"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Η υπόθεση "Λορελάϋ". Μια ληστεία μετά φόνου που συντάραξε τον Πειραιά

Το γερμανικό πλοίο "Λορελάϋ"


Του Στέφανου Μίλεση

Ήταν Νοέμβριος του 1902, όταν κατέπλευσε στο λιμάνι του Πειραιά, ένα πλοίο με φήμη τρομερή που προκαλούσε εφιάλτες σε όποιον άκουγε το όνομά του. 

Επρόκειτο για το "Λορελάϋ", την πλωτή γερμανική φυλακή, που η γερμανική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για τους κρατούμενούς της. 

Η Γερμανία πιστή σύντροφος και φίλος των Οθωμανών, είχε επανδρώσει με Γερμανούς Αξιωματικούς και στρατιώτες πολλά ένοπλα τμήματα του Οθωμανικού στρατεύματος και είχε φροντίσει για τα παραπτώματα των δικών της ανδρών, η φυλάκιση να εκτελείται σε δικό της χώρο. Η γερμανική υπερηφάνεια δεν θα άφηνε ποτέ Γερμανούς έγκλειστους σε φυλακές Οθωμανών. 


Το "Λορελάϋ" σε απεικόνιση της Wikipedia

Το "Λορελάϋ" χρειάστηκε επισκευή, έτσι κατέπλευσε στο μεγάλο πειραϊκό λιμάνι, καθώς αυτή θα γινόταν στο ναυπηγείο του Βασιλειάδη. Το πλοίο όφειλε να κάνει πρυμνοδέτηση μπροστά από τον σημερινό Σταθμό Λαρίσης εκεί που σήμερα δένουν τα Κρητικά πλοία, στον Άγιο Διονύση. Στην περιοχή εκείνη τότε, υπήρχαν μόνο καρνάγια για καΐκια και βάρκες. Πίσω τους δέσποζε το πρώτο νεκροταφείο του Πειραιά, του Αγίου Διονυσίου! Η πόλη του Πειραιά φάνταζε μακρινή, εκεί που είχε "δέσει" το γερμανικό πλοίο. 


Οδός Αγίου Διονυσίου. Έλαβε το όνομα από το πρώτο νεκροταφείο στον Πειραιά που βρισκόταν στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου. Στην φωτογραφία του 1917, ακόμα υπάρχουν καρνάγια και το κοιμητήριο να δεσπόζει στο βάθος.


Κάθε πρωί ανέβαιναν στο σκάφος τα συνεργεία του Βασιλειάδη, που μαζί με το πλήρωμα εργάζονταν μέχρι αργά το απόγευμα. Η αποχώρηση των Ελλήνων εργατών, σήμανε και την αποχώρηση του πληρώματος, καθώς οι Γερμανοί που ήταν ναυτολογημένοι, δεν ήθελαν να βρίσκονται σε λιμάνι και να είναι απομονωμένοι σε ένα σημείο σχεδόν έρημο και ακατοίκητο με μόνη συντροφιά το νεκροταφείο! Έτσι άφηναν κάθε βράδυ δύο σκοπούς και όλοι οι υπόλοιποι μετέβαιναν σε ένα σπίτι που τους είχε παραχωρήσει ο Δήμος Πειραιά κοντά στον Άγιο Νικόλαο. Στην αντίθετη δηλαδή άκρη του λιμανιού!

Το πρωινό της 3ης Νοεμβρίου, ακούστηκε μια είδηση τρομερή. Είχαν σκοτώσει τους δύο φρουρούς και είχαν αρπάξει το χρηματοκιβώτιο του πλοίου! Πολύς κόσμος έτρεξε προς τον Άγιο Διονύσιο, όπου στο μεταξύ είχε καταφτάσει ο Πρόξενος της Γερμανίας στον Πειραιά Θωμάς Ρώτ και πολλοί αστυνομικοί. 




Ένας Ρώσος βουτηχτής ερευνούσε το βυθό γύρω από το πλοίο, καθώς όλοι είχαν σκεφτεί ότι οι ληστές αφού θα είχαν πάρει τα χρήματα, θα το είχαν πετάξει στη θάλασσα. Αντί όμως του χρηματοκιβωτίου ο βουτηχτής βρήκε σκοτωμένο τον έναν από τους δύο φρουρούς, το ναύτη Μπρίτσκι. Ο άλλος ναύτης ο Κόχλερ δεν είχε βρεθεί. Στις έρευνες λάμβαναν μέρος και Ρώσοι καθώς ο ρωσικός στόλος είχε μόνιμο αγκυροβόλιο στον Πειραιά.

Γρήγορα κυκλοφόρησαν και τα πρώτα παραρτήματα των εφημερίδων που ανακοίνωναν στους έκπληκτους αναγνώστες ότι οι Γερμανοί είχαν προβεί σε υβριστικούς χαρακτηρισμούς κατά των Ελλήνων. Ισχυρίζονταν πως εκτός από χρήματα εντός του χρηματοκιβωτίου υπήρχαν και διπλωματικά έγγραφα που θα έπεφταν στα χέρια των Ρώσων! Προκειμένου να ενισχύσουν το επιχείρημά τους οι Γερμανοί, ανέφεραν όλα εκείνα που συνέδεαν τους Ρώσους με τους Έλληνες. Την ορθοδοξία, τις παραδοσιακές σχέσεις, το Ρώσικο Νοσοκομείο Πειραιώς που μόλις τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους είχε ξεκινήσει τη λειτουργία του, παρουσία της ρωσικής καταγωγής Βασίλισσας της Ελλάδος Όλγας. Μάλιστα η επίσημη ονομασία του (που ουδέποτε επικράτησε) ήταν "Νοσοκομείο της Μεγάλης Δουκίσσης Αλεξάνδρας".



Οι έρευνες συνεχίσθηκαν μέχρι αργά το απόγευμα, όταν σχεδόν λίγο πριν σκοτεινιάσει, το χρηματοκιβώτιο βρέθηκε πεταμένο ανάμεσα σε κάποιους βράχους της έρημης Πειραϊκής χερσονήσου. Δίπλα στο σπασμένο χρηματοκιβώτιο ήταν παρατημένη μια από τις βάρκες του πλοίου!

Πολλές φορές έχω περιγράψει σε παλαιότερα άρθρα μου, το απόκοσμο της Πειραϊκής που φιλοξενούσε μόνο χασικλήδες και κακοποιά στοιχεία στις σπηλιές της. Άνθρωπος δεν τολμούσε να απομακρυνθεί από την Έπαυλη του Σκουλούδη (σημερινό αντικαρκινικό νοσοκομείο "Μεταξά") και να προχωρήσει παραπέρα. Από του Σκουλούδη μέχρι τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, εκείνος που θα τολμούσε να διαβεί πεζός όλο αυτό το μήκος της ακτογραμμής, κινδύνευε πραγματικά! Ακόμη και οι αρχές όταν έπρεπε να επέμβουν, προσέγγιζαν δια θαλάσσης με ατμάκατο στο σημείο ενδιαφέροντος. Έτσι και τότε όλοι οι δημοσιογράφοι είχαν μισθώσει και από μια βάρκα του λιμανιού και έκαναν περιπολίες κατά μήκος της Πειραϊκής. Εκείνα τα έξοδα, τα χρέωναν τους εργοδότες τους, ως "βαρκαδιάτικα"!

Καθώς λοιπόν ο Κόχλερ, ο δεύτερος ναύτης του πλοίου, δεν είχε βρεθεί ούτε ζωντανός, ούτε πεθαμένος, οι αστυνομικοί ήταν σχεδόν σίγουροι πως αυτός ήταν ο δράστης τόσο του στυγερού εγκλήματος, όσο και της αρπαγής του χρηματοκιβωτίου. Άλλωστε ως μέλος του πληρώματος, γνώριζε την ύπαρξη χρηματοκιβωτίου, την θέση του και την ώρα που έπρεπε να δράσει. Έλληνας δεν θα μπορούσε να ήταν γνώστης τέτοιων πληροφοριών! Επιπλέον αν ήταν Έλληνες οι δράστες ποτέ δεν θα κατευθύνονταν προς την Πειραϊκή, αλλά προς την Ψυττάλεια διαμέσου της οποίας θα διέφευγαν προς τις αχανείς εκτάσεις της Ελευσίνας ή των Μεγάρων.

Οι Γερμανοί αφού στο μεταξύ παρέλαβαν το πτώμα του άτυχου ναύτη από το Ζάννειο Νοσοκομείο, το είχαν εκθέσει σε δημόσια θέα, πάνω στα σκαλιά της εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου, προκειμένου να "διευκολύνουν" δήθεν τη φωτογράφιση από τους δημοσιογράφους. Σκοπός τους ήταν να διασύρουν την ελληνική κοινωνία, καθώς όπως ήδη αναφέραμε, κατηγορούσαν τους πάντες για το φόνο και την αρπαγή. Μάταια η Πριγκίπισσα Σοφία προσπαθούσε να μεσολαβήσει για να τους κατευνάσει. Ο Κυβερνήτης της πλωτής φυλακής απαντούσε διαρκώς:
"Οι ναύτες μου είναι Γερμανοί!" εννοώντας πως αυτό και μόνο ήταν εγγύηση ώστε να απαλλαχθούν από κάθε υποψία.


Η δυσφορία της ελληνικής κοινής γνώμης ήταν έκδηλη για την συμπεριφορά του
Κυβερνήτη της γερμανικής πλωτής φυλακής


Οι κατηγορίες των Γερμανών είχαν αλλάξει κι αντί των Ρώσων κατηγορούσαν τους εργαζόμενους των ναυπηγείων του Βασιλειάδη.

Ο Βασιλειάδης ο ίδιος είχε έρθει σε επικοινωνία με τον καθένα ξεχωριστά από τα 34 εργάτες που αποτελούσαν το συνεργείο, ενώ ένας που είχε δηλώσει την ημέρα εκείνη ασθενής, ανάγκασε τον Βασιλειάδη να τον επισκεφθεί στο σπίτι του, για να διαπιστώσει του λόγου το αληθές! 


Τα ελληνικά μηχανοποιεία του Βασιλειάδη


Ο Κυβερνήτης του "Λορελάϋ" επικήρυξε τους δράστες δημοσιεύοντας στην πρόσοψη του γερμανικού προξενείου στην Ακτή Μιαούλη το εξής:


"Η αυτοκρατορική διοίκησις της φυλακίδας "Λορελάϋ" φέρει εις γνώση του κοινού σχετικώς με τον φόνο που διαπράχθηκε τη νύχτα 2 προς 3 Νοεμβρίου, ότι δίνει αμοιβή 1.000 χρυσών φράγκων σε όποιον συλλάβει τους φονιάδες ή τους υποδείξει στις αρχές"

Η κατάσταση γινόταν για όλη την Ελλάδα ακόμη πιο δύσκολη όταν ο Γερμανός Πρόξενος Θωμάς Ρώτ, δέχθηκε αβίαστα την άποψη του Κυβερνήτη της πλωτής φυλακής και ενημέρωσε τον Κάιζερ (τον Γερμανό Αυτοκράτορα) ο οποίος την εποχή εκείνη βρισκόταν σε εθιμοτυπική επίσκεψη στην Αγγλία.

Η αστυνομία είχε αρχίσει τις έρευνες στο ύψος της Καλλιθέας, καθώς εκτιμούσε πως δεν θα μπορούσε ο Γερμανός ναύτης, ο Κόχλερ, να συνεχίζει να μένει κατά μήκος της ακτής, ορατός από θαλάσσης σε έναν βραχότοπο, άδενδρο που ούτε πόσιμο νερό δεν μπορούσε να του προσφέρει. Όλοι εκτιμούσαν ότι θα προσπαθούσε να διαφύγει με τα λάφυρά του στην ηπειρωτική χώρα. Για τον σκοπό αυτό οι αρχές δημοσίευσαν σχετικές ανακοινώσεις ώστε ο κόσμος να "έχει τα μάτια του ανοιχτά" για Γερμανό ναύτη που ίσως να περιφερόταν στην Αθήνα.

Ήταν 5 Νοεμβρίου του 1902, ημέρα Τρίτη. Είχαν περάσει δύο και παραπάνω ημέρες από το έγκλημα, οι φήμες εναντίον της Ελλάδας είχαν οργιάσει και ο Κόχλερ δεν είχε ακόμη βρεθεί. Οι Γερμανοί συνέχιζαν να επιδίδονται σε μια ανθελληνική προπαγάνδα για την βαρβαρότητα της ελληνικής κοινωνίας.  

Την ημέρα εκείνη στις 07.30΄ το πρωί τρεις φίλοι ανέβαιναν με τον τροχιόδρομο από το Νέο Φάληρο προς τις Τζιτζιφιές. Καθόντουσαν ο ένας δίπλα στον άλλο με τον μεσαίο να έχει διάπλατα ανοιγμένη την εφημερίδα με τις υποψίες της αστυνομίας. Επρόκειτο για τους Βρέτταρο, Μανούσο Καναβαράκη και Δημήτριο Σαούτη. Ο πρώτος ήταν υπάλληλος, ο δεύτερος επιλοχίας του πυροβολικού και ο τρίτος υπηρετούσε την θητεία του ως Εύζωνας. Την εποχή εκείνη Εύζωνες εκτελούσαν υπηρεσία και σε αστυνομικά φυλάκια όταν η δύναμη δεν επαρκούσε. Μιλούσαν διαρκώς και οι τρεις τους για κάποιον παράξενο άνδρα, που δεν είχε ελληνικά χαρακτηριστικά και που τον τελευταίο καιρό, τριγυρνούσε στις Τζιτζιφιές. Και ξαφνικά ενώ έλεγαν αυτά, είδαν τον άνδρα που περιέγραφαν να περπατά δίπλα στις γραμμές του Τραμ!

Και ενώ ακόμα αυτό βρισκόταν εν κινήσει, ο Εύζωνας Δημήτρης Σαούτης πήδηξε και ακινητοποίησε τον άνδρα εκείνον, που δεν ήταν άλλος, παρά ο Γερμανός ναύτης Κόχλερ. Ο Γερμανός αμέσως ομολόγησε τον φόνο του συναδέλφου του και την αρπαγή των χρημάτων του χρηματοκιβωτίου.

Όταν οι Γερμανοί έμαθαν για την σύλληψη, ήθελαν να προσφέρουν τα λεφτά της επικήρυξης στον Έλληνα Εύζωνα. Τον κάλεσε στο γραφείο του στην Ακτή Μιαούλη ο Θωμάς Ρώτ και είχε έτοιμα πάνω στο γραφείο του 1000 χρυσά φράγκα! Όμως ο Δημήτρης Σαούτης από τη Θουρία των Καλαμών, είπε:

"Να τα βράσουνε και να τα φάνε τα λεφτά τους οι Γερμανοί! Εγώ ποτέ δεν θα δεχτώ λεφτά από ανθρώπους που βρίζουν την Ελλάδα!" 


Ο Εύζωνας Δημήτρης Σαούτης, ο άνθρωπος που έσωσε την Ελλάδα
από τη γερμανική ανεθελληνική προπαγάνδα


Όταν ο Κόχλερ μεταφέρθηκε στον Πειραιά ήρθε αντιμέτωπος με 5000 και πλέον Πειραιώτες που είχαν συγκεντρωθεί για να τον αποδοκιμάσουν. Σαν από έργο Θείας Δικαιοσύνης την ίδια στιγμή γινόταν η κηδεία του θύματος, του ναύτη Μπρίτσκι. Το φέρετρό του ήταν σκεπασμένο με την αυτοκρατορική σημαία της Γερμανίας ενώ εκτός του ελληνικού αγήματος, απέδιδαν τιμές και αγήματα ξένων πολεμικών που τότε ναυλοχούσαν στον Πειραιά, αγήματα του Ρωσικού, του Γαλλικού και του Αυστριακού ναυτικού. Επίσης ήταν και οι 500 εργάτες των ναυπηγείων του Βασιλειάδη. 


Ο Γερμανός ναύτης Κόχλερ


Ο Κόχλερ στην συνέχεια παραδόθηκε από τις ελληνικές αρχές στην δικαιοδοσία των ομοεθνών του και βρέθηκε έγκλειστος στα αμπάρια του πλοίου που άλλοτε υπηρετούσε ως φρουρός. Το "Λορελάϋ" όταν επισκευάστηκε, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη όπου ο Κόχλερ καρατομήθηκε. Ο ίδιος ο Κάιζερ εξέφρασε δυσφορία για την έχθρα της ελληνικής κοινής γνώμης που απέδωσε σε λάθος χειρισμούς του Γερμανού Κυβερνήτη τον οποίο αντικατέστησε. Έγιναν απόπειρες να αποκατασταθεί η φήμη της Γερμανίας, όμως το μένος εναντίον των υβριστών της Ελλάδας έκαιγε ακατάπαυστα.


Προσπάθεια εκ μέρους του Λιμεναρχείου Πειραιά να ομαλοποιήσει
την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί


Το ελληνικό γόητρο αποκαταστάθηκε. Τα γεγονότα του Πειραιά γρήγορα ξεχάστηκαν καθώς ευθύς αμέσως κυριάρχησαν οι διαδηλώσεις και οι συμπλοκές των βουλευτικών εκλογών του 1902, που έφεραν τον Δεληγιάννη πρωθυπουργό. Οι Θεοτοκικοί είχαν απολέσει από την εκλογική τους δύναμη όλα τα χωριά της Αττικής, καθώς λίγο πριν είχε γίνει απόπειρα μετάφρασης του Ευαγγελίου στην δημοτική και οι απλοϊκοί χωρικοί έριχναν φταίξιμο στον Θεοτόκη. Υποστηρικτής του δεύτερου ήταν και ο Σκωτσέζος Πειραιώτης Τζων Μακ Ντούαλ, ιδιοκτήτης επίσης Ναυπηγείων, ανταγωνιστής του Βασιλειάδη!

Η κατηγόρια των Γερμανών σε βάρος του Βασιλειάδη, μετά τη σύλληψη του Κόχλερ, γύρισε υπέρ του και τα ναυπηγεία Βασιλειάδη έγιναν δημοφιλέστερα από εκείνα του Μακ Ντούαλ. Ο Δεληγιάννης χρωστούσε την εκλογή του έστω και ελάχιστα στον δολοφόνο Κόχλερ!

Σημ.: Για την ελληνική απόδοση του γερμανικού ονόματος του πλοίου LORELEY, ακολουθήθηκε ο τρόπος αναγραφής του, στις περισσότερες εφημερίδες της εποχής.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου