"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Μαρία Φλαμπουριάρη. Η εμφάνιση της πρώτης Ελληνίδας δικηγόρου σε δικαστήριο




του Στέφανου Μίλεση

Είναι πρωί 27ης Φεβρουαρίου 1926 όταν στο στρατοδικείο Αθηνών διεξάγεται δίκη  με αντικείμενο την πλαστογράφηση καταστάσεων θυμάτων πολέμου. Οι καταστάσεις αυτές εμπεριέχουν εμβόλιμα ονόματα τα οποία παρατύπως εισήχθηκαν και που έχουν ως αποτέλεσμα τη χορήγηση σύνταξης σε άτομα που δεν δικαιούνται να λάβουν. Το δικαστήριο ξεκινά τη συνεδρίαση και ένας από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων, ο Δαμασκηνός, απευθυνόμενος προς τον πρόεδρο του δικαστηρίου, που είναι ο Δάρας, δηλώνει ότι προστέθηκε ένας ή καλύτερα μια συνήγορος υπεράσπισης ακόμα! 

-      «Κύριε Πρόεδρε ως συνήγορος των κατηγορουμένων Αντωνακοπούλου και Καραγιάννη παρίσταται από σήμερον και η δικηγόρος δεσποινίς Μαρία Φλαμπουριάρη».

Μια νεαρά δεσποινίδα σηκώνεται τότε από τις θέσεις του ακροατηρίου και με σταθερό βήμα κατευθύνεται προς τα έδρανα των συνηγόρων υπεράσπισης. Είναι η Μαρία Φλαμπουριάρη, η πρώτη δικηγόρος που εμφανίζεται στην Ελλάδα σε ακροατήριο δικαστηρίου. Οι συνήγοροι που κάθονται εκεί μετακινούνται άλλοι στα δεξιά κι άλλοι στα αριστερά και αφήνουν τη δεσποινίδα να καθίσει ανάμεσά τους. Τότε ενοχλημένος ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Δάρας με τα όσα συμβαίνουν δηλώνει ότι αρνείται να επιτρέψει την παράσταση γυναίκας στο δικαστήριο και απευθυνόμενος στην νεαρά κοπέλα της ζητά να αποχωρήσει.

Η δικηγόρος Φλαμπουριάρη διατηρώντας τη ψυχραιμία της σηκώνεται από το έδρανό της και δηλώνει με σταθερή φωνή ότι έχει το δικαίωμα της παραστάσεως στο ακροατήριο.

-      «Γίνονται δεκταί γυναίκες ως δικηγόροι;»  ερωτά τάχα σα να μη γνωρίζει ο Πρόεδρος του δικαστηρίου

Τότε ακούγεται από το ακροατήριο και τους συνηγόρους της υπόθεσης ο κόσμος να απαντά με μια φωνή

-      «Μάλιστα, μάλιστα» που αντιστοιχεί στην απάντηση «γίνονται, γίνονται»

Και ο Πρόεδρος ύστερα από την απάντηση που λαμβάνει και από τον κόσμο που βρίσκεται στην αίθουσα, λες και η απάντηση της Φλαμπουριάρη δεν του αρκούσε,  μάλλον μη μπορώντας να πράξει διαφορετικά, παρατηρεί

-      «Αν και δεν μας χρειάζονται…. πολλές γλώσσες, τέλος πάντων. Αλλά πρέπει να καταβληθεί και το σχετικόν φορόσημον»

Τότε καταβάλλεται και το «σχετικόν φορόσημον» στο γραμματέα της έδρας και κάπως έτσι… και επίσημα πλέον εισέρχεται στη δίκη και η πρώτη γυναίκα δικηγόρος η δεσποινίδα Μαρία Φλαμπουριάρη. 



Η Μαρία Φλαμπουριάρη από την εμφάνισή της στο ακροατήριο, το πρωινό εκείνης της ημέρας και μέχρι τις τέσσερις η ώρα το απόγευμα δεν έχει ακόμα μιλήσει. Στις τέσσερις ακριβώς γίνεται μια δεκάλεπτος διακοπή κατά την διάρκεια της οποίας ο Δαμασκηνός, που το πρωινό εκείνης της ημέρας είχε αναγγείλει στον πρόεδρο του δικαστηρίου την εμφάνιση της Φλαμπουριάρη, δηλώνει ότι της έχει τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη και εκτίμηση ώστε θα έφευγε και θα άφηνε την πρωτοεμφανιζόμενη δικηγόρο να τον αντικαταστήσει. Το δικαστήριο συνεδριάζει και πάλι και τότε έρχεται η ώρα που όλοι περιμένανε. Η δεσποινίς Φλαμπουριάρη σηκώνεται από τα έδρανα και λαμβάνει το λόγο για πρώτη φορά μια γυναίκα στην Ελλάδα, υποβάλλοντας την εξής ερώτηση σε μάρτυρα:

-      «Ηκούσατε ή εμάθατε ποτέ κ. μάρτυς αν ο κατηγορούμενος Καραγιάννης μετείχεν εις λούσα και εις διασκεδάσεις; Εάν ηκούσατε ειπείτε μας παρά τίνων το ηκούσατε, πού και πότε

Και ο μάρτυρας απάντησε:

-      «Ούτε είδα, ούτε ήκουσα τίποτε»

Και η Φλαμπουριάρη συνεχίζει με την επόμενη ερώτηση.
-    
Τότε παρεμβαίνει ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο οποίος στρέφεται προς τους συνηγόρους και τους απευθύνει ερώτηση τελείως άσχετη με την υπόθεση.

-      «Πώς να την λέμε την συνάδελφόν σας κυρίαν δικηγορίναν ή απλώς δεσποινίδα;»

Και οι συνήγοροι απαντούν:

-      «Να την αποκαλείτε δεσποινίδα Φλαμπουριάρη»

Κάτω από αυτές τις συνθήκες πραγματοποιήθηκε η πρώτη εμφάνιση γυναίκας δικηγόρου σε ελληνικό δικαστήριο. Ο δε Επίτροπος (αντίστοιχος εισαγγελέας) του δικαστηρίου σχετικά με την εμφάνιση της πρώτης δικηγόρου σε ακροατήριο δήλωσε «Χαιρετίζω την εμφάνιση της δεσποινίδος Φλαμπουριάρη, πρέπει να τονίσω όμως ότι η επίδοση της γυναίκας πρέπει να αναπτυχθεί κυρίως εντός του οίκου… ώστε να μην ανατραπούν τα πάτρια ήθη και έθιμα».

Γράφουν την επόμενη μέρα οι δημοσιογράφοι με ύφος ειρωνικό «Μετά από κάποιες ασήμαντες ερωτήσεις της συνηγόρου διδος Φλαμπουριάρη διακόπηκε για μερικά λεπτά η συνεδρίαση».

Η Μαρία Φλαμπουριάρη είχε γίνει μέλος του δικηγορικού συλλόγου Πειραιά εκείνη την ίδια χρόνια του 1926. Αν και δεν ήταν η πρώτη γυναίκα δικηγόρος στην Ελλάδα, ήταν ωστόσο η πρώτη γυναίκα δικηγόρος στην Ελλάδα που λάμβανε μέρος σε ακροαματική διαδικασία. Έτσι η Φλαμπουριάρη κατέχει δύο ρεκόρ θα λέγαμε στην Ελλάδα, ως πρώτη γυναίκα δικηγόρος στον Πειραιά αλλά και πρώτη Ελληνίδα δικηγόρος που λαμβάνει μέρος στο δικαστήριο. Είχε γεννηθεί στην Κέρκυρα το 1905 αλλά παιδί ακόμα η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Αφού τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές της στον Πειραιά εισήχθη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου την οποία αποφοίτησε το 1923 σε ηλικία 19 ετών. 
Στη συνέχεια έγινε και διδάκτωρ της Νομικής. Η Φλαμπουριάρη αρχικώς εργαζόταν στο δικηγορικό γραφείο του Πολίτη και εν συνεχεία συνεργάστηκε με το δικηγορικό γραφείο του Ι. Κολύμβα που βρισκόταν στην τότε Λεωφόρο Αιγέως 17 (σημερινή Δευτέρας Μεραρχίας) στον Πειραιά.  

Στα τέλη του 1924 ίδρυσε το «Σύλλογο Ελληνίδων Επιστημόνων» στον οποίο φυσικά ήταν και η πρώτη πρόεδρός του. Αυτός ο σύλλογος είχε ως μέλη όλες τις γυναίκες στην Ελλάδα που είχαν αποφοιτήσει από πανεπιστημιακές σχολές. Το 1926 που εμφανίστηκε στη δίκη των καταχραστών στο στρατοδικείο τα μέλη του συλλόγου της αριθμούσαν τα 150. Από αυτά δύο γυναίκες ήταν απόφοιτες του Πολυτεχνείου (πολιτικοί μηχανικοί) και οι υπόλοιπες 148 εκ των διαφόρων σχολών του Πανεπιστημίου. Σκοπός του συλλόγου φυσικά ήταν η προαγωγή της γυναίκας στις επιστήμες. Ο σύλλογος αποτελούσε μέλος του Διεθνούς Συλλόγου Γυναικών Επιστημόνων. Η Φλαμπουριάρη ως πρόεδρος του Συλλόγου έδινε διαρκώς διαλέξεις σε διάφορα σημεία. Η τελευταία διάλεξη που έδωσε πριν την παρουσία της στο στρατοδικείο ήταν στην αίθουσα της Αρχαιολογικής Εταιρείας περί των νόθων τέκνων και της αναζήτησης της πατρότητας. 

Αγωνίστηκε όχι μόνο στις αίθουσες των δικαστηρίων αλλά και στη ζωή καθώς αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες της εποχής για το φεμινισμό και τη γυναικεία χειραφέτηση.

Το 1925 η κατανομή των γυναικών που φοιτούσαν στις διάφορες σχολές των πανεπιστημίων είχε ως εξής:
Στη Φιλολογική 125 φοιτήτριες, στη Φαρμακευτική 109, στην Ιατρική 87, στη Νομική 61, στη Μαθηματική 6, στη Χημική 5, στη Φυσική 3 και στη Θεολογία 2. Ωστόσο από τους αριθμούς αυτούς των γυναικών αποφοιτούσαν πολύ λιγότερες καθώς πολλές εξ αυτών είτε εγκατέλειπαν τις σπουδές τους λόγω ανεπάρκειας μέσων διαβίωσης, είτε διότι στο μεταξύ... παντρεύονταν. Την ίδια ακριβώς χρονιά ο αντίστοιχος αριθμός φοιτητών φτάνει τους 9.928 εκ των οποίων οι 4.596 σπούδαζαν για να γίνουν δικηγόροι!      

Μην είδατε τον Παναή; Η θρυλική ιστορία του Παναγιώτη Φωτόπουλου



του Στέφανου Μίλεση

Το Νοέμβριο του 1962 κάνει πρεμιέρα στους ελληνικούς κινηματογράφους η ταινία με τίτλο «Μην είδατε τον Παναή» με πρωταγωνιστή τον μοναδικό Θανάση Βέγγο. Στην κορυφή της κινηματογραφικής αφίσας της ταινίας δεσπόζει η δήλωση «Αναστήθηκε ο Παναής!!!!».




Η έκφραση που έγινε τίτλος ταινίας του Βέγγου αλλά και συνάμα έκφραση του λαού μας, ταυτίστηκε με τον άνδρα που αφού έταζε γάμο, έτρωγε τα χρήματα της υποψήφιας νύφης και στη συνέχεια εξαφανιζόταν. Ωστόσο η έκφραση αυτή παραπέμπει σε αληθινή ιστορία στην οποία εμπλέκεται λίγο-πολύ και ο Πειραιάς αφού και σε αυτόν ύστερα από τα Μέγαρα, απλώθηκε η δράση γνωστού απατεώνα που το όνομά του έφτασε να γίνει λαϊκό ερώτημα. Στον Πειραιά μάλιστα φαίνεται ότι συνελήφθη και αποκαλύφθηκε η ταυτότητά του.

Πειραιάς δεκαετία '50


Διότι ο μόνιμα υποψήφιος αρραβωνιαστικός ο Παναής, μετά τη λαμπρή σταδιοδρομία που διέγραψε στα Μέγαρα, όπου έγινε γνωστό πανελληνίως το όνομά του, προσπάθησε να συνεχίσει τη λαμπρή δράση του και στον Πειραιά. Όμως συνελήφθη από τη Γενική Ασφάλεια Πειραιώς στην οποία αποκάλυψε και την πραγματική του ταυτότητα.

Επρόκειτο για τον Παναγιώτη Φωτόπουλο με καταγωγή από την Τρίπολη, που όταν συνελήφθη στον Πειραιά για πρώτη φορά το 1952, ήταν 40 ετών. Ο Φωτόπουλος ξεκίνησε τη δράση του πριν από την περίοδο της κατοχής, όταν χρησιμοποιούσε εκτενώς το επίθετο Κοτζιάς, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ήταν συγγενής με τον υπουργό διοικήσεως Πρωτευούσης Κώστα Κοτζιά της Μεταξικής περιόδου. Με βάση τη συγγένεια αυτή σκαρφιζόταν διάφορα για να εξοικονομήσει χρήματα από διάφορους αφελείς. Κατά την διάρκεια της κατοχής ο Παναγιώτης Φωτόπουλος εμφανιζόταν ως υπάλληλος του Συνεταιρισμού Δημοσίων Υπαλλήλων. Με αυτή την ιδιότητα κατάφερνε να εξαπατά διάφορα άτομα λαμβάνοντας ποσά με την υπόσχεση ότι θα τους προμηθεύσει τρόφιμα –σε μια περίοδο που ο κόσμος πέθαινε από την πείνα- που θα υπεξαιρούσε φυσικά από την αποθήκη του συνεταιρισμού που διαχειριζόταν.


Μεταπολεμικά συνέχιζε να εξαπατά με το ίδιο κόλπο, πλην όμως καθώς τα τρόφιμα υπήρχαν πλέον, το μόνο που κατάφερνε ήταν να αποσπά μικροποσά. Ο Παναγιώτης Φωτόπουλος ενώ χρησιμοποιούσε πάντα για τις απάτες το όνομα «Παναής», άλλαζε διαρκώς το επίθετό του. Για αυτό και στη λαϊκή συνείδηση καταγράφηκε μόνο με το όνομα, αφού ήταν πάντοτε το ίδιο. Ως επίθετα χρησιμοποιούσε τα Αρκαδινός, Χολέβας, Χατζηϊωάννου, Μπαρμπούτης, Μαχαίρας και Κοτζιάς που όπως είπαμε χρησιμοποιούσε την προπολεμική περίοδο.

Παρά τη μακροχρόνια δράση του ο Φωτόπουλος έμελλε να γίνει τελικά «διάσημος» ως προς το όνομά του τουλάχιστον, στην περιοχή των Μεγάρων. Οι Μεγαρίτες τον πρώτο καιρό που άρχισε να κυκλοφορεί η φράση «Μην είδατε τον Παναή» εκνευρίζονταν καθώς θεωρούσαν ότι τίποτα απολύτως δεν συνέβαινε στα Μέγαρα και ότι επρόκειτο για «παραμύθι» που γεννήθηκε στο μυαλό διαφόρων που αντιπαθούσαν τα Μέγαρα.  Ο Φωτόπουλος στα Μέγαρα αποφάσισε να αλλάξει το σχέδιο της δράσης του και να αφήσει πίσω του το «ξεπερασμένο» πλέον κόλπο του διαχειριστή της αποθήκης του συνεταιρισμού των δημοσίων υπαλλήλων. Εμφανίζεται ως μεγαλέμπορος υποσχόμενος γάμο σε ελεύθερες Μεγαρίτισσες αλλά και σε χήρες και ζωντοχήρες από τις οποίες καταφέρνει να αποσπάσει μεγάλα ή μικρά ποσά και στη συνέχεια φυσικά εξαφανίζεται.

Κάποτε όμως στα Μέγαρα η δεξαμενή των θυμάτων αρχίζει να εξαντλείται. Περισσότερες από πενήντα Μεγαρίτισσες εξαπατήθηκαν και έχασαν χρήματα από τη δράση του. Αναζητώντας τον σε καφενεία των Μεγάρων, σε πλατείες και στην κεντρική αγορά της πόλης γεννήθηκε το ερώτημα «Μην είδατε τον Παναή;» αφού μόνο το όνομα αποτελούσε σταθερό σημείο αναφοράς όλων των θυμάτων. Επάγγελμα, ηλικία, καταγωγή και επίθετο διέφεραν από γυναίκα σε γυναίκα.
Ο Παναγιώτης Φωτόπουλος αποφάσισε να συνεχίσει στον Πειραιά. Φτάνει στο σημείο να προχωρήσει και στην αναγγελία γάμου δια των εφημερίδων προκειμένου να είναι πειστικός. 



Παράλληλα επανέφερε την παλιά ιδιότητα του αποθηκάριου του Συνεταιρισμού Δημοσίων Υπαλλήλων. Εμφανίζεται σε διάφορα καφενεία όπου οι θαμώνες συγκεντρώνονται ανάλογα με την προέλευση καταγωγής. Είναι για αυτόν ευκολότερο να μαντεύει ποιο συγκεκριμένο τόπο καταγωγής θα υιοθετήσει. Προσεγγίζει ηλικιωμένα άτομα και γίνεται ο «συμπατριώτης» τους. Αφού αποκτήσει την εμπιστοσύνη τους, κάνει γνωστή την ιδιότητά του ως αποθηκάριος. Τους προτείνει καθώς είναι «πατριωτάκια» να τους προμηθεύει τρόφιμα στη μισή τιμή. 

- «Γιατί να τα αγοράζουν φθηνά οι δημόσιοι υπάλληλοι μόνο;» τους παροτρύνει. 

Καθώς το ερώτημα φαίνεται δίκαιο στα υποψήφια θύματα, συμφωνούν να του δώσουν χρήματα για να προμηθευτούν κι αυτοί τρόφιμα σε ευνοϊκές τιμές. Τότε ο Παναής φυσικά εξαφανίζεται. Περνά διαδοχικά από τα περισσότερα καφενεία καταγωγής του Πειραιά. Μανιάτες, Κρητικοί, Δωδεκανήσιοι εξαπατώνται. Οι περισσότεροι κρατάνε κρυφό το πάθημά τους αφού θεωρούν ότι και οι ίδιοι εμπλέκονται στην απάτη, καθώς αποδέχθηκαν να συμμετέχουν σε κάτι μη νόμιμο. Άλλοι σκέφτονται την καζούρα των θαμώνων του καφενείου. Κάποιοι όμως καταγγέλλουν στην ασφάλεια το περιστατικό.



Έτσι ο «αποθηκάριος» Παναής το 1952 συλλαμβάνεται και οδηγείται στην Γενική Ασφάλεια Πειραιώς. Εκεί ομολογεί το παρελθόν του και αποκαλύπτεται ότι είναι ο διάσημος Παναής των Μεγάρων!


Ωστόσο για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν προφυλακίζεται μέχρι την εκδίκασή του αλλά αφήνεται ελεύθερος αφού πρώτα του ορίζεται ημερομηνία δίκης. Ο Παναής συλλαμβάνεται και οδηγείται στα κρατητήρια πολλές φορές, μέχρι το 1956 όπου η σύλληψή του αναφέρεται για μια φορά ακόμα. Έκτοτε τα ίχνη του χάνονται. Έξι χρόνια αργότερα (το 1962), η εμφάνιση του ονόματός του στην αφίσα της ταινίας του Βέγγου με τον υπέρτιτλο «Αναστήθηκε ο Παναής» υπονοεί προφανώς ότι η δράση του Παναγιώτη Φωτόπουλου διακόπηκε όχι με τη φυλάκισή του αλλά με τον θάνατό του.  

Ο Παναγιώτης Φωτόπουλος, ο Παναής, ποτέ δεν πίστεψε ο ίδιος ότι ήταν απατεώνας 
- «Φταίω εγώ θαρρείτε για όλα; Τα κορόιδα που με προκαλούν. Διότι αν δεν υπήρχαν αυτά τα κορόιδα, δεν θα υπήρχαν και εκείνοι που τα ξεγελούν» (εφημερίδα «Ελευθερία» φ. 4ης Ιουλίου 1952)



Γράφει μεταξύ άλλων η εφημερίδα «Προσοχή λοιπόν μην πέσει στο δρόμο σας ο Παναής. Δεν είναι μόνο ότι θα σας εξαπατήσει, αλλά θα σας διαπομπεύσει κιόλας ως κορόιδα…»

Τη μέθοδο τύπου «Παναή» ακολούθησαν δεκάδες άλλοι απατεώνες ύστερα από αυτόν ακολουθώντας τα χνάρια του. Το 1987 ο άεργος Ι.Μ. συνελήφθη διότι εμφανιζόμενος ως συνταγματάρχης με στολή που είχε αγοράσει από το Μοναστηράκι υποσχόταν γάμο ισχυριζόμενος ότι υπηρετεί στη στρατιωτική δικαιοσύνη. Για παρόμοια αδικήματα είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 12 χρόνων. Κατάφερε όμως να δραπετεύσει από τις φυλακές Κορυδαλλού και να ξαναρχίσει την παλιά του τέχνη. (Αστυνομική Επιθεώρηση, Δεκέμβριος 1987).