Το Εν Πειραιεί "σχοινοπλοκείον" του Κλημέντιου (1837)

1842 Ο όρμος της Μουνιχίας (R. Gillotin)


του Στέφανου Μίλεση

Μια από τις πρώτες επιχειρήσεις που εγκαταστάθηκαν και λειτούργησαν στον Πειραιά τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του ως Δήμος, ήταν το σχοινάδικο (σχοινοπλοκείον η επίσημη ονομασία), του Κλημέντιου ή αλλιώς του Κλεμάν. Επρόκειτο για μια μονάδα που ανήκε στο λεγόμενο σύστημα δευτερογενούς παραγωγής (βιοτεχνίες και μανιφακτούρες) που μαζί με τις πρώτες λιγοστές βιομηχανικές μονάδες της εποχής θα βοηθήσουν τη χώρα να εισέλθει δυναμικά στη μοντέρνα εποχή. 

Ο Γάλλος υπήκοος Κλεμάν, είχε ανακαλύψει μια τοποθεσία που έκρινε ως κατάλληλη για την εγκατάσταση της επιχείρησής του. Απαιτείτο όμως η έκδοση αδείας για αυτό και υπέβαλε το σχετικό αίτημα στη Γραμματεία επί των Εσωτερικών, η οποία με τη σειρά της το απέστειλε στην Διοίκηση Αττικής που ως τελικό αποδέκτη είχε τον Δήμο Πειραιώς. Δήμαρχος τότε ήταν ο Κυριάκος Σερφιώτης που μαζί με τον Κλεμάν διενήργησαν αυτοψία στον τόπο που ο υποψήφιος επιχειρηματίας είχε προτείνει ως κατάλληλο για το σχοινοπλοκείο του. Ο Δήμαρχος απέστειλε στην Διοίκηση Αττικής την παρακάτω απάντηση:

"Αριθ. Πρωτ.: 102

Προς την Διοίκηση Αττικής

Πειραιεύς 16 Φεβρουαρίου 1837

Εις απάντηση της υπ΄ αριθμ. 481/386 διαταγής σας, σάς αναφέρουμε ότι μεταβάντες μετά του κυρίου Κλημεντίου εις την θέσιν την οποίαν είχεν εκλέξει δια εξετάσεως, επληροφορήθημεν ότι υπάρχει ιδιοκτησία. Οδήγησα λοιπόν αυτόν και έκλεξεν θέσιν εκτός του σχεδίου της πόλεως, εν μέρος του λατομείου προς το δεξιόν μέρος του Πειραιώς συγκείμενον εκ γαλλικών μέτρων τετρακοσίων το μήκος και 30 το πλάτος.

Ο Δήμαρχος

Κ. Σερφιώτης"

 Σύμφωνα με αυτήν ο Δήμαρχος προσέφερε άλλη τοποθεσία ως κατάλληλη στον Κλεμάν καθώς η προηγούμενη ανήκε ήδη σε ιδιοκτήτη. Το Σχοινοπλοκείο άρχισε τη λειτουργία του στις 30 Απριλίου 1837 η οποία κρίθηκε ως ιδιαιτέρως σημαντική για την εθνική μας οικονομία. Ο Κλεμάν θα αναλάμβανε την κατασκευή σχοινιών διαφόρων μεγεθών όπως και καραβόπανων, εξαρτημάτων ιδιαιτέρως σημαντικών στη λειτουργία ενός λιμανιού, όπως του Πειραιά, σε εποχή μάλιστα ιστιοφορίας.

Η ελληνική κυβέρνηση για την εγκατάσταση του σχοινοπλοκείου του Κλεμάν στον Πειραιά είχε απαλλάξει από δασμούς τα μηχανήματα και τις πρώτες ύλες λειτουργίας, ενώ είχε παραχωρήσει και δάνειο ύψους 8 χιλιάδων δραχμών για την άμεση εκκίνηση λειτουργίας του. Ο Κλεμάν από την πλευρά του θα αναλάμβανε την εκπαίδευση 20 νέων ετησίως στην κατασκευή σχοινιών, που θα του έστελνε η κυβέρνηση και θα χρησιμοποιούσε ελληνικές πρώτες ύλες.

Ωστόσο δύο χρόνια αργότερα (1839), όταν επιτροπή ελέγχου αποτελούμενη από τον Δήμαρχο Πειραιώς, τον Υπολιμενάρχη και τον Τελώνη επισκέφθηκαν το σχοινοπλοκείο του Κλημέντιου για να καταγράψουν αν τηρείται η συμφωνία διαπίστωσαν τα εξής:

- Η επιχείρηση δεν κατασκεύαζε καραβόπανα παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση είχε συμπεριλάβει στο δάνειο την κατασκευή αποθηκών για την αποθήκευση των υφασμάτων.

- Εκπαιδευόμενοι μαθητές στην τέχνη του σχοινιού δεν υπήρχαν, με τον Κλημέντιο να ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση δεν του έστειλε τους 20 μαθητές ανά έτος όπως είχε υποσχεθεί.

- Οι πρώτες ύλες που βρέθηκαν στις αποθήκες προέρχονταν από το εξωτερικό και δεν ήταν εγχώριες όπως η συμφωνία προέβλεπε.


O Πειραιάς το 1845

 

Παρόλα αυτά δεν φαίνεται να λήφθηκαν μέτρα εναντίον του για την αθέτηση της συμφωνίας. Ο Κλεμάν όχι μόνο αιτήθηκε το 1846 νέα οικονομική ενίσχυση αλλά και τη λήψη απόφασης εκ μέρους του Βασιλικού Ναυτικού ώστε η προμήθεια σχοινιών και καραβόπανου να γίνεται αποκλειστικώς από την επιχείρησή του.

Την πρόταση του Κλεμάν στήριξε ο Δήμος Πειραιώς που με αναφορά του προς τη Γραμματεία Εσωτερικών κατέγραφε πως έμποροι πωλούν στον Πειραιά σχοινιά και καραβόπανα που εισάγουν σε τιμές 20 τοις εκατό υψηλότερα από εκείνα του σχοινοπλοκείου. Συνεπώς θα είναι προς συμφέρον του Βασιλικού Ναυτικού η προμήθεια να γίνεται από εγχώριο σχοινοπλοκείον. Η υποστήριξη του Δήμου στην επιχείρηση του Κλεμάν είχε να κάνει επιπρόσθετα με την απασχόληση στην βιοτεχνία του τεσσάρων ορφανών παιδιών του Πειραιώς. Άλλωστε η πρόσληψη παιδιών σε θέσεις εργασίας αποτελούσε τότε μια έκφραση κοινωνικής αλληλεγγύης και φιλανθρωπίας.

Η Γραμματεία των Εσωτερικών συμφώνησε με τον όρο όμως το σχοινοπλοκείον να χορηγεί στους εκπαιδευόμενους μαθητές ικανοποιητική τροφή και ενδυμασία εξόδου και να τους εκπαιδεύει πραγματικώς σε όλες τις πτυχές της τέχνης αυτής και όχι να τους κρατάει στάσιμους σε πόστα όπου εκτελούνται βαριές εργασίες, χωρίς να διδάσκεται η τέχνη. Επιπλέον είναι υποχρεωμένο να προμηθεύει 300 καντάρια σχοινί το έτος το Βασιλικό Ναυτικό.

Το σχοινοπλοκείον του Κλημέντιου συνέχισε τη λειτουργία του μέχρι το 1847, ωστόσο ουδέποτε πέτυχε εκείνο που ο Κλημέντιος αισιοδοξούσε, να γίνει δηλαδή το σχοινοπλοκείο του ο αποκλειστικώς προμηθευτής σχοινιών και καραβόπανου του Βασιλικού ναυτικού.

Το 1847 έτος που το σχοινοπλοκείο του Κλεμάν έκλεισε, άφησε πίσω του χρέος προς το ελληνικό δημόσιο ύψους 11.584 δραχμών στο σύνολο. Ωστόσο είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι την πρώτη μορφή βιομηχανίας (βιοτεχνίας και μανιφακτούρας) ανέπτυξαν στον Πειραιά οι ξένοι όπως ο Γάλλος Κλεμάν, ο Γερμανός Στάπ ή ο Βρετανός J.Green. Πίσω τους ακολουθούν οι Χιώτες έμποροι που θα "δείξουν" στους υπόλοιπους εποίκους του Πειραιά πώς στήνεται μια εμπορική επιχείρηση.     

 

Πηγές:

- Β. Τσοκόπουλος (1984). Πειραιάς 1835-1870. Εισαγωγή στην ιστορία του Ελληνικού Μάντσεστερ, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 135, 195, 196, 250.

-  Π. Καμπούρογλου (1883). Ιστορία του Πειραιώς από του 1833 - 1882 έτους. Γενική Κατάστασις, κίνησις εμπορίου, ναυτιλία, βιομηχανία, Εν Αθήναις.

- Α. Μαρμαρινός (1954). Αναδρομές στα περασμένα. Εφημερίδα "Χρονογράφος", φ. 25ης Μαΐου, σελ. 1

Α. Μαρμαρινός (1954). Αναδρομές στα περασμένα. Εφημερίδα "Χρονογράφος", φ. 26ης Μαΐου, σελ. 1

Περί «Φοντάνας», «Πασαρέλας», «νυφοπάζαρου» και άλλων πειραϊκών ιστοριών



του Στέφανου Μίλεση

Η ιταλική μόδα μεταπολεμικά επηρέαζε σημαντικά τους Έλληνες ήδη από την δεκαετία του 1950, είτε μέσω της μουσικής και των ιταλικών τραγουδιών, που άλλοτε με ιταλικούς, άλλοτε με ελληνικούς στίχους, οι νέοι της εποχής χόρευαν και τραγουδούσαν. Οι βέσπες αποτελούσαν ένα σημαντικό επίσης κεφάλαιο που χαρακτήριζε της γενιές της εποχής εκείνης, όπως και ο ιταλικός κινηματογράφος. Στην Ρώμη είχε ξεκινήσει μια παράδοση που ήθελε τους ερωτευμένους επισκέπτες της αιώνιας πόλης, να επιστρέφουν μελλοντικά σε αυτήν, αν κατά την πρώτη παραμονή τους είχαν μεριμνήσει να πετάξουν μερικά κέρματα σε ένα τεράστιο σιντριβάνι που έφερε την ονομασία «Φοντάνα Ντι Τρέβι». Με ένα μόνο νόμισμα η παράδοση εξασφάλιζε στους ερωτευμένους επιστροφή στην Ρώμη και επανάληψη των θαυμάσιων στιγμών που πέρασαν.  

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δύο επιχειρηματίες της εποχής οι Μαρινάκης και Καλαϊτζάκης, αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα καφέ-μπαρ στην Πλατεία Κανάρη στον Πειραιά σε θέση που από το 1958 λειτουργούσε εκεί ένα καφενείο. Ήδη την περίοδο 1962-63 τα πρώτα καφέ μπαρ στον Πειραιά είχαν δημιουργήσει αξιόλογο όνομα όπως το Μύκονος, το Κάβο Ντόρο και το Πόρτο Λεόνε. Οι δύο επιχειρηματίες όμως αναζητούσαν ονομασία που να ταυτίζεται άμεσα με τη μόδα της εποχής (ιταλικό στυλ), αλλά και την τοποθεσία όπου βρίσκονταν. Τότε εμπνεύστηκαν από ένα σιντριβάνι που υπήρχε απέναντι παρότι ήταν άδειο από νερό και εγκαταλελειμμένο.   

Το μικρό σιντριβάνι από το οποίο προήλθε η ονομασία της "Φοντάνας" εγκαταλειμμένο. 


Έτσι από το ανενεργό σιντριβάνι της πλατείας Κανάρη συνδυαστικά με την ιταλική μόδια για το περίφημο «Φοντάνα Ντι Τρέβι» της Ρώμης, που οι Έλληνες είχαν συμπεριλάβει στα ταξίδια τους στην Ρώμη, γεννήθηκε η «Φοντάνα» του Πασαλιμανιού, το θρυλικό πειραιώτικο στέκι που έγραψε την δική του ιστορία στον Πειραιά. Για αυτό και σήμα της "Φοντάνας" έγιναν οι τρεις πίδακες νερού ενός σιντριβανιού. 

Στη θέση του μικρού σιντριβανιού θα κατασκευαστεί το 1965 ένα άλλο μεγαλύτερο που λίγο καιρό αργότερα θα γίνει πασίγνωστο -την περίοδο της Χούντας- όταν ο Σκυλίτσης το εκμεταλλεύτηκε και το διαφήμισε ως «τα νερά που χορεύουν»

Και πραγματικά για το σιντριβάνι αυτό οι περισσότεροι πιστεύουν λανθασμένα ότι κατασκευάστηκε από τον Αριστείδη Σκυλίτση. Το σιντριβάνι της πλατείας Κανάρη ολοκληρώθηκε και εγκαινιάσθηκε στις 2 Αυγούστου του 1965. Προβλέφθηκε να διαθέτει ηλεκτρικό φωτισμό με 12 εναλλασσόμενους χρωματισμούς και την ικανότητα δημιουργίας μεγάλης ποικιλίας σχηματισμών νερού. Όμως για κάποιο άγνωστο λόγο ουδέποτε λειτούργησε σύμφωνα με τις δυνατότητες που είχε.


Αναγγελία στον ημερήσιο τύπο για ολοκλήρωση σιντριβανιού Πλατείας Κανάρη τον Αύγουστο του 1965

Ο Σκυλίτσης όταν ανέλαβε δήμαρχος, διαθέτοντας δική του διαφημιστική εταιρεία, γνωρίζοντας για τις δυνατότητες που είχε, το εκμεταλλεύτηκε, και το διαφήμισε. Συνοδεία μουσικής από ηχεία που βρίσκονταν περιμετρικά του σιντριβανιού, τα νερά δημιουργούσαν σχηματισμούς ακολουθώντας τη μελωδία, με παράλληλη εναλλαγή χρωματισμών. Το σιντριβάνι της Πλατείας Κανάρη σύντομα έγινε ένα από τα αξιοθέατα του Πειραιά και κόσμος κατέβαινε να κάτσει τους θερινούς μήνες περιμετρικά του σιντριβανιού, στα τραπεζάκια που είχαν απλώσει τα καταστήματα για να δει τα νερά να χορεύουν.


Ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων σε όλο το μήκος της Πλατείας Κανάρη με μέτωπο προς το σιντριβάνι με τα "νερά που χορεύουν". Από την μικρή καμπίνα γινόταν ο χειρισμός των φώτων και των σχηματισμών των νερών ανάλογα με τη μουσική. 

Το σιντριβάνι την περίοδο 1960 – 1973 προσέλκυε πλήθη κόσμου (ειδικά οικογένειες με παιδιά) και οι επιχειρηματίες έτριβαν τα χέρια τους βλέποντας τα δεκάδες τραπεζοκαθίσματα της πλατείας Κανάρη να γεμίζουν από κόσμο που έστω από περιέργεια ήθελε να δει τα νερά που χορεύουν.


Τα νερά που χορεύουν, η γνωστή ατραξιόν της Πλατείας Κανάρη που ο Σκυλίτσης βρήκε και εκμεταλλεύτηκε. 

Γενικά ο Σκυλίτσης είχε πάθος με τα σιντριβάνια και είχε γεμίσει τον Πειραιά με αυτά. Μη ξεχνάμε ότι στη θέση του παλαιού Δημαρχείου της πόλης (του Ωρολόγιου) είχε εγκαταστήσει ένα σιντριβάνι τύπου Siemens. Μικρότερα σιντριβάνια είχαν κατασκευαστεί πάνω από την Φρεαττύδα (έναντι του Ναυτικού Νοσοκομείου), στην Πλατεία Πηγάδας, δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, κι ακόμα μικρότερα σε διάφορα άλλα σημεία.

 

Το σιντριβάνι του Αγίου Κωνσταντίνου 

Το σιντριβάνι Siemens στη θέση του παλαιού Δημαρχείου που ο Σκυλίτσης κατεδάφισε 

Το ίδιο σιντριβάνι έναντι Ν.Α.Τ. με φόντο το λιμάνι.

Ένα αποτέλεσμα της κοσμοσυρροής που δημιούργησε το θέαμα του σιντριβανιού, ήταν να καθιερωθεί η μικρή οδός πίσω από την Πλατεία Κανάρη, η οδός Άγγελου Μεταξά, ως νέο σημείο συγκέντρωσης της νεολαίας, που χρόνια αργότερα θα οδηγήσει σταδιακά στην πεζοδρόμησή της. Το παράδοξο ήταν ότι ενώ η «Φοντάνα» έλαβε το όνομα εξαιτίας του σιντριβανιού, ελάχιστα ενεπλάκη στην ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων και στην αύξηση των εισπράξεων της. Το σιντριβάνι ενώ εκμεταλλεύθηκαν οικονομικά όλα τα υπόλοιπα καταστήματα, η "Φοντάνα" έμεινε σταθερά αδιάφορη έχοντας ήδη από τον πρώτο καιρό λειτουργίας της αναπτύξει το δικό της πελατολόγιο.

Στα αριστερά της Πλατείας Κανάρη η οδός Αγγέλου Μεταξά που χρησιμοποιείτο ως πιάτσα ταξί. Σε αυτά έτρεχαν αμέσως οι Αμερικανοί ναύτες του 6ου Αμερικανικού Στόλου να κλείσουν συμφωνία για να τους ανεβάσουν στην Αθήνα ή να τους πάνε στα καμπαρέ της Τρούμπας. Η Πλατεία γεμάτη από τραπεζοκαθίσματα των μαγαζιών που εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο το θέαμα των "νερών που χορεύουν". Το σιντριβάνι βρίσκεται στο τέλος της πλατείας.

Όσον αφορά το ιστορικό της προέλευσης ονομασίας της τοποθεσίας "Πασαρέλα" που βρισκόταν η «Φοντάνα» είναι η εξής. Ενώ όλες οι μεταπολεμικές γενιές είχαν ως διασκέδαση τον απογευματινό περίπατο στο Πασαλιμάνι, την δεκαετία του ’70 υπήρξε μετακίνηση της νεολαίας από την παραλία στην μικρή οδό Αγγέλου Μεταξά. Οι παλαιότερες γενιές περπατούσαν από την Φρεαττύδα μέχρι την Πλατεία Αλεξάνδρας, καθώς ήταν ο μοναδικός τρόπος και τόπος να συναντήσεις κορίτσια. Πολυμελείς ανδροπαρέες περπατούσαν πειράζοντας τα κορίτσια που επίσης κατά ομάδες βολτάριζαν. Από αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα όλη η παραλία του Πασαλιμανιού είχε ονομαστεί «νυφοπάζαρο» καθώς μόνο εκεί μπορούσε να βρεις γυναίκες να περπατάνε πάνω κάτω. Εκεί δινόταν η μοναδική ευκαιρία για κλείσιμο ραντεβού, ανταλλαγή μηνυμάτων, κάποιου χαμόγελου, ενός κλεισίματος ματιού. Το "νυφοπάζαρο" του Πασαλιμανιού υπήρξε ουσιαστικά η συνέχεια του "νυφοπάζαρου" της εξέδρας που συνέβαινε στο Νέο Φάληρο προπολεμικά.

Δεκαετία 1950 περπάτημα στο Πασαλιμάνι 

Ωστόσο οι επόμενες που σύχναζαν πλέον στο νέο κέντρο συγκέντρωσης νεολαίας διαπνεόμενες από την επιρροή της ιταλικής μόδας χρησιμοποίησαν τον όρο «Πασαρέλα». Τα ήθη είχαν αλλάξει, τα κορίτσια είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν περισσότερο και δεν χρειαζόταν να περπατήσει κάποιος σε όλη την παραλία για να τα συναντήσει.


Το ξενοδοχείο Κρήτη με το ουζερί Μπελαμί στο ισόγειο στην "Πασαρέλα" το 1977. Ένα από τα καταστήματα της "Πασαρέλας" (οδού Αγγέλου Μεταξά) η οποία πλέον είχε πεζοδρομηθεί. Η "Φοντάνα" βρισκόταν δεξιά του ξενοδοχείου. 


Όσον αφορά την καφετέρια «Φοντάνα» καθώς βρισκόταν στις παρυφές της Αγγέλου Μεταξά, αποτέλεσε σημείο συγκέντρωσης συγκεκριμένων πελατών που επιθυμούσαν να βρίσκονται στο κέντρο-απόκεντρο. Ξεναγός μας στον κόσμο της «Φοντάνας» θα γίνει ο γνωστός παλαιός Πειραιώτης Ηλίας Φιλιππάκος που υπήρξε τακτικός θαμώνας της. Σύμφωνα με την περιγραφή του, η περίοδος 1966 – 1980 ήταν κατά κύριο λόγο αυτή που στάθηκε αιτία να δημιουργηθεί το «θρυλικό» όνομα της «Φοντάνας». Βοήθησε το γεγονός ότι ο επιχειρηματίας Θεόδωρος Μαρινάκης είχε διατελέσει Έφορος Ποδοσφαίρου του Εθνικού Πειραιώς ενώ ο ίδιος είχε υπάρξει και διεθνής ποδοσφαιριστής του Εθνικού. Και οι δύο επιχειρηματίες όμως την εποχή που λειτούργησαν την «Φοντάνα» ασχολούνταν κύρια με το άθλημα της υδατοσφαίρισης (πόλο), που στον Πειραιά είχε τότε μεγάλη απήχηση. Αυτό το ταίριασμα των δύο είχε ως αποτέλεσμα η «Φοντάνα» να γίνει στέκι παραγόντων και αθλητών του πόλο, τόσο του Εθνικού όσο και του Ολυμπιακού. Καθώς την εποχή που αναφερόμαστε ο ανταγωνισμός των δύο πειραιώτικων ομάδων ήταν έντονος, ειδικά στο πόλο, ήταν πρωτόγνωρο οι δύο αυτές αντίθετες μεταξύ τους κοινότητες φιλάθλων, αθλητών και παραγόντων να συνυπάρχουν αρμονικά μεταξύ τους. Ο επισκέπτης της «Φοντάνας» ωστόσο έβλεπε μια κοινότητα ανθρώπων αρμονικά δεμένη, στοιχείο που ήταν αδύνατον να εξηγηθεί από τα όσα συνέβαιναν εκτός αυτής. 

Η «Φοντάνα» εδραίωσε την παρουσία στο γεγονός ότι τα υπόλοιπα καταστήματα τριγύρω δεν απευθύνονταν στη νεολαία για καφέ. Υπήρχαν καταστήματα αμιγώς μπαρ ή καφενεία που σύχναζαν μεγαλύτεροι στην ηλικία. Όσοι γνώρισαν την «Φοντάνα»  τα τελευταία χρόνια έχουν εικόνα διαφορετική από την αρχική διότι στο μεταξύ επεκτάθηκε στον διπλανό χώρο, προσθέτοντας το παλαιό μαγαζί με την επωνυμία «FINN» του Νίκου Μπουντούρη πατέρα του Ολυμπιονίκη Τάσου. 

Την εποχή της θρυλικής "Φοντάνας" δεν υπήρχαν πολλές επιλογές τέτοιου τύπου για τη νεολαία της εποχής. Λίγο πιο κάτω βρισκόταν το γνωστό καφενείο του «Μάντη» (σημερινή θέση Bibere) όπου πολλοί διακεκριμένοι Πειραιώτες (ιατροί, δικηγόροι, επιχειρηματίες) επιδίδονταν στη συστηματική χαρτοπαιξία κι ακόμα πιο κάτω του «Παπασπύρου» που σύχναζαν μεγαλύτεροι στην ηλικία. Από την άλλη πλευρά της «Φοντάνας» προς το τέλος της οδού Ζέας λειτουργούσε το μπαρ «Chez La»  ιδιοκτησίας Νέλλης που ήταν η γυναίκα του ηθοποιού Νίκου Βασταρδή και κόρη της ήταν η επίσης ηθοποιός Άννα Ανδριανού. «Το Chez La» έγινε στη συνέχεια «Blow up» και τελικά «Playboy» του γνωστού επιχειρηματία Νίκου Ρούσσου. Όμως σε όλες τις φάσεις λειτουργίας του επρόκειτο για μπαρ. Αυτό περίπου ήταν το περιβάλλον όταν η «Φοντάνα» δημιουργούσε το θρυλικό όνομά της. Η νεολαία της εποχής την προτιμούσε καθώς λειτουργούσε τα πρωινά για καφέ, ενώ τα βράδια προσέφερε κατά κύριο λόγο Κονιάκ, που συνοδευόταν από ένα σοκολοτάκι σε σχήμα μαργαρίτας, ενώ τις εορτές τη θέση του έπαιρνε ένας κουραμπιές. Εκτός από κονιάκ η νεολαία τότε επέλεγε και βερμούτ και λιγότερο ουίσκι που ακόμα δεν είχε επικρατήσει στα οινοπνευματώδη. Για όσους πεινούσαν προσέφερε τοστ και μακαρονάδες. 

Ο Ηλίας Φιλιππάκος (στα αριστερά) την εποχή της θρυλικής "Φοντάνας"

Όταν ο Θόδωρος Μαρινάκης πέθανε η «Φοντάνα» λειτουργούσε από τον Καλαϊτζάκη μέχρι που και αυτός την πούλησε και αναχώρησε για την Αμερική. Η θρυλική περίοδος της «Φοντάνας» με την αποχώρηση και του Καλαϊτζάκη είχε ουσιαστικά παρέλθει. Τα πρόσωπα, το στυλ, οι εποχές, τα καταστήματα είχαν στο μεταξύ αλλάξει. Τ0 1986 που ο Χρήστος Κυριαζής την συμπεριέλαβε στους στίχους τραγουδιού του «Έλα μωράκι μου», η «Φοντάνα» ουδεμία σχέση είχε με το θρυλικό στέκι περιόδου 1966-1980. Το σπίτι του Κυριαζή ήταν στην παραλία της Καστέλλας με θέα θάλασσα πάνω από το Μικρολίμανο, σε ένα όμορφο νεοκλασικό, απ’ τα ελάχιστα που έμειναν σε πείσμα της εποχής. Η "Φοντάνα" ήταν ένα κοντινό σχετικώς στέκι της νιότης του. 

 Ωστόσο την εποχή που ο Κυριαζής σύχναζε στην «Φοντάνα» όλοι τον γνώριζαν με το πρώτο του επάγγελμα που ήταν επιπλοποιός. Η «Φοντάνα» υπήρξε επίσης φυτώριο πολλών Πειραιωτών καλλιτεχνών ειδικώς της ροκ σκηνής, καθώς και στέκι της γενιάς της αμφισβήτησης από τα μέσα όμως της δεκαετίας του '80 και μετά, με μια προσέγγιση όμως φιλολογική, θα λέγαμε θεωρητική.          

Σήμερα η «πασαρέλα» έχει χάσει ολοκληρωτικά το χαρακτήρα της και ελάχιστα στοιχεία θυμίζουν το παρελθόν της. Το κλείσιμο της «Φοντάνας» υπήρξε μια φυσική συνέχεια μιας κοινωνίας που άλλαξε και αλλάζει τόσο γρήγορα και τόσο βίαια που είναι δύσκολο πλέον να αναγνωριστεί. Ο μικρός πεζόδρομος που κάποτε έσφυζε ασφυκτικά, στέκει τώρα άδειος και άψυχος. Διότι την ψυχή σε έναν τόπο δεν την ορίζει το μέγεθος του κόσμου που συχνάζει, αλλά η ποιότητα του πνεύματος, της γενιάς εκείνης που θέλει να είναι οδηγός, να ηγείται κι όχι να ακολουθεί.

Η είσοδος της "Φοντάνας" στέκει μοναδικό απομεινάρι την ώρα συγγραφής αυτού του άρθρου.

Η έρημη πλέον Πασαρέλα (οδός Αγγέλου Μεταξά) στο Πασαλιμάνι σε τίποτα δεν θυμίζει τον μικρό εκείνο δρόμο γεμάτο από νεολαία και ζωή μιας άλλης εποχής. 


Θα κλείσουμε με στίχους του Κυριαζή μιας και τον αναφέραμε:

Αυτή την πόλη,

που στην καρδιά μου κουβαλάω

την αγαπάω

κι ας είναι τόσο άσχημη.

Στους άδειους δρόμους της γυρίζω

χωρίς να ξέρω που να πάω.

Μέσα στα βράδια της

η μοναξιά φαντάζει σαν επιγραφή.


Διαβάστε επίσης:


Ηλίας Φιλιππάκος – Ένας παλιός Πειραιώτης θυμάται


"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"