Οι συνέπειες της ήττας του Ανάλατου και της απώλειας του Γεωργίου Καραϊσκάκη.

Επιβίβαση αγωνιστών σε λέμβο
Carl Wilhlelm von Heideck - 1831 

του Στέφανου Μίλεση

Πού ακούστη εννιά χιλιάδες Έλληνες πεζούρα και καβαλλαρία, να τους πάρουν ομπρός πεντακόσιοι Τούρκοι; Και να τους κυργέψουν όλα τα πόστα και κανόνια;». 
(Ιωάννης Μακρυγιάννης)


Η καταστροφή της ήττας του Ανάλατου της 24ης Απριλίου 1827, πέρα από τους νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους που άφησε πίσω της, προξένησε φόβο και ταραχή σε όλους τους Έλληνες οπουδήποτε κι αν αυτοί είχαν στρατοπεδεύσει στην Αττική γη.  

Η ήττα, επέφερε τη άτακτη φυγή του συνόλου του ελληνικού στρατεύματος προς τη θάλασσα, και όχι μόνο των δυνάμεων που είχαν εμπλακεί στη μάχη όπως πολλοί πιστεύουν. Η σωτηρία διαμέσου της θάλασσας, έκανε τους αγωνιστές να εγκαταλείπουν τα χαρακώματα, και χωρίς να το συλλογιστούν ότι διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο τρέχοντας άτακτα, άφηναν το τούρκικο ιππικό να τους σφάζει ανενόχλητα άνευ ουδεμίας αντίστασης μέχρι κάτω στα φαληρικά και στα πειραϊκά παράλια. Μόνο όσοι πρόλαβαν να διαφύγουν προς τα πλοία διασώθηκαν. 

Ενώ η μάχη του Ανάλατου διήρκεσε μια ώρα, η σφαγή των καταδιωκόμενων Ελλήνων που έτρεχαν ανεξέλεγκτα διήρκεσε τρεις ώρες ακόμα! Μεταξύ των απελπισμένων που έτρεχαν να σωθούν ήταν και ο Κόχραν ο οποίος λέγεται ότι εισήλθε στη θάλασσα μέχρι τον λαιμό προκειμένου να φτάσει σε λέμβο. Πολλοί πνίγηκαν κολυμπώντας για να φτάσουν στα καράβια. Η Τούρκοι ιππείς (Ντελήδες) θα μακέλευαν και τους Έλληνες στην παραλία αν δεν τους προστάτευαν οι κανονιοβολισμοί των πλοίων που τους κρατούσαν σε απόσταση. 

Η αγωνία όλων των Ελλήνων ήταν να «εμβαρκαρισθούν», να μπουν δηλαδή στις βάρκες της σωτηρίας, όπως έγραψε ο Παναγής Πούλος στα «ιστορικά ημερολόγια», ενώ ο Μακρυγιάννης έγραψε ότι αντί να πολεμάνε τους Τούρκους, πολεμούσαν να μπαρκαριστούν και περιγράφει χαρακτηριστικά:

«μου δίνουν ένα ασκούντημα και πάγω εις τον πάτο εις την θάλασσα. Μισοπνιγμένον με βγάλανε και με πήγαν εις την γολέττα τ’ Αρχιστρατήγου… Πού ακούστη εννιά χιλιάδες Έλληνες πεζούρα και καβαλλαρία, να τους πάρουν ομπρός πεντακόσιοι Τούρκοι; Και να τους κυργέψουν όλα τα πόστα και κανόνια;».



Hugh William "Grecian" Williams - Άποψη της Ακρόπολης το 1820
(Από Θεόδωρο Μεταλληνό)

Η απουσία μιας ισχυρής προσωπικότητας που να εμπνέει τους Έλληνες, μετέτρεψε ήττα μιας ώρας, σε ολοκληρωτική καταστροφή που σύντομα θα οδηγήσει στην πτώση της Ακρόπολης, στη συνθηκολόγηση των πολιορκούμενων Ελλήνων και στην απώλεια της μισής Ελλάδας, που ήταν η Ρούμελη. Η απουσία του Καραϊσκάκη ήταν περισσότερο από εμφανής. Η συνολική δύναμη των Ελλήνων που επιχειρούσαν σε διάφορα σημεία της Αττικής στις 23 Απριλίου, μια μέρα δηλαδή πριν την ήττα του Ανάλατου, ανερχόταν στις 12 χιλιάδες άνδρες. Από αυτούς οι 700 περίπου έπεσαν στο πεδίο της μάχης και άλλοι 400 τραυματίστηκαν. Κι όμως την 27η Απριλίου οι εναπομείναντες άνδρες που διατηρούσαν τις θέσεις τους δεν υπερέβαιναν τους 3 χιλιάδες

Όλοι οι υπόλοιποι είχαν εγκαταλείψει τα ταμπούρια τους, είχαν λιποτακτήσει! Η μεγαλύτερη λιποταξία στην ιστορία της επανάστασης! Ο θάνατος του Καραϊσκάκη περισσότερο και από την ήττα του Ανάλατου, είχε επιφέρει μια διαδοχική σειρά αισθημάτων στους Έλληνες. Η αρχική αμηχανία και αναρχία του ελληνικού στρατοπέδου σύντομα μετατράπηκε σε λύπη για την ήττα, δυστυχία για τη συνέχεια, απελπισία και τέλος εξελίχθηκε σε πανικό. 

Οι Έλληνες παρατούσαν τις θέσεις τους και τα ταμπούρια τους όπου κι αν βρίσκονταν, εγκαταλείποντας τα πολύτιμα κανόνια, τα όπλα, τα πυρομαχικά και από ήρωες γίνονταν μεμιάς λιποτάκτες φοβούμενοι το τουρκικό ιππικό το οποίο όμως δεν ξεπερνούσε τους 500 Ντελήδες! Εγκαταλείφτηκαν θέσεις που είχαν κατακτηθεί από τους Έλληνες με αγώνα και αίμα όπως το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα. 

Γράφει ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του:
«άφησαν το μοναστήρι και το περί το μοναστήρι ταμπούρια, τα οποία όλα εκυρίευσαν οι εχθροί. Ω ημέρα θλίψεως! Ω ημέρα αποτυχίας! Ω! μια φωνή (σαν) του Καραϊσκάκη (αρκούσε) να εμψυχώσει το στράτευμα!... Οι Έλληνες όχι μόνο οι στρατιώτες αλλά και οι οπλαρχηγοί είπαν ότι ήταν καλύτερο να πνιγούν από το να πολεμήσουν». 


Hugh William "Grecian" Williams - Άποψη της Ακρόπολης το 1820
(Από Θεόδωρο Μεταλληνό) 


Ευτυχώς γρήγορα οι Έλληνες ανακατέλαβαν τη Μονή όχι από αγωνιστική διάθεση αλλά διότι είχαν ξεμείνει από νερό και όποιος έλεγχε τη Μονή έλεγχε και το πηγάδι του νερού. Και όλα αυτά συνέβαιναν χωρίς πλέον να υφίστανται οι Έλληνες πίεση από το τουρκικό ιππικό που μετά το θανατικό που σκόρπισε την πρώτη ημέρα, αποσύρθηκε. Η εμφάνιση των Τούρκων έκτοτε γίνονταν σποραδικά με αποκλειστικό σκοπό την απλή παρατήρηση. Καμία επίθεση δεν εκδηλώθηκε εκείνες τις κρίσιμες ώρες μετά την ήττα που θα μπορούσε να βλάψει τις ελληνικές θέσεις. Οι Έλληνες θα μπορούσαν να συνεχίσουν τις επιχειρήσεις μένοντας ουσιαστικά ανεπηρέαστοι από την ήττα του Ανάλατου. 

Ο R. Church που πληροφορήθηκε για την κατάσταση ζήτησε να γίνει σύμπτυξη δυνάμεων και να κρατηθεί υπό ελληνικό έλεγχο ο Πειραιάς, δηλαδή το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα, η Καστέλλα και όλα τα παράλια ταμπούρια, καθώς με την κυριαρχία του ελληνικού ναυτικού από τη θάλασσα θα διατηρείτο ένα ισχυρό προγεφύρωμα στην Αττική γη από το οποίο θα μπορούσαν και πάλι να εφορμήσουν προς βοήθεια των εγκλείστων πολιορκούμενων. Όμως ως αρχιστράτηγος ο Church ποτέ δεν εμφανίστηκε δίπλα στο στράτευμα! Κυβερνούσε από την ασφάλεια ενός πλοίου που βρισκόταν στα ανοιχτά. Βολή τουρκικού ντουφεκιού έπληξε κατά λάθος την πρύμνη του αγγλικού πλοίου στο οποίο βρισκόταν ο Church και τότε ο Κόχραν διέταξε τον πλοίαρχο του πλοίου να το απομακρύνει ώστε να μη φτάνουν σε αυτό οι πυροβολισμοί! 

Ο Νικόλαος Κασομούλης γράφει στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά» ότι ο Church διέταξε επίσης λανθασμένα να φύγει το ελληνικό ιππικό από τον Πειραιά και να μεταφερθεί στην Σαλαμίνα, καθώς το έκρινε ως άχρηστο στην δεδομένη περίπτωση. Η διαταγή του όμως γέννησε  υποψία στους υπόλοιπους Έλληνες που πίστεψαν ότι σύντομα θα διέταζε αποχώρηση όλων των δυνάμεων. Λάμβαναν διαταγές από κάποιον που δεν έβλεπαν! Μαζί με τους ιππείς άρχισαν να φεύγουν και άλλοι, ενώ και εκείνοι που δεν έφευγαν αρέσκονταν να διαμένουν στις ακρογιαλιές του Πειραιά και του Φαλήρου αναζητώντας τρόπο να διαφύγουν. 





Αγωνιστές δίπλα σε αρχαία


Ο Χρυσ. Σισίνης (Πελοποννήσιος Οπλαρχηγός) κατά την διάρκεια της νύχτας έφυγε κρυφά κλείνοντας συμφωνία με κάποιον πλοίαρχο να τον αποβιβάσει στη Σαλαμίνα. Ως πληρωμή του δώρισε τα πιστόλια του. Ο πλοίαρχος εκείνος χαρούμενος από τα απρόσμενα δώρα που έλαβε, άφησε τον Σισίνη στην κοντινή Ψυτάλλεια (Λειψοκουτάλα) και επέστρεψε πίσω να κλείσει κι άλλες όμοιες συμφωνίες. Ειδικά οι νησιώτες που βρέθηκαν να πολεμούν πεζή στον Πειραιά, καθώς γνώριζαν τους καπεταναίους πετύχαιναν εύκολα την επιβίβασή τους σε πλοία. Ούτε οι ίδιοι οι οπλαρχηγοί δεν κρατούσαν τα προσχήματα! 

Ο Παναγιωτάκης Νοταράς (συγγενής του Γιαννάκη Νοταρά που έπεσε μαχόμενος στο Φάληρο) παρουσιάστηκε στον Church και προφασίστηκε κάποια ανάγκη για να επιστρέψει πίσω στο σπίτι του στην Κόρινθο! Άφησε πίσω του το ασκέρι του σε κατάσταση αναρχίας. Πρότειναν στον Church να δημιουργήσει σώμα αστυνόμευσης (πολιτάρχες) κατά μήκος των πειραϊκών και φαληρικών ακτών, με αποστολή την παρεμπόδιση της διαφυγής των λιποτακτών. Μάλιστα του πρότειναν να συλλαμβάνονται όσοι περιφέρονταν στην παραλία ως λιποτάκτες. Πραγματικά το καθήκον αυτό ανατέθηκε στον Γιαννάκη Στράτου ο οποίος επί τρεις ημέρες ανεβοκατέβαινε στην παραλία διώχνοντας ή παρεμποδίζοντας τους Έλληνες να φεύγουν με διάφορα πλωτά μέσα. 

Όμως όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κασομούλης «από το εν μέρος τους εδίωκεν, εις το άλλο επήγαιναν». Παρατηρήθηκε μάλιστα ότι η παρουσία του έκανε να φεύγουν ακόμα περισσότεροι, σκεπτόμενοι ότι ίσως να μην τους δοθεί δεύτερη ευκαιρία. 


Martinus Christian Wesseltoft Rørbye, 1836


Οι σκηνές που διαδραματίζονταν στην παραλιακή ζώνη του Πειραιά και του Φαλήρου, προσέξτε όχι μετά την μάχη, αλλά για μέρες μετά, είναι αδύνατον να περιγραφούν. Ένας ολόκληρος οπλαρχηγός που μάλιστα ήταν βετεράνος και είχε μετάσχει σε πολλές μάχες, πραγματικά μπαρουτοκαπνισμένος ήρωας, ο Σταμούλης Χονδρός είχε κρυφτεί μέσα σε μια στέρνα. Τον βρήκε ο ίδιος ο Κασομούλης και τον ρώτησε τι κάνει! Και εκείνος έτρεμε ολόκληρος από το φόβο του. Είχε καταρρεύσει! Ο Κασομούλης κατάλαβε ότι όταν ένας πολεμιστής βρίσκεται σε τέτοια κατάντια, είναι περισσότερο επιζήμιος με το να παραμείνει στη θέση του. Έτσι τον άφησε να φύγει. 

Οι Έλληνες έκαναν πηγαδάκια μεταξύ τους και οι πιο ψύχραιμοι αναζητούσαν τρόπο να συνετίσουν τους υπόλοιπους. Μέχρι που σκέφτηκαν ότι κάποιος ραδιουργεί το στράτευμα. Αδυνατούσαν να δώσουν εξήγηση! Ο Church, διέταξε να φτιάξουν μια οχυρωματική γραμμή κατά μήκος της παραλίας για να απασχοληθούν οι Έλληνες με ένα έργο και να βελτιώσουν παράλληλα την άμυνά τους. Στις 28 Απριλίου, οι Τούρκοι με τον Κιουταχή μπροστά, εμφανίστηκαν από περιέργεια για να περιεργασθούν τι μηχανεύονται οι Έλληνες. Μόλις όμως έπεσαν οι πρώτες τουφεκιές από το Μοναστήρι, οι Τούρκοι έφυγαν. Ουσιαστικά ο Κιουταχής αγνοούσε την τραγική κατάσταση που βρισκόταν το ελληνικό στρατόπεδο. Αν τότε είχε ενεργήσει επίθεση, οι Έλληνες θα είχαν υποστεί ένα πραγματικό ολοκαύτωμα! Οι Τούρκοι δεν κατάλαβαν ούτε από τα παρατημένα υλικά και εφόδια ολόγυρα στην πεδιάδα, την άσχημη ψυχολογική κατάσταση των Ελλήνων. Στην επιστροφή βρήκαν το άλογο του Θανάση Βαλτινού παρατημένο στην πεδιάδα να βόσκει και το πήραν μαζί τους. 


Edward Lear  1848 - Στο ελαιώνα έξω από την Αθήνα

Έτσι διατηρήθηκε η αναρχούμενη κατάσταση μέχρι την 1η Μαΐου, οκτώ ημέρες μετά την μάχη του Ανάλατου! Μέχρι και ο Γιαννάκης Κολοκοτρώνης αποφάσισε να φύγει και να επιστρέψει στον Μοριά (Μωρηά) καθώς θεώρησε ότι η ιδιαίτερη πατρίδα του τον έχει περισσότερο ανάγκη. Θεωρούσε την Ρούμελη τελειωμένη ύστερα από τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Σε σύσκεψη μέσα στο Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα εξέφρασε αυτή την άποψη δημόσια και παραλίγο να πιαστεί στα χέρια με τους Ρουμελιώτες. 
Τότε γύρισε και τους είπε «από εμένα περιμένετε να κρατηθεί ο Πειραιεύς;» 
«Όχι» του αποκρίθηκαν οι Ρουμελιώτες 
«αλλά επειδή βρέθηκες εδώ, θα μείνεις και ό,τι κάνουμε, θα το κάνουμε όλοι μαζί»

Κι έτσι ο Γενναίος Κολοκοτρώνης τελικώς έμεινε. Παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει οκτώ μέρες χωρίς ουσιαστική απειλή, οι Έλληνες συνέχιζαν να καταδιώκονται από μανία φυγής. Κανένας Ρουμελιώτης οπλαρχηγός δεν ήθελε να αναλάβει το βάρος της αρχηγίας. Προτάθηκε να καταλάβει τη θέση ένας εκ των Κώστα Μπότσαρη και Κίτσου Τζαβέλα αλλά αμφότεροι αρνήθηκαν. Μάλιστα η πρόταση αυτή φάνηκε να έγινε εντός μιας σπηλιάς της Καστέλλας (πιθανότατα και εντός του αρχαίου Σηραγγείου) όπου τελικώς συμφώνησαν να διοικεί προσωρινά ο Τζαβέλας το στρατόπεδο του Πειραιά. 

Ένας στρατός όμως που είχε στο μυαλό του τη λιποταξία ήταν αδύνατον να διοικηθεί. Οι σωματάρχες δεν εμπιστεύονταν τους άνδρες που λιποτακτούσαν και οι στρατιώτες δεν έδιναν βάση στους λόγους των αρχηγών τους και το μόνο που διατηρούσε το στρατόπεδο από την διάλυση ήταν η έλλειψη πλοίων! Ένας στρατός διαβιούσε επί δεκαημέρου στην παραλία έχοντας το νου του στο φευγιό! 

Όλη η αλήθεια δυστυχώς εμπεριέχεται στα λόγια του Μακρυγιάννη «Σκοτώνοντας ο Καραϊσκάκης, σκούργιασαν τα ντουφέκια τους, στόμωσαν τα σπαθιά τους. Τότε είδαμεν πόσα δράμια ζυάζει ο καθείς»

Συμπληρώνει ο Κασομούλης: 
«Ελεεινό θέαμα. Σωροί στρατιωτών ξαπλωμένων (στην παραλία), ευρισκομένοι εις την μεγαλυτέραν ακινησίαν. Εις μάτην επροσπαθούσαν οι Αξιωματικοί των να τους επιστρέψουν εις τας θέσεις των».  

Η κατάσταση αυτή οδήγησε τελικώς στην διάλυση του ελληνικού στρατοπέδου στον Πειραιά, στην εγκατάλειψη όλων των θέσεων που είχαν κατακτηθεί με αγώνα και στην παράδοση της Ακροπόλεως με συνθήκη που υπογράφηκε στις 11 Μαΐου 1827.  
    
Σπυρίδωνα Τρικούπη: Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης (Κεφάλαιο ΞΖ’)
Δημητρίου Αινιάνος «Απομνημονεύματα Καραϊσκάκη».
Μιχάλης Οικονόμου «Απομνημονεύματα αγωνιστών»
Ι. Μακρυγιάννη «Απομνημονεύματα»
Παναγής Πούλος «Ιστορικά Ημερολόγια»



Διαβάστε σχετικά:


Ιωάννης (Γιαννάκης) Νοταράς. Οι εκδοχές για το τραγικό του τέλος στον Φαληρέα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"