Ο "Διεθνής" Σταθμάρχης του Νέου Φαλήρου

 

του Στέφανου Μίλεση


Αναφορά για τον Σταθμάρχη του Σιδηροδρομικού Σταθμού του Νέου Φαλήρου, συναντούμε στο "Εθνικόν Ημερολόγιον" του Κωνσταντίνου Σκόκκου του 1905. Σε αυτό ο ίδιος ο Σκόκκος, που υπογράφει με το φιλολογικό ψευδώνυμο "Σατανάς", έχει ειδικό αφιέρωμα σε έναν άνθρωπο που χαρακτηρίστηκε τότε ως "περίεργη νεοελληνική φυσιογνωμία" συνοδευόμενο από σκίτσο του. 

Γράφει ο Σκόκκος για τον Σταθμάρχη του Νέου Φαλήρου:

"Τον βλέπετε; έχει κατά την  λαϊκή έκφραση "πλάκα τα γαλόνια"! Ολόχρυση, κτυπητά, εκθαμβωτικά, γύρω από το σιδηροδρομικό του κασκέτο. Εκ πρώτης όψεως τον παίρνετε τουλάχιστον ως αρχηγό κανενός ξένου επιτελείου. Και όμως δεν είναι ούτε Έλληνας υποστράτηγος! Είναι απλούστατα ο Σταθμάρχης του Νέου Φαλήρου! 

Ο αθάνατος Λουπέτης, γνωστός ανά την υφήλιο, εις αυλάς πριγκήπων και ηγεμόνων, εις κύκλους ναυάρχων και στρατηγών και λόρδων και μεγιστάνων και πρέσβεων και διπλωματών και περιηγητών και άλλων εξοχοτήτων, χωρίς να το κουνήσει ποτέ από το Φάληρο! Μάλιστα κύριοι! Και γιατί να το κουνήσει σας παρακαλώ; Αφού όλες αυτές οι επισημότητες είχαν την ευτυχία ή την ατυχία να περάσουν ή να διαμείνουν έστω λίγες στιγμές στο Νέο Φάληρο, τον γνώρισαν, θέλοντας και μη τον είδαν μπροστά τους ως φάντη μπαστούνι και δέχθηκαν τις υποκλίσεις του, τις υπηρεσίες του, τα σέβη του, τις προσφωνήσεις του, τις ανθοδέσμες του ενώ κάποτε, μα τον Θεό, και τις χειραψίες του!".

Ο Σταθμάρχης του Νέου Φαλήρου, ο γνωστός στην εποχή του Λουπέτης, για περισσότερο από 30 χρόνια επόπτευε στο Νέο Φάληρο την κίνηση των σιδηροδρόμων, έκανε τον έλεγχο των εισιτηρίων και με τη γνωστή σφυρίχτρα που χρησιμοποιούσαν όλοι οι σταθμάρχες τραίνων την εποχή εκείνη, έδινε το σύνθημα αναχώρησης της αμαξοστοιχίας. Και καθώς το Νέο Φάληρο την εποχή του ήταν την θερινή περίοδο, κέντρο άφιξης και αναχώρησης ξένων και ντόπιων προσωπικοτήτων, δεν υπήρχε περίπτωση να μη συναντήσουν τον Λουπέτη. 

Στην εξέδρα του Νέου Φαλήρου κατέφταναν διαρκώς βάρκες γεμάτες επιβάτες από τα πλοία περιηγητών που ναυλοχούσαν στον Φαληρικό όρμο. Καθώς το λιμάνι του Πειραιά ήταν ασφυκτικά γεμάτο από πλοία της ακτοπλοΐας και εμπορικά σκάφη και καθώς χώρος δεν ήταν εύκολο να βρεθεί για τα περιηγητικά πλοία που τεράστια σε μέγεθος, είχε κανονιστεί να μένουν στα ανοιχτά του φαληρικού όρμου και να αποβιβάζουν τον κόσμο με βάρκες στην εξέδρα του Νέου Φαλήρου. Σχεδόν ήταν σίγουρο ότι σε κάθε ένα από αυτά τα πλοία θα βρισκόταν επιβάτης διάσημος στην εποχή του, για τον οποίο ξένοι πρόξενοι ή πρεσβευτές θα κατέφταναν για να τον υποδεχθούν. Πολλές φορές ανάμεσά τους και Έλληνες επίσημοι. Οι περισσότεροι κατέφταναν στο Νέο Φάληρο με τον σιδηρόδρομο που θεωρείτο το πλέον εξελιγμένο σύστημα μεταφοράς. Ήδη στα χρόνια του Λουπέτη ο σιδηρόδρομος ήταν πλέον ηλεκτρικός. 

Από το αρχείο της ΕΡΤ. Ο Σταθμός του Νέου Φαλήρου το 1912 όπως φωτογραφήθηκε μέσα από το παράθυρο της αμαξοστοιχίας. 



Ο Λουπέτης επέβλεπε την επιβίβαση ή την αποβίβαση του κόσμου στα βαγόνια και μόλις αναγνώριζε επίσημο -είχε ιδιαίτερη ικανότητα σε αυτό που με τα χρόνια τη βελτίωνε- έτρεχε να τον υποδεχθεί, να το χαιρετίσει ενώ πάντα λάμβανε μια κάρτα επισκεπτηρίων του επισήμου. Κι αυτό διότι ο Λουπέτης ήταν μανιώδης συλλέκτης επισκεπτηρίων και έλεγαν στην εποχή του ότι κανείς δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον Λουπέτη σε συλλογή επισκεπτηρίων καρτών! 

Έτσι ο Λουπέτης απέκτησε τον τίτλο του "Διεθνούς Σταθμάρχου" παρά το γεγονός ότι ο σιδηρόδρομος στον οποίο εργαζόταν ήταν και παρέμεινε τοπικός και είναι φυσικά ο γνωστός σημερινός "Ηλεκτρικός".
   
Παραμονές του 1940 ο Λουπέτης βγήκε στη σύνταξη η οποία ανερχόταν στο ποσό των 60 δραχμών. Ωστόσο ακόμα και εκτός ενεργείας ο Λουπέτης συνέχιζε να εμφανίζεται στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νέου Φαλήρου με όλα τα σιρίτια και τη μεγάλη στολή του, όταν μάθαινε ότι κάποιος επίσημος θα κατέφθανε στο Νέο Φάληρο. Αυτό φυσικά διότι συνέχιζε την πρωτότυπη συλλογή των επισκεπτηρίων καρτών. 

Το όνομα του Λουπέτη για πολλά χρόνια συνέχιζε να είναι γνωστό στο Νέο Φάληρο, ως μια περίπτωση παράξενης νεοελληνικής φυσιογνωμίας.  



Διαβάστε επίσης:

Ο παλληκαράς ο Γιαννακός Νταής (ο Αρειμάνιος)

 


του Στέφανου Μίλεση

Ένας συνηθισμένος χαρακτηρισμός άνδρα τα παλαιότερα χρόνια στον Πειραιά, ήταν και εκείνος του νταή. «Ο Γιώργος είναι νταής» έλεγαν αλλά σαφώς με αυτόν δεν εννοούσαν ότι επρόκειτο για ένα γενναίο παλληκάρι αλλά για κάτι υποτιμητικό, κάτι που ήταν πραγματικά επικίνδυνο που ταίριαζε καλύτερα στον όρο «παλληκαράς». 

Τι ήταν εκείνο το χαρακτηριστικό που μετέβαλλε έναν άνδρα από «παλληκάρι» σε «παλληκαρά»;  Παλληκάρια τις παλαιότερες εποχές και ιδίως την περίοδο της επανάστασης θεωρούνταν οι  μπαρουτοκαπνισμένοι αγωνιστές, οι ναυμάχοι νησιώτες μας, οι άνδρες εκείνοι γενικώς που δεν λογάριαζαν τον θάνατο παρά μόνο ως έναν δρόμο προς την ελευθερία. Το σύνθημα «ελευθερία ή θάνατος» άλλωστε από μόνο του εξέφραζε αυτό τον παλληκαρισμό της περιφρόνησης του θανάτου, της γενναιότητας. Ο παλληκαρισμός για την Ελλάδα ήταν ό,τι πρέσβευε ο ιπποτισμός για την Δύση. Στον πόλεμο γενναίος και στην ειρήνη ακέραιος, ηθικός, ευγενικός, αυστηρός με τους ανήθικους και τους ευτελείς και συνάμα …..με τους αδύναμους. 

Η έννοια «παλληκάρι» έφτασε μέχρι και τις μέρες μας «Ο Κώστας παραχώρησε τη θέση του να κάτσει ο ηλικιωμένος» έλεγαν «δεν έχει ανάγκη ο ίδιος, είναι παλληκάρι». Όμως η έννοια του παλληκαρισμού με ό,τι αυτή πρέσβευε παλαιά, άρχισε να αλλοιώνεται, να μεταλλάσσεται στην πορεία του χρόνου. Αιτία ήταν τα κουτσαβάκια, οι ψευτόμαγκες οι ζωντανές παρωδίες, πραγματικές καρικατούρες, οι σκιές των αγωνιστών της επανάστασης που εμφανίστηκαν ήδη από τα πρώτα χρόνια της ελληνικής ανεξαρτησίας. Τα ένστικτα αυτών των τύπων, είχαν να κάνουν με την παρανομία, το περιθώριο, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή και την ψευτοπαλληκαριά. Και τελικώς ο προσδιορισμός «παλληκάρι» έφτασε να σημαίνει πολλά και διάφορα και σπάνια προσδιόριζε την αρχική έννοια. 



«Αυτός είναι παλληκάρι του τάδε» έλεγαν προσδιορίζοντας κάποιον μπράβο που εργαζόταν για λογαριασμό ανθρώπου της νύχτας. Ο παλληκαρισμός αυτού του είδους, του ψευτόμαγκα, που προκαλούσε καυγάδες για να δείξει πόσο «παλληκάρι» ήταν, ταυτίστηκε επίσης και με την έννοια του του νταή. Και ενώ είδαμε πώς ο όρος «παλληκάρι» μετατράπηκε σε «παλληκαρά», πολύ λίγα έχουν γραφεί για τον σχεδόν ταυτόσημο όρο «νταής». 

Πώς προέκυψε άραγε αυτός; Γράφει ο «Διαβάτης» στην εφημερίδα «Εμπρός» (φ. 25 Φεβρουαρίου 1903 σελ. 1),  την δική του εκδοχή που πρέπει όμως να ληφθεί σοβαρά υπόψη διότι με το ψευδώνυμο «Διαβάτης» αρθρογραφούσε ο χρονογράφος και λογοτέχνης Ιωάννης Κονδυλάκης (1861 – 1920). Στην εφημερίδα «Εμπρός», από όπου προήλθε και το άρθρο, ο Κονδυλάκης αρθρογραφούσε καθημερινά επί είκοσι χρόνια διαπρέποντας ως πρωτοπόρος δημοσιογράφος. Σύμφωνα με τον «Διαβάτη» λοιπόν, υπήρξε κάποτε ένα υπαρκτό πρόσωπο που λεγόταν Γιαννακός Νταής ή Αρειμάνιος, και που αποτελούσε έναν από τους χαρακτηριστικούς τύπους της παλαιάς Αθήνας. Όταν ο «Διαβάτης» γνώρισε τον Γιαννακό Νταή, τον πρόλαβε μεσόκοπο και ως προς τον περιγραφή της εμφάνισής του τον βρήκε μάλλον κοντό άνδρα που διατηρούσε ένα παχύ μουστάκι ενώ φορούσε πάντοτε ένα καπέλο στραβά, στοιχείο που προσέδιδε «ηρωικές» τάσεις. 



Αλλά όλη αυτή η μέτρια εξωτερική του εμφάνιση, έκρυβε μια γενναία φιλοδοξία που είχε. Ήθελε να θεωρείται παλληκαράς και με τη βοήθεια της φαντασίας του έφτασε να πιστεύει ακόμα και ο ίδιος, ότι είχε πράξει μεγάλα ανδραγαθήματα και ότι ενέπνεε σεβασμό και τρόμο όπου εμφανιζόταν. Βρήκε στο μεταξύ πολλούς αστείους τύπους που ήταν πρόθυμοι να πιστέψουν τους ανεξέλεγκτους άθλους του, ενισχύοντας έτσι την φαντασία του. Αυτοί οι θαυμαστές του όμως ήταν τελικώς που επιζητούσαν και παρότρυναν διαρκώς να εκτελέσει ένα ακόμα άθλο, τόσο μεγάλο σε αξία, που θα βοηθούσε δήθεν τη φήμη του να εξαπλωθεί σε μεγαλύτερη ακτίνα. Του επαναλάμβαναν ακόμα ότι για να αναγνωριστεί παλληκαράς των Αθηνών θα έπρεπε να κάνει ρεμούλα σε χαρτοπαιξία. Την εποχή εκείνη οι χαρτοπαίκτες δεν έπαιζαν, ήταν πραγματικά επικίνδυνοι τύποι, που οπλοφορούσαν και δεν είχαν κανέναν απολύτως ενδοιασμό. 



Ο Νταής ο οποίος στερείτο ουσιαστικά της έννοιας του κινδύνου και του μέτρου, δεν δίστασε να υλοποιήσει εκείνο για το οποίο τον παρότρυναν οι «θαυμαστές» του. Μια νύχτα επισκέφθηκε μια χαρτοπαικτική λέσχη και αποπειράθηκε να αρπάξει τα χρήματα από τον πάγκο, που φυσικά δεν ήταν απροστάτευτα, ούτε εύκολη λεία στην διάθεση του καθενός. Οι χαρτοπαίκτες που γρήγορα αντέδρασαν, τον ακινητοποίησαν και του έριξαν πολύ ξύλο. Για τον Νταή (Αρειμάνιο) όμως μικρή σημασία είχε αυτό, διότι παρά την αποτυχία του, και πάλι θα μπορούσε να εμφανιστεί στους θαυμαστές του και να τους δείξει ότι δεν φοβήθηκε κι ότι προχώρησε έχοντας το θάρρος που μόνο τα παλληκάρια διέθεταν. 

Επιπρόσθετα με την πράξη του έδειξε ότι είχε και τρομερή αντοχή στο ξύλο. Και πραγματικά γράφει ο «Διαβάτης» η πράξη του Αρειμάνιου έφτασε να γίνει τραγούδι και να εξυμνηθεί με στίχους που του έπλεκαν το εγκώμιο και του εξασφάλιζαν την δόξα εκείνη που επιζητούσε:   «Ο Νταής Γιάννης το θεριό, τ΄αγριεμένο φίδι / Ρεμούλα πήγε κι έκαμε στου Γιάννη το παιχνίδι / ………………./Κ’ η Γιάννενα εφώναξε «ποιος είναι αυτός ο νέος; / Σαράντα τονε δέρνουνε και στέκεται γενναίος».

Ο Κονδυλάκης γράφει για το τέλος αυτού του τύπου του Νταή ή Αρειμάνιου ότι τον κάλεσαν κάποτε οι θαυμαστές του στην Βουλιαγμένη για να του κάνουν το τραπέζι. Και αφού έφαγαν οι θαυμαστές του είπαν. «Νταή Γιαννάκο εσύ που τα έβγαλες πέρα στη στεριά μπορείς να τα βάλεις και με το πέλαγος;» Και παρότι ο Νταής δεν ήξερε να κολυμπά, καθώς δεν ήθελε να κάνει πίσω έτρεξε και χωρίς δισταγμό ρίχθηκε στη θάλασσα. 

Φυσικά καθώς δεν ήξερε να κολυμπά, η πάλη του με τη θάλασσα δεν διήρκεσε πολύ και πνίγηκε. Και οι θαυμαστές του πήγαν και τον ανέσυραν νεκρό. Στην κηδεία του γράφει ο Κονδυλάκης ότι βρέθηκαν πολλοί και μάλιστα την ώρα που τον σκέπαζαν με χώμα άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα όπως έκαναν στα χρόνια της επανάστασης με τους οπλαρχηγούς και τους ανδρειωμένους ήρωες. Και εάν βρισκόταν την ώρα εκείνη στην κηδεία κάποιος που δεν γνώριζε την πραγματική ιστορία του Νταή, θα πίστευε ότι επρόκειτο για θάνατο κάποιου παλληκαριού ατρόμητου και γενναίου ήρωα. Και η κηδεία αυτή έγινε στην ακτή για να μπορεί ο Γιαννακός Νταής να αντικρίζει για πάντα τη θάλασσα. 



Περιγραφή όμως για την ύπαρξη αυτού του προσώπου μας δίνουν χρόνια αργότερα κι άλλα δημοσιεύματα προσθέτοντας κι άλλα κατορθώματα του Νταή αλλά το ίδιο τέλος. Το 1924 στην εφημερίδα «Έθνος» (φ. 11ης Φεβρουαρίου 1924, σελ. 1) γίνεται αναφορά σε κάποιον Νταηγιαννάκη ή Αρειμάνιο έναν γνωστό λαϊκό τύπο στους νέους της Αθήνας. Αυτός ο Αρειμάνιος ή Νταής αν και ήταν μιας κλωτσιάς άνθρωπος είχε πάθει παράκρουση παλληκαριάς. 

Χωρίς να έχει σηκώσει το χέρι του ούτε για μια σφαλιάρα, πίστευε ότι είχε δείρει όλο τον κόσμο. Συχνά ανέφερε κατορθώματα και πράξεις που φυσικά ουδέποτε έγιναν αλλά με αυτούς πίστευε ότι θα ενίσχυε τη φήμη του. Τον επισκέφθηκε όπως ισχυριζόταν ένας διάσημος κακούργος της Γαλλίας -ο Πραντζίνη- ο οποίος είχε καταδικαστεί στη λαιμητόμο, αλλά η γαλλική κυβέρνηση δέχθηκε να του ικανοποιήσει την τελευταία του επιθυμία που ήταν… να σφίξει το χέρι του μοναδικού σε παλληκαριά άνδρα που βρισκόταν στην Ελλάδα και δεν ήταν άλλος από τον Νταή! Υποτίθεται ότι συναντήθηκαν σε καφενέ της Δεξαμενής κι αφού έσφιξαν τα χέρια ο Γάλλος κακούργος μπορούσε επιτέλους να πεθάνει νιώθοντας ολοκληρωμένος αφού είχε συναντηθεί με τον μοναδικό ισάξιό του. «Μου έσφιξε το χέρι τόσο δυνατά που ακόμα με πονάει… κι ύστερα γύρισε πίσω να του κόψει η καρμανιόλα τα κεφάλι!» περιέγραφε ο Νταής αργότερα στους θαυμαστές του. Το παράξενο όμως ήταν πως όλοι τον πιστέψανε! 



Με τον καιρό αυτοί οι θαυμαστές άρχισαν να γίνονται στενός νταλκάς. Διότι περιέγραφαν πράξεις που ούτε ο δυστυχής Νταής δεν θα τολμούσε να περιγράψει. Και οι περιγραφές γίνονταν παρουσία του για να αποσπάσουν την επιβεβαίωσή του κι έτσι να ανέβουν κι αυτοί στα μάτια των άλλων, ότι δηλαδή υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των κατορθωμάτων του. Περιγράφανε οι θαυμαστές του τις ανύπαρκτες κολυμβητικές ικανότητες του Νταή «Αμ εγώ τον είδα να πέφτει από την εξέδρα του Φαλήρου στη θάλασσα και να κάνει ένα μακροβούτι που να κρατάει ένα τέταρτο με το ρολόι». Κι εκείνος κουνώντας αναγκαστικά το κεφάλι επιβεβαίωνε «Αμέ πώς δεν θυμάμαι!». «Τότε βούτα και κάνε το ίδιο…» του απάντησαν και κάπως έτσι έπεσε στην παγίδα που ο ίδιος είχε κατασκευάσει γύρω του. Τελικώς τα νερά του Σαρωνικού ήταν που έβαλαν τέλος στα κατορθώματα του Νταή, του κατά φαντασία παλληκαρά. Όμως η αλήθεια είναι ότι κατόρθωσε να δημιουργήσει τη φήμη γύρω από το όνομά του, που τελικώς έμεινε δια παντός να χαρακτηρίζει όμοιούς του.

 

Τα έργα ζωγραφικής που καλύπτουν το οπτικό μέρος είναι του Ανδρέα Κρυστάλλη


"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"