"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Οι κατακόμβες της αντίστασης στην Οδησσό




του Στέφανου Μίλεση

Μια ομάδα Πειραιωτών από το Ελληνο-Ουκρανικό Επιμελητήριο, ταξιδέψαμε τον Μάρτιο του 2018 στην Οδησσό, με σκοπό να συμμετάσχουμε στον εορτασμό της επετείου της εθνικής μας παλιγγενεσίας στον τόπο όπου καλλιεργήθηκε η ιδέα του ξεσηκωμού των Ελλήνων, συγκεκριμένα στο κτήριο που έδρευε η Φιλική Εταιρεία.

Στο περιθώριο των διαφόρων εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται από την ελληνική κοινότητα της Οδησσού, αποφασίσαμε να επισκεφθούμε και τις λεγόμενες "κατακόμβες" που βρίσκονται είκοσι χιλιόμετρα έξω από την πόλη.

Όταν ακούς για πρώτη φορά για τις κατακόμβες της Οδησσού, φαντάζεσαι ότι πρόκειται για τόπους σύναξης χριστιανών προς αποφυγή διώξεων. Όμως οι κατακόμβες της Οδησσού, δεν έχουν σχέση ούτε με τον χριστιανισμό, ούτε και με τη θρησκεία, αλλά με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την αντίσταση των Οδησσιτών ενάντια στη ναζιστική λαίλαπα. 
Πρόκειται για ένα τεράστιο δίκτυο παλαιών λατομείων από τις πέτρες των οποίων οικοδομήθηκε προπολεμικά ένα μεγάλο μέρος της Οδησσού. Τα λατομεία αυτά έμειναν να αποκαλούνται από τους Οδησσίτες ως "κατακόμβες" και έγραψαν ένα νέο κεφάλαιο ιστορίας, πέραν της χρήσης που είχαν αρχικά ως προς την προμήθεια οικοδομικών υλικών. 





Όταν πλησίαζαν στην πόλη τα ναζιστικά στρατεύματα είχε διαταχθεί η εκκένωσή της, τόσο από πλευράς Σοβιετικών στρατευμάτων, όσο και αμάχου πληθυσμού. Ωστόσο ένα μεγάλο μέρος πληθυσμού της Οδησσού, που μπορούσε να φέρει οπλισμό και να προτάξει αντίσταση στους εισβολείς κατέφυγε στις κατακόμβες. Πρόκειται για δαιδαλώδεις στοές χιλιομέτρων, πραγματικός λαβύρινθος, που άλλες κατέληγαν σε αδιέξοδο και άλλες σε διασταυρώσεις, από τις οποίες, νέες υπόγειες στοές ξεκινούσαν εκεί που οι προηγούμενες φαίνονταν να τελειώνουν. Κάποιος που δεν γνώριζε τις κατακόμβες, ήταν αδύνατον να προσανατολιστεί και κινδύνευε να μείνει για πάντα εγκλωβισμένος και περιπλανώμενος μέσα σε αυτές.


Πηγάδια που ξεκινούσαν από την επιφάνεια του εδάφους κατέβαιναν κάτω στις κατακόμβες και από εκεί ακόμα χαμηλότερα συναντούσαν υπόγεια ύδατα. Όταν οι Γερμανοί έφταναν σε κάποιο από αυτά τα πηγάδια, το μόνο που έβλεπαν κάτω ήταν νερό, χωρίς να γνωρίζουν ότι ενδιάμεσα της διαδρομής καθόδου, υπήρχαν υπόγειοι οδοί και ότι τα αθώα αυτά πηγάδια ήταν οι θύρες για την είσοδο - έξοδο των υπόγειων μαχητών. 

Οι αντιστασιακοί Οδησσίτες αφού προκαλούσαν απώλειες στον εχθρό ή σαμποτάζ, καταδύονταν στην κυριολεξία στη συνέχεια μέσα στα διάφορα πηγάδια όπου εξαφανίζονταν μέσα στα έγκατα της γης. Μια ολόκληρη υπόγεια πολιτεία, ζούσε ελεύθερη σε αντίθεση με τους σκλαβωμένους πληθυσμούς που ζούσαν στην επιφάνεια της γης. Οι Οδησσίτες της αντίστασης είχαν δημιουργήσει στις υπόγειες εγκαταστάσεις την υποδομή ώστε να μην λείπει απολύτως τίποτε στην καθημερινότητά τους. Θάλαμοι τροφίμων, γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος, ραδιοφωνικούς πομπούς και δέκτες, θάλαμοι οπλισμού, ιατρεία και θάλαμοι νοσηλείας, μέχρι και σχολικές αίθουσες για την εκπαίδευση των παιδιών που οι αντιστασιακοί είχαν φέρει μαζί τους στον υπόγειο ελεύθερο κόσμο τους.


Οι αντιστασιακοί Οδησσίτες αφού προκαλούσαν απώλειες στον εχθρό ή σαμποτάζ, καταδύονταν στην κυριολεξία στη συνέχεια μέσα στα διάφορα πηγάδια όπου εξαφανίζονταν μέσα στα έγκατα της γης



Όταν αρχικά τα ναζιστικά στρατεύματα εισήλθαν με τις μηχανοκίνητες μεραρχίες τους στην Οδησσό, στην ουσία πέρασαν πάνω από τις "κατακόμβες" και αφού τις προσπέρασαν κατευθύνθηκαν ανυποψίαστοι προς το μεγάλο λιμάνι της  Μαύρης Θάλασσας, η κατάληψη - εξασφάλιση του οποίου αποτελούσε το κύριο μέλημα των εισβολέων. 

Τα Γερμανικά και Ρουμάνικα στρατεύματα υπό την διοίκηση του Φον Μάνσταϊν δεν συνάντησαν αντίσταση και αφού διέσχισαν την πόλη έφτασαν στις προκυμαίες που ήταν και ο προορισμός τους. Θα λέγαμε ότι η κατάληψη της Οδησσού υπήρξε αναίμακτη υπόθεση για τους ναζιστές. Κάτω από τα πόδια τους όμως ένα ολόκληρο δίκτυο αντίστασης ανέμενε την κατάλληλη στιγμή για να αρχίσει την δράση του.







Δεν άργησε ο καιρός που Γερμανοί και Ρουμάνοι στρατιώτες εξαφανίζονταν, διοικητήρια, αποθήκες οπλισμού και δεξαμενές καυσίμων ανατινάζονταν χωρίς να υπάρχει εξήγηση για το πώς κατάφεραν σαμποτέρ να προβαίνουν σε δολιοφθορές κάτω από υψηλή επιτήρηση! Γερμανοί και Ρουμάνοι ανήμποροι να δώσουν εξήγηση, ξεκίνησαν εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού. Είκοσι χιλιάδες Εβραίοι εκτελέστηκαν εντός δύο ημερών και πλήθος άλλων ανθρώπων που κρίθηκαν "ύποπτοι" συμμετοχής σε διάφορες ενέργειες δολιοφθοράς. Εκατό χιλιάδες άνθρωποι εκτοπίσθηκαν μέσα στο πολικό ψύχος του χειμώνα για να βρουν θάνατο στις απέραντες ουκρανικές στέπες. 

Γερμανοί αλλά κυρίως οι Ρουμάνοι στους οποίους είχε ανατεθεί η διοίκηση της Οδησσού, χάνονταν χωρίς να αφήνουν ίχνη, βόμβες έσκαγαν, πυρκαγιές εκδηλώνονταν αναίτια, με τους ναζιστές να παρατηρούν έκπληκτοι χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσουν την αιτία όλων αυτών των καταστροφών. 

Όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, έτσι και στην περίπτωση των στοών της Οδησσού, κάποιοι μίλησαν, συνειδήσεις κάμφθηκαν ή εξαγοράστηκαν και οι Ρουμάνοι έμαθαν τελικώς την προέλευση και τον τρόπο εμφάνισης - εξαφάνισης των αντιστασιακών. Οργάνωσαν πολυάριθμη επιχείρηση και με ασφυξιογόνα αέρια προσπάθησαν να "πνίξουν" τον υπόγειο πληθυσμό. Όμως η κατασκευή των στοών ήταν τέτοια, ώστε τα αέρια εγκλωβίζονταν σε ένα διαμέρισμα, το οποίο απομονωνόταν και το δηλητήριο άφηνε τους διπλανούς χώρους καθαρούς και ελεύθερους.






Απελπισμένοι οι Ρουμάνοι ειδοποίησαν τους Γερμανούς οι οποίοι με τη σειρά τους κάλεσαν εμπειρογνώμονες ενός ειδικού τμήματος της Πυροσβεστικής υπηρεσίας του Βερολίνου, να διενεργήσουν αυτοψίες και να προτείνουν λύσεις εξόντωσης του υπόγειου πληθυσμού, κατά προτίμηση με χημικά μέσα, αναίμακτα για τους ναζιστές καθώς δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν μάχες υπόγειων στοών. Η λεγόμενη "οικονομία αίματος" αποτελούσε ένα σημαντικό στοιχείο, που οι αξιωματικοί των Ναζί λάμβαναν σοβαρά υπόψη τους. Οι Γερμανοί της πυροσβεστικής υπηρεσίας του Βερολίνου που κατέβαιναν με σχοινιά στα πηγάδια με αποστολή να βρουν τους ενδιάμεσους διαδρόμους ανασύρονταν στη συνέχεια νεκροί, δεμένοι ακόμα με τα σχοινιά καθόδου γύρω από τη μέση τους.





Οι Γερμανοί έκαναν σχεδιαγράμματα υπολογίζοντας βάθη και κατευθύνσεις και προέβαιναν με σύστημα στη χρήση αερίων, φωτιάς και εκρηκτικών για την εξουδετέρωση των υπόγειων μαχητών. Όμως παρά τις απώλειες οι αντιστασιακοί συνέχιζαν τον αγώνα τους. Οι Γερμανοί βρήκαν τρόπο να αποκόβουν τις κατακόμβες κατά τμήματα και να εγκλωβίζουν τους μαχητές. Όσο και αν φαντάζονταν όμως ότι κάποτε θα τελείωναν μαζί τους, οι Οδησσίτες συνέχιζαν ακατάπαυστα να προκαλούν απώλειες στους ναζιστές. Το γόητρο των εισβολέων είχε πληγεί ανεπανόρθωτα και τότε η Γερμανική προπαγάνδα άρχισε να διαδίδει φήμες ότι οι άνθρωποι των "υπονόμων" ζούσαν σε άθλια κατάσταση, ότι βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο να παραδοθούν και ότι προέβαιναν σε ανθρωποφαγία για να επιβιώσουν. 

Ο καιρός όμως περνούσε και όχι μόνο παράδοση δεν γινόταν αλλά οι δολιοφθορές αυξάνονταν. Υπολογίζεται ότι ακόμα και ύστερα από τα μέτρα των Γερμανών και των Ρουμάνων, δέκα χιλιάδες κόσμος ζούσε ελεύθερος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Μυστικοί έξοδοι εξασφάλιζαν την επικοινωνία με την επιφάνεια, ενώ χιλιόμετρα νέων διαδρόμων ανοίγονταν, προσθέτοντας νέους δρόμους επικοινωνίας. Από τα πηγάδια όταν οι κουβάδες έπεφταν άλλες φορές έβγαινε νερό, τις περισσότερες φορές όμως ανεβοκατέβαιναν δέματα και αλληλογραφία, προμήθειες και μηνύματα. Τσιλιαδόροι στην επιφάνεια γνώριζαν για το πότε έπρεπε να βγάλουν νερό και το πότε θα έστελναν ή θα παραλάμβαναν ειδικά σημειώματα.



Θρανία μαθητών στη "Σχολική αίθουσα" στις κατακόμβες της αντίστασης


Επιστρατεύθηκε μέχρι και το Ρουμανικό Μηχανικό για να κατασκευάσει παράλληλα με τις κατακόμβες, άλλες στοές ώστε να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις εισβολής. Όμως οι αντιστασιακοί είχαν δημιουργήσει επίσης ειδικό σώμα σκαπανέων που κατασκεύαζαν παράλληλα με τους ρουμανικούς υπονόμους του λεγόμενους "αντιυπόνομους", παγιδευμένες δηλαδή στοές στις οποίες εισέρχονταν οι Ρουμάνοι πιστεύοντας ότι είχαν εισβάλει στις στοές των αντιστασιακών. Μόλις όμως έκαναν την είσοδό τους σε αυτές, καθώς ήταν παγιδευμένες από εκρηκτικά ανατινάζονταν. 

Περιηγηθήκαμε για πολύ ώρα μέσα στις στοές που η θερμοκρασία ήταν σαφώς πολλούς βαθμούς χαμηλότερη από αυτήν του εξωτερικού περιβάλλοντος. Μας είπαν ότι η θερμοκρασία παραμένει η ίδια χειμώνα - καλοκαίρι, ανεπηρέαστη από τις εξωτερικές συνθήκες, σταθερή στα υπόγεια στους 14 βαθμούς Κελσίου. Περνούσαμε από ένα σύστημα που θύμιζε λαβύρινθο όπου οι εγκεκριμένες διαδρομές ήταν ηλεκτροδοτούμενες, ενώ άλλοι παράλληλοι διάδρομοι διακλαδίζονταν δεξιά κι αριστερά μας. Ανά συγκεκριμένες αποστάσεις υπήρχαν σημειωμένοι στον τοίχο διάφοροι αριθμοί. Μας εξήγησαν ότι συχνά οι επισκέπτες ξέκοβαν από την περιήγηση στους κεντρικούς διαδρόμους προκειμένου να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους και εισέρχονταν σε παράπλευρους διαδρόμους όπου τελικώς χάνονταν. Μόνο με τους αριθμούς στους τοίχους μπορούσαν να αναφέρουν τη θέση τους σε κοινόχρηστα τηλέφωνα επικοινωνίας για να λάβουν βοήθεια να βγουν. Μας είπαν ακόμα ότι συνεχίζουν εκατοντάδες διάδρομοι να είναι αποκλεισμένοι από την εποχή που ανατινάχθηκαν από τους ναζί ή από την εποχή που σφραγίστηκαν από τους ίδιους τους αντάρτες καθώς οι Ρουμάνοι είχαν κάνει χρήση αερίων. 




Αυτή η υπόγειος άμυνα της Οδησσού κατά των Γερμανών και των συμμάχων τους Ρουμάνων, ως ιστορικό γεγονός δεν έγινε ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα. Όταν η περιήγηση τελείωσε χρειάστηκε να ανέβουμε μια στρογγυλή σκάλα στο ύψος τεσσάρων και παραπάνω ορόφων για να βγούμε, χωρίς ωστόσο κατά την είσοδό μας στις στοές να νιώσουμε ότι ακολουθούμε κάποια πορεία καθόδου. Στην κορυφή της σκάλας, ανοίξαμε μια σιδερένια θύρα που χώριζε τον υπόγειο από τον επίγειο κόσμο και ξάφνου βρεθήκαμε μέσα σε μια αίθουσα εκθεμάτων που συνοδεύει την περιήγηση στις κατακόμβες της αντίστασης. Πρόκειται για το "Μουσείο Παρτιζάνικης Δόξας" στην περιοχή Nerubagsky είκοσι χιλιόμετρα έξω από την Οδησσό.  


Η κεντρική είσοδος του "Μουσείου Παρτιζάνικης Δόξας"


Υπολογίζεται ότι το συνολικό μήκος των υπόγειων στοών της Οδησσού προσεγγίζουν τα 2.500 χιλιόμετρα και η όλη κατασκευή θεωρείται ο μεγαλύτερος υπόγειος λαβύρινθος του πλανήτη. Οι κατακόμβες της Οδησσού ήταν στην ουσία μια υπόγεια πόλη με δρόμους, διασταυρώσεις, σημεία τροφοδοσίας νερού και αίθουσες διαφόρων χρήσεων. Αποτέλεσαν ένα μεγάλο κεφάλαιο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, της μάχης των Σοβιετικών κατά των δυνάμεων του Άξονα. Τις κατακόμβες και το μουσείο έχουν επισκεφθεί πολιτικές και άλλες προσωπικότητες. Ανάμεσα στις δεκάδες φωτογραφίες "διάσημων" επισκεπτών επέλεξα την επίσκεψη του Φιντέλ Κάστρο. 



    
Όσο κι αν μας φαίνεται σήμερα παράξενο, τις κατακόμβες επιλέγουν σήμερα πολλοί Ουκρανοί εικαστικοί για να παρουσιάσουν τα έργα τους, τα οποία στήνουν δεξιά κι αριστερά των στοών, τουλάχιστον στα πρώτα μέτρα εισόδου. 

Διαβάστε επίσης:


Φωτογραφικό οδοιπορικό στην Οδησσό των Ελλήνων, στην Οδησσό των Πειραιωτών

   

Καραβόσκυλα και σκυλοπνίχτες



του Στέφανου Μίλεση

Ο όρος «σκυλοπνίχτης» αποδίδεται σήμερα στα πλοία εκείνα που οι επιβάτες νιώθουν ότι δεν είναι ασφαλείς κατά την διάρκεια του θαλασσίου ταξιδιού. Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί και διαφορετικοί. Να είναι ευάλωτα στους κυματισμούς, ή να παρουσιάζουν μεγάλο ιστορικό ατυχημάτων, βλαβών και καθυστερήσεων ή να ανήκουν σε κάποια εταιρεία ο στόλος της οποίας έχει δημιουργήσει άσχημη φήμη. Πώς όμως προέκυψε ο όρος αυτός;

Θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν του λιμανιού του Πειραιά όταν η πόλη άρχισε να εποικίζεται από νησιώτες που κατέφταναν από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους στον αραιοκατοικημένο ακόμα Πειραιά, διαβλέποντας το μέλλον του λιμανιού, που βρισκόταν δίπλα στη νεοσύστατη πρωτεύουσα, την Αθήνα. Ιστιοφόρα σκάφη, κύρια μικρού μεγέθους εκτελούσαν εμπόριο και μεταφορές πραγμάτων και προσώπων από τα διάφορα νησιά προέλευσης στο λιμάνι του Πειραιά. Τα ιστιοφόρα αυτά καΐκια ακόμα και για αποστάσεις που σήμερα μας φαίνονται κοντινές όπως για Αίγινα, Ύδρα, Πόρο και ακόμα χειρότερα για μακρινές αποστάσεις, εκτελούσαν δρομολόγια κάτω από αντίξοες συνθήκες με κύματα, κρύο, καταιγίδες και απρόβλεπτους καιρούς.

Όταν έφταναν στο λιμάνι του Πειραιά τα μικρά αυτά ιστιοφόρα παρέμεναν, μέχρι να πουλήσουν ή να ξεφορτώσουν τα εμπορεύματά τους για να λάβουν στη συνέχεια και πάλι τον δρόμο της επιστροφής. Πολλά καΐκια μεταφέροντας εμπορεύματα, παρέμεναν κατάφορτα μέχρι να βρουν τον κατάλληλο αγοραστή. Οι ναυτικοί της εποχής εκείνης αλλά και των επόμενων δεκαετιών δεν είχαν μόνο μεταφορικό ρόλο, αλλά και εμπορικό. Εκτός από τη μεταφορά ο κυβερνήτης του ιστιοφόρου σκάφους αναλάμβανε ο ίδιος την πώληση του εμπορεύματος που μετέφερε.




Αγόραζε από τον παραγωγό, για παράδειγμα κάρβουνα από το Άγιο Όρος και τα πωλούσε ακριβότερα στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, εξασφαλίζοντας από την διαφορά αγοράς – πώλησης το κέρδος. Αυτό σήμαινε όμως μεγαλύτερη παραμονή στο λιμάνι, με το ιστιοφόρο να μένει κατάφορτο εμπόρευμα, την προστασία του οποίου τα ολιγομελή πληρώματα των καϊκιών είχαν αναθέσει ειδικώς κατά την διάρκεια της νύχτας σε σκύλους. Κι αν τύχαινε τη νύχτα της παραμονής και έριχνε βροχή, το κάρβουνο που τυχόν ήταν εκτεθειμένο βάραινε και ο έμπορος – αγοραστής, ο στεριανός που το περίμενε στην προβλήτα δεν θα το αγόραζε καθώς η διαφορά στο ζύγι θα φαινότανε στο πορτοφόλι του.

Η ανάγκη διαφύλαξης του εμπορεύματος στην περίπτωση παραμονής γινόταν μεγαλύτερη ανάλογα με το πόσο καιρό το κατάφορτο καΐκι θα έμενε πλευρισμένο μέσα στο λιμάνι. Οι σκύλοι των σκαφών αναλάμβαναν αυτό το έργο. Ήταν οι λεγόμενοι καραβόσκυλοι που έλαβαν την ονομασία αυτή από τα γεγονός ότι ζούσαν πάνω στις κουπαστές των ιστιοφόρων καϊκιών. Πλευρισμένα τα καΐκια στο λιμάνι, κατάφορτα από εμπορεύματα έπρεπε πολλές φορές να διανυκτερεύσουν για την επιτυχία της καλής πώλησης. Οι προβλήτες αποτελούσαν έναν διαρκή κίνδυνο από τους δεκάδες περιφερόμενους γαβριάδες και άλλους απάχηδες του λιμανιού, πού ζούσαν όχι από κάποια εργασία αλλά αρπάζοντας την όποια ευκαιρία τους παρουσιαζόταν. Οι κλοπές εμπορευμάτων ιστιοφόρων αποτελούσαν μια από τις κύριες ενασχολήσεις τους.





Ο καραβόσκυλος ήταν ο καλύτερος φύλακας καθώς πάνω στο κατάστρωμα ξυπνούσε με τα γαυγίσματα το κατάκοπο από το ταξίδι πλήρωμα, στην περίπτωση που κάποιος προσπαθούσε να ανέβει στην κουπαστή. Τυχερός ήταν ο καραβόσκυλος που ζούσε σε μεγάλο σκάφος και διαβίωνε στην κουπαστή του. Με τον καιρό το «προσωνύμιο» του καραβόσκυλου πέρασε από τα σκυλιά στους ανθρώπους και χαρακτήριζε τους ναυτικούς που κατέγραφαν μεγάλη παραμονή στα πλοία, έχοντας ως πατρίδα την κουπαστή και τους άλλους χώρους του πλοίου. 


Όταν το εμπόρευμα πουλιόταν τα μεγάλα ιστιοφόρα αναχωρούσαν από τον Πειραιά για εύρεση νέου φορτίου, για εκτέλεση νέου δρομολογίου κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Για τα μικρά όμως ιστιοφόρα η αναχώρηση από το λιμάνι όταν η κακοκαιρία μαινόταν δεν ήταν μόνο δύσκολη υπόθεση για τους ανθρώπους, αλλά και επικίνδυνη για την επιβίωση των σκύλων του καταστρώματος. Οι καημένοι οι καραβόσκυλοι παρέμεναν στις ρηχές κουπαστές των καϊκιών σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού και πολλοί χάνονταν στην διαδρομή όταν τα κύματα σάρωναν το καΐκι. 

Τα καραβόσκυλα δύσκολα κρατούνταν πάνω στις κουπαστές όταν επί τέσσερις και παραπάνω ώρες τα κύματα, αλλεπάλληλα σάρωναν την επιφάνειά τους. Στα μικρά ιστιοφόρα σκάφη οι καραβόσκυλοι άλλαζαν διαρκώς καθώς παρουσίαζαν μεγάλη θνησιμότητα. Οι μόνιμοι της προκυμαίας του Πειραιά, βαρκάρηδες, αχθοφόροι, λούστροι, φορτωτές κ.α., έβλεπαν διαρκώς στα ίδια μικρά ιστιοφόρα σκάφη διαφορετικούς καραβόσκυλους. Έτσι τα καΐκια αυτά καλούνταν «σκυλοπνίχτες» εννοώντας ότι σκύλος για σκύλο δεν έμενε πάνω τους ζωντανός για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλές φορές τα ολιγομελή πληρώματα των καϊκιών συζητούσαν μεταξύ τους για το τι ήταν φρονιμότερο να πράξουν. Ζύγιζαν τον καιρό, τα σύννεφα, τον άνεμο, τις κατευθύνσεις του. «Σοροκάδα καπετάνιο» έλεγε κάποιος ναύτης στον καπετάνιο. Για τα μικρά σκάφη ήταν άτιμος καιρός. Φουσκοθαλασσιά με πολλά κύματα και αφρούς, καταπίνει όχι μόνο τους καραβόσκυλους του καταστρώματος αλλά και ολόκληρα τα πλεούμενα. Διπλή σκέψη για αναχώρηση που σε κάθε περίπτωση ήταν εξαρτημένη και από άλλους παράγοντες. 



Αν είχε για παράδειγμα το καΐκι εξασφαλίσει το επόμενο μπάρκο ή αν οι δουλειές πήγαιναν καλά ή αν το τσούρμο είχε οικονομική στενοχώρια. Έτσι όπως ήταν όλοι μαζεμένοι στο κατάστρωμα τα ζυγίζαν όλα και ο καπετάνιος έβγαζε την τελική απόφαση για την παραμονή ή το φευγιό από το λιμάνι. Όλοι μαζί βλέπανε τη θάλασσα στον ορίζοντα, βλέπανε αν ίδια στο μέγεθος σκάφη έμεναν στον λιμάνι. Δύσκολες εποχές οι μέρες αδράνειας ήταν χαμένος καιρός, άσκοπη καθυστέρηση. Τα μικρά ιστιοφόρα σκάφη είχαν την πολυτέλεια να αράζουν μόνο όταν ήταν να μπουν στους ταρσανάδες για καμία αβαρία. Τότε το τσούρμο άφηνε το θαλασσοδαρμένο σκαρί στην φροντίδα των μαραγκών, των μπογιατζήδων, των στοκαδόρων και αποτραβιόταν σε καμιά ταβερνούλα από εκείνες που κατέκλυζαν την ακτή του Ξαβέρη για να κουτσοπιούνε και να βγάλουν από μέσα τους τα σεκλέτια, να ξομολογηθούν όλα τα βάσανα του ντουνιά ή να θυμηθούν καμιά ιστορία των νησιών καταγωγής τους. Συριανοί, Υδραίοι και Σαντορινιοί όλο και κάποιο πανηγύρι Αγίου είχαν να θυμηθούν, τότε που ήτανε παιδιά και έτρεχαν ξυπόλητα και ανέμελα γύρω από την εκκλησιά του νησιού τους ή καμιά ιστορία από κείνες που οι θαλασσινοί συνήθως μιλούν για κακοπαθήματα ναυτών και πλοίων, για τοποθεσίες μακρινές που κάποτε όταν ταξίδευαν με μεγαλύτερο πλεούμενο είχαν την τύχη να πάνε. 

Τα χρόνια πέρασαν, η εξέλιξη της ναυτιλίας, η βελτίωση των μέσων και των βοηθημάτων πλοήγησης και κύρια η χρήση ατμομηχανών στα πλοία βελτίωσε τις συνθήκες ασφαλείας, συντόμευσε τις αποστάσεις. Η δημιουργία οργανωμένης αρχής διαχείρισης του λιμανιού, προσέφερε με τα χρόνια προφυλαγμένες προβλήτες και προστασία εμπορευμάτων. Οι καραβόσκυλοι έπαψαν πια να αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση φύλαξης του εμπορεύματος, αλλά και όσοι υπήρχαν είχαν εξασφαλίσει μακροβιότητα στα ταξίδια. Έπαψαν να αντικαθιστά ο ένας την απώλεια του προγενέστερου στους «σκυλοπνίχτες». Ωστόσο στη ναυτική διάλεκτο διασώθηκε μέχρι σήμερα να αποκαλούνται τα καράβια που δεν εμπνέουν ασφάλεια να αποκαλούνται «σκυλοπνίχτες» εννοώντας το μεγάλο ρίσκο που αναλαμβάνει ο επιβάτης εν γνώσει του να ταξιδέψει με αυτά.           

Ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη φτάνει στον Πειραιά (1902)




του Στέφανου Μίλεση

Στις 5 Οκτωβρίου του 1902 καταφτάνουν στο λιμάνι του Πειραιά, μέλη της Επιτροπής Ανεγέρσεως του Ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη με σκοπό να παραλάβουν τα κιβώτια που απέστειλε από το Παρίσι ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος και που είχαν εναποτεθεί από την προηγούμενη ημέρα στην πειραϊκή προκυμαία.


Επρόκειτο για τρία ξύλινα κιβώτια, που περιείχαν τον ορειχάλκινο έφιππο ανδριάντα του Κολοκοτρώνη που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Σώχος στο Παρίσι. Το πρώτο κιβώτιο περιείχε ολόκληρο τον ανδριάντα, ενώ τα άλλα δύο παραστάσεις της μάχης των Δερβενακίων και τον Κολοκοτρώνη να εμψυχώνει τους πολεμιστές του. Τα κιβώτια με αφετηρία το Παρίσι, έφτασαν στον Πειραιά μέσω Χάβρης όπου είχαν φορτωθεί σε ατμόπλοιο με προορισμό τον Πειραιά. 


Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε τα κιβώτια να έρθουν Πειραιά μέσω Μασσαλίας αλλά δεν εφαρμόσθηκε, καθώς το ύψος και οι διαστάσεις το ενός κιβωτίου δεν επέτρεπε τη φόρτωσή του σε σιδηρόδρομο και τη διέλευσή του από τα τούνελ της διαδρομής. Αυτός ο ανδριάντας αποτελούσε το δεύτερο αντίτυπο, με το πρώτο όμοιο ανδριάντα να τοποθετείται στο Ναύπλιο το 1901 ενώ το δεύτερο παρότι έφτασε στον Πειραιά το 1902 τοποθετήθηκε στην Αθήνα το 1904.

Στη φωτογραφία του Ε.Λ.Ι.Α. βλέπουμε τον ανδριάντα το Κολοκοτρώνη στην Αθήνα, αυτόν για τον οποίο αναφερόμαστε, με όπλα τοποθετημένα στη βάση του, λάφυρα των Βαλκανικών πολέμων του 1912 - 13.

Η φυγή από το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα (1821)




του Στέφανου Μίλεση

Στα «Απομνημονεύματα» του Γεωργίου Ψύλλα διαβάζουμε για ένα περιστατικό που συνέβη κατά την διάρκεια της επανάστασης του ‘21 στον Πειραιά στο Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα. Απέχουμε έξι χρόνια περίπου από την απόβαση των Ελλήνων στην Καστέλλα, την δημιουργία ελληνικού στρατοπέδου από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη στο Κερατσίνι, το θάνατό του και τη μεγάλη ήττα που θα υποστούν οι ελληνικές δυνάμεις από στρατηγικό λάθος, που θα μείνει γνωστή ως ήττα του Ανάλατου (Απρίλιο 1827). 

Το 1821 η φλόγα της επανάστασης μόλις είχε ανάψει στην Ελλάδα συμπαρασύροντας μαζί και την Αθήνα τον Απρίλιο εκείνο του έτους. Οι Τούρκοι κάτοικοι της Αθήνας είχαν καταφύγει μαζί με την Οθωμανική φρουρά στην Ακρόπολη. Ο Αλβανός Πασάς Ομέρ Βρυώνης είχε λάβει την εντολή να κατασβέσει την επαναστατική διάθεση των Ελλήνων με κάθε μέσο. Σε μια πορεία καθόδου οι Οθωμανοί προχωρούσαν σε σφαγές και λεηλασίες ξεκινώντας από την Στερεά Ελλάδα με σκοπό να φτάσουν και στην Πελοπόννησο. Τη μεγάλη στρατιά του Ομέρ Βρυώνη προσπάθησαν να σταματήσουν αρχικά ο Αθανάσιος Διάκος στην Αλαμάνα και αργότερα ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στο χάνι της Γραβιάς. Οι απώλειες που προκλήθηκαν στο στράτευμα του Ομέρ Βρυώνη τον ανάγκασαν να στρατοπεδεύσει στην Εύβοια όπου αναδιοργάνωσε το στρατό του. Έθεσε ως νέο στόχο να εισβάλλει στην Αθήνα για να λύσει την πολιορκία της Ακρόπολης εντός της οποίας είχαν εισέλθει όπως είπαμε οι Οθωμανοί της Αθήνας. 

Οι Αθηναίοι μόλις έλαβαν το μαντάτο του ερχομού των Οθωμανών και γνωρίζοντας από παλαιότερες εποχές τον τρόπο με τον οποίο είχαν καταστείλει οι Τούρκοι όμοιες εξεγέρσεις, γρήγορα σχημάτισαν πομπές και διαμέσου του ελαιώνα κατέβηκαν στον Πειραιά όπου ζήτησαν προστασία εντός του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Ο θαυματουργός Άγιος Σπυρίδωνας και στο παρελθόν τους είχε σώσει από τους πειρατές, όταν τα πλοία τους εμφανίζονταν στον ορίζοντα του Σαρωνικού. Οι καλόγεροι του Μοναστηριού έβγαζαν την εικόνα του Αγίου και την περιέφεραν έξω από τα τείχη του. Λίγο η πεποίθηση της επέμβασης του Αγίου και λίγο το γεγονός ότι τα τείχη του Μοναστηριού παρείχαν κάποια προστασία, έφεραν εκατοντάδες κόσμου εντός αυτού. 

Όλα τα κελιά, οι προαύλιοι χώροι και η ίδια η εκκλησία ήταν γεμάτα από γυναίκες και παιδιά και γέροντες. Την πληροφορία αυτή τη λαμβάνουμε από τον ίδιο τον Γ. Ψύλλα ο οποίος επίσης κατέβηκε στον Πειραιά για να συναντήσει την αδελφή του και τη μητέρα του που βρισκόταν κι αυτές μέσα στο Μοναστήρι. Βρήκε την αδελφή του να κάθεται με πολλές άλλες γυναίκες σε ένα δωμάτιο δίπλα από το ηγουμενείο. Τον Ψύλλα υποδέχθηκε ο Ηγούμενος της Μονής ο Συμεών Μαρμαροτούρης και ο ιατρός Καίσαρας Βιτάλης. Δίπλα από το μοναστήρι κόσμος είχε κατακλύσει και όλα τα δωμάτια της μεγάλης οικίας των Καϋράκ, οικογένειας Γάλλων που ζούσε από εμπορικές δραστηριότητες του λιμανιού. Με την επανάσταση οι Καϋράκ ανέβηκαν στην Αθήνα αφήνοντας την οικία τους κενή. Καθώς το Μοναστήρι είχε γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο, έσπευσε το πλήθος να βρει προσωρινό καταφύγιο και στην οικία αυτή. 



Ο Ομέρ Βρυώνης με το στρατό του είχε φτάσει στα όρια της Αττικής με την Βοιωτία και πραγματικός τρόμος είχε εξαπλωθεί στον άμαχο πληθυσμό. Η φημολογία και οι διάφορες απόψεις πάντα σε κρίσιμες στιγμές είναι γεγονός ότι βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Άλλοι μιλούσαν για επικείμενη σφαγή, άλλοι πάλι υποστήριζαν ότι ο Ομέρ Βρυώνης δεν θα τολμούσε να εισβάλει στην Αθήνα καθώς περικυκλωμένη όπως ήταν η πόλη από βουνά έμοιαζε με ένα πηγάδι στο οποίο εύκολα μπαίνεις αλλά δύσκολα βγαίνεις. Αυτή η δεύτερη φήμη δυστυχώς, ήταν που κράτησε πολύ κόσμο στην πειραϊκή ακτή. 

Την περίοδο εκείνη τρία Ολλανδικά εμπορικά πλοία βρίσκονταν μέσα στο λιμάνι του Πειραιά. Οι Αθηναίοι πρότειναν να διεξαχθεί έρανος με τα έσοδα του οποίου να αγοράσουν όπλα από τους Ολλανδούς. Στην πρόταση αυτή συμφώνησε και ο Ψύλλας που εξεδήλωσε μάλιστα την πρόθεσή του να συνεισφέρει 70 τάλιρα για την αγορά τους. Τον σταμάτησε όμως ο Νικόλαος Καρώρης λέγοντάς του ότι και να αγόραζαν τα όπλα οι άνδρες από το πλήθος το συγκεντρωμένο στον Πειραιά δεν γνώριζε να τα χρησιμοποιήσει. Δεν ήταν ούτε κλέφτες ούτε αρματολοί παρά άνδρες που ζούσαν από άλλες εργασίες που καμία σχέση δεν είχαν με τον πόλεμο. Καθώς η φημολογία δεν είχε σταματημό άλλοι έστελναν τις οικογένειές τους με ό,τι πλωτό υπήρχε στη Σαλαμίνα κι άλλοι στην Αίγινα. Ο Ψύλλας είχε πείσει την μητέρα του να φύγει για την Αίγινα ενώ η αδελφή του έμενε πεισματικά στο Μοναστήρι. Όλο εκείνο τον καιρό ο Ψύλλας καθόταν σε δωμάτιο της Μονής που του είχε παραχωρήσει ο Ηγούμενος το οποίο καθώς ήταν ψηλά και διέθετε και εξώστη του έδινε την δυνατότητα να εποπτεύει το λιμάνι και να ατενίζει μακριά το πέλαγος. Σε μια τέτοια παρατήρηση της θάλασσας είδε να εισέρχεται στο λιμάνι το υδραίικο πλοίο «Αθηνά» που ανήκε στους Κουντουριώτηδες. Είχε καταφτάσει ύστερα από αίτημα των προεστών της Αθήνας για παροχή προστασίας. Οι μέρες περνούσαν, οι προεστοί με τον κυβερνήτη του πλοίου «Αθηνά» συνεδρίαζαν καθημερινά για το τι θα μπορούσε να γίνει και τα μηνύματα για εισβολή των Τουρκαλβανών στην Αθήνα ολοένα και πλήθαιναν. Ο φόβος γινόταν μεγαλύτερος και μεγάλη ταραχή άρχισε να καταβάλει τους Έλληνες. 



Στο μεταξύ στο Μοναστήρι γινόταν το αδιαχώρητο. Είχε κατέβει στον Πειραιά και άλλος άμαχος πληθυσμός, «άπειρον πλήθος» το περιγράφει ο Ψύλλας. Εκατοντάδες σκηνές είχαν στηθεί γύρω από τα τείχη της Μονής και διάφορες φήμες και διαδόσεις δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Μια από αυτές ήθελε τους Σαλαμίνιους να παροτρύνουν τους Αθηναίους να φύγουν από την πόλη για να μείνουν μόνοι και να λεηλατήσουν τις άδειες οικίες τους. Φυσικά επρόκειτο για ψέματα όπως συνήθως συμβαίνει στις δύσκολες στιγμές. Όλο αυτό το πλήθος του κόσμου ήταν μεταξύ άλλων και δύσκολο να τραφεί από τα αποθέματα της Μονής. Οι Καλόγεροι μοίραζαν λιγοστό άρτο για να καταλαγιάσει η πείνα των παιδιών και των άλλων αμάχων. 

Μια μέρα του τρομερού εκείνου Ιούλη του 1821, φωνές ακούστηκαν γεμάτες τρόμο «έφτασαν οι Τούρκοι! Έφτασαν οι Τούρκοι!». 

Ο κόσμος που βρισκόταν τόσο μέσα στο μοναστήρι, όσο και έξω από αυτό, άρχισε να τρέχει πανικόβλητος στις άκρες του λιμανιού, εκεί που σήμερα βρίσκονται τα φανάρια εισόδου – εξόδου του λιμένα. Και αυτό συνέβη διότι όσα πλοία υπήρχαν μέσα στο λιμάνι είχαν εξέλθει καθώς φοβόντουσαν τον εγκλωβισμό από τους Τούρκους. Ωστόσο λέμβοι από τα πλοία αυτά γέμιζαν κατάφορτες από πανικόβλητο κόσμο εκτελώντας συνεχώς δρομολόγια από τη στεριά, ενώ άλλες μεγαλύτερες φόρτωναν κόσμο για την Ψυτάλλεια ή τη Σαλαμίνα. Όμως ο κόσμος ήταν πολύς και οι λέμβοι δεν αρκούσαν. Τα δυστυχισμένα παιδιά με τις μανάδες να τα κρατούν αγκαλιά και τους γέροντες να στέκουν ανήμποροι, θα ήταν τα βέβαια θύματα της σφαγής που σε λίγη ώρα θα ακολουθούσε. Μέσα σε αυτό τον πανικό του επικείμενου ολέθρου, τα τρία μεγάλα εμπορικά ολλανδικά πλοία στέκονταν με απάθεια, στο κέντρο του πειραϊκού λιμένα. Δεν φοβόντουσαν τους Τούρκους με τους οποίους άλλωστε εμπορεύονταν. Τότε ο Ψύλλας που ήταν γλωσσομαθής πλησίασε τους Ολλανδούς με μια βάρκα και με πολλές δυσκολίες μιλώντας αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά τους έπεισε να διευκολύνουν με τις βάρκες που διέθεταν τη μεταφορά του πλήθους προς τα ελληνικά πλοία, που ανέμεναν έξω από το λιμάνι. 

Ο Ομέρ Βρυώνης


Από τις εννιά το πρωί έως τις πέντε το απόγευμα εκείνης της ημέρας, διήρκεσε η μεταφορά, μέχρι που η παραλία άδειασε από τα πλήθη. Και σε όλες αυτές τις ώρες παρά το γεγονός ότι οι Τούρκοι είχαν μπει στην Αθήνα και είχαν την οπτική δυνατότητα να δουν το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο στην παραλία του Πειραιά δεν επιτέθηκαν. Και όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Ψύλλας «μόνο η παντοδύναμη Θεία Πρόνοια φαίνεται να τύφλωσε τους εχθρούς που δεν όρμησαν αμέσως από τις πρωινές ώρες στον Πειραιά, τότε που ακόμα όλοι βρίσκονταν στην παραλία και θα αποτελούσαν εύκολο στόχο σφαγής και αιχμαλωσίας»

Πραγματικά όταν οι Τούρκοι αποφάσισαν να κατέβουν στον Πειραιά βρήκαν τα πάντα έρημα. Πυρπόλησαν ένα μέρος του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα βάζοντας φωτιά σε ένα κρεβάτι πάνω στο οποίο ήταν εγκαταλειμμένος ένας τραυματίας Έλληνας ενώ δίπλα του καθόταν διαρκώς η αρραβωνιαστικιά του. Αυτός βρήκε τραγικό θάνατο ενώ η κοπέλα σύρθηκε αιχμάλωτη. Ο Ψύλλας βρέθηκε στην Αίγινα αναζητώντας εναγωνίως την αδελφή του. Και ενώ θεωρούσε ότι δεν είχε ξεφύγει, τη συνάντησε αργότερα να τριγυρνά στο νησί κρατώντας στα χέρια της ότι μπορούσε να κουβαλήσει. Είχε μεταφερθεί από ένα τρεχαντήρι πάνω στην Ψυτάλλεια και είχε παραμείνει εκεί με εκατοντάδες άλλους Αθηναίους χωρίς τροφή και νερό επί δύο ημέρες. Οι Τούρκοι έβλεπαν πολλούς από τους Αθηναίους πάνω στην Ψυτάλλεια, αλλά δεν μπορούσαν να τους πλησιάσουν λόγω έλλειψης πλωτών μέσων. Στην Αίγινα οι Αθηναίοι πρόσφυγες έμειναν για καιρό μέχρι που έμαθαν ότι ο Ομέρ Βρυώνης εγκατέλειψε την Αθήνα. Ο Ψύλλας μαζί με τον Ηγούμενο Διονύσιο Πετράκη (τον νεώτερο) και τον Παναγιώτη Σκουζέ ορίστηκαν ως αρμόδιοι για την επανάκαμψη των προσφύγων πίσω στην πόλη.   

Το κανοκιάλι της Καστέλλας





του Στέφανου Μίλεση

Στο βιβλίο του Τάκη Λάππα με τίτλο «Ελληνικά Ιστορικά ανέκδοτα 1750-1862»[1] ο συγγραφέας αναφέρει την ιστορία ενός τηλεσκοπίου που αφού χρησιμοποιήθηκε στις διάφορες μάχες του Πειραιά, δόθηκε από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη λίγο πριν πεθάνει σε έναν άλλο αγωνιστή και έτσι διασώθηκε και η ιστορία του.

Σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους πάνω στα Άγραφα, ο θρυλικός κλέφτης ο Κατσαντώνης τραυματίστηκε βαριά και για να θεραπεύσει την πληγή του αναγκάστηκε να περάσει κρυφά στην Αγία Μαύρα όπως τότε έλεγαν τη Λευκάδα.

Σαν έφτασε εκεί πολλοί Έλληνες που είχαν ακούσει για αυτόν και τον ηρωισμό του έτρεξαν να τον δουν από κοντά και πολλοί από αυτούς του έκαναν και δώρα. Τον επισκέφτηκε και ένας Έλληνας στρατιωτικός με το όνομα Παπαδόπουλος που είχε οριστεί από τους Ρώσους διοικητής των Επτανήσων καθώς αυτά βρίσκονταν υπό ρωσική κατοχή. Θαυμαστής της δράσης του Κατσαντώνη και ο Παπαδόπουλος μόλις πήγε να τον γνωρίσει του έκανε δώρο ένα τηλεσκόπιο που την εποχή εκείνη το αποκαλούσαν κανοκιάλι καθώς ήταν έτσι μακρύ που έμοιαζε με μικρό κανόνι. 

Ο Κατσαντώνης μόλις έγινε καλά επέστρεψε πίσω στα λημέρια του και χρησιμοποιούσε το τηλεσκόπιο αυτό. Κάποια μέρα το χάρισε σε ένα από τα παλληκάρια του  που ύστερα από καιρό έμελλε να γίνει ο στρατάρχης της Ρούμελης, ο ξακουστός Γεώργιος Καραϊσκάκης. Με τη σειρά του ο γιος της Καλογριάς το χρησιμοποιούσε σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγε και φυσικά και στις επιχειρήσεις στην περιφέρεια του Πειραιά όπου οι εκτάσεις από Ακρόπολη μέχρι το Χαϊδάρι και την Ελευσίνα ήταν τεράστιες. 

Τα κανοκιάλια είχαν ευρεία χρήση στους καπεταναίους του ναυτικού αγώνα αλλά στις στεριανές μάχες ήταν δυσεύρετα για αυτό ήταν και ανεκτίμητα. Τα πολύτιμα αυτά εξαρτήματα των επιχειρήσεων τα διέθεταν συνήθως οι οπλαρχηγοί μεγάλων ασκεριών. Λίγο πριν το θάνατό του την ημέρα της ονομαστικής του εορτής, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης χάρισε το τηλεσκόπιο του Κατσαντώνη (που του είχαν δωρίσει στην Λευκάδα) σε έναν άλλο αγωνιστή τον Ιωάννη Φραγκίστα. Αυτός ήταν παλιό παλικάρι του Κατσαντώνη, επίσης Αγραφιώτης, που βρέθηκε να πολεμά στο πλευρό του Καραϊσκάκη. Μόλις ο στρατάρχης της Ρούμελης τον είδε μπροστά του, θυμήθηκε ότι το τηλεσκόπιο που είχε ήταν του Αγραφιώτη Κατσαντώνη και του έδωσε το έκανε δώρο. 

Τα χρόνια πέρασαν ο Φραγκίστας σώθηκε από την ήττα του Φαλήρου (Ανάλατου) και κρατούσε το κανοκιάλι που του έδωσε ο Καραϊσκάκης σαν ιερό κειμήλιο. Το 1861 πέθανε ο Φραγκίστας και το κανοκιάλι το κληρονόμησε ο γιος του Επαμεινώνδας ο οποίος με τη σειρά του το χάρισε στο μουσείο που είχε ιδρύσει τότε η Σχολή Ευελπίδων.



[1] Εκδόσεις Ατλαντίς Μ. Πεχλιβανίδης και Σια Α.Ε. Αθήναι α.χ.

Η Βεντέτα (γδικιωμός) στα Μανιάτικα του Πειραιά

Μανιάτες σε καφενείο της ομώνυμης συνοικίας στον Πειραιά το 1939


του Στέφανου Μίλεση

Εκτός όμως από την Μανιάτικη τιμή της αδελφής που ασχοληθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, υπήρχε και η Μανιάτικη εκδίκηση ή αλλιώς Μανιάτικη βεντέτα η οποία στρεφόταν κυρίως γύρω από οικογενειακά ζητήματα προσβολής. Το έθιμο αυτό της βεντέτας δεν ήταν απλή περίπτωση ανθρωποκτονίας, αλλά μπορούσε να εξελιχθεί σε μια σειρά αλλεπάλληλων δολοφονιών με οικογένειες επί σειρά ετών να εξοντώνονται μεταξύ τους. Το χειρότερο όλων ήταν ότι πολλά από τα θύματα των δύο οικογενειών που αλληλοεξοντώνονταν μπορεί τελικώς να μην ένιωθαν καμία έχθρα μεταξύ τους. Διότι η βεντέτα δεν αποτελούσε δικαίωμα αλλά καθήκον που έπρεπε να παρθεί ακόμα και για άτομα που δεν γνωρίζονταν. 

Στον Πειραιά για χρόνια φατρίες ολόκληρες ειδικά κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ξεκληρίζονταν είτε για διαφορές που είχαν δημιουργηθεί πίσω στην πατρική γη, είτε για προσβολές και λόγια που είχαν ειπωθεί εντός της Συνοικίας. Καθώς τα ονόματα των οικογενειών υπάρχουν ακόμα στον Πειραιά δεν θα αναφερθούν ωστόσο μπορεί κανείς να τα διαβάσει ξεφυλλίζοντας τον ημερήσιο τύπο ειδικά της δεκαετίας του 1930. 




Υπήρχε μια σειρά από άγραφους κανόνες που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά. Πριν να αναφερθούν μερικές ιστορίες που συνέβησαν στα Μανιάτικα θα πρέπει να αναφερθούν μερικοί όροι που προσδιόριζαν τον λεγόμενο "γδικιωμό". Οι κυριότεροι ήταν:
   
Γδικιωμός: Με τον όρο αυτό εννοείται ο «δικαιωμός» (η δικαίωση), δηλαδή η αποκατάσταση του δικαίου, που σημαίνει για τον θιγμένο με απλά λόγια να καταφέρει «πάρει το αίμα του πίσω». Με βάση τον «γδικιωμό» εάν σκότωναν κάποιον από μια οικογένεια, τότε τα άλλα μέλη της οικογένειας είχαν χρέος να βγάλουν από πάνω τους την «ντροπή» και να ανταποδώσουν την πράξη, είτε απευθείας στον δράστη ή σε μέλος της οικογένειάς του. 

Ο «γδικιωμός» ήταν κληρονομικός. Δηλαδή εάν σκότωναν τον πατέρα μιας οικογένειας και δεν υπήρχε άλλος άνδρας να αποκαταστήσει την τιμή, τότε τα αγόρια από μικρά παιδιά ακόμα, μάθαιναν για την αποκατάσταση της τιμής της οικογένειας, ενώ παράλληλα εκπαιδεύονταν για όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Και αυτή δεν ήταν μακρινή, αφού το παιδί θεωρούσαν ότι γινόταν κατάλληλος άνδρας για εκδίκηση ήδη από την ηλικία των 15 ετών. Γδικιωμός ποτέ δεν γινόταν σε γυναίκα. Εάν γινόταν τότε αυτό ήταν νέα αιτία για γδικιωμό από τους αρσενικούς της οικογενείας της. 

Ο «γδικιωμός» ήταν απαιτητός όχι μόνο από τις συζητήσεις αλλά και από τα μοιρολόγια «τριήμερα», «εννιάμερα», «σαράντα». Σε όποιον νεκρό δεν είχαν πάρει εκδίκηση έμενε «Αγδίκιωτος». Το αίμα του αγδίκιωτου νεκρού ζητούσε εκδίκηση και όσο αυτή δεν δινόταν οι Μανιάτες θεωρούσαν ότι ο νεκρός δεν ησύχαζε. 



Βγαλτός: Στις μεγάλες μανιάτικες οικογένειες όταν αποφασιζόταν ο «γδικιωμός» μαζεύονταν όλοι όσοι μπορούσαν να κρατήσουν τουφέκι στο σπίτι του καλύτερου. Εκεί μιλούσαν μεταξύ τους κι αποφάσιζαν πότε θα γίνει ο «γδικιωμός» και από ποιόν. Αυτός ο οποίος θα λάμβανε το αίμα πίσω λεγόταν "βγαλτός" και παρακολουθούσε διαρκώς εκείνον που όφειλε να εξοντώσει.
 
Κάλλιος: Εκείνοι που όφειλαν να πάρουν το αίμα πίσω, φρόντιζαν να σκοτώσουν τον καλύτερο της αντίπαλης οικογένειας, δηλαδή τον εξέχοντα, τον αρχηγό, αν ο δράστης της πράξης είχε εξαφανιστεί (λόγω θανάτου ή άλλης αιτίας). Αν πάλι θεωρούσαν ότι ο «Κάλλιος» της αντίπαλης οικογένειας δεν ήταν αρκετός για να ισοφαρίσει την δική τους απώλεια, τότε προχωρούσαν και σε επόμενα κατά σειρά αξιοσύνης μέλη. Συνέβη να σκοτωθούν άτομα μανιάτικης καταγωγής στην Αμερική ή αλλού στο εξωτερικό, χωρίς να γνωρίζουν ότι κάποιο μέλος της δικής τους οικογένειας ή συγγενής τους είχε γίνει δράστης κάποιου εγκλήματος. Ιδανικός υποψήφιος για τη θέση του «Κάλλιου» ήταν ο μεγαλύτερος γιος, εάν ο δράστης πατέρας είχε πεθάνει.  

Χωσιά: Ήταν η ενέδρα που έστηνε μέλος της οικογένειας του θύματος για να λάβει τον γδικιωμό. Στον Πειραιά ως πλέον σύνηθες μέρος για το στήσιμο ενέδρας (χωσιάς) ήταν η οδός Αιτωλικού, την εποχή φυσικά που ακόμα ήταν ένας κακοτράχαλος χωματόδρομος. 


Η πρόσοψη του Ι.Ν. Αγίας Σοφίας Πειραιώς στα Μανιάτικα
Οφείλουμε να αναφέρουμε καταρχάς ότι μέχρι να λάβει εκδίκηση ο Μανιάτης θεωρούσε την πράξη που έγινε κατά της οικογενείας του άτιμη και τον δράστη αυτής εξίσου άτιμο. Κατά συνέπεια η "χωσιά" στηνόταν με σκοπό να ξεπληρωθεί η ατιμία. Και στους άτιμους η ανδρεία περίσσευε! Η "χωσιά" για τους Μανιάτες δεν είχε το χαρακτήρα της άτιμης ή της άνανδρης πράξης. Αυτό ήταν μια αντίληψη αρχαία με προέλευση από την αρχαιότητα όταν με όμοιο τρόπο οι έφηβοι Σπαρτιάτες εφάρμοζαν την "κρυπτεία". 

Άλλωστε πριν ακόμα στηθεί η "χωσιά" ο "βγαλτός" έστελνε μήνυμα στον δράστη και τον ειδοποιούσε ότι σύντομα θα παρθεί εκδίκηση. Έτσι ο δράστης είτε έπαιρνε τα μέτρα του είτε κυκλοφορούσε έχοντας στο πλάι του τον "Συνεβγαλτή" για τον οποίο θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως.

Στα Μανιάτικα


Συνεβγαλτής (Ξεβγαλτής): Άνδρας που είναι ουδέτερος ανάμεσα στην διαμάχη των δύο οικογενειών. Όταν κάποιος κυκλοφορούσε στο δρόμο έχοντας τον «συνεβγαλτή» (ξεβγαλτή) στο πλάι του, κανείς δεν μπορούσε να τον πειράξει. «Γδικιωμός» δεν γινόταν ποτέ παρουσία του «ξεβγαλτή». Τα ακόμα πιο παλιά χρόνια ίσχυε και το εξής. Εάν ο «συνεβγαλτής» αδυνατούσε μια συγκεκριμένη μέρα, είτε διότι ήταν άρρωστος, είτε διότι είχε εργασία, τότε μπορούσε ο «κάλλιος» να κρατά στο χέρι του το ραβδί του συνεβγαλτή. Ακόμα κι αν περνούσε από «χωσιά» ο «κάλλιος» έφτανε που κρατούσε το ραβδί του «συνεβγαλτή» για να μην γίνει τίποτε. Σε περίπτωση που γινόταν πράξη αντεκδίκησης παρουσία είτε του «συνεβγαλτή» είτε του ραβδιού του, αποτελούσε προσβολή προς όλα τα μέλη της οικογένειας του «συνεβγαλτή». Η φράση «βαστώ το ραβδί του τάδε, του συνεβγαλτή μου» ήταν αρκετή για να αναβάλλει τον «γδικιωμό» προσωρινά για εκείνη τη στιγμή. Το ραβδί του «συνεβγαλτή» θυμίζει το αρχαίο «κηρύκειον». 


Στα Μανιάτικα


Ψυχικό: Δύο οικογένειες ερχόταν μετά από σειρά θανάτων, με τη μεσολάβηση τρίτων ή με τη συγχώρεση της χήρας ή της μάνας του θύματος στη λεγόμενη συμφιλίωση. Στην περίπτωση αυτή, τη βιοποριστική συντήρηση αναλάμβανε ο φονιάς που αποκαλούσε τη χήρα του ανθρώπου που δολοφόνησε «ψυχαδελφή» και τη μάνα του θύματος «ψυχομάνα». Μπορούσε και η οικογένεια του φονιά να ζητήσει "Ψυχικό". Αν γινόταν δεκτό το "ψυχικό" οι συγγενείς του φονιά παρατάσσονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Τότε ο φονιάς προσερχόταν άοπλος μαζί με τους δικούς του φιλούσε τα χέρια του πατέρα και της μάνας του σκοτωμένου και δεν σήκωνε το κεφάλι του παρά μόνο όταν του το έλεγαν. Συγγενείς του φονιά και του σκοτωμένου, όλοι μαζί, κάθονταν στη συνέχεια σε καφενείο της συνοικίας για να δουν οι υπόλοιποι ότι υπήρξε συμφιλίωση ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Εκεί στο καφενείο έπιναν τρεις γύρες πιοτά. Η πρώτη γύρα ήταν από τους μεσολαβητές. Η δεύτερη από τους συγγενείς του σκοτωμένου και η τρίτη από τους συγγενείς του φονιά. Η τελετή αυτή λεγόταν "ψυχαδελφοσύνη". 

Η Βεντέττα Εν Μάνη του Νικόλαου Κατσικάρου, 1933. Μια σημαντική μελέτη για τα έθιμα της Βεντέτας "γδικιωμού".
   

Την υποχρέωση του «γδικιωμού» για τον σκοτωμένο πατέρα την κληρονομούσε ο γιος. Κάποτε συνέβη ο γιος να έχει φύγει από μικρή ηλικία στην Αμερική. Εκεί μεγάλωσε, έζησε 40 χρόνια και αποφάσισε να επιστρέψει για καλοκαίρι πίσω στην Ελλάδα, στην πατρική του γη. Μόλις όμως γύρισε τον έπιασαν οι συγγενείς και του ζήτησαν να πάρει το αίμα της οικογένειας πίσω. Ο άνθρωπος ξαφνιάστηκε! 

- «Ιδέα δεν έχω τι μου λέτε» τους είπε. 

Εκείνος ίσως να μην είχε ιδέα τόσα χρόνια στην Αμερική, οι συγγενείς όμως περίμεναν τον γυρισμό του. 
- «Εσύ είσαι ο μοναδικός γιος της οικογένειας» του είπαν «Εσύ θα πάρεις το αίμα του πατέρα σου πίσω». 
- «Μα ο φονιάς του πατέρα μου έχει πεθάνει εδώ και χρόνια» είπε απορημένος. 
- «Δεν πειράζει άφησε πίσω του έναν γιο και τρεις κόρες» του απάντησαν. 

Κι εκείνος τότε αγανακτισμένος με όσα άκουγε τους ζήτησε να τον αφήσουν ήσυχο. Από εκείνη την μέρα ήταν πλέον «αόρατος». Στον δρόμο, στο καφενείο, στην εκκλησία ήταν σαν να μην υπήρχε. Και δεν έφτανε μονάχα αυτό. Από την άλλη πλευρά είχε πληροφορηθεί ο «Κάλλιος» της οικογένειας του πεθαμένου πλέον δράστη, ότι ο γιος του θύματος είχε επιστρέψει από την Αμερική. Φαντάστηκαν λοιπόν κατά τα μανιάτικα έθιμα, ότι είχε επιστρέψει για να λάβει «γδικιωμό» και έτσι κυκλοφορούσε πάντα έτοιμος με το όπλο στο χέρι. 


Η εκκλησία Αγία Σοφία στα Μανιάτικα


Πέρασε λίγο καιρός και ο «Αμερικανός», ο γιος δηλαδή που ύστερα από χρόνια επέστρεψε στον τόπο του, είδε τον «Κάλλιο» της οικογένειας να κυκλοφορεί με το όπλο στο χέρι και φοβήθηκε. Έτσι πήρε την απόφαση να κυκλοφορεί κι αυτός έχοντας ένα τουφέκι παλιό που είχε βρει στο σπίτι. Πήγαινε στα χωράφια για δουλειά με το τουφέκι, τραβούσε νερό από πηγάδι με το τουφέκι από δίπλα, τίποτα δεν έκανε χωρίς να το έχει στο πλάι του. 
Μέχρι που μια μέρα το τουφέκι όπως στεκόταν όρθιο, στα χωράφια, έπεσε στα πλάγια και εκπυρσοκρότησε. Η ριξιά βρήκε τον «Αμερικανό» στο κεφάλι και τον σκότωσε. Τότε όλο το χωριό είπε πως τόκανε ο σκοτωμένος πατέρας του διότι ήταν «αγδίκιωτος» και τιμώρησε τον γιο του καθώς τον έκρινε ανάξιο!  



Διαβάστε επίσης:

Δια την τιμήν της αδελφής... στα Μανιάτικα στον Πειραιά



Πηγές:
-      «Ο φοβερός νόμος της Μάνης», Στρατή Μυριβήλη, περιοδικό «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά», 1963, σελ. 25-26. 
-      Εφημερίδα «Η Πρωία», φ. 10 Αυγούστου 1936, σελ. 1 «Η τιμή της αδελφής», ο Σκεπτικιστής.
-      Εφημερίδα «Ελληνικόν Μέλλον», φ. 29 Ιουλίου 1937, σελ. 1
-      Εφημερίδα «Ακρόπολις», φ. 6 Ιανουαρίου 1933, ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΝΑΡΟΣ.
-      Εφημερίδα «Ακρόπολις», φ. 8 Ιανουαρίου 1933, ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΝΑΡΟΣ.
-      Περιοδικό «Παναθήναια», από τεύχος 5 έως τεύχος 9, 1933, ήτοι από σελ. 192 κ.ε. «Η Μανιάτικη βεντέττα».