"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Το κανοκιάλι της Καστέλλας





του Στέφανου Μίλεση

Στο βιβλίο του Τάκη Λάππα με τίτλο «Ελληνικά Ιστορικά ανέκδοτα 1750-1862»[1] ο συγγραφέας αναφέρει την ιστορία ενός τηλεσκοπίου που αφού χρησιμοποιήθηκε στις διάφορες μάχες του Πειραιά, δόθηκε από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη λίγο πριν πεθάνει σε έναν άλλο αγωνιστή και έτσι διασώθηκε και η ιστορία του.

Σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους πάνω στα Άγραφα, ο θρυλικός κλέφτης ο Κατσαντώνης τραυματίστηκε βαριά και για να θεραπεύσει την πληγή του αναγκάστηκε να περάσει κρυφά στην Αγία Μαύρα όπως τότε έλεγαν τη Λευκάδα.

Σαν έφτασε εκεί πολλοί Έλληνες που είχαν ακούσει για αυτόν και τον ηρωισμό του έτρεξαν να τον δουν από κοντά και πολλοί από αυτούς του έκαναν και δώρα. Τον επισκέφτηκε και ένας Έλληνας στρατιωτικός με το όνομα Παπαδόπουλος που είχε οριστεί από τους Ρώσους διοικητής των Επτανήσων καθώς αυτά βρίσκονταν υπό ρωσική κατοχή. Θαυμαστής της δράσης του Κατσαντώνη και ο Παπαδόπουλος μόλις πήγε να τον γνωρίσει του έκανε δώρο ένα τηλεσκόπιο που την εποχή εκείνη το αποκαλούσαν κανοκιάλι καθώς ήταν έτσι μακρύ που έμοιαζε με μικρό κανόνι. 

Ο Κατσαντώνης μόλις έγινε καλά επέστρεψε πίσω στα λημέρια του και χρησιμοποιούσε το τηλεσκόπιο αυτό. Κάποια μέρα το χάρισε σε ένα από τα παλληκάρια του  που ύστερα από καιρό έμελλε να γίνει ο στρατάρχης της Ρούμελης, ο ξακουστός Γεώργιος Καραϊσκάκης. Με τη σειρά του ο γιος της Καλογριάς το χρησιμοποιούσε σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγε και φυσικά και στις επιχειρήσεις στην περιφέρεια του Πειραιά όπου οι εκτάσεις από Ακρόπολη μέχρι το Χαϊδάρι και την Ελευσίνα ήταν τεράστιες. 

Τα κανοκιάλια είχαν ευρεία χρήση στους καπεταναίους του ναυτικού αγώνα αλλά στις στεριανές μάχες ήταν δυσεύρετα για αυτό ήταν και ανεκτίμητα. Τα πολύτιμα αυτά εξαρτήματα των επιχειρήσεων τα διέθεταν συνήθως οι οπλαρχηγοί μεγάλων ασκεριών. Λίγο πριν το θάνατό του την ημέρα της ονομαστικής του εορτής, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης χάρισε το τηλεσκόπιο του Κατσαντώνη (που του είχαν δωρίσει στην Λευκάδα) σε έναν άλλο αγωνιστή τον Ιωάννη Φραγκίστα. Αυτός ήταν παλιό παλικάρι του Κατσαντώνη, επίσης Αγραφιώτης, που βρέθηκε να πολεμά στο πλευρό του Καραϊσκάκη. Μόλις ο στρατάρχης της Ρούμελης τον είδε μπροστά του, θυμήθηκε ότι το τηλεσκόπιο που είχε ήταν του Αγραφιώτη Κατσαντώνη και του έδωσε το έκανε δώρο. 

Τα χρόνια πέρασαν ο Φραγκίστας σώθηκε από την ήττα του Φαλήρου (Ανάλατου) και κρατούσε το κανοκιάλι που του έδωσε ο Καραϊσκάκης σαν ιερό κειμήλιο. Το 1861 πέθανε ο Φραγκίστας και το κανοκιάλι το κληρονόμησε ο γιος του Επαμεινώνδας ο οποίος με τη σειρά του το χάρισε στο μουσείο που είχε ιδρύσει τότε η Σχολή Ευελπίδων.



[1] Εκδόσεις Ατλαντίς Μ. Πεχλιβανίδης και Σια Α.Ε. Αθήναι α.χ.

Η Βεντέτα (γδικιωμός) στα Μανιάτικα του Πειραιά

Μανιάτες σε καφενείο της ομώνυμης συνοικίας στον Πειραιά το 1939


του Στέφανου Μίλεση

Εκτός όμως από την Μανιάτικη τιμή της αδελφής που ασχοληθήκαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, υπήρχε και η Μανιάτικη εκδίκηση ή αλλιώς Μανιάτικη βεντέτα η οποία στρεφόταν κυρίως γύρω από οικογενειακά ζητήματα προσβολής. Το έθιμο αυτό της βεντέτας δεν ήταν απλή περίπτωση ανθρωποκτονίας, αλλά μπορούσε να εξελιχθεί σε μια σειρά αλλεπάλληλων δολοφονιών με οικογένειες επί σειρά ετών να εξοντώνονται μεταξύ τους. Το χειρότερο όλων ήταν ότι πολλά από τα θύματα των δύο οικογενειών που αλληλοεξοντώνονταν μπορεί τελικώς να μην ένιωθαν καμία έχθρα μεταξύ τους. Διότι η βεντέτα δεν αποτελούσε δικαίωμα αλλά καθήκον που έπρεπε να παρθεί ακόμα και για άτομα που δεν γνωρίζονταν. 

Στον Πειραιά για χρόνια φατρίες ολόκληρες ειδικά κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ξεκληρίζονταν είτε για διαφορές που είχαν δημιουργηθεί πίσω στην πατρική γη, είτε για προσβολές και λόγια που είχαν ειπωθεί εντός της Συνοικίας. Καθώς τα ονόματα των οικογενειών υπάρχουν ακόμα στον Πειραιά δεν θα αναφερθούν ωστόσο μπορεί κανείς να τα διαβάσει ξεφυλλίζοντας τον ημερήσιο τύπο ειδικά της δεκαετίας του 1930. 




Υπήρχε μια σειρά από άγραφους κανόνες που μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά. Πριν να αναφερθούν μερικές ιστορίες που συνέβησαν στα Μανιάτικα θα πρέπει να αναφερθούν μερικοί όροι που προσδιόριζαν τον λεγόμενο "γδικιωμό". Οι κυριότεροι ήταν:
   
Γδικιωμός: Με τον όρο αυτό εννοείται ο «δικαιωμός» (η δικαίωση), δηλαδή η αποκατάσταση του δικαίου, που σημαίνει για τον θιγμένο με απλά λόγια να καταφέρει «πάρει το αίμα του πίσω». Με βάση τον «γδικιωμό» εάν σκότωναν κάποιον από μια οικογένεια, τότε τα άλλα μέλη της οικογένειας είχαν χρέος να βγάλουν από πάνω τους την «ντροπή» και να ανταποδώσουν την πράξη, είτε απευθείας στον δράστη ή σε μέλος της οικογένειάς του. 

Ο «γδικιωμός» ήταν κληρονομικός. Δηλαδή εάν σκότωναν τον πατέρα μιας οικογένειας και δεν υπήρχε άλλος άνδρας να αποκαταστήσει την τιμή, τότε τα αγόρια από μικρά παιδιά ακόμα, μάθαιναν για την αποκατάσταση της τιμής της οικογένειας, ενώ παράλληλα εκπαιδεύονταν για όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Και αυτή δεν ήταν μακρινή, αφού το παιδί θεωρούσαν ότι γινόταν κατάλληλος άνδρας για εκδίκηση ήδη από την ηλικία των 15 ετών. Γδικιωμός ποτέ δεν γινόταν σε γυναίκα. Εάν γινόταν τότε αυτό ήταν νέα αιτία για γδικιωμό από τους αρσενικούς της οικογενείας της. 

Ο «γδικιωμός» ήταν απαιτητός όχι μόνο από τις συζητήσεις αλλά και από τα μοιρολόγια «τριήμερα», «εννιάμερα», «σαράντα». Σε όποιον νεκρό δεν είχαν πάρει εκδίκηση έμενε «Αγδίκιωτος». Το αίμα του αγδίκιωτου νεκρού ζητούσε εκδίκηση και όσο αυτή δεν δινόταν οι Μανιάτες θεωρούσαν ότι ο νεκρός δεν ησύχαζε. 



Βγαλτός: Στις μεγάλες μανιάτικες οικογένειες όταν αποφασιζόταν ο «γδικιωμός» μαζεύονταν όλοι όσοι μπορούσαν να κρατήσουν τουφέκι στο σπίτι του καλύτερου. Εκεί μιλούσαν μεταξύ τους κι αποφάσιζαν πότε θα γίνει ο «γδικιωμός» και από ποιόν. Αυτός ο οποίος θα λάμβανε το αίμα πίσω λεγόταν "βγαλτός" και παρακολουθούσε διαρκώς εκείνον που όφειλε να εξοντώσει.
 
Κάλλιος: Εκείνοι που όφειλαν να πάρουν το αίμα πίσω, φρόντιζαν να σκοτώσουν τον καλύτερο της αντίπαλης οικογένειας, δηλαδή τον εξέχοντα, τον αρχηγό, αν ο δράστης της πράξης είχε εξαφανιστεί (λόγω θανάτου ή άλλης αιτίας). Αν πάλι θεωρούσαν ότι ο «Κάλλιος» της αντίπαλης οικογένειας δεν ήταν αρκετός για να ισοφαρίσει την δική τους απώλεια, τότε προχωρούσαν και σε επόμενα κατά σειρά αξιοσύνης μέλη. Συνέβη να σκοτωθούν άτομα μανιάτικης καταγωγής στην Αμερική ή αλλού στο εξωτερικό, χωρίς να γνωρίζουν ότι κάποιο μέλος της δικής τους οικογένειας ή συγγενής τους είχε γίνει δράστης κάποιου εγκλήματος. Ιδανικός υποψήφιος για τη θέση του «Κάλλιου» ήταν ο μεγαλύτερος γιος, εάν ο δράστης πατέρας είχε πεθάνει.  

Χωσιά: Ήταν η ενέδρα που έστηνε μέλος της οικογένειας του θύματος για να λάβει τον γδικιωμό. Στον Πειραιά ως πλέον σύνηθες μέρος για το στήσιμο ενέδρας (χωσιάς) ήταν η οδός Αιτωλικού, την εποχή φυσικά που ακόμα ήταν ένας κακοτράχαλος χωματόδρομος. 


Η πρόσοψη του Ι.Ν. Αγίας Σοφίας Πειραιώς στα Μανιάτικα
Οφείλουμε να αναφέρουμε καταρχάς ότι μέχρι να λάβει εκδίκηση ο Μανιάτης θεωρούσε την πράξη που έγινε κατά της οικογενείας του άτιμη και τον δράστη αυτής εξίσου άτιμο. Κατά συνέπεια η "χωσιά" στηνόταν με σκοπό να ξεπληρωθεί η ατιμία. Και στους άτιμους η ανδρεία περίσσευε! Η "χωσιά" για τους Μανιάτες δεν είχε το χαρακτήρα της άτιμης ή της άνανδρης πράξης. Αυτό ήταν μια αντίληψη αρχαία με προέλευση από την αρχαιότητα όταν με όμοιο τρόπο οι έφηβοι Σπαρτιάτες εφάρμοζαν την "κρυπτεία". 

Άλλωστε πριν ακόμα στηθεί η "χωσιά" ο "βγαλτός" έστελνε μήνυμα στον δράστη και τον ειδοποιούσε ότι σύντομα θα παρθεί εκδίκηση. Έτσι ο δράστης είτε έπαιρνε τα μέτρα του είτε κυκλοφορούσε έχοντας στο πλάι του τον "Συνεβγαλτή" για τον οποίο θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως.

Στα Μανιάτικα


Συνεβγαλτής (Ξεβγαλτής): Άνδρας που είναι ουδέτερος ανάμεσα στην διαμάχη των δύο οικογενειών. Όταν κάποιος κυκλοφορούσε στο δρόμο έχοντας τον «συνεβγαλτή» (ξεβγαλτή) στο πλάι του, κανείς δεν μπορούσε να τον πειράξει. «Γδικιωμός» δεν γινόταν ποτέ παρουσία του «ξεβγαλτή». Τα ακόμα πιο παλιά χρόνια ίσχυε και το εξής. Εάν ο «συνεβγαλτής» αδυνατούσε μια συγκεκριμένη μέρα, είτε διότι ήταν άρρωστος, είτε διότι είχε εργασία, τότε μπορούσε ο «κάλλιος» να κρατά στο χέρι του το ραβδί του συνεβγαλτή. Ακόμα κι αν περνούσε από «χωσιά» ο «κάλλιος» έφτανε που κρατούσε το ραβδί του «συνεβγαλτή» για να μην γίνει τίποτε. Σε περίπτωση που γινόταν πράξη αντεκδίκησης παρουσία είτε του «συνεβγαλτή» είτε του ραβδιού του, αποτελούσε προσβολή προς όλα τα μέλη της οικογένειας του «συνεβγαλτή». Η φράση «βαστώ το ραβδί του τάδε, του συνεβγαλτή μου» ήταν αρκετή για να αναβάλλει τον «γδικιωμό» προσωρινά για εκείνη τη στιγμή. Το ραβδί του «συνεβγαλτή» θυμίζει το αρχαίο «κηρύκειον». 


Στα Μανιάτικα


Ψυχικό: Δύο οικογένειες ερχόταν μετά από σειρά θανάτων, με τη μεσολάβηση τρίτων ή με τη συγχώρεση της χήρας ή της μάνας του θύματος στη λεγόμενη συμφιλίωση. Στην περίπτωση αυτή, τη βιοποριστική συντήρηση αναλάμβανε ο φονιάς που αποκαλούσε τη χήρα του ανθρώπου που δολοφόνησε «ψυχαδελφή» και τη μάνα του θύματος «ψυχομάνα». Μπορούσε και η οικογένεια του φονιά να ζητήσει "Ψυχικό". Αν γινόταν δεκτό το "ψυχικό" οι συγγενείς του φονιά παρατάσσονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Τότε ο φονιάς προσερχόταν άοπλος μαζί με τους δικούς του φιλούσε τα χέρια του πατέρα και της μάνας του σκοτωμένου και δεν σήκωνε το κεφάλι του παρά μόνο όταν του το έλεγαν. Συγγενείς του φονιά και του σκοτωμένου, όλοι μαζί, κάθονταν στη συνέχεια σε καφενείο της συνοικίας για να δουν οι υπόλοιποι ότι υπήρξε συμφιλίωση ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Εκεί στο καφενείο έπιναν τρεις γύρες πιοτά. Η πρώτη γύρα ήταν από τους μεσολαβητές. Η δεύτερη από τους συγγενείς του σκοτωμένου και η τρίτη από τους συγγενείς του φονιά. Η τελετή αυτή λεγόταν "ψυχαδελφοσύνη". 

Η Βεντέττα Εν Μάνη του Νικόλαου Κατσικάρου, 1933. Μια σημαντική μελέτη για τα έθιμα της Βεντέτας "γδικιωμού".
   

Την υποχρέωση του «γδικιωμού» για τον σκοτωμένο πατέρα την κληρονομούσε ο γιος. Κάποτε συνέβη ο γιος να έχει φύγει από μικρή ηλικία στην Αμερική. Εκεί μεγάλωσε, έζησε 40 χρόνια και αποφάσισε να επιστρέψει για καλοκαίρι πίσω στην Ελλάδα, στην πατρική του γη. Μόλις όμως γύρισε τον έπιασαν οι συγγενείς και του ζήτησαν να πάρει το αίμα της οικογένειας πίσω. Ο άνθρωπος ξαφνιάστηκε! 

- «Ιδέα δεν έχω τι μου λέτε» τους είπε. 

Εκείνος ίσως να μην είχε ιδέα τόσα χρόνια στην Αμερική, οι συγγενείς όμως περίμεναν τον γυρισμό του. 
- «Εσύ είσαι ο μοναδικός γιος της οικογένειας» του είπαν «Εσύ θα πάρεις το αίμα του πατέρα σου πίσω». 
- «Μα ο φονιάς του πατέρα μου έχει πεθάνει εδώ και χρόνια» είπε απορημένος. 
- «Δεν πειράζει άφησε πίσω του έναν γιο και τρεις κόρες» του απάντησαν. 

Κι εκείνος τότε αγανακτισμένος με όσα άκουγε τους ζήτησε να τον αφήσουν ήσυχο. Από εκείνη την μέρα ήταν πλέον «αόρατος». Στον δρόμο, στο καφενείο, στην εκκλησία ήταν σαν να μην υπήρχε. Και δεν έφτανε μονάχα αυτό. Από την άλλη πλευρά είχε πληροφορηθεί ο «Κάλλιος» της οικογένειας του πεθαμένου πλέον δράστη, ότι ο γιος του θύματος είχε επιστρέψει από την Αμερική. Φαντάστηκαν λοιπόν κατά τα μανιάτικα έθιμα, ότι είχε επιστρέψει για να λάβει «γδικιωμό» και έτσι κυκλοφορούσε πάντα έτοιμος με το όπλο στο χέρι. 


Η εκκλησία Αγία Σοφία στα Μανιάτικα


Πέρασε λίγο καιρός και ο «Αμερικανός», ο γιος δηλαδή που ύστερα από χρόνια επέστρεψε στον τόπο του, είδε τον «Κάλλιο» της οικογένειας να κυκλοφορεί με το όπλο στο χέρι και φοβήθηκε. Έτσι πήρε την απόφαση να κυκλοφορεί κι αυτός έχοντας ένα τουφέκι παλιό που είχε βρει στο σπίτι. Πήγαινε στα χωράφια για δουλειά με το τουφέκι, τραβούσε νερό από πηγάδι με το τουφέκι από δίπλα, τίποτα δεν έκανε χωρίς να το έχει στο πλάι του. 
Μέχρι που μια μέρα το τουφέκι όπως στεκόταν όρθιο, στα χωράφια, έπεσε στα πλάγια και εκπυρσοκρότησε. Η ριξιά βρήκε τον «Αμερικανό» στο κεφάλι και τον σκότωσε. Τότε όλο το χωριό είπε πως τόκανε ο σκοτωμένος πατέρας του διότι ήταν «αγδίκιωτος» και τιμώρησε τον γιο του καθώς τον έκρινε ανάξιο!  



Διαβάστε επίσης:

Δια την τιμήν της αδελφής... στα Μανιάτικα στον Πειραιά



Πηγές:
-      «Ο φοβερός νόμος της Μάνης», Στρατή Μυριβήλη, περιοδικό «Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά», 1963, σελ. 25-26. 
-      Εφημερίδα «Η Πρωία», φ. 10 Αυγούστου 1936, σελ. 1 «Η τιμή της αδελφής», ο Σκεπτικιστής.
-      Εφημερίδα «Ελληνικόν Μέλλον», φ. 29 Ιουλίου 1937, σελ. 1
-      Εφημερίδα «Ακρόπολις», φ. 6 Ιανουαρίου 1933, ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΝΑΡΟΣ.
-      Εφημερίδα «Ακρόπολις», φ. 8 Ιανουαρίου 1933, ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΝΑΡΟΣ.
-      Περιοδικό «Παναθήναια», από τεύχος 5 έως τεύχος 9, 1933, ήτοι από σελ. 192 κ.ε. «Η Μανιάτικη βεντέττα».

Δια την τιμήν της αδελφής... στα Μανιάτικα στον Πειραιά




του Στέφανου Μίλεση

Η τιμή της αδελφής στη Μάνη ήταν υπόθεση φοβερή. Και συνέχισε να αποτελεί άγραφο ηθικό κανόνα, όχι μόνο στην Μάνη αλλά και στα Μανιάτικα του Πειραιά. Από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους στον Πειραιά οι Μανιάτες έφεραν στις αποσκευές τους και τα ιδιαίτερα ήθη που τους χαρακτήριζαν και που εφάρμοζαν από παλιά, στα πατρογονικά τους εδάφη. 

Την «Τιμή της αδελφής» και τον «γδικιωμό» κοινώς την βεντέτα. Γενικώς όχι μόνο τα εγκλήματα τιμής αλλά και οι άγραφοι νόμοι της εκδίκησης (βεντέτα), δημιουργήθηκαν στη Μάνη κάτω από ειδικές συνθήκες που είχαν να κάνουν με πανάρχαιες καταβολές. Βιβλία ολόκληρα έχουν γραφτεί και ειδικές μελέτες σχετικά με τις καταβολές των μανιάτικων εθίμων.

Η άφιξη των Μανιατών κατά κύματα στον Πειραιά κορυφώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε τελικώς οι Μανιάτες του Πειραιά να είναι αριθμητικώς περισσότεροι από τους Μανιάτες της Μάνης. Όσο οι συνθήκες ζωής στον Πειραιά άλλαζαν, μεταβάλλονταν και τα ήθη όχι μόνο των Μανιατών του Πειραιά και όλων των Μανιατών εν γένει. 

Εικόνες από τα Μανιάτικα του Πειραιά το 1964


Η κοινωνική ζωή του Πειραιά άνοιξε διάπλατα τα ερμητικά κλειστά σπίτια της συνοικίας. Στον Πειραιά δεν υπήρχαν πετρόκτιστα καστρόσπιτα, παρά μικρά σπιτάκια αυτοσχέδια κτισμένα και άνθρωποι που αγωνίζονταν σε λιμάνι και εργοστάσια να επιβιώσουν. Απλά για την προσαρμογή αυτή η αλήθεια είναι ότι απαιτήθηκε αρκετός χρόνος. Ας δούμε όμως πρώτα τα εγκλήματα «Δια την τιμήν της αδελφής».


Οι εφημερίδες ειδικά τις δεκαετίες του 1920, του 1930 αλλά και των πρώτων μεταπολεμικών ετών, είχαν διαρκώς πρωτοσέλιδα με ανθρωποκτονίες είτε γυναικών (που με τις πράξεις τους προσέβαλλαν την τιμή της οικογενείας τους), είτε ανδρών (που προσέβαλλαν την τιμή της αδελφής). Ο τίτλος «Δια την τιμήν της αδελφής» προσδιόριζε στους αναγνώστες ότι αφορούσε ανθρωποκτονία που συνήθως συνέβαινε στα Μανιάτικα του Πειραιά, με δράστη κάποιον Μανιάτη αδελφό που αποκαθιστούσε την τιμή της οικογενείας. 

Μανιάτικα 1938

Καθώς η τιμή της γυναίκας στη Μάνη ήταν δύσκολη να προσβληθεί, αφού η κοινωνία ήταν κλειστή, η οικογένεια παρούσα και οι κανόνες που εφαρμόζονταν αυστηροί, τα εγκλήματα αυτού του είδους εύρισκαν πρόσφορο έδαφος στον Πειραιά, όπου η εξέλιξη και οι συνήθειες της σύγχρονης εποχής μυούσαν τις επαρχιώτικες κοινωνικές αντιλήψεις και ήθη σε νέα δεδομένα. Η προγαμιαία σχέση μιας γυναίκας αποτελούσε συνήθως αιτία αποκατάστασης τιμής. Ακόμα όμως και μια υπόνοια αυτής ήταν αρκετή! Ένα φιλί, ένα ραντεβού, μια περίεργη ματιά, μπορούσαν πολύ εύκολα να μετατραπούν σε λόγια τρίτων, τα σχόλια των οποίων αποτελούσαν προσβολή της τιμής της οικογένειας. Κουβέντες όπως «είδα την αδελφή σου χθες το βράδυ εκεί….» μπορούσαν να οδηγήσουν σε φόνο.


οδός Αιτωλικού 1938


Αδελφός κατέφτασε από την Μάνη στον Πειραιά, ειδοποιημένος από γείτονες συγχωριανούς της αδελφής του, ότι «κάτι τρέχει με την αδελφή σου που βγαίνει περίεργες ώρες…». 
Η υπόνοια και μόνο οπλίζει το χέρι του αδελφού καθώς νιώθει ότι η αδελφή του προσβάλει με τις πράξεις της το όνομα και την οικογένειά της. Μόλις φτάνει, παίρνει από το χέρι την αδελφή του και την πηγαίνει προς εξέταση σε γιατρό, ο οποίος χωρίς να υποψιάζεται τι συμβαίνει ανακοινώνει το αποτέλεσμα της εξέτασης στον αδελφό. Ο αδελφός σκοτώνει την αδελφή του έξω ακριβώς από το ιατρείο. Η τιμή του αδελφού και της οικογένειας αποκαθίσταται!

Οικογένεια αποτελούμενη από μάνα που έχει μείνει χήρα και τρεις κόρες. Η μικρή φλερτάρει με συνομήλικο από το σχολείο. Στη γειτονιά γίνονται λόγια που φτάνουν μέχρι το σπίτι της χήρας. 
Η μεγάλη αδελφή πηγαίνει στη μάνα και της ζητά -ελλείψει αδελφού- να αποκαταστήσει εκείνη την τιμή τους. Η μάνα αρνιέται και προσπαθεί να αλλάξει γνώμη στην μεγάλη της κόρη. 
- «Αυτά είναι για τους αρσενικούς» της λέει. 
- «Και τώρα δηλαδή που δεν έχουμε αρσενικό τι πρέπει να γίνει μάνα;» ρωτάει η μεγάλη κόρη. 
Και η μάνα της απαντά «Τίποτε. Θα πίνουμε την ντροπή μας»



Οι μέρες περνούν. Η μεγάλη κόρη κάνει απόπειρα μια νύχτα κρατώντας στο χέρι ένα τσεκούρι για να αποκαταστήσει την τιμή. Η μάνα τη σταματά. Η μεγάλη κόρη σηκώνεται και φεύγει. Οι ώρες περνούν η κόρη άφαντη. Την βρίσκουν ύστερα από ώρες κρεμασμένη από ένα δένδρο. Από ντροπή που δεν μπόρεσε να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειας.

«Δεν μετανοώ διότι διέσυρε το όνομα της οικογένειας» είπε κατά την απολογία του ο δράστης στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν. Οι αστυνομικοί συντάκτες που περιγράφουν τα περιστατικά εγκλημάτων τιμής σημειώνουν μεταξύ άλλων και την «σκληρή» ή «πρωτόγονη» εμφάνιση των Μανιατών «οι ένοπλοι αδελφοί, δεν είναι μόνο πεπαλαιωμένοι ψυχικώς αλλά είναι και ακαλαισθήτου εμφανίσως».  

Ο μεγάλος αδελφός προέβη στο φόνο της 16χρονης αδελφής του διότι διαπίστωσε ότι αυτή διήγαγε έκλυτο βίο. Έφευγε συχνά από την πατρική οικία και σύχναζε σε διάφορα ύποπτα κέντρα του Πειραιά. Παρά τις συστάσεις του το θύμα αναχώρησε από το σπίτι κρυφά και επέστρεψε τις πρώτες πρωινές ώρες. Τότε ο αδελφός σηκώθηκε από το κρεβάτι του και με ξιφολόγχη της φόνευσε. «Δεν μετανιώνω» είπε «διότι δεν σεβάστηκε την οικογενειακή μας τιμή».



Εκτός όμως από την Μανιάτικη τιμή της αδελφής υπήρχε και η Μανιάτικη εκδίκηση ή αλλιώς Μανιάτικη βεντέτα η οποία στρεφόταν κυρίως γύρω από οικογενειακά ζητήματα προσβολής. Το έθιμο αυτό της βεντέτας δεν ήταν απλή περίπτωση ανθρωποκτονίας, αλλά μπορούσε να εξελιχθεί σε μια σειρά αλλεπάλληλων δολοφονιών με οικογένειες επί σειρά ετών να εξοντώνονται μεταξύ τους. Το χειρότερο όλων ήταν ότι πολλά από τα θύματα των δύο οικογενειών που αλληλοεξοντώνονταν δεν ένιωθαν καμία έχθρα μεταξύ τους. Διότι η βεντέτα δεν αποτελούσε δικαίωμα αλλά καθήκον!

Στην ακριβώς επόμενη ανάρτηση θα εξεταστεί το μανιάτικο έθιμο του "γδικιωμού" που εφαρμόστηκε στον Πειραιά στα διάφορα στενά της Αγίας Σοφίας και ειδικά στην οδό Αιτωλικού. Θα δούμε επίσης τους κανόνες της βεντέτας όπως απαρτίζεται από τους όρους: βγαλτός - Κάλλιος - Χωσιά - συνεβγαλτής (ή και ξεβγαλτής) καθώς και τις περιπτώσεις συμφιλίωσης. 

Η επιδρομή των Βησιγότθων του Αλάριχου στον Πειραιά

Ο Αλάριχος στην Αθήνα
(Πηγή)

του Στέφανου Μίλεση


Οι Βησιγότθοι ονομάστηκε ο δυτικός κλάδος της γερμανικής φυλής των Γότθων. Την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν σύνηθες διάφοροι βαρβαρικοί λαοί, ύστερα από συμφωνία, να επανδρώνουν βοηθητικά στρατιωτικά σώματα υπό τον έλεγχο της Ρώμης. Τα σώματα αυτά ήταν οργανωμένα φυλετικά. Οι Βησιγότθοι συγκαταλέγονταν στις φυλές που είχαν συνάψει ανάλογες συμφωνίες. Ο Αλάριχος κάτω από τέτοιες συνθήκες είχε επιστρατευτεί ως επικεφαλής σώματος Βησιγότθων στις διαταγές του Θεοδοσίου Α' του τελευταίου Αυτοκράτορα του Ρωμαϊκού κόσμου. Μετά τον θάνατο του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α', η αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε Ανατολική και Δυτική. Ο Αλάριχος ύστερα από την διαίρεση σχημάτισε την πεποίθηση πώς θα μπορούσε να αντικαταστήσει αρχικά την Ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία με ένα γοτθικό βασίλειο. Είχε γνωρίσει άλλωστε τα μυστικά, την διπλωματία και τις εσωτερικές διαπλοκές της ρωμαϊκής αυλής. Ήταν χριστιανός που ανήκε όμως στην αίρεση του Αρείου. 

Η φύση τον είχε προικίσει με τέτοια ομορφιά ώστε στις περιγραφές που έδιναν για αυτόν, τον αποκαλούσαν νέο Απόλλωνα. Όταν κάποτε η υπηρεσία του ολοκληρώθηκε επέστρεψε πίσω στο λαό του και λατρεύτηκε όσο κανείς άλλος. Άρχισε να εφαρμόζει το κρυφό του σχέδιο που ήταν απλοϊκό καθώς στηριζόταν στα στίφη των Γερμανών που τον ακολουθούσαν πιστά. Διότι οι Γότθοι (και οι Βησιγότθοι) επέδραμαν συνολικά ως φυλή. Δηλαδή δεν έφευγαν μόνο οι πολεμιστές, αλλά πίσω τους ακολουθούσαν γυναίκες και παιδιά. Εκατόν πενήντα χιλιάδες Βησιγότθοι άφησαν τη γη που είχαν εγκατασταθεί και  κίνησαν διαμέσου της Θράκης για την Κωνσταντινούπολη! 

Γότθοι σε μετακίνηση
(Πηγή)

Έφτασαν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης το καλοκαίρι του 395 μ.Χ. Ο Αλάριχος γνώριζε από παλιά την ισχυρή τοιχοποιία της Πόλης και υπολόγιζε σε μια πολιορκία. Εκείνο όμως που δεν είχε υπολογίσει ήταν το πώς θα έτρεφε όλο αυτά τα πλήθη που τον ακολουθούσαν. Έτσι στράφηκε προς την Μακεδονία αρχικά κι ύστερα προς την Στερεά Ελλάδα. Από όπου περνούσε άφηνε πίσω του την ολοκληρωτική καταστροφή. Οι Βησιγότθοι ενεργούσαν σαν τις ακρίδες, που στο πέρασμά τους γόνιμες εκτάσεις εξαφανίζονται.

Τον Νοέμβριο του 395 μ.Χ. πέρασε τις Θερμοπύλες και την άνοιξη του 396 μ.Χ. έφτασε στην Αθήνα. Αποτελεί μέγα μυστήριο και παραμένει άγνωστος ακόμα ο λόγος για τον οποίο η Αθήνα δεν λεηλατήθηκε. Οι Βησιγότθοι είχαν επίσης προσηλυτιστεί στον Αρειανισμό. Δίπλα στον Αλάριχο στέκονταν ως σύμβουλοί του επίσκοποι των Αρειανών που διακρίνονταν για τον φανατισμό τους και το μίσος που ένιωθαν κατά δύο ομάδων που κατά την άποψή τους έπρεπε να εξαφανιστούν από προσώπου γης. Τους ειδωλολάτρες και τους Χριστιανούς που εναντιώνονταν στις αρχές της αιρέσεώς τους. 

Η διδασκαλία του Άρειου (πρωτοπρεσβύτερου της Αλεξανδρινής εκκλησίας), είχε ιδιαίτερη απήχηση την εποχή εκείνη αλλά δεν έπαυε να αποτελεί αίρεση που είχε καταδικαστεί από την Πρώτη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 381 μ.Χ. Για αυτό και οι Αρειανιστές Βησιγότθοι κατέστρεφαν στο πέρασμά τους με ιδιαίτερο ζήλο όχι μόνο τα αρχαία μνημεία του ελληνικού πολιτισμού, έργα τέχνης, αγάλματα, αετώματα κ.α. αλλά και τους χριστιανικούς ναούς, λόγω της απόφασης της Ιεράς Συνόδου που είχε εκδοθεί. Όταν έφτασε ο Αλάριχος έξω από την Αθήνα, όλοι πίστευαν ότι το τέλος της ήταν προδιαγεγραμμένο, λαμβάνοντας υπόψη τι είχε συμβεί σε άλλες πόλεις. 

Η Αθήνα ήταν η πρωτεύουσα της ειδωλολατρίας στα μάτια των Αρειανιστών Βησιγότθων. Καθώς είδε πάλι μπροστά του τείχη για να την αναγκάσει να παραδοθεί λόγω πείνας ύστερα από πολιορκία στράφηκε στον Πειραιά τον οποίο κατέλαβε και κατέστρεψε, για να αποκλείσει την εισαγωγή τροφίμων. Όμως χωρίς να υπάρχει καταγεγραμμένη ιστορικά η αιτία, ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την φρουρά της πόλης των Αθηνών. Επήλθε συμφωνία να εισέλθει στην πόλη συνοδευόμενος από μικρό αριθμό ανδρών για ολιγοήμερο παραμονή. 

Η είσοδος του Βασιλιά των Βησιγότθων Αλάριχου πραγματοποιήθηκε ύστερα από συμφωνία.
(Πηγή)


Σχετικά με την αλλαγή διάθεσης του Αλάριχου που προκάλεσε τη λύση της πολιορκίας που αρχικά είχε λάβει απόφαση να κάνει, δεν υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες σε αντίθεση με τους θρύλους που καταγράφηκαν. Ο ιστορικός Ζώσιμος υποστήριξε ότι ο Αλάριχος έξω από την Αθήνα είδε τα αγάλματα του Αχιλλέα και της προμάχου Αθηνάς να λάμπουν κάτω από τον ήλιο και τότε έκανε μεταβολή και έφυγε, καθώς πανικοβλήθηκε από τη στάση τους! Άλλοι πάλι ισχυρίζονται ότι η Αθήνα προστατευόταν από τα τείχη και λόγω αυτών, όπως και στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα μπορούσε να κάνει μακροχρόνια πολιορκία λόγω του προβλήματος διατροφής του πλήθους που τον ακολουθούσε. Όμως δεν πιστεύω ότι τα τείχη της Αθήνας διατηρούσαν την κατάσταση αλλοτινών εποχών. Γκρεμισμένα και κατεστραμμένα σε ορισμένα τους σημεία από την εποχή του Ρωμαίου Σύλλα, δεν αποτελούσαν ισχυρό παράγοντα αποτροπής. 

Τα τείχη της Αθήνας του 396 μ.Χ. δεν μπορούσαν να τεθούν σε καμιά σύγκριση με τα ισχυρά τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ο σεισμός του 374 μ.Χ. στάθηκε επίσης καταστροφικός για την τειχοποιία της Αθήνας, ενώ η στρατιωτική τους φύλαξη ήταν υποτυπώδης. Η καταστροφή της Αθήνας εάν ο Αλάριχος επιθετόταν εναντίον της ήταν σίγουρη. Τέλος μια τρίτη εκδοχή φαντάζει ως πλησιέστερη. Σύμφωνα με αυτήν οι Αθηναίοι συγκέντρωσαν μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο παρέδωσαν στον Αλάριχο αφού πρώτα τον τίμησαν ως βασιλιά, παραθέτοντάς του γεύμα κατά την διάρκεια του οποίου προσφέρθηκαν και τα λύτρα.

Μια τρίτη εκδοχή  θέλει τους Αθηναίους να συγκεντρώνουν μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο παρέδωσαν στον Αλάριχο αφού πρώτα τον τίμησαν ως βασιλιά, παραθέτοντάς του γεύμα κατά την διάρκεια του οποίου προσφέρθηκαν και τα λύτρα. Ο Αλάριχος απεικονίζεται να απολαμβάνει τις αθηναϊκές τιμές.
(Πηγή)


Όμως οι Βησιγότθοι άφησαν την Αθήνα απείραχτη, από άγνωστο όπως είπαμε λόγο, αφού πρώτα όμως είχαν καταστρέψει τον Πειραιά. Οι Γότθοι στο παρελθόν είχαν δύο ακόμα φορές κάνει την εμφάνισή τους στον Πειραιά. Ο Χρήστος Πανάγος στο βιβλίο του "Ο Πειραιεύς"*, σημειώνει ότι η δεύτερη επιδρομή των Γότθων είχε γίνει το 267 μ.Χ. Οι κάτοικοι του επινείου τότε, έβλεπαν για πρώτη φορά τα στίφη των Γερμανών να διέρχονται την πόλη τους. Οι παράξενοι ήχοι των κεράτων και οι γούνινες ενδυμασίες τους, τους έκαναν αλλόκοτη εντύπωση. Τότε όμως ο Πειραιάς είχε ακολουθήσει τη μοίρα της Αθήνας και είχε διασωθεί παρά του ότι και τότε δεν αποφεύχθηκαν δολοφονίες ή βίαιες πράξεις κατά των κατοίκων. 

Όμως αυτή τη φορά οι Βησιγότθοι κατέστρεψαν στον Πειραιά ό,τι είχε διασωθεί από την μανία του Σύλλα. Εκείνοι που υποδείκνυαν τα κτήρια που θα κατέστρεφαν οι επιδρομείς ήταν οι Αρειανοί μοναχοί. Οι κάτοικοι που είχαν απομείνει στον Πειραιά, έβλεπαν ξαφνικά μπροστά τους μια παράξενη φυλή οι άνδρες της οποίας έφεραν κέρατα στα κράνη, ενδεδυμένοι με πρωτόγονα ρούχα να κόβουν χέρια, πόδια και κεφάλια από έργα τέχνης ακολουθώντας οδηγίες Αρειανών μοναχών. Όσοι πρόλαβαν να φύγουν σώθηκαν. Οι υπόλοιποι που δεν πρόλαβαν είτε θανατώθηκαν είτε πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ναοί και άλλα κτήρια πυρπολήθηκαν, ενώ τα αγάλματα εκ μαρμάρου ακρωτηριάσθηκαν επειδή η ολοσχερής καταστροφή τους ήταν χρονοβόρα και οι Βησιγότθοι βιάζονταν να βρουν γόνιμες εκτάσεις για να θρέψουν τον πληθυσμό που ακολουθούσε. Έριχναν τα αγάλματα από τα βάθρα τους και τα τεμάχιζαν πεσμένα στο έδαφος. Ακριβώς στη θέση που τα άφησαν, βρίσκονται σήμερα στις διάφορες ανασκαφές των αρχαιολόγων.

Μαρμάρινο λιοντάρι το 1970 στον Πειραιά, με τεμαχισμένα τα άκρα του.


Οι καταστροφές που έγιναν από τους Βησιγότθους στον Πειραιά αποτέλεσαν τη χαριστική βολή και έσβησαν την πόλη από την ιστορία ρίχνοντάς την στο σκοτάδι της αφάνειας. Η πόλη και το λιμάνι έμειναν έρημα και κατεστραμμένα, σωρός από χώματα και σπασμένα μάρμαρα. Οι Βησιγότθοι με την ίδια μανία στράφηκαν και προς τα ιερά της Ελευσίνας τα οποία πλέον ερημώνονται, ενώ παύουν να τελούνται οριστικά τα Ελευσίνια Μυστήρια. 

Οι Βησιγότθοι περνώντας τον ισθμό εκστράτευσαν στην Πελοπόννησο καταστρέφοντας στην πορεία τους τα Μέγαρα, την Κόρινθο,  το Άργος, την Ολυμπία και την Σπάρτη. Φεύγοντας οι Βησιγότθοι από την Ελλάδα με κατεύθυνση την Ήπειρο πήραν πίσω τους χιλιάδες αιχμαλώτους άνδρες, γυναίκες και παιδιά μεταξύ των οποίων και οι κάτοικοι του Πειραιά που άφησαν έρημο. Οι Βυζαντινοί πρότειναν συμβιβασμό στον Αλάριχο και του υπέδειξαν να εγκατασταθεί στην Ιλλυρία, συνοριακή περιοχή που οριοθετούσε την Δυτική από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Από εκεί ο Αλάριχος έγινε πραγματική μάστιγα της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αφού στην Ανατολική είχε πλέον ολοκληρώσει τα σχέδια του. 

Οι καταστροφές που έγιναν από τους Βησιγότθους στον Πειραιά αποτέλεσαν τη χαριστική βολή και έσβησαν την πόλη από την ιστορία ρίχνοντάς την στο σκοτάδι της αφάνειας.


Το 403 άρχισε τις επιδρομές στην Ιταλία και το 409 μ.Χ. πολιόρκησε την Ρώμη. Στη συμφωνία λύσης της πολιορκίας περιλαμβανόταν και ο όρος απελευθέρωσης 40 χιλιάδων Γερμανών που οι Ρωμαίοι είχαν ως σκλάβους. Ο Αλάριχος έγινε από την πράξη του αυτή ο προστάτης των Γερμανικών φυλών και άλλων βαρβάρων που τον είδαν ως ευκαιρία συμπόρευσης στη λεηλασία και στο έγκλημα. Ο Αλάριχος επιτέθηκε τρεις φορές στην Ρώμη και υπήρξε ο πρώτος στην ιστορία που την κυρίευσε ύστερα από χρόνια δόξας και ακμής που είχε γνωρίσει η «αιώνια πόλη» (24 Αυγούστου 410 μ.Χ.). 

Οι Βησιγότθοι εισέβαλαν στην Ρώμη και επί τρεις ημέρες την λεηλατούσαν. Οι κάτοικοι της Ρώμης σύρθηκαν σκλάβοι δεμένοι με βαριές αλυσίδες πίσω από άρματα. Ο Αλάριχος είχε σχέδια λεηλασίας και για την υπόλοιπη Ευρώπη που δεν πρόλαβε ευτυχώς να υλοποιήσει καθώς πέθανε από ασθένεια στην ιταλική επαρχία. Οι Γότθοι έβαλαν όλους τους σκλάβους που έσερναν πίσω τους να αλλάξουν την πορεία ενός ποταμού, του Busento στην Cosenza στην περιοχή της Καλαβρίας. Στη μέση του αλλοτινού πυθμένα του ποταμού, άνοιξαν έναν λάκκο και τοποθέτησαν το σώμα του Αλάριχου με το νεκροκρέβατό του μαζί με πλήθος από τα λάφυρα των κατακτήσεών του. Ύστερα αφού σκέπασαν τον λάκκο, άφησαν τη ροή του ποταμού να διέλθει εκ νέου, σκεπάζοντας με τα νερά του τον τάφο του Αλάριχου. Όλοι οι σκλάβοι θανατώθηκαν για να μην γνωρίζουν το σημείο ταφής. 

Αναπαράσταση ταφής Αλάριχου. Επί κρεβατιού το σώμα του τοποθετήθηκε σε λάκκο στον πυθμένα του ποταμού Busento αφού πρώτα πραγματοποιήθηκε η εκτροπή του! Μετά την ταφή το ποτάμι αφέθηκε να ακολουθήσει τη φυσική του ροή, καλύπτοντας κάθε ίχνος του τάφου του Αλάριχου, εντός του οποίου είχαν τοποθετηθεί αμέτρητοι θησαυροί από την κατάκτηση της Ρώμης. 

Μέχρι σήμερα εντός του πυθμένα του Busento ποταμού βρίσκεται ενταφιασμένος ο θησαυρός εκείνου που μεταξύ άλλων κατέστρεψε και σύλησε τον Πειραιά. Ο Αλάριχος, ο ηγέτης των γερμανικών φυλών!          





*: Οικονομική και ιστορική έρευνα από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, 1995.

Οδυσσέας Δ. Σταθακόπουλος: Ο απόγονος αγωνιστή του ’21 που εργάστηκε στον Δήμο Πειραιά

6 Ιανουαρίου 1975 - Εκδηλώσεις εορτασμού Θεοφανείων.
Ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής για πρώτη φορά μεταδικτατορικά παρίσταται σε επίσημη τελετή στον Πειραιά.
Στα αριστερά του ο υπηρεσιακός Δήμαρχος Πειραιά Βασίλειος Ζέππος (Αρεοπαγίτης). Πίσω από τον Πρωθυπουργό είναι ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος, με την ιδιότητα του Τελετάρχη της εκδήλωσης.
Πίσω τους διακρίνεται ο Ι.Ν. Αγίου Σπυρίδωνα.


του Στέφανου Μίλεση

Ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος του Δημητρίου και της Καλλιόπης γεννήθηκε 4 Φεβρουαρίου του 1934 στο χωριό Λευκάσιον Καλαβρύτων όπου τελείωσε και τις εγκύκλιες σπουδές του  (Λευκάσιον και Κ.Κλειτορία ). 

Καταγόταν από την ιστορική γενιά του 18χρονου αγωνιστή του ’21 Δήμου Σταθακόπουλου, που ανήκε στο ασκέρι των Πετιμεζαίων, ο οποίος πολέμησε στη μάχη των Καλαβρύτων (17-21 Μαρτίου 1821), στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, της Ακροκορίνθου, στο Σαραβάλι Πατρών και αλλού. 
Ήταν συγγενής με τους Σταθακόπουλους της  Ηλείας, την Υακίνθη Σταθακοπούλου συζ. του Γεώργιου Σισίνη, Φιλικού και άρχοντα της Γαστούνης, καθώς και μητέρα των αγωνιστών Μιχαήλ και Χρύσανθου Σισίνη.

Ο Οδυσσέας, το 1952 όντας μόλις 18 ετών, όταν δηλαδή τελείωσε το Γυμνάσιο, κατετάγη στην τότε Ελληνική Βασιλική Αεροπορία (ΕΒΑ). Παρουσιάστηκε στον Άραξο και εν συνεχεία έλαβε την ειδικότητα του ασυρματιστή. Το 1953 βρέθηκε να υπηρετεί στον Κέντρο Ασυρμάτων στο Καβούρι και μετά στον Α’ Κλάδο του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας (ΓΕΑ) στο «Τμήμα Πολεμικής Εκθέσεως»  που την εποχή εκείνη βρισκόταν στο Δέλτα Φαλήρου και συνεχίζει να βρίσκεται δίπλα σε γνωστούς κινηματογράφους. Από την έδρα της υπηρεσίας του δέσποζε στο βάθος το ορίζοντα ο λόφος της Καστέλλας. Αυτή η καθημερινή, έστω και οπτική, επαφή με τον Πειραιά, τον ώθησε να τον επισκεφθεί πολλές φορές. Εξαρχής ένιωσε οικεία με την πόλη αυτή και τους ανθρώπους της. 

Ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος κατά την διάρκεια της θητείας του στην Ελληνική Βασιλική Αεροπορία


Ο Πειραιάς ασκούσε πάνω του έναν μαγνητισμό παράξενο και συνάμα ελκυστικό. Τον έλκυαν οι άνθρωποι, τα όμορφα νεοκλασικά σπίτια της Καστέλλας και της Φρεαττύδας και το αδιάκοπο ανεβοκατέβασμα του κόσμου στο Πασαλιμάνι. Η έλξη που ένωσε ο Οδυσσέας για τον Πειραιά ίσως να πήγαζε και από το γεγονός ότι αποτελούσε ένα από τα κέντρα στα οποία παραδοσιακά οι Καλαβρυτινοί είχαν σημαντική παρουσία που είχε εδραιωθεί από την εποχή των αρχών του 20ου αι., του εύπορου ξυλέμπορου Γιαννακόπουλου ο οποίος είχε δημιουργήσει στον Πειραιά εργοστάσιο ξυλείας και το «Γιαννακοπούλειο ίδρυμα» στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (σήμερα Ηρ. Πολυτεχνείου 13). 

Για αυτό και επέλεξε να νοικιάσει σπίτι στον Πειραιά, στην Καστέλλα, ακριβώς πάνω στη στροφή, εκεί που διασταυρώνεται η σημερινή λεωφόρος Αλέξανδρου Παπαναστασίου (πρώην Βασιλέως Παύλου), με τη μικρή οδό Σχιστής και την Ναυάρχου Βότση που αποτελεί και την κάθοδο στο κοσμοπολίτικο Τουρκολίμανο, που τότε είχε εδραιώσει τη φήμη του και αποτελούσε πόλο έλξης διεθνών προσωπικοτήτων.

Ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος σε μεταγενέστερη εκδήλωση των Καλαβρυτινών Πειραιώς. 


Ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος από τα μαρτυρικά Καλάβρυτα (η εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού από τους Ναζί συνέβη στις 13 Δεκεμβρίου 1943, όταν ο Οδυσσέας ήταν 9 ετών), γνώρισε έναν κόσμο διαφορετικό, με έντονη κοινωνική και πολιτιστική παρουσία, με τις Επαύλεις της Καστέλλας να είναι σκαρφαλωμένες πάνω στα πλαγιές του αραιοκατοικημένου ακόμα λόφου. Του γεννήθηκε η έντονη επιθυμία σπουδών καθώς προερχόμενος από αγροτική οικογένεια, γνώριζε ότι η ενδεχόμενη επιστροφή στα Καλάβρυτα σήμαινε αυτομάτως εργασία είτε σε χαμηλόβαθμη Κοινοτική θέση, είτε στα χωράφια με δύσκολη αγροτική ζωή. Μόλις απολύθηκε από την αεροπορία εισήχθη κατόπιν εξετάσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στη σχολή πολιτικών επιστημών. Σπούδαζε και παράλληλα προσπάθησε ν’ αποκατασταθεί επαγγελματικά στον Πειραιά ή την Αθήνα. 

Δύσκολες εποχές, με δεκάδες εκατοντάδες Έλληνες να μεταναστεύουν στο εξωτερικό αναζητώντας μια καλύτερη ζωή ή γίνονταν ναυτικοί. Άρχισε να υποβάλλει αιτήσεις πριν ακόμα λάβει το πτυχίο του οπουδήποτε μάθαινε ότι προσλάμβαναν άτομα στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα. Η τύχη ήθελε το 1954, να καταλάβει θέση στον Δήμο Πειραιώς που τότε προκήρυττε διαγωνισμό. Έτσι ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος βρέθηκε να εργάζεται στον Δήμο της πόλης, που ενδόμυχα επιθυμούσε να κτίσει το μέλλον του. 

Το γραφείο του αρχικά βρισκόταν εντός του Ρολογιού που στεγαζόταν τότε το Δημαρχείο Πειραιά. Όφειλε να πηγαίνει στην εργασία του ενδεδυμένος ευπρεπώς με κοστούμι και γραβάτα και δεν εννοείτο την εποχή εκείνη δημόσιος ή δημοτικός υπάλληλος να εμφανίζεται στην εργασία του φορώντας πρόχειρα ρούχα! Με την ανάληψη των καθηκόντων και αφού μάζεψε τις πρώτες του οικονομίες, αποφάσισε να αγοράσει αυτοκίνητο. Καθώς όμως τα αυτοκίνητα ήταν τότε πολύ ακριβά ήρθε σε συμφωνία μ’ έναν φίλο του και το αγόρασαν από κοινού, μισό-μισό. 




Μορφωμένος, εργαζόμενος σε σταθερή δημόσια / δημοτική θέση και με αυτοκίνητο (έστω το μισό) έκανε επιτέλους τη ζωή που επιθυμούσε εξαρχής στον Πειραιά. Ανέμελες βόλτες για καφέ στην Πλατεία Κανάρη στο Πασαλιμάνι που η οδός Αγγέλου Μεταξά (μεταγενέστερα ο γνωστός πεζόδρομος της Πασαρέλας) ήταν ακόμα προσιτή στα αυτοκίνητα, φλερτ και διασκεδάσεις στα ταβερνάκια του Πειραιά. Το 1963, σε ηλικία 29 ετών, ένιωσε έντονα την επιθυμία να δημιουργήσει οικογένεια. Το Πάσχα εκείνης της χρονιάς επέστρεψε πίσω στο χωριό του στα Καλάβρυτα (το οποίο επισκεπτόταν συχνά) με «σκοπό» να γνωρίσει την κατάλληλη γυναίκα για γάμο, την οποία, σε κάθε περίπτωση, επιθυμούσε να είναι συντοπίτισσα.

Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η κατάλληλη μέρα για να γνωρίσει τα ελεύθερα κορίτσια της περιοχής του. Διότι στην ελληνική επαρχία κατά την περιφορά του Επιταφίου ακολουθούσαν όλες οι νέες φορώντας τα «καλά» τους ρούχα, οι οποίες σημειωτέον μόνο την ημέρα εκείνη μπορούσαν να περπατήσουν βράδυ, ακολουθώντας τον Επιτάφιο κατά το έθιμο. Εκεί ο Οδυσσέας γνώρισε ένα κορίτσι –μαθήτρια ήταν ακόμα στην τελευταία τάξη του γυμνασίου- την Κατερίνα, που θα γινόταν η μελλοντική σύντροφος της ζωής του. Την επομένη κιόλας μέρα έκανε συζήτηση με τους γονείς του για «το κορίτσι του Επιταφίου». 

Ήταν η συγχωριανή του Κατερίνα Τσερνοτοπούλου, με επίσης ιστορική καταγωγή, καθώς πρόγονός της ήταν ο Φιλικός Ιωάννης Τσερνοτόπουλ(ο)ς. Σύντομα την ίδια κουβέντα έκανε και με τα αδέλφια της, εξηγώντας τις προθέσεις του και η όλη πρόθεση μεταφέρθηκε και στους γονείς της Κατερίνας της οποίας ο πατέρας, Αριστείδης, είχε ζήσει αρκετά χρόνια στις ΗΠΑ.

Εγκαταστημένος στον Πειραιά ο Οδυσσέας, με σταθερή εργασία στον Δήμο και έχοντας, λόγω μόρφωσης, γίνει ήδη προϊστάμενος υπηρεσίας, συγκέντρωνε όλα εκείνα τα στοιχεία που δεν έδιναν αφορμή για αντιρρήσεις ή αμφιβολίες εκ μέρους της οικογένειας της υποψήφιας νύφης. Προηγήθηκε ο αρραβώνας στο Αίγιο, στα Ψηλά Αλώνια, το καλοκαίρι του 1963, καθώς εκεί ζούσαν πολλά συγγενικά τους πρόσωπα. Στο μεταξύ η Κατερίνα μόλις είχε τελειώσει το σχολείο. Ακολούθησε ο γάμος τους στις 15 Δεκεμβρίου του 1963, που έγινε στον Πειραιά, στην γραφική εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Το γαμήλιο αυτοκίνητο που μετέφερε το ζευγάρι στην εκκλησία, ήταν εκείνο που ο Οδυσσέας είχε αγοράσει συνεταιρικά με τον φίλο του.

Το γαμήλιο ταξίδι τους διήρκεσε λίγες ημέρες στο ξενοδοχείο «Λούσι» στην Χαλκίδα. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους γεννήθηκε ο μοναχογιός τους Δημήτρης (σήμερα δικηγόρος Πειραιά) στον οποίο αφιερώθηκαν. Η Κατερίνα είχε μόλις 19 χρόνια διαφορά με το παιδί της, εισαγόμενη στο ρόλο της μητρότητας από πολύ μικρή ηλικία. Καθώς ήθελαν να μεγαλώσουν το παιδί τους σε σπίτι που να διαθέτει αυλή  και χώρους για παιχνίδια και ανεμελιά, εγκατέλειψαν την οικία της Καστέλλας και εγκαταστάθηκαν σε μια μονοκατοικία πίσω από το ιερό της εκκλησίας της Βλαχέρνας στο Κερατσίνι, στην οδό Ψάχου. Εκεί έμειναν μέχρι το παιδί τους ο Δημήτρης να φτάσει σε σχολική ηλικία το 1970. 

Ο γιος του Οδυσσέα Σταθακόπουλου, ο μικρός Δημήτρης, να παίζει πίσω ακριβώς από την εκκλησία της Βλαχέρνας στο Κερατσίνι.


Στο μεταξύ είχε μεγαλώσει παίζοντας σε κήπους και στα χώματα της αλάνας πίσω από την εκκλησία, σε μια εποχή που το Κερατσίνι ήταν ακόμα αραιοκατοικημένο με τα αυτοκίνητα ελάχιστα. Ακούγονταν ακόμα τα φουρνέλα από τα νταμάρια λίγο πιο πάνω που έκαναν εκβραχισμούς για την διαμόρφωση της περιοχής. Τον Σεπτέμβριο του 1970 η οικογένεια Σταθακόπουλου είχε επιστρέψει πίσω στον Πειραιά καθώς το παιδί τους ο Δημήτρης είχε κληρωθεί να μαθητεύσει στο Δημοτικό Σχολείο της Ραλλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Επρόκειτο για δημοτικό σχολείο που θεωρούταν από τα «καλά» του Πειραιά, για αυτό και προσέλκυε μεγάλο αριθμό υποψηφίων μαθητών, οι οποίοι τελικώς γίνονταν δεκτοί ύστερα από κλήρωση. Το Δημοτικό Σχολείο της Ραλλείου Παιδαγωγικής, στεγαζόταν στο κέντρο του Πειραιά, δίπλα στο Δημοτικό Θέατρο, εκεί που σήμερα ορθώνεται το ημιτελές κτήριο στο ισόγειο του οποίου στεγάζεται η Φιλολογική Στέγη. 

Εκδήλωση στο Δημοτικό Σχολείου της Ραλλείου 
Ο Δημήτρης στο σχολείο


Τη χρονιά εκείνη ο Οδυσσέας αγόρασε διαμέρισμα στην οδό Στρατηγού Εϋντού 10 -12 και Ζαννή,  στο Πασαλιμάνι, κάτω από το Τζάνειο Νοσοκομείο. Στις γειτονιές του Πειραιά το 1970 τα αυτοκίνητα ήταν ακόμα ελάχιστα και τα παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο στους δρόμους. Στη γειτονιά του Σταθακόπουλου οι μόνοι που διέθεταν αυτοκίνητο, μια μερσεντές, ήταν η οικογένεια Ψωμά που διατηρούσε βιοτεχνία καφέ και οι Κοντόπουλοι. 

Ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος είχε αρχίσει από πολύ νωρίς να δραστηριοποιείται στον συνδικαλισμό στον Δήμο Πειραιά. Κάποια στιγμή ανέλαβε και έφορος θεαμάτων του Δήμου, καθώς και του Δημοτικού Θεάτρου. Στη θέση αυτή έμεινε για πολλά χρόνια και ήρθε σε επαφή με πολλές καλλιτεχνικές και πνευματικές προσωπικότητες της πόλης. Παράλληλη εκείνη την περίοδο διορίζεται στον Δήμο Πειραιά και η σύζυγός του Κατερίνα, η οποία στη συνέχεια θα βρεθεί να εργάζεται στο Δημοτικό Θέατρο με προϊστάμενο τον Τ. Καραμάνο. 

Ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος ανέλαβε μεταξύ άλλων Έφορος θεαμάτων του Δήμου καθώς και του Δημοτικού Θεάτρου. Το γραφείο του βρισκόταν την περίοδο εκείνη στο κτήριο του Δημοτικού Θεάτρου. Καθώς το προγενέστερο γραφείο του βρισκόταν στο Δημαρχιακό Μέγαρο (Ρολόι), είχε επιτύχει να εργαστεί στα δύο εμβληματικά κτήρια της πόλης.
Σε ομιλία περί συνδικαλιστικών θεμάτων των υπαλλήλων του Δήμου.


Ο Οδυσσέας επόπτευε όλα τα θέατρα και τους κινηματογράφους του Πειραιά, όπως επίσης και τις άλλες υπαίθριες παραστάσεις ή θεάματα (τα νερά που χορεύουν, τις παραστάσεις με τα δελφίνια στο «Δελφινάριο», όπως και τα Λούνα Παρκ). Οι φιλίες του Οδυσσέα Σταθακόπουλου την δεκαετία του εβδομήντα προέρχονταν κυρίως από τον Δήμο. Σύχναζε με τους τότε διευθυντές  Κοπακάκη και Σκώττη στην "Φοντάνα", στην Πλ. Κοραή στη "Στάνη" και στο "Διεθνές".

Ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ με τον Οδυσσέα Σταθακόπουλο στην Ακτή Μιαούλη. 
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλος και πίσω του ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος 


Επί εποχής Σκυλίτση καθώς ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος είχε αναμιχθεί από παλιά στον συνδικαλισμό του Δήμου, παρότι ήταν πράος και χωρίς εμφανείς πολέμιους, εν τούτοις βρέθηκε στο στόχαστρο των μηχανισμών της Χούντας και παραλίγο να τεθεί εκτός Δήμου, ευτυχώς όμως το καθεστώς διένυε τις τελευταίες μέρες του.
Ο Οδυσσέας, είχε συμμετάσχει και στη σύνταξη του πρώτου οργανισμού «Περί Δήμων και Κοινοτήτων».


Όταν τα γραφεία του Δήμου βρέθηκαν στην Πλατεία Κοραή, εκεί που είναι μέχρι και σήμερα, τον επισκέπτονταν διαρκώς τόσο ο γιος του Δημήτρης, όταν σχολούσε από το δημοτικό σχολείο που ήταν απέναντι, όσο και η σύζυγός του Κατερίνα που επίσης ήταν, όπως αναφέραμε, ήταν υπάλληλος στον Δήμο. Τότε εκείνος για να κρατάει τις ισορροπίες με τους συναδέλφους του, έλεγε στην οικογένειά του: «Από τα σκαλιά το Δημαρχείου και κάτω είστε η οικογένειά μου. Από τα σκαλιά όμως του Δημαρχείου και πάνω είστε όπως και οι υπόλοιποι δημότες».

Η Πλατεία Κοραή με το κτήριο που στεγάζεται το σημερινό Δημαρχείο Πειραιά να βρίσκεται στο στάδιο της οικοδόμησης.

Ο Οδυσσέας στο νέο δημαρχιακό κτήριο στην Πλατεία Κοραή. Το δικό του γραφείο είχε πρόσοψη προς την οδό Καραΐσκου. 


Ο Οδυσσέας Σταθακόπουλος ακολούθησε κανονικά την ιεραρχική βαθμίδα του Δήμου μέχρι της εξάντλησής της. Υπηρέτησε σε πολλές και διαφορετικές θέσεις διευθυντή μέχρι συμπληρώσεως των ετών συνταξιοδοτήσεως. Επί Δημαρχίας Χρήστου Αγραπίδη και ενώ ο Σταθακόπουλος όφειλε να αποχωρήσει, του προτάθηκε να παραιτηθεί προσωρινά της συντάξεως και να επαναπροσληφθεί ως έμμισθος ειδικός σύμβουλος Δημάρχου. Δηλαδή να πληρώνεται εργαζόμενος και όχι καθήμενος ως συνταξιούχος. Η πολυετής εμπειρία του Σταθακόπουλου πάνω σε θέματα Δήμου κατά κοινή ομολογία όλων των συνδικαλιστών και  των υπαλλήλων στάθηκε καταλυτική στην απόφαση παραμονής του. Λίγους μήνες μετά την οριστική αποχώρησή του από τον Δήμο Πειραιώς ασθένησε από καρδιακή κολπική μαρμαρυγή, εξαιτίας της οποίας μετά από ατυχές χειρουργείο , πέθανε στις 14 Ιουλίου του 2001, σε ηλικία μόλις 67 ετών, χωρίς να προλάβει να δει τα δίδυμα εγγόνια του που γεννήθηκαν τρεις μήνες αργότερα.

Ο γεννημένος στο Λευκάσιον Καλαβρύτων Οδυσσέας Σταθακόπουλος έζησε από τα 67 συνολικά χρόνια της ζωής του, τα 47 στον Πειραιά (και με τον στρατό σχεδόν 50). Στον Πειραιά ήταν το σπίτι του, η οικογένειά του, η εργασία του, οι βόλτες του, οι φίλοι και η ζωή του. Περιπτώσεις σαν αυτή του Οδυσσέα Σταθακόπουλου είναι για τον Πειραιά όχι μόνο εκατοντάδες, αλλά χιλιάδες. Είναι οι συγγενείς, η γειτονιά, η συνοικία, οι φίλοι, οι συνεργάτες, οι συνάδελφοι,  η πόλη. Είναι ο ίδιος ο Πειραιάς μας.