Οι τελευταίες στιγμές του Ανδρέα Μιαούλη και ο τάφος του στον Πειραιά

Μαρμάρινη επιγραφή από τον τάφο στον οποίο εναποτέθηκε η σορός του Ανδρέα Μιαούλη στις 14 Ιουνίου 1835. Το έτος που αναγράφεται σε αυτήν (1838), δεν ανταποκρίνεται στο αληθινό έτος θανάτου του. Πρόκειται για το έτος αποπερατώσεως του πρώτου μνημείου, κοντά στο Βασιλικό Περίπτερο.
(Συλλογή Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος). 


του Στέφανου Μίλεση

Ο Ανδρέας Μιαούλης σταμάτησε να ταξιδεύει πριν ακόμα από την έναρξη της επανάστασης, σε ηλικία 47 ετών. Η διακοπή αυτή είχε να κάνει με προβλήματα υγείας που τον καταπονούσαν όπως οι ρευματισμοί. Η υγρασία επί του πλοίου τον έκανε να υποφέρει. 

Όμως όταν η επανάσταση άρχισε ο Μιαούλης επέστρεψε και πάλι στα καράβια. Με την έλευση του Όθωνα ο Μιαούλης εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Είχε διοριστεί διευθυντής του ναυτικού. Το 1835 έγινε υποναύαρχος (ο ανώτερος βαθμός τότε) και ήταν επιθεωρητής στόλου ενώ παράλληλα ασκούσε καθήκοντα σύμβουλου της Επικράτειας. 

Τον Φεβρουάριο εκείνου του έτους μια πνευμονία τον χτύπησε βαριά. Στο μεταξύ οικοδομούσε το σπίτι του στον Πειραιά, μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, για την οποία έχουν υπάρξει πολλές αναφορές στο παρελθόν (θεωρήθηκε γρουσούζικο). Ο Μιαούλης επιθυμούσε να μείνει για πάντα στον Πειραιά, αντικρίζοντας το λιμάνι στο οποίο λίγα χρόνια πριν (το 1827) επιχειρούσε με τη φρεγάτα ΕΛΛΑΣ. 

Η οικία Μιαούλη (ως προς το ιδιοκτησιακό και μόνο καθεστώς) απαθανατισμένη από τον πατέρα της θαλασσογραφίας Κωνσταντίνο Βολανάκη.


Τον Μάιο του 1835 έπαθε και φυματίωση! Τόσο ο ίδιος όσο και ο κόσμος καταλάβαινε ότι ο ναυμάχος διάβαινε τους τελευταίους χρόνους της ζωής του. Ακόμα και η ακατοίκητη εν Πειραιεί οικία του είχε γίνει τόπος προσκυνήματος. Ο Όθωνας που μόλις είχε ενηλικιωθεί δύο φορές, τον επισκέφθηκε και τον βρήκε στο δωμάτιό του στην Αθήνα άρρωστο. Την δεύτερη φορά του κρέμασε στο στήθος μια κυανόλευκη ταινία με σταυρό και ο ναύαρχος τον ευχαρίστησε λέγοντας ότι πεθαίνει ευχαριστημένος. Στις 10 Ιουνίου 1835 ο Μιαούλης εξομολογήθηκε και μετέλαβε. Κάλεσε μόνο τα παιδιά του και τα φίλησε. Την άλλη ημέρα (11 Ιουνίου) «μπάρκαρε» για πάντα ήρεμος σα να κοιμήθηκε. 

Η προτομή του Α. Μιαούλη, στη θέση του σπιτιού που ουδέποτε κατοίκησε...

Στις 12 Ιουνίου το σώμα του έμεινε στο δωμάτιο της οικίας του και στις 13 μεταφέρθηκε για πρόχειρη ταρίχευση πρώτα κι ύστερα στη Μητρόπολη της Αγίας Ειρήνης. Μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία ο νεκρός παρέμεινε όλη τη νύχτα για προσκύνημα του λαού που σχημάτιζε ουρές. Την ίδια εκείνη ημέρα, 13 Ιουνίου, εκδόθηκε Βασιλικό Διάταγμα που καθόριζε τη θέση του τάφου κοντά στον άλλο μεγάλο ναυμάχο της αρχαιότητας τον Θεμιστοκλή. 

Αποφασίστηκε η ανέγερση ενός λαμπρού μνημείου με δαπάνη του κράτους. Στις 14 Ιουνίου, στις 5 η ώρα το πρωί σχηματίστηκε μια μεγάλη πομπή στην κορυφή της οποίας βρισκόταν η οικογένεια του Μιαούλη και πολλοί επίσημοι και με αυτόν τον τρόπο έφεραν το σκήνωμα στον Πειραιά. Στη θάλασσα, έξω από το σημείο όπου θα γινόταν η ταφή, είχαν συγκεντρωθεί πλήθος βαρκών του Ελληνικού, Γαλλικού, Αγγλικού και Αυστριακού ναυτικού. Επί του παράλιου τάφου, έγινε δέηση και αμέσως μετά τοποθετήθηκε το φέρετρο σε έναν λιτό τάφο. Ήταν ένας προσωρινός μέχρι να φιλοτεχνηθεί ένα λαμπρό ταφικό μνημείο, όπως όριζε η σχετική απόφαση. 

Ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου και υπουργός Περικλής Αργυρόπουλος εκφώνησε τον επιτάφιο λόγο. Για πολλές ώρες μετά η ατμόσφαιρα δονείτο από τις αποχαιρετιστήριες κανονιές τόσο από τη στεριά όσο και από τα καράβια. Η καρδιά του Ανδρέα Μιαούλη είχε προηγούμενα τοποθετηθεί σε μια χρυσή λήκυθο και είχε μεταφερθεί στην Ύδρα.  Έκτοτε το λιμάνι επεκτεινόταν και άκμαζε διαρκώς. Η ζωή του πειραϊκού λιμένα ξεκινούσε ουσιαστικά έχοντας όριο έναν τάφο! 

Ορθωνόταν στην δεξιά πλευρά (για τους εισπλέοντες) του λιμανιού. Από τον τάφο του Μιαούλη και μετά άρχιζε ένα πραγματικό χάος από αποθήκες, γερανούς, παροπλισμένα πλοία και ταρσανάδες και μικροναυπηγεία. Με την ανάπτυξη του λιμανιού, η θέση του τάφου του Ανδρέα Μιαούλη κρίθηκε ακατάλληλη και οι πρώτοι που αντέδρασαν ήταν οι Υδραίοι. Ο τάφος ήταν ο λιτός της πρώτης ταφής και κανένα λαμπρό μνημείο δεν είχε οικοδομηθεί. Έφτασαν στο σημείο να απειλήσουν ότι θα έρθουν απροειδοποίητα στον Πειραιά για να πάρουν τα λείψανά του και να τα μεταφέρουν στην Ύδρα. Στο μεταξύ η αλληλογραφία μεταξύ των υπηρεσιών του Δήμου, του βασιλικού ναυτικού και των Υδραίων, είχε κορυφωθεί και λύση δεν βρισκόταν για τον τάφο του Μιαούλη. Λύση στο πρόβλημα επιχείρησε να δώσει τον Απρίλιο του 1940 ο Μιχάλης Μανούσκος καθώς επιθυμούσε την παράλληλη αξιοποίηση του χώρου του Βασιλικού Περιπτέρου με το νέο ταφικό μνημείο του Θεμιστοκλή δίπλα του. Απέρριψε μια πρόταση για μετακομιδή των οστών του σε ταφικό μνημείο στην Πλατεία Αλεξάνδρας, καθώς θεώρησε ότι επρόκειτο για μια καθαρώς αστική περιοχή στην οποία δεν αρμόζουν ταφικά μνημεία. 

Τον πρόλαβε ο πόλεμος και τίποτα δεν άλλαξε. Μέχρι που το 1952 ο διοικητής της υπηρεσίας Παρακτίου Αμύνης,  ο υποναύαρχος Ι. Τούμπας, διέταξε την μετακομιδή των οστών, δίνοντας λύση στο πρόβλημα. Είχε προηγούμενα κατασκευάσει ένα νέο ταφικό μνημείο εντός του προαύλιου χώρου της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Ο Τούμπας αναφέρθηκε στο νέο ταφικό μνημείο του Α. Μιαούλη στο πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε στις 8 Απριλίου 1952, ημέρα που πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια των εγκαταστάσεων παρακτίου αμύνης. 

Ναύτες στο ταφικό μνημείο του Θεμιστοκλή. Από τις τελετές μετακομιδής οστών Α. Μιαούλη, και διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου του 1952

Αποκαλυπτήρια προτομής Θεμιστοκλή (1952), από τον Βασιλιά Παύλο. Πίσω του ο Πρίγκιπας Γεώργιος. 



Αναφέρθηκε αρχικά στον τάφο του Θεμιστοκλέους διαβάζοντας τις αναφορές των αρχαιολόγων Ορλάνδου, Καρούσου και Παπαδημητρίου οι οποίες κατέγραφαν τους λόγους για τους οποίους ο τάφος του όρμου του Κανελλόπουλου, ήταν ο τάφος του νικητού της Σαλαμίνας. Εν συνεχεία, ανέφερε τους λόγους για τους οποίους ο Ι. Δραγάτσης είχε υποπέσει σε σφάλμα μη εκτιμώντας τη γεωγραφία της περιοχής, περί του σχηματισμού γωνίας που οριοθετούσε εσωτερικό όρμο στον οποίο η θάλασσα ήταν γαλήνια για τους κολυμβητές (μέχρι σήμερα η μικρή ακτή αποτελεί πρώτη επιλογή στους κολυμβητές της περιοχής). 

Ακολούθησαν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Θεμιστοκλή, ο σχεδιασμός της οποίας είχε γίνει με βάση εκμαγείο της προτομής που είχε βρεθεί στην Όστια της Ιταλίας. Για αυτό και στα αποκαλυπτήρια μεταξύ των επισήμων βρισκόταν και ο πρεσβευτής της Ιταλίας Αλεσαντρίνι που είχε κομίσει το εκμαγείο. Επακολούθησε επίσκεψη στα κτήρια των εγκαταστάσεων και στο νέο ταφικό μνημείο του Ανδρέα Μιαούλη. 

Η προτομή του Θεμιστοκλή στην Ιταλία, από την οποία αντιγράφηκε με χρήση εκμαγείου και φιλοτεχνήθηκε η προτομή της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Το εκμαγείο κόμισε ο ίδιος ο πρεσβευτής της Ιταλίας. 


Και πάλι όμως υπήρξαν αντιδράσεις, καθώς τόσο οι Υδραίοι όσο και οι δημότες του Πειραιά που επιθυμούσαν μια επίσκεψη στον τάφο του, δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν εντός του απαγορευμένου στρατιωτικού χώρου. Οι Υδραίοι από την πλευρά τους επέμεναν, ότι η θέση των οστών του Μιαούλη ήταν εκεί που βρίσκεται και η καρδιά του. Δηλαδή εντός μιας λάρνακας στην Ύδρα. Το πρόβλημα για τη θέση του τάφου του Μιαούλη απασχολούσε για χρόνια τις δημοτικές αρχές του Πειραιά και της Ύδρας, τον Ο.Λ.Π. αλλά και τις υπηρεσίες του τότε Βασιλικού Ναυτικού. Και επρόκειτο για ένα διπλό πρόβλημα! 

Το δεύτερο κατά σειρά ταφικό μνημείο που κατασκευάστηκε εντός της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων το 1952.

Διότι αφενός υπήρχε έριδα για το ποιος είναι ο ιδιοκτήτης της περιοχής του Βασιλικού Περιπτέρου, όπου βρισκόταν θαμμένος ο Μιαούλης (και μέχρι σήμερα η έκταση δηλώνεται από τον Δήμο Πειραιά στο κτηματολόγιο αλλά αναφέρεται ως ιδιοκτήτης ο ΟΛΠ), αφετέρου σε δεύτερο επίπεδο υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ Ύδρας και Πειραιά για το ποιος δήμος δικαιούνταν να φιλοξενεί τα οστά του. 

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι τα μαυσωλεία και τα ταφικά μνημεία των μεγάλων ανδρών πρέπει να ορθώνονται εκεί που άφησαν την τελευταία τους πνοή. Με το πνεύμα αυτό άλλωστε έγινε μετακομιδή των οστών του Γεωργίου Καραϊσκάκη στο Νέο Φάληρο. Διότι τελικώς οι αγώνες τέτοιων μεγάλων μορφών είναι αγώνες εθνικοί και όλοι επιθυμούν να σπεύσουν άπαντες να τους τιμήσουν. Μάρτυρες της δόξας του Μιαούλη δεν υπήρξαν μονάχα οι Υδραίοι αλλά όλοι οι θαλασσινοί που βρέθηκαν στις διαταγές του. 

Ο Μιαούλης υπήρξε ο Θεμιστοκλής της νεότερης ναυτικής ιστορίας, διαπράττοντας ακόμα και τα λάθη του πρώτου. Όμως προαναφέραμε από το 1952 ο τάφος του Μιαούλη μεταφέρθηκε εντός της Σχολής Ναυτικών. Το 1986 λέγεται πως έγινε μετακομιδή των οστών του στην Ύδρα όπου φυλασσόταν και η καρδιά του. Από τον πρώτο τάφο του Μιαούλη επί της Ακτής Αλκίμων το μόνο που διασώθηκε είναι ένα κομμάτι μαρμάρου το οποίο εκτίθεται σήμερα στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος στην Φρεαττύδα. Και πώς να σωθεί κάτι άλλο, αφού επρόκειτο για τον λιτό πρώτο τάφο του ναυμάχου. Από τον θάνατό του και μετά η κυριότερη παράλια λεωφόρος και Ακτή του Πειραιά, έλαβαν το όνομά του σε Λεωφόρο και Ακτή Μιαούλη αντίστοιχα.


Διαβάστε επίσης:

Η κατάρα του σπιτιού του Ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη


Η προτομή του Ανδρέα Μιαούλη (1978)


Η πρώτη πολυκατοικία του Πειραιά

 

του Στέφανου Μίλεση

 

Το 1951 υπήρξε το έτος εκείνο για τον Πειραιά που άρχισε να διαμορφώνεται η όψη και να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πόλης. Ήταν τότε που άρχισαν να εκδίδονται άδειες για την οικοδόμηση κατοικιών που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο. Ανάμεσά τους και κάποιες πολυώροφες οικοδομές. Η καταστροφική κληρονομιά του Πειραιά από τους βομβαρδισμούς του πολέμου, αλλά και την οικονομική δυσπραγία που ακολούθησε λόγω του εμφυλίου, ανέκαμψε την προσπάθεια ανοικοδόμησης. Μέχρι το 1950 ο Πειραιάς εξακολουθούσε να παραμένει χωρίς προσπάθεια ανοικοδόμησης των καταστραμμένων οικιών. Οικογένειες δεν μπορούσαν να επισκευάσουν τα καταστραμμένα σπίτια τους και πολλές εξ αυτών είχαν εγκατασταθεί εκτός πόλης. 

Το 1951 υπήρξε το έτος που φαίνεται πως τα πράγματα έλαβαν κάποια στροφή. Στις συνοικίες μικρά μονώροφα σπίτια άρχισαν να επισκευάζονται και είναι χαρακτηριστικό ότι εκδόθηκαν για τη χρονιά εκείνη συνολικά 855 άδειες για μονώροφες και (λιγότερες για) διώροφες κατοικίες στον Πειραιά. Όσο για τις τριώροφες οικοδομές ήταν μετρημένες στα δάκτυλα! Μια ανεγέρθηκε από τους Σπύρο και Ευάγγελο Ζαμπέλη επί των οδών ΙΙ Μεραρχίας και Κουντουριώτου και άλλη από την Πανελλήνια Ένωση Γονέων "Χριστιανική Αγωγή" επί της οδού Φίλωνος. 

Όμως τη χρονιά εκείνη εκδόθηκε και πρώτη άδεια για ανέγερση πολυκατοικίας!  

Η πρώτη σύγχρονη πολυκατοικία που ανεγέρθηκε στον Πειραιά, ήταν του Π. Παυλίδη στην Πλατεία Κανάρη στο Πασαλιμάνι. Χαρακτηριστικό της ήταν ότι οι δύο πρώτοι όροφοι είχαν ήδη πωληθεί σε γνωστούς Πειραιώτες δημοσιογράφους της εποχής. 

Η πολυκατοικία Παυλίδη ήταν (και είναι) επταώροφος με ρετιρέ. Στα σχέδια τουλάχιστον, προβλεπόταν σε κάθε διαμέρισμα να υπάρχει δωμάτιο υπηρεσίας. Η πολυκατοικία αυτή  υπήρξε η πρώτη που παρείχε όλες εκείνες τις ανέσεις που θεωρούταν σύγχρονες όπως κεντρική θέρμανση με καλοριφέρ, υδραυλικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, αποχέτευση και ασανσέρ. Αρχιτέκτονας της πολυκατοικίας ήταν ο Κ. Μακρής. 

Η πολυκατοικία Παυλίδη μόνη στέκει επί της Πλατείας Κανάρη.




Το 1952 υπήρξε έτος ανέγερσης μερικών ακόμα πολυκατοικιών, όπως εκείνη ιδιοκτησίας ΝΑΤ, ευρισκόμενη στη συμβολή των οδών Γεωργίου Α’ και Αλιβιάδου, αλλά και πάνω από τον όρμο της Φρεαττύδος (που ακόμα υφίστατο) επί της Λεωφόρου Φρεαττύδος (Φρεαττύος).  


Απεικόνιση του 1958 εμφανίζει μόνο τρεις πολυκατοικίες να έχουν οικοδομηθεί από την Πλατεία Κανάρη μέχρι την Πλατεία Αλεξάνδρας.



Ε/Γ ΚΑΜΕΛΙΑ - Το πρώτο χαλύβδινο επιβατηγό πλοίο ελληνικής κατασκευής (1962)

Το υπό κατασκευή ακτοπλοϊκό σκάφος ΚΑΜΕΛΙΑ στα ναυπηγεία Αναστασιάδη και Τσορτανίδη στο Πέραμα.

 

του Στέφανου Μίλεση

 

Ήδη από τα τέλη του 1959 είχε γίνει γνωστό ότι στα ναυπηγεία του Περάματος είχε ξεκινήσει η κατασκευή του πρώτου στην Ελλάδα χαλύβδινου σκάφους, για την εξυπηρέτηση ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών. Στην ουσία επρόκειτο για το πρώτο επιβατηγό μεγάλων διαστάσεων που κατασκευάσθηκε εξ ολοκλήρου από ελληνικά χέρια. Και αυτή την πρωτιά την απέσπασε το Πέραμα όπου διέθετε μέσα και εγκαταστάσεις περιορισμένης εμβέλειας.

Ο Γ. Βατικιώτης για λογαριασμό του οποίου ναυπηγήθηκε το πλοίο, έλαβε την πρωτοβουλία αυτή, πραγματικό ρίσκο στην εποχή του, επιδεικνύοντας πλήρη εμπιστοσύνη στα ναυπηγεία του Περάματος, παραμερίζοντας τις επιφυλάξεις όσων των προσέγγιζαν για να του εκφράσουν τους φόβους τους. Το έργο ανατέθηκε στο ναυπηγείο Δ. Κ. Αναστασιάδη – Α. Χ. Τζορτανίδη και η χρονική καθυστέρηση στην ολοκλήρωσή του, οφειλόταν κύρια σε οικονομικούς λόγους, παρά τα σημαντικά τεχνικά προβλήματα που είχαν υπάρξει.


Το ΚΑΜΕΛΙΑ είχε μήκος 54,5 μέτρων, πλάτος 8.50 μ. και ύψος 6.10 μ. Κατά το στάδιο κατασκευής του, επισκέφθηκαν τις εγκαταστάσεις του Περάματος εκπρόσωποι Ιαπωνικών ναυπηγείων που μόλις είδαν από κοντά τα τεχνικά μέσα που διατίθονταν εκδήλωσαν την έκπληξή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρεται πως υπήρχε μόνο ένας γερανός ανυψωτικής δύναμης 2 τόνων, ο οποίος καλείτο να διεκπεραιώσει τη μεταφορά προς συναρμολόγηση 300 τόνων ελασμάτων!

Αρχικά η κατασκευή είχε υπολογιστεί να διαρκέσει εννιά μήνες, αλλά αντ’  αυτού ολοκληρώθηκε τελικώς ύστερα από δύο έτη, αφού ύστερα από πολλές δυσχέρειες κατάφεραν να βρεθούν τα αναγκαία κεφάλαια για την αποπεράτωσή του. Το ΚΑΜΕΛΙΑ ήταν εφοδιασμένο με δύο μηχανές τύπου ΜΑΝ 2640 ίππων και ανέπτυσσε μέγιστη ταχύτητα 17 μιλίων (συνήθως ταξίδευε με 15 μ.). Είχε υπολογιστεί ότι μπορούσε το θέρος σε ταξίδια ημέρας να μεταφέρει μέχρι και χίλιους επιβάτες. Διέθετε μικρό αριθμό καμπινών ενώ το συνολικό κόστος κατασκευής του, περιλαμβανομένου των διαρρυθμίσεων έφτασε τα 11 εκατομμύρια περίπου. Μια απαίτηση του ιδιοκτήτη ήταν η συναρμολόγηση του σκάφους να γίνει με καρφιά (καρφωτό) και όχι με συγκόλληση των διαφόρων μερών του. Η καθέλκυση του ΚΑΜΕΛΙΑ πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου 1962. 


Τα ναυπηγεία του Περάματος ήταν σημαντικό να ολοκληρώσουν μια τέτοια κατασκευή διότι στερούμενα επαρκών εγκαταστάσεων και χώρων κατάφεραν να αποδείξουν ότι μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα ξένα μεγάλα ναυπηγεία. Περίπου την ίδια εποχή με τη ναυπήγηση του ΚΑΜΕΛΙΑ επέτυχαν να κατασκευάσουν έξι σιδερένια αλιευτικά σκάφη μεσογειακής αλιείας.

Δυστυχώς το ΚΑΜΕΛΙΑ στα είκοσι χρόνια που εκτελούσε δρομολόγια γραμμής Σαρωνικού (1962-1982), συνάντησε το σκληρό ανταγωνισμό πολλών άλλων πλοίων όπως των "ΝΕΡΑΪΔΑ" του Λάτση, "ΠΟΡΤΟΚΑΛΗ ΗΛΙΟΥ", "ΜΥΚΗΝΑΙ" και πολλών επίσης οχηματαγωγών. Εκτελούσε δρομολόγια μέχρι και το 1982 στη συγκεκριμένη γραμμή και σήμερα φαίνεται απίστευτο πως στις γραμμές του Σαρωνικού που κάποτε ήταν δρομολογημένα τόσα πολλά πλοία, έφτασαν σήμερα να αναζητούν οικονομικά δρομολόγια εξυπηρέτησης...  

Φωτογραφίες από την κατασκευή του ΚΑΜΕΛΙΑ και τη ναυπήγησή του εδώ.



Η «Στάνη» του Στυλιανού Κουντουρά.




του Στέφανου Μίλεση

Ο Στυλιανός Κουντουράς έφτασε ξεριζωμένος από τη φλεγόμενη Σμύρνη το 1922 ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους πρόσφυγες. Κατάφερε ωστόσο να ορθοποδήσει χάρις στην επιμονή του και στην αγωνιστικότητά του. 

Ίδρυσε ένα γαλακτοπωλείο με την επωνυμία "Αγνότης" στη Στοά Ριζάρη, στη λεωφόρο Μιαούλη (σημερινή Εθνικής Αντιστάσεως), μαζί με έναν ακόμα συνεταίρο. Δεν ήταν εύκολη υπόθεση, διότι δεκάδες άλλοι πρόσφυγες έπρατταν το ίδιο. Πολλά ομοειδή καταστήματα είχαν ανοίξει στον Πειραιά από το 1923 και μετά. Όμως ο Κουντουράς επιδόθηκε με θέρμη στην Παρασκευή Σμυρναίικων γλυκών, που σε ταξίδευαν με τη γεύση τους πίσω στη χαμένη πατρίδα. Γρήγορα ο ενθουσιασμός των Σμυρνιών που έμεναν στον Πειραιά για τις αυθεντικές γεύσεις της πόλης τους, πέρασε και στους ντόπιους Πειραιώτες.

Από τον Πειραιά στο Νέο Φάληρο

Στη Στοά Ριζάρη έμεινε από το 1922 έως το 1933 παρά τις δυσκολίες που συνάντησε προερχόμενες από τις τρομερές κοινωνικές αλλαγές, τις καταστροφές, τα κινήματα και άλλες αντιξοότητες που στάθηκαν εμπόδιο κατά της οικονομικής άνθησης. 

Το 1933 ο μπάρμπα-Στέλιος (έτσι ήταν γνωστός), θεώρησε ότι θα ήταν καλύτερη μια μεταστέγαση του γαλακτοπωλείου του στο Νέο Φάληρο, όπου ο κόσμος στεκόταν καλύτερα οικονομικά. Το Νέο Φάληρο αποτελούσε τότε το κέντρο της αστικής κοινωνίας. Ο κόσμος αναζητούσε νέες γεύσεις, εκλεπτυσμένες, διαφορετικές. Στεγάστηκε σε ένα στέκι του Νέου Φαλήρου, γνωστό ως «Τζίτζικα». 

Πώς προήλθε η ονομασία «Στάνη»

Στα τέλη του 1938 κατέληξε επί της Πλατείας Κοραή. Η ευκαιρία δόθηκε καθώς είχε μόλις τελειώσει το νέο κτήριο της Ιωνιδείου σχολής το οποίο προσέφερε χώρους προς ενοικίαση. Τα εγκαίνια του κτηρίου της Ιωνιδείου είχαν πραγματοποιηθεί στις 6 Νοεμβρίου 1938. Το όνομα "Στάνη" προτάθηκε στον Κουντουρά από τον Δήμαρχο Πειραιά και πρόεδρο του Ολυμπιακού Μιχάλη Μανούσκο. Και ο λόγος ήταν απλός. 

Ο Στυλιανός Κουντουράς διατηρούσε πραγματική στάνη στον Μαραθώνα, όπου παρήγαγε το γάλα με το οποίο προμήθευε τη «Στάνη» της Πλατείας Κοραής. Καθώς λοιπόν είχε αυτή την ιδιαιτερότητα, αναζητούσε όνομα το οποίο να προσδιορίζει την αγνότητα των υλικών που χρησιμοποιούσε το γαλακτοπωλείο. Με ενθουσιασμό δέχθηκε την πρόταση του Μανούσκου, προτείνοντάς του μάλιστα να είναι και ο επίσημος ανάδοχος, τελώντας τα εγκαίνιά του νέου καταστήματος. 

 

Δεκαετία 1950 η Πλατεία Κοραή με το κτήριο της Ιωνιδείου (στο ισόγειο του οποίου βρίσκεται η "Στάνη") και αριστερά το κτήριο της Δημοσυντήρητης Επαγγελματικής και Οικοκυρικής Σχολής.


Ο Στυλιανός Κουντουράς αφηγείται:

«Είμαι πολύ ευχαριστημένος από την δικαίωση του επαγγελματικού μου μόχθου. Πενήντα έως εξήντα κούρσες έφθαναν στο μαγαζί μου κάθε βράδυ από την Αθήνα, αλλά και από την Γλυφάδα, το Μαρούσι και την Κηφισιά, με κόσμο που αναζητούσε το παγωτό της «Στάνης». Και δεν έτρωγαν μόνο ένα, οι περισσότεροι, αλλά διπλά και τριπλά. Και να ξέρετε, όταν άνοιξα το μαγαζί είχαν βρεθεί πολλοί που με έκλαιγαν…

Γιατί τότε η πλατεία Κοραή δεν παρουσίαζε καμία κίνηση. Κανένας δεν πάταγε κατά την πλευρά μας. Δούλευαν τα κέντρα που βρίσκονταν προς την πλευρά του Δημοτικού Θεάτρου (εννοούσε στην απέναντι πλευρά, που βρισκόταν ο βασικός ανταγωνιστής που ήταν το ζαχαροπλαστείο «Διεθνές»). 

Στην Πλατεία Κοραή τίποτε δεν υπήρχε, ψυχή δεν πατούσε. Όμως, από τότε που άνοιξα, άλλαξαν τα πράγματα. Το μαγαζί μου, που το βάφτισε ο τότε δήμαρχος Μ. Μανούσκος, έγινε αφορμή να μετατοπιστεί η νυκτερινή κίνηση στην Πλατεία Κοραή και να μη φτάνουν τα βράδια του καλοκαιριού οι καρέκλες!»

Στο σημείο αυτό της αφήγησης ο Στέλιος Κουντουράς συγκινείται και θυμάται τον πατέρα του:

«Σαν έκλεισε τα μάτια του στη Σμύρνη, θεός σχωρέστον, πρόλαβε και μούπε τρεις συμβουλές: Να είμαι δίκαιος, να μη θέλω ούτε το κακό του εχθρού μου και πάντα να φροντίζω να έχω σχέσεις με καλύτερούς μου. Τότε, δεν τάχα καλά καταλάβει τα καλά τα λόγια του. Αργότερα, όμως, σαν τ’ ακολούθησα πιστά, είδα πόση σοφία είχε ο γέροντας πατέρας μου». [2]

Τότε ο Στέλιος Κουντουράς για να δικαιολογήσει το γιατί είχε δίκιο ο πατέρας του, εξιστόρησε ένα γεγονός πως όταν είχαν έρθει στην ανάγκη κάποιοι άνθρωποι, που του είχαν κάνει κακό κι εκείνος τους βοήθησε και τους έσωσε, έπεσαν πάνω του και τον φιλούσαν με τα μάτια γεμάτα δάκρια.

 

Η «Στάνη» λειτούργησε για λίγο και ως εστιατόριο

 

Κάτι που είναι ελάχιστα γνωστό είναι το γεγονός πως η »Στάνη» υπήρξε για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα, λίγο πριν από τον πόλεμο και «χορτοφαγικό» εστιατόριο. Την πληροφορία αυτή μας τη μεταφέρει ο λογοτέχνης Χρήστος Λεβάντας ο οποίος σε σχετικό αφιέρωμα στην εφημερίδα "Φωνή του Πειραιώς" γράφει για την περίοδο εκείνη που το κατάστημα λειτουργούσε και ως μαγειρείο. Ο Λεβάντας ήταν πελάτης της "Στάνης" και μέσω αυτής γνώρισε και ανέπτυξε φιλία με τον Στυλιανό Κουντουρά.

Με την έννοια "χορτοφαγικό" εστιατόριο δεν εννοείται ότι απευθυνόταν σε πελάτες που δεν επιθυμούσαν να φάνε κρέας. Αλλά καθώς αυτό ήταν ακριβό, ακόμα και οι εύποροι το κατανάλωναν μια φορά την εβδομάδα. Τότε ο Κουντουράς στην προσπάθειά του να φτιάξει φαγητά οικονομικά, προσιτά σε όλο τον κόσμο, είχε καταρτίσει μενού που δεν περιλάμβανε κρέας.

Στο μαγειρείο της "Στάνης" καθημερινά παρασκευάζονταν όσπρια ή λαδερά φαγητά όπως και πατάτες γιαχνί, σπανακόριζο, γεμιστά με ρύζι και άλλα. Έτσι οι Πειραιώτες πήγαιναν στη «Στάνη» όχι μόνο για αγνό γάλα, γιαούρτια ή ρυζόγαλα αλλά και για φθηνά φαγητά, αφού εξέλιπε από αυτά το κρέας που τα καθιστούσε απλησίαστα στον κόσμο. Αυτή ήταν ακόμα μια εμπορική κίνηση που καταδείκνυε την επιχειρηματική ευφυΐα του Στυλιανού Κουντουρά. Με τον τρόπο αυτό ανταγωνίστηκε τα μαγειριά της οδού Αγίου Σπυρίδωνα (Γιαχνί σοκάκι), που σερβίριζαν μόνο λαδερά και ειδικά πατάτες γιαχνί για να τρώνε όλοι φθηνά. Σύμφωνα με τον Λεβάντα η λειτουργία της "Στάνης" και ως εστιατόριο διήρκεσε μικρό χρονικό διάστημα καθώς ακολούθησε η κατοχή. [1]

Τα καλοκαίρια η «Στάνη» γινόταν επίσης ανάρπαστη για τα παγωμένα γιαούρτια κυπέλλου, αλλά και τα παγωτά καϊμάκι, τα οποία της εξασφάλιζαν πελατεία ακόμα και από την Αθήνα.


Διαφήμιση της Στάνης το 1956 στην εφημερίδα "Φωνή του Πειραιώς"

Η «Στάνη» κατά την διάρκεια της κατοχής

 Ήρθε όμως ο πόλεμος και η κατοχή και ο Στυλιανός Κουντουράς ως πρόσφυγας που ήταν πονούσε και ένιωθε τι σημαίνει πείνα, καθώς και ο ίδιος την είχε βιώσει. Αντίθετα με πολλούς άλλους που κατά την διάρκεια της κατοχής πλούτισαν από την «μαύρη αγορά», εκείνος δεν σκέφτηκε ποτέ να κρατήσει προμήθειες του Μαραθώνα για να τις διαθέσει αντί υπέρογκων ποσών. 

Ό,τι κουβαλούσε καθημερινά από το μαντρί του στον Μαραθώνα το πήγαινε στο μαγαζί του. Αμέσως έξω από αυτό σχηματιζόταν ουρά για αγορά γάλακτος, γιαουρτιών και αβγών στην τιμή της διατίμησης της Αγορανομίας. Ποτέ δεν δημιουργήθηκε το παραμικρό επεισόδιο από τις αρχές ή από τον κόσμο για προϊόντα που είχε και δεν διέθετε ή που απόκρυπτε όπως άλλοι έπρατταν.




Θυμάται ο ίδιος τα χρόνια εκείνα: "Ποτέ δεν μου έκαναν φασαρία κι ας ήτανε μέρες τόσο άγριες και το γάλα ή το γιαούρτι ήταν περιζήτητο".

Την άλλη ημέρα ξανάμπαιναν στην ουρά από τη νύχτα για να τους μοιράσει ο Κουντουράς δίκαια το γάλα.

Ο Χρήστος Λεβάντας προσθέτει ένα επεισόδιο που συνέβη κατά την διάρκεια των επίσης ταραγμένων χρόνων που ακολούθησαν. Αυτό το επεισόδιο το διηγείται ο γνωστός λογοτέχνης:

"Ένα πρωινό του 1947 τον ξύπνησα στο σπίτι και του είπα πως τον ζητούσε η Αγορανομία. Ένας αστυφύλακας πήγε για δεύτερη φορά στο μαγαζί και διεμήνυσε πως ζητάει να μιλήσει με τον ιδιοκτήτη ο διοικητής. Ανήσυχος τότε ο μπάρμπα-Στέλιος πετάχτηκε από το κρεβάτι του, ντύθηκε και γραμμή τράβηξε στην Αγορανομία. Τον υποδέχθηκε ένας αστυνόμος.

-Κάθισε , μπάρμπα-Στέλιο. Θα πάρεις καφέ;

Ο Κουντουράς που περίμενε άλλη υποδοχή, που δεν ήξερε γιατί τον ζητούσαν, σάστισε.

-Ας πάρω έναν καφέ, είπε

Στο μεταξύ περίμενε να ακούσει γιατί τον ζητούσαν, με αγωνία. Τι να συμβαίνει έλεγε με το μυαλό του. Αλλά λέξη ο αστυνόμος. Κάποτε έφτασε ο διοικητής της Αγορανομίας Πειραιά, αστυνομικός διευθυντής Μπαϊλάκης και τον κάλεσε να πάει στο γραφείο του. Ο Μπαρμπα-Στέλιος μπήκε μέσα με κομμένα τα γόνατα. Αλλά νέα έκπληξη τον περίμενε.

-Θα πάρεις καφέ, μπάρμπα-Στέλιο; του είπε φιλικά ο Μπαϊλάκης.

Τάχασε πάλι ο Κουντουράς και δε βάσταξε:

-Αμάν, κύριε Διοικητά, πείτε μου τι με θέλετε, γιατί η ψυχή μου ανέβηκε ως τον ουρανό.

Έσπασε στα γέλια ο Μπαϊλάκης. Και αφού τον καθησύχασε του είπε το "μυστικό":

-Να μωρέ μπάρμπα-Στέλιο, οι γαλατάδες της Αθήνας ζητήσανε αύξηση. Η τηλεφώνησαν από το υπουργείο, από την διεύθυνση της Αγορανομίας, να σε καλέσουμε και να σε ρωτήσουμε, αν είναι δίκαιη η αύξηση που ζητάνε κι αν πρέπει να εγκριθεί.

Μόνο που δεν λιποθύμησε ο μπάρμπα-Στέλιος από τη συγκίνησή του. Ποτέ δεν περίμενε πως ολόκληρο υπουργείο θα περίμενε με εμπιστοσύνη την δική του γνώμη για να πάρει απόφαση!

Ο μπάρμπα-Στέλιος έκανε τους υπολογισμούς του κόστους κι αποφάνθηκε:

-Δίκιο είχαν οι Αθηναίοι γαλατάδες. Όχι όμως όσο ζητούσαν, αλλά τόσο που έβγαινε το άθροισμα. Και έκανε κίνηση κι έδειξε ο μπάρμπα-Στέλιος το πραγματικό ποσό της αύξησης.

Έτσι εκδόθηκε η αγορανομική διάταξη με το ποσό και τη σύμφωνη γνώμη του μπάρμπα-Στέλιου". [3]

Ο Στυλιανός Κουντουράς πέθανε το καλοκαίρι του 1957 και πλήθος κόσμου παρευρέθηκε στην κηδεία του. Κάθε χρόνο η σύζυγός του Αργυρώ τελούσε μνημόσυνο στον Άγιο Κωνσταντίνο όπου πλήθος κόσμου, ευεργετημένων της κατοχής, πήγαιναν για να τιμήσουν τη μνήμη του. [4]

Η λειτουργία της «Στάνης» συνεχίστηκε μετά τον θάνατό του από τους απογόνους του, φυσικά μόνο ως γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο. Είναι από τα λίγα μαγαζιά στον Πειραιά όπου συνεχίζει μέχρι και τις μέρες μας τη λειτουργία του από τα προπολεμικά χρόνια. 


Πηγές:

Εφημερίδες ημερήσιου τύπου και ειδικότερα οι:

[1] Εφημερίδα "Φωνή του Πειραιώς", φ. 14 Ιουνίου 1957, σελ. 1

[2] Εφημερίδα "Φωνή του Πειραιώς", φ. 18 Οκτωβρίου 1954, σελ. 1

[3] Εφημερίδα "Φωνή του Πειραιώς", φ. 18 Οκτωβρίου 1954, σελ. 4

[4] Εφημερίδα "Φωνή του Πειραιώς", φ. 14 Ιουνίου 1957, σελ. 1

Το κανόνι της Φρεγάδας. Μια συνεισφορά του Πειραιά στον αγώνα των Κρητών

 



του Στέφανου Μίλεση

Χάρη στο ημερολόγιο του Κρητικού Κώστα Γενεράλη, διασώθηκε ένα επεισόδιο του κρητικού αγώνα, που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε εφημερίδα του Πειραιά το 1897. Έκτοτε επαναλήφθηκε η δημοσίευση, σε διαφορετικές εκδοχές, σε πολλές άλλες πειραϊκές εφημερίδες. Από όλες τις εκδοχές επέλεξα ως πληρέστερη εκείνη που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς» του 1959.[1]

Οι επαναστατημένοι Κρητικοί είχαν καταφέρει να απελευθερώσουν το μεγαλύτερο μέρος του νησιού και να περιορίσουν του Τούρκους εντός των οχυρωμένων θέσεων, του λεγόμενους «κουλέδες». Επρόκειτο ουσιαστικά για απόρθητα φρούρια της εποχής. Οι Κρητικοί με τον ελαφρύ οπλισμό που διέθεταν, αδυνατούσαν να προσβάλουν τις οχυρωμένες θέσεις τους. Χρειάζονταν ένα ισχυρό κανόνι που θα πρόσβαλε τα τείχη και θα τα γκρέμιζε. Και ένα τέτοιο κανόνι, κατάλληλο για τους Κρητικούς, υπήρχε στον Πειραιά!

Το 1897 πολλοί άνδρες που ανήκαν στο στρατό και στο ναυτικό θεωρούσαν τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης απαράδεκτη. Δεν ανέχονταν η Ελλάδα να μην αναμιγνύεται ενεργά στην κρητική υπόθεση, όταν στο νησί όλοι πολεμούσαν. Αποτέλεσμα αυτής της στάσης ήταν πολλοί άνδρες να εγκαταλείπουν το στράτευμα και να κατατάσσονται εθελοντές στον κρητικό αγώνα.

Στον προλιμένα του Πειραιά από το 1892 βρισκόταν αραγμένη η ατμοκίνητη φρεγάτα ΕΛΛΑΣ, που λόγω ηλικίας θεωρείτο πλέον σκαρί ξεπερασμένο. Χρησιμοποιούταν ως έδρα της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, αφού το κτήριο της σχολής δεν είχε ακόμα αναγερθεί. Όσοι αντίκρυζαν το ξύλινο αλλά επιβλητικό σκαρί της εντυπωσιάζονταν [2]. 



Την αποκαλούσαν με σεβασμό απλά ως «Φρεγάδα». Σε αυτήν υπηρετούσαν υπαξιωματικοί και ναύτες που ήταν ένθερμοι πατριώτες και που ανήκαν στην κατηγορία εκείνη που είχαν λάβει την απόφαση να πολεμήσουν εθελοντές στην Κρήτη ή να συνδράμουν με όποιο μέσο μπορούσαν τον αγώνα.  Αυτοί σκέφτηκαν ότι ήταν αμαρτία τόσα κανόνια και βαρύς οπλισμός της «φρεγάδας» να βρίσκονται ανενεργά και παρατημένα στο κατάστρωμά της, όταν στην Κρήτη εναγωνίως αναζητούσαν ένα μόνο κανόνι. 

Μετά από πολλούς δισταγμούς αποφάσισαν τελικά να αποστείλουν ένα από κανόνια της φρεγάτας στην Κρήτη. Τη νύχτα της 22ας προς την 23 Αυγούστου 1897 [3] ένα κανόνι φορτώθηκε κρυφά σε μια λέμβο. Αυτή θα συναντούσε μια άλλη λέμβο, που με τη σειρά της θα το μετέφερε στο «Μίνα». Το ατμόπλοιο "Μίνα" είχε κανονιστεί να παραλάβει εθελοντές από τον Πειραιά και να τους μεταφέρει στην Κρήτη. Των εθελοντών αυτών που ως προς τον αριθμό τους έφταναν τους διακόσιους, ενώ ως προς την καταγωγή τους στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν Λάκωνες, ηγείτο ο επίσης Μανιάτης Γεώργιος Πετροπουλάκης. Ένας από τους άνδρες της δύναμης ήταν και ο Κώστας Γενεράλης από τον οποίο διασώθηκε η περιγραφόμενη ιστορία. 

Πραγματικά μετά τις δέκα το βράδυ η λέμβος με το κανόνι πλησίασε την ακτή Ξαβερίου. Στο ύψος του Βασιλικού περιπτέρου από θαλάσσης, μια δεύτερη λέμβος τους προσέγγισε. Σε αυτήν επέβαιναν έξι από τους εθελοντές που θα επιβιβάζονταν στο «Μίνα» για την Κρήτη. Ανάμεσά τους ήταν ο ανθυπολοχαγός Γραβάνης και ο ανθυπίατρος Μεταξάς, δύο γνωστοί για τις θέσεις τους αξιωματικοί, καθώς συγκαταλέγονταν ανάμεσα σε εκείνους που εγκατέλειπαν το στράτευμα για να πολεμήσουν. 

Η Κρήτη Ανάγλυφος. Φιλοτεχνήθηκε το 1937 και διακοσμεί τον εσωτερικό χώρο της Αδελφότητας Κρητών "Η ΟΜΟΝΟΙΑ".


Το κανόνι επιβιβάστηκε στην δεύτερη βάρκα με τους έξι εθελοντές. Στη συνέχεια περίμεναν μέσα στη βάρκα να φανεί το ατμόπλοιο «Μίνα». Το μικρό σκαρί φάνηκε στον ορίζοντα, όμως αντί να εισέλθει μέσα στο εμπορικό λιμάνι, άγνωστο για ποιο λόγο, τράβηξε ρότα για το λιμάνι Ζέας (Πασαλιμάνι). Οι έξι εθελοντές πανικοβλήθηκαν διότι πίστεψαν ότι το σχέδιο είχε προδοθεί ή ότι η επιχείρηση θα αναβαλλόταν. Παρόλα αυτά επιδόθηκαν στο κουπί για να καλύψουν την τεράστια απόσταση για μια απλή βάρκα κατάφορτη μάλιστα με ένα κανόνι. Η προσπάθειά τους ανταμείφθηκε διότι και το «Μίνα» πρόλαβαν και το κανόνι φόρτωσαν σε αυτήν. Το «Κανόνι της Φρεγάδας» πραγματικά προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην Κρήτη. Το παράξενο της ιστορίας όμως ήταν, ότι όταν τερματίσθηκε ο κρητικός αγώνας -συνεπεία της αναγνώρισης της ελευθερίας της Κρήτης- το κανόνι επιστράφηκε πίσω στον Πειραιά! Φορτώθηκε και πάλι στο ΕΛΛΑΣ, ενώ ο άνδρες του πληρώματός της που είχαν προβεί στην ενέργεια αρπαγής του, αφού πρώτα ταλαιπωρήθηκαν από το Ναυτοδικείο Πειραιώς, τελικώς αθωώθηκαν και επέστρεψαν στην υπηρεσία τους, όπως συνέβη και με όλους εκείνους που εγκατέλειψαν το στράτευμα για χάρη του κρητικού αγώνα.   



[1] Εφημερίδα «Η Φωνή του Πειραιώς», Ιωάννης Σκορδίλης, Το κανόνι της Φρεγάδας, φ. 2 Νοεμβρίου 1959.

[2] Επρόκειτο για το πρώην «Αμαλία» που μετά την εκθρόνιση του βασιλικού ζεύγους Όθωνα και Αμαλίας, μετονομάστηκε σε «Ελλάς».

[3] Κάποιες εκδοχές της ιστορίας την τοποθετούν ίδια ημερομηνία αλλά το 1895.


Το αρχαίο Θέατρο της Ζέας και η χαμένη βυζαντινή εκκλησία.



του Στέφανου Μίλεση

 

Με εξαίρεση το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα και το ναΐσκο του Αγίου Διονυσίου, δεν καταγράφηκε ιστορικά η ύπαρξη άλλων εκκλησιών στην περιοχή του Πειραιά πριν από την επανίδρυσή του Δήμου το 1835. Ωστόσο η ύπαρξη μια ακόμα εκκλησίας βυζαντινού ρυθμού, αρχαιότερη όλων, καταγράφηκε δύο φορές σε σχέδια που απείχαν μεταξύ τους τριάντα τουλάχιστον χρόνια! Η πρώτη καταγραφή σημειώθηκε το 1850 ενώ η δεύτερη το 1880. Κι όμως η βυζαντινή αυτή εκκλησία δεν υπάρχει πλέον παρά το γεγονός ότι αν διατηρείτο θα ήταν η αρχαιότερη στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά.

Ένα από τα σωζόμενα αρχαία μνημεία του Πειραιά είναι και το μικρό θέατρο της Ζέας δίπλα στο μεταγενέστερα οικοδομημένο αρχαιολογικό μουσείο Πειραιά. Φυσικά το θέατρο της Ζέας δεν ήταν το μοναδικό στην πόλη, διότι γνωρίζουμε από τον Θουκυδίδη ότι ένα ακόμα θέατρο υπήρχε στην δυτική πλευρά του λόφου της Μουνυχίας (Καστέλλας). Μερικά αρχαιολογικά ευρήματα κατέγραψαν την ύπαρξή του κατά το έτος 1880 αλλά δυστυχώς τίποτε άλλο δεν διασώθηκε από αυτό λόγω της ανεξέλεγκτης οικοδομικής δραστηριότητας. Η ύπαρξη δύο θεάτρων σε μια πόλη φανερώνει την ακμή, το μέγεθος και τον πλούτο της.

 


Το θέατρο της Ζέας κατέστη το μοναδικό σωζόμενο αρχαίο θέατρο στον Πειραιά. Το 1880 και 1884 έγινε η συστηματική ανασκαφή του και αποκαλύφθηκε η μορφή του. Από επιγραφικές ενδείξεις, από γράμματα δηλαδή που ήταν χαραγμένα σε λίθους των κατωτέρων βαθμίδων οι αρχαιολόγοι συμπέραιναν ότι επρόκειτο περί θεάτρου του 2ου π.Χ. αιώνα.

Δεκατέσσερις κλίμακες απλώνονταν ακτινοειδώς στις δεκατρείς κερκίδες του θεάτρου ενώ στο μέσο διακόπτονταν από ένα πλατύ διάζωμα. Με τον τρόπο αυτό το ανώτερο τμήμα του θεάτρου διπλασιαζόταν φτάνοντας τις 26 κερκίδες. Τέτοιο διπλασιασμό με τη χρήση μέσου πλατιού διαζώματος συναντούμε στο θέατρο του Διονύσου της Αθήνας αλλά και στο θέατρο της Επιδαύρου. Επρόκειτο συνεπώς για ένα ευρύχωρο θέατρο με ομοιότητα προς το θέατρο Διονύσου της Αθήνας. [2]

Όπως καταγράφει ο ιστορικός του Πειραιά Ιωάννης Μελετόπουλος [1], όταν αποφασίστηκε η ίδρυση της σύγχρονης πόλης του Πειραιά, το 1834 καταρτίστηκε σχέδιο πόλεως από τους Κλεάνθη, Σάουμπερτ και Κλέντσε. Σε αυτό έθεσαν εκτός σχεδιασμού την έκταση που αντιστοιχούσε στο αρχαίο θέατρο της Ζέας, καθώς εξ αρχής ήταν ορατά τα ερείπιά του. Έτσι ενώ τον υπόλοιπο Πειραιά φρόντιζαν να τον τεμαχίζουν σε τετράγωνα που προορίζονταν για οικοδόμηση, το συγκεκριμένο χώρο δεν τον τεμάχισαν, αλλά σημείωσαν για αυτόν την ένδειξη «Αρχαίο Θέατρο».

 


Το 1857 πραγματοποιήθηκε αλληλογραφία μεταξύ του Εφόρου Αρχαιοτήτων Πιττάκη και του Υπουργείου Παιδείας που αφορούσε στην απαλλοτρίωση της έκτασης του αρχαίου θεάτρου. Σε αυτήν διασώθηκε ένα συμβόλαιο (με αριθμό 1717) στο οποίο γίνεται αναφορά στη βυζαντινή εκκλησία και ειδικώς στο "Άγιον Βήμα" της που διασωζόταν ακέραιο [3].

 

Με σταυρό σημειώνεται στο σχέδιο του 1880 η αποτύπωση της χαμένης μοναδικής Βυζαντινής εκκλησίας του Πειραιά στη συμβολή των σημερινών οδών Φιλελλήνων και Πραξιτέλους. (Σχέδιο που εκπονήθηκε από τον Χάγιερ).


Το 1880 στη συμβολή των οδών Πραξιτέλους και Φιλελλήνων  αποκαλύφθηκε μέρος των κερκίδων του αρχαίου θεάτρου και ειδοποιήθηκε άμεσα το υπουργείο Παιδείας. Αυτό φρόντισε να εξασφαλίσει δια αγοράς ολόκληρη την έκταση από τους 12 συνολικά ιδιοκτήτες (κατ'  άλλους 18), που την κατείχαν. Συνάφθηκαν ισάριθμα συμβόλαια αγοραπωλησίας ενώ ο Δήμος Πειραιώς ανέλαβε για την περιτοίχιση της έκτασης καθώς κατανόησε τη σημασία διάσωσης ενός αρχαίου θεάτρου για την πόλη. Τότε καταρτίστηκε και δεύτερο σχεδιάγραμμα στο οποίο επίσης καταγράφεται η βυζαντινή εκκλησία, όπως είχε καταγραφεί και τριάντα έτη προγενέστερα. Η αρχαιολογική εταιρεία αγόρασε τελικώς όλη την έκταση σε δύο χρονιές (το 1882 και το 1883). 

Η Βυζαντινή εκκλησία δεν ήταν μόνη της καθώς αργότερα βρέθηκαν και μερικοί τάφοι βυζαντινής εποχής στην οδό Αλκιβιάδου, μοναδικά ίχνη της βυζαντινής περιόδου στον Πειραιά. 


Η ανέγερση όμως του κτηρίου του παλαιού αρχαιολογικού μουσείου Πειραιά προκάλεσε την εξαφάνισή της. Έτσι χάθηκε η βυζαντινή εκκλησία του Πειραιά, που πιθανότατα θα ήταν η αρχαιότερη όλων.

  

Το αρχαίο Θέατρο της Ζέας την δεκαετία του 1970




[1Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ», Σάββας Παπαδόπουλος «Πώς κατεστράφη το αρχαίον θέατρον του Πειραιώς», φ. 2 Ιουνίου 1959

[2] Εφημερίδα "ΝΕΟΙ ΣΚΟΠΟΙ", Ι. Παπαδημητρίου Εφόρου Αρχαιοτήτων, "Το αρχαίον θέατρον του Πειραιώς", φ. 20 Μαρτίου 1957, σελ. 1

[3] Στην αλληλογραφία υπήρχε συνημμένο και ένα πωλητήριο του Οθωμανικού έτους 1229 (χριστιανικό έτος 1814) σύμφωνα με το οποίο ο Χουσεΐν Πασάς Σαντατζίκο κάτοικος Αθηνών, ανέφερε ενώπιον μαρτύρων ότι στον τόπο καλουμένον Πειραιεύς είναι κύριος και κάτοχος έξι στρεμμάτων χωραφιού εντός του οποίου υπάρχει μια ερειπωμένη εκκλησία μεθ΄ όλων των παραρτημάτων και παρακολουθημάτων, που επώλησε στον Αθηναίο Γιακουμή Τούντα αντί 150 γροσίων. Σχετικώς με το κτίσμα της εκκλησίας ο Πιττάκης διέκρινε να διαγράφεται ολοκάθαρα το Άγιον Βήμα. Η έκταση πέριξ αυτής, ήταν διάσπαρτη από αρχαία λείψανα απλωμένα σε έξι στρέμματα περίπου. Η έκταση λόγω των αρχαίων λειψάνων ήταν πετρώδης και για αυτό δεν καλλιεργήθηκε ποτέ στο παρελθόν. Για αυτούς τους λόγους και παρακαλεί το υπουργείο Παιδείας να προβεί στην αγορά της καθώς έχει εθνική σημασία και θα πρέπει να υπάρξει διαφύλαξη τόσο των αρχαίων ευρημάτων όσο και της βυζαντινής εκκλησίας. 



Το ιδιωτικό Σχολείο Στοιχειώδους Εκπαίδευσης Αρχιμανδρίτη Κύριλλου Γεωργιάδου

 



του Στέφανου Μίλεση

Η ιδιωτική εκπαίδευση στον Πειραιά στα τέλη του 19ου  και αρχές του εικοστού αιώνα αποτελεί ένα τεράστιο κεφάλαιο που χρήζει ειδικής έρευνας. Η άνθηση της ιδιωτικής μέσης εκπαίδευσης την περίοδο εκείνη -διήρκεσε μέχρι και τα μέσα του 2ου αιώνα- είχε να κάνει κύρια με τη μεγάλη τεκνοποιία που εμφάνιζαν οι οικογένειες παρά τα οικονομικά και άλλα κοινωνικά προβλήματα που υπήρχαν. Η προσπάθεια καταπολέμησης του αναλφαβητισμού αποτελούσε μια ακόμα αιτία για την οποία η σχετική νομοθεσία κατέβαλε ιδιαίτερη μέριμνα.

Ένα από τα ιδιωτικά σχολεία του Πειραιά, που σχετικά παραμένει άγνωστο στις μέρες μας, ήταν και το Σχολείο Στοιχειώδους Εκπαίδευσης του Αρχιμανδρίτου Κύριλλου Γεωργιάδου που εκτελούσε καθήκοντα Αρχιερατικού Επιτρόπου (ο Πειραιάς ακόμα δεν διέθετε δική του Μητρόπολη). Η λειτουργία του σχολείου άρχισε περί τα τέλη του 19ου αιώνα έχοντας έδρα τον Πειραιά σε οίκημα ευρισκόμενο στη συμβολή των οδών Αρτέμιδος (νυν Χαριλάου Τρικούπη) και Φίλωνος.

Παρά το γεγονός ότι το εν λόγω σχολείο δεν ήταν από εκείνα που η επωνυμία τους αποτελεί σήμερα σημείο αναφοράς στην ιστορία της ιδιωτικής εκπαίδευσης (συγκρινόμενο με άλλες επωνυμίες), πολλοί και επώνυμοι Πειραιώτες υπήρξαν απόφοιτοί του. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Δημήτρης Καμπέρος (Τρελοκαμπέρος) μετέπειτα πρώτος στρατιωτικός αεροπόρος στην Ελλάδα, ο Σ. Σαχτούρης απόγονος της γνωστής ναυτικής οικογένειας που είχε εγκατασταθεί στον Πειραιά από τα μέσα του 19ου αιώνα (σε αυτήν οφείλεται και η ονοματοθεσία της ομώνυμης οδού), ο Μάτσας μετέπειτα εφοπλιστής και πολλοί άλλοι.

Στις τάξεις των διδασκόντων συναντούμε την Ασπασία Τσιτσίνη και τον Καθηγητή Γαλλικής γλώσσας Μεζεβύρη ο οποίος είχε εγγράψει στο σχολείο που δίδασκε τον γιο του, τον μετέπειτα Ναύαρχο Μεζεβύρη που έφτασε μέχρι και Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.

Το 1901 ο διευθυντής του σχολείου Κύριλλος Γεωργιάδης θα διοριστεί προσωρινός ηγούμενος της Ιεράς Μονής Πεντέλης. 

Όμως το 1908 ο Κύριλλος Γεωργιάδης θα διοριστεί στις Η.Π.Α. σε ελληνική εκκλησία στο Σικάγο από όπου θα προσφέρει τις υπηρεσίες του στην ελληνική ομογένεια της πόλης. Πριν όμως από την εκεί τοποθέτησή του, είχε προηγηθεί στην Ελλάδα από την Ιερά Σύνοδο απόφαση προσωρινής καθαίρεσης λόγω περιστατικού που δεν έγινε ποτέ γνωστό. Ο Αρχιμανδρίτης σε αναθεώρηση της απόφασης πέτυχε την επάνοδό του στο αξίωμα και την μετάθεσή του στις Η.Π.Α. από όπου δεν επέστρεψε ποτέ.  

Στη φωτογραφία της ανάρτησης τα παιδιά του σχολείου σε ομαδική φωτογράφιση του 1895 μπροστά από την Έπαυλη Σκουλούδη στη Φρεαττύδα. 

(Πηγές: 

- "Πειραϊκό ιστορικό αρχείο" Ιωάννου Μελετόπουλου

- Δημοσιεύματα ημερήσιων εφημερίδων)


"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"