξιδέψει προς Πειραιά καθώς κανείς Έλληνας δεν επιθυμούσε να βρεθεί σε μια τουρκοκρατούμενη ακόμα περιοχή. Έτσι βρήκε τρεις αξιωματικούς ξένους και μια βάρκα με ιστίο και με αυτή έπλευσε για τον Πειραιά! Τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία του να δει από κοντά τις αθηναϊκές αρχαιότητες. Με αυτή τη μικρή βαρκούλα εισήλθε στο λιμάνι του Πειραιά όπου δύο μόλις χρόνια πριν, το 1827, είχαν διεξαχθεί φονικές μάχες στην Ακτή για την κατάληψη του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα από τους Έλληνες. Ο Quinet επισκέφθηκε όλα τα μνημεία της Αθήνας εκτός από τον Παρθενώνα στον οποίο είχαν κλειστεί οι Τούρκοι και δεν άφηναν κανέναν να ανέβει. Είδε τη μελλοντική πρωτεύουσα της Ελλάδας κατεστραμμένη και σωριασμένη σε ερείπια. Η αγάπη του όμως τον ώθησε να γράψει: 

«…Οι περισσότεροι από τους οδοιπόρους που επισκέφθηκαν πριν από εμένα την Αθήνα παραπονιούνται στις περιγραφές τους ότι η σημερινή ελεεινή κατάσταση της πόλης καταστρέφει την αυστηρή εντύπωση των ερειπίων της. Εγώ όμως το θεωρώ ευτύχημα που κατάφερα να επισκεφθώ την πόλη της Αθήνας τις μέρες της κατάπτωσής της. Το λιγότερο θλιβερό από όλα τα πράγματα που βλέπει κανείς σε αυτήν είναι ασφαλώς τα ερείπια. Διότι το βλέμμα κουρασμένο πια από την περιφορά πάνω στα γκρεμισμένα σπίτια από τη φωτιά και πάνω στα χαλάσματα αναζητά την ανάπαυσή του πάνω στα τείχη της αρχαιότητας».

Ο Quinet ξαναβρέθηκε στον Πειραιά μια φορά ακόμα, προκειμένου να επιβιβαστεί στο καράβι για να τον μεταφέρει οριστικά πίσω στην πατρίδα του. Τα περισσότερα μέλη της επιστημονικής αποστολής της Γαλλίας στον Μοριά έμειναν για χρονικό διάστημα εννέα μηνών περίπου. Τόσο περίπου έμειναν και οι περισσότεροι Γάλλοι στρατιώτες που όμως δεν αποχώρησαν όλοι αλλά άφησαν πίσω τους διάσπαρτη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Οι Γάλλοι άφησαν επίσης πίσω τους για πάντα και περίπου 1.500 στρατιώτες που πέθαναν εξαιτίας του πυρετού και της δυσεντερίας.  


Διαβάστε επίσης:

Ο Λαμαρτίνος στον Πειραιά του 1832



"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"