Ο παλληκαράς ο Γιαννακός Νταής (ο Αρειμάνιος)

 


του Στέφανου Μίλεση

Ένας συνηθισμένος χαρακτηρισμός άνδρα τα παλαιότερα χρόνια στον Πειραιά, ήταν και εκείνος του νταή. «Ο Γιώργος είναι νταής» έλεγαν αλλά σαφώς με αυτόν δεν εννοούσαν ότι επρόκειτο για ένα γενναίο παλληκάρι αλλά για κάτι υποτιμητικό, κάτι που ήταν πραγματικά επικίνδυνο που ταίριαζε καλύτερα στον όρο «παλληκαράς». 

Τι ήταν εκείνο το χαρακτηριστικό που μετέβαλλε έναν άνδρα από «παλληκάρι» σε «παλληκαρά»;  Παλληκάρια τις παλαιότερες εποχές και ιδίως την περίοδο της επανάστασης θεωρούνταν οι  μπαρουτοκαπνισμένοι αγωνιστές, οι ναυμάχοι νησιώτες μας, οι άνδρες εκείνοι γενικώς που δεν λογάριαζαν τον θάνατο παρά μόνο ως έναν δρόμο προς την ελευθερία. Το σύνθημα «ελευθερία ή θάνατος» άλλωστε από μόνο του εξέφραζε αυτό τον παλληκαρισμό της περιφρόνησης του θανάτου, της γενναιότητας. Ο παλληκαρισμός για την Ελλάδα ήταν ό,τι πρέσβευε ο ιπποτισμός για την Δύση. Στον πόλεμο γενναίος και στην ειρήνη ακέραιος, ηθικός, ευγενικός, αυστηρός με τους ανήθικους και τους ευτελείς και συνάμα …..με τους αδύναμους. 

Η έννοια «παλληκάρι» έφτασε μέχρι και τις μέρες μας «Ο Κώστας παραχώρησε τη θέση του να κάτσει ο ηλικιωμένος» έλεγαν «δεν έχει ανάγκη ο ίδιος, είναι παλληκάρι». Όμως η έννοια του παλληκαρισμού με ό,τι αυτή πρέσβευε παλαιά, άρχισε να αλλοιώνεται, να μεταλλάσσεται στην πορεία του χρόνου. Αιτία ήταν τα κουτσαβάκια, οι ψευτόμαγκες οι ζωντανές παρωδίες, πραγματικές καρικατούρες, οι σκιές των αγωνιστών της επανάστασης που εμφανίστηκαν ήδη από τα πρώτα χρόνια της ελληνικής ανεξαρτησίας. Τα ένστικτα αυτών των τύπων, είχαν να κάνουν με την παρανομία, το περιθώριο, το ξεκαθάρισμα λογαριασμών ή και την ψευτοπαλληκαριά. Και τελικώς ο προσδιορισμός «παλληκάρι» έφτασε να σημαίνει πολλά και διάφορα και σπάνια προσδιόριζε την αρχική έννοια. 



«Αυτός είναι παλληκάρι του τάδε» έλεγαν προσδιορίζοντας κάποιον μπράβο που εργαζόταν για λογαριασμό ανθρώπου της νύχτας. Ο παλληκαρισμός αυτού του είδους, του ψευτόμαγκα, που προκαλούσε καυγάδες για να δείξει πόσο «παλληκάρι» ήταν, ταυτίστηκε επίσης και με την έννοια του του νταή. Και ενώ είδαμε πώς ο όρος «παλληκάρι» μετατράπηκε σε «παλληκαρά», πολύ λίγα έχουν γραφεί για τον σχεδόν ταυτόσημο όρο «νταής». 

Πώς προέκυψε άραγε αυτός; Γράφει ο «Διαβάτης» στην εφημερίδα «Εμπρός» (φ. 25 Φεβρουαρίου 1903 σελ. 1),  την δική του εκδοχή που πρέπει όμως να ληφθεί σοβαρά υπόψη διότι με το ψευδώνυμο «Διαβάτης» αρθρογραφούσε ο χρονογράφος και λογοτέχνης Ιωάννης Κονδυλάκης (1861 – 1920). Στην εφημερίδα «Εμπρός», από όπου προήλθε και το άρθρο, ο Κονδυλάκης αρθρογραφούσε καθημερινά επί είκοσι χρόνια διαπρέποντας ως πρωτοπόρος δημοσιογράφος. Σύμφωνα με τον «Διαβάτη» λοιπόν, υπήρξε κάποτε ένα υπαρκτό πρόσωπο που λεγόταν Γιαννακός Νταής ή Αρειμάνιος, και που αποτελούσε έναν από τους χαρακτηριστικούς τύπους της παλαιάς Αθήνας. Όταν ο «Διαβάτης» γνώρισε τον Γιαννακό Νταή, τον πρόλαβε μεσόκοπο και ως προς τον περιγραφή της εμφάνισής του τον βρήκε μάλλον κοντό άνδρα που διατηρούσε ένα παχύ μουστάκι ενώ φορούσε πάντοτε ένα καπέλο στραβά, στοιχείο που προσέδιδε «ηρωικές» τάσεις. 



Αλλά όλη αυτή η μέτρια εξωτερική του εμφάνιση, έκρυβε μια γενναία φιλοδοξία που είχε. Ήθελε να θεωρείται παλληκαράς και με τη βοήθεια της φαντασίας του έφτασε να πιστεύει ακόμα και ο ίδιος, ότι είχε πράξει μεγάλα ανδραγαθήματα και ότι ενέπνεε σεβασμό και τρόμο όπου εμφανιζόταν. Βρήκε στο μεταξύ πολλούς αστείους τύπους που ήταν πρόθυμοι να πιστέψουν τους ανεξέλεγκτους άθλους του, ενισχύοντας έτσι την φαντασία του. Αυτοί οι θαυμαστές του όμως ήταν τελικώς που επιζητούσαν και παρότρυναν διαρκώς να εκτελέσει ένα ακόμα άθλο, τόσο μεγάλο σε αξία, που θα βοηθούσε δήθεν τη φήμη του να εξαπλωθεί σε μεγαλύτερη ακτίνα. Του επαναλάμβαναν ακόμα ότι για να αναγνωριστεί παλληκαράς των Αθηνών θα έπρεπε να κάνει ρεμούλα σε χαρτοπαιξία. Την εποχή εκείνη οι χαρτοπαίκτες δεν έπαιζαν, ήταν πραγματικά επικίνδυνοι τύποι, που οπλοφορούσαν και δεν είχαν κανέναν απολύτως ενδοιασμό. 



Ο Νταής ο οποίος στερείτο ουσιαστικά της έννοιας του κινδύνου και του μέτρου, δεν δίστασε να υλοποιήσει εκείνο για το οποίο τον παρότρυναν οι «θαυμαστές» του. Μια νύχτα επισκέφθηκε μια χαρτοπαικτική λέσχη και αποπειράθηκε να αρπάξει τα χρήματα από τον πάγκο, που φυσικά δεν ήταν απροστάτευτα, ούτε εύκολη λεία στην διάθεση του καθενός. Οι χαρτοπαίκτες που γρήγορα αντέδρασαν, τον ακινητοποίησαν και του έριξαν πολύ ξύλο. Για τον Νταή (Αρειμάνιο) όμως μικρή σημασία είχε αυτό, διότι παρά την αποτυχία του, και πάλι θα μπορούσε να εμφανιστεί στους θαυμαστές του και να τους δείξει ότι δεν φοβήθηκε κι ότι προχώρησε έχοντας το θάρρος που μόνο τα παλληκάρια διέθεταν. 

Επιπρόσθετα με την πράξη του έδειξε ότι είχε και τρομερή αντοχή στο ξύλο. Και πραγματικά γράφει ο «Διαβάτης» η πράξη του Αρειμάνιου έφτασε να γίνει τραγούδι και να εξυμνηθεί με στίχους που του έπλεκαν το εγκώμιο και του εξασφάλιζαν την δόξα εκείνη που επιζητούσε:   «Ο Νταής Γιάννης το θεριό, τ΄αγριεμένο φίδι / Ρεμούλα πήγε κι έκαμε στου Γιάννη το παιχνίδι / ………………./Κ’ η Γιάννενα εφώναξε «ποιος είναι αυτός ο νέος; / Σαράντα τονε δέρνουνε και στέκεται γενναίος».

Ο Κονδυλάκης γράφει για το τέλος αυτού του τύπου του Νταή ή Αρειμάνιου ότι τον κάλεσαν κάποτε οι θαυμαστές του στην Βουλιαγμένη για να του κάνουν το τραπέζι. Και αφού έφαγαν οι θαυμαστές του είπαν. «Νταή Γιαννάκο εσύ που τα έβγαλες πέρα στη στεριά μπορείς να τα βάλεις και με το πέλαγος;» Και παρότι ο Νταής δεν ήξερε να κολυμπά, καθώς δεν ήθελε να κάνει πίσω έτρεξε και χωρίς δισταγμό ρίχθηκε στη θάλασσα. 

Φυσικά καθώς δεν ήξερε να κολυμπά, η πάλη του με τη θάλασσα δεν διήρκεσε πολύ και πνίγηκε. Και οι θαυμαστές του πήγαν και τον ανέσυραν νεκρό. Στην κηδεία του γράφει ο Κονδυλάκης ότι βρέθηκαν πολλοί και μάλιστα την ώρα που τον σκέπαζαν με χώμα άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα όπως έκαναν στα χρόνια της επανάστασης με τους οπλαρχηγούς και τους ανδρειωμένους ήρωες. Και εάν βρισκόταν την ώρα εκείνη στην κηδεία κάποιος που δεν γνώριζε την πραγματική ιστορία του Νταή, θα πίστευε ότι επρόκειτο για θάνατο κάποιου παλληκαριού ατρόμητου και γενναίου ήρωα. Και η κηδεία αυτή έγινε στην ακτή για να μπορεί ο Γιαννακός Νταής να αντικρίζει για πάντα τη θάλασσα. 



Περιγραφή όμως για την ύπαρξη αυτού του προσώπου μας δίνουν χρόνια αργότερα κι άλλα δημοσιεύματα προσθέτοντας κι άλλα κατορθώματα του Νταή αλλά το ίδιο τέλος. Το 1924 στην εφημερίδα «Έθνος» (φ. 11ης Φεβρουαρίου 1924, σελ. 1) γίνεται αναφορά σε κάποιον Νταηγιαννάκη ή Αρειμάνιο έναν γνωστό λαϊκό τύπο στους νέους της Αθήνας. Αυτός ο Αρειμάνιος ή Νταής αν και ήταν μιας κλωτσιάς άνθρωπος είχε πάθει παράκρουση παλληκαριάς. 

Χωρίς να έχει σηκώσει το χέρι του ούτε για μια σφαλιάρα, πίστευε ότι είχε δείρει όλο τον κόσμο. Συχνά ανέφερε κατορθώματα και πράξεις που φυσικά ουδέποτε έγιναν αλλά με αυτούς πίστευε ότι θα ενίσχυε τη φήμη του. Τον επισκέφθηκε όπως ισχυριζόταν ένας διάσημος κακούργος της Γαλλίας -ο Πραντζίνη- ο οποίος είχε καταδικαστεί στη λαιμητόμο, αλλά η γαλλική κυβέρνηση δέχθηκε να του ικανοποιήσει την τελευταία του επιθυμία που ήταν… να σφίξει το χέρι του μοναδικού σε παλληκαριά άνδρα που βρισκόταν στην Ελλάδα και δεν ήταν άλλος από τον Νταή! Υποτίθεται ότι συναντήθηκαν σε καφενέ της Δεξαμενής κι αφού έσφιξαν τα χέρια ο Γάλλος κακούργος μπορούσε επιτέλους να πεθάνει νιώθοντας ολοκληρωμένος αφού είχε συναντηθεί με τον μοναδικό ισάξιό του. «Μου έσφιξε το χέρι τόσο δυνατά που ακόμα με πονάει… κι ύστερα γύρισε πίσω να του κόψει η καρμανιόλα τα κεφάλι!» περιέγραφε ο Νταής αργότερα στους θαυμαστές του. Το παράξενο όμως ήταν πως όλοι τον πιστέψανε! 



Με τον καιρό αυτοί οι θαυμαστές άρχισαν να γίνονται στενός νταλκάς. Διότι περιέγραφαν πράξεις που ούτε ο δυστυχής Νταής δεν θα τολμούσε να περιγράψει. Και οι περιγραφές γίνονταν παρουσία του για να αποσπάσουν την επιβεβαίωσή του κι έτσι να ανέβουν κι αυτοί στα μάτια των άλλων, ότι δηλαδή υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες των κατορθωμάτων του. Περιγράφανε οι θαυμαστές του τις ανύπαρκτες κολυμβητικές ικανότητες του Νταή «Αμ εγώ τον είδα να πέφτει από την εξέδρα του Φαλήρου στη θάλασσα και να κάνει ένα μακροβούτι που να κρατάει ένα τέταρτο με το ρολόι». Κι εκείνος κουνώντας αναγκαστικά το κεφάλι επιβεβαίωνε «Αμέ πώς δεν θυμάμαι!». «Τότε βούτα και κάνε το ίδιο…» του απάντησαν και κάπως έτσι έπεσε στην παγίδα που ο ίδιος είχε κατασκευάσει γύρω του. Τελικώς τα νερά του Σαρωνικού ήταν που έβαλαν τέλος στα κατορθώματα του Νταή, του κατά φαντασία παλληκαρά. Όμως η αλήθεια είναι ότι κατόρθωσε να δημιουργήσει τη φήμη γύρω από το όνομά του, που τελικώς έμεινε δια παντός να χαρακτηρίζει όμοιούς του.

 

Τα έργα ζωγραφικής που καλύπτουν το οπτικό μέρος είναι του Ανδρέα Κρυστάλλη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"