ΤΑ ΒΑΓΟΝΙΑ - ΚΛΟΥΒΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ ΣΕΚ ΣΤΗΝ ΛΕΥΚΑ

 

Μια φωτογραφία ντοκουμέντο. Το βαγόνι-κλούβα φέρει προειδοποιητική επιγραφή πως όποιος το προσεγγίζει θα τον πυροβολούν...



του Στέφανου Μίλεση

Όταν στις 13 Οκτωβρίου του 1944 αναχώρησαν και οι τελευταίοι Γερμανοί στρατιώτες από τον Πειραιά, όπως έχω γράψει και στο παρελθόν, άφησαν πίσω τους κατεστραμμένες όλες τις υποδομές του λιμανιού και της πόλης. Ανατινάχτηκαν οι μόνιμες δεξαμενές και τα ναυπηγεία Βασιλειάδου και κάθε άλλο υλικοτεχνικό μέσο που μεταπολεμικά θα συντελούσε στην ανάπτυξη του λαού. Μεταξύ όλων εκείνων που καταστράφηκαν ολοσχερώς ήταν φυσικά και τα μηχανοστάσια των Σιδηροδρόμων (ΣΕΠ και ΣΠΑΠ), ενώ πυρπολήθηκαν όλες οι ατμάμαξες και τα βαγόνια που οι Γερμανοί δεν είχαν προλάβει να ρίξουν στην διώρυγα της Κορίνθου με σκοπό να τη φράξουν. Όμως πάνω στη φυγή τους οι Γερμανοί δεν κατάφεραν να ανατινάξουν τον σιδηροδρομικό τεχνικό σταθμό της Λεύκας (συνεργεία), με αποτέλεσμα να μείνουν άθικτα τα μοναδικού τύπου βαγόνια που μετασκευάζονταν εκεί που ήταν οι λεγόμενες «κλούβες».

Η «κλούβα» (πειραϊκής δυστυχώς μετασκευής) ήταν ένα ανοιχτό σιδηροδρομικό βαγόνι που οι Γερμανοί είχαν σχεδιάσει να μοιάζει με ένα μεγάλο κλουβί σαν εκείνα τα σιδερένια κλουβιά που έχουν στους ζωολογικούς κήπους για τα θηρία. Στην «κλούβα» οι Γερμανοί έβαζαν κρατούμενους και την τοποθετούσαν μπροστά από τη σιδηροδρομική μηχανή, ώστε σε περίπτωση δολιοφθοράς, να σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες κρατούμενοι που επέβαιναν σε αυτή. Η επιβίβαση των κρατουμένων στις κλούβες γινόταν κύρια από τον Σταθμό Λαρίσης Αθηνών. Τα μετασκευασμένα βαγόνια που ανατινάζονταν, τα αντικαθιστούσαν με άλλα προερχόμενα από τον τεχνικό σταθμό του Πειραιά.


Η εύρεση τέτοιων μεταποιημένων βαγονιών στο σταθμό της Λεύκας, αποτέλεσε μοναδική απόδειξη της διαστροφικής σκέψης που χαρακτήριζε τους Γερμανούς κατακτητές. Διότι και όσοι επιλέγονταν να είναι επιβάτες αυτών των βαγονιών θεωρούνταν εν δυνάμει μελλοθάνατοι. Κάθε στιγμή που ταξίδευαν με την κλούβα, τη ζούσαν σα να ήταν η τελευταία τους, αφού οι δολιοφθορές στο σιδηροδρομικό δίκτυο με ανατινάξεις αντιστασιακών αποτελούσαν καθημερινό γεγονός. 

Όμως το μαρτύριο και η θανατική ποινή αυτών των μελλοθανάτων, δεν προερχόταν συνήθως από κάποια αντιστασιακή ενέργεια, αλλά από τις κακουχίες του ίδιου του ταξιδιού. Από την πτέρυγα των μελλοθανάτων των διαφόρων φυλακών (Αβέρωφ ή Χαϊδαρίου) οδηγούσαν τους κρατούμενους στο “σκοπευτήριο” της Καισαριανής για να εκτελεστούν. Κάποιους όμως, καμιά πενηνταριά στον αριθμό, τους κρατούσαν ξεχωριστά. Στη συνέχεια τους ανακοίνωναν τον ρόλο που θα διαδραμάτιζαν ως “κομάντα” (έτσι οι Γερμανοί αποκαλούσαν τους κρατουμένους επιβάτες της κλούβας). Επίσημα τα βαγόνια κλούβες κατά τη Γερμανική επιστημονική ορολογία της παλιανθρωπιάς περιγράφονταν ως “Βαγόνια ασφαλείας Γερμανικών Συρμών”!...

“Θα σας βάλουμε σε ένα βαγόνι μπροστά από την ατμομηχανή για να εξασφαλίσουμε με τη ζωή σας την δική μας ζωή” τους έλεγαν. Όμως δεν τους περιέγραφαν πώς θα ήταν το βαγόνι αυτό! Τους μετέφεραν στο Σταθμό Λαρίσης Αθηνών όπου τους διέταζαν να γυμνωθούν τελείως και να μείνουν μόνο με το κάτω εσώρουχό τους που εκείνη την εποχή ήταν μια σκελέα. Εκεί τους χώριζαν σε έξι “κομάντα” (ομάδες) τρία για τραίνα του κανονικού δικτύου και τρία για τα τραίνα του δικτύου της Πελοποννήσου. Στη συνέχεια κάθε ομάδα επιβιβαζόταν σε μια τέτοια κλούβα μπροστά από τον σιδηροδρομικό συρμό. 



Το μαρτύριο είτε ήταν χειμώνας, είτε καλοκαίρι ήταν ανυπόφορο καθώς όπως ήταν γυμνοί, είτε πάγωναν από το κρύο και τις βροχές, είτε καίγονταν από τον ήλιο, μέχρι να πάθουν τρομερά εγκαύματα μένοντας εκτεθειμένοι σε έναν χώρο χωρίς κάλυψη. Να σημειωθεί πως από την μετασκευή του στο τεχνικό σταθμό της Λεύκας, τα βαγόνια κλούβες, ήταν ρηχά. Δηλαδή περιμετρικά είχαν χαμηλώσει το πλαίσιο της καρότσας και το ατσάλινο αγκαθωτό δίχτυ άρχιζε από χαμηλά, για να μην ξαπλώνουν οι κρατούμενοι πίσω από τα ξύλινα πλαίσια για να βρουν κάποια ελάχιστη σκιά ή να αντιμετωπίσουν τον παγωμένο αέρα του χειμώνα που τους χτυπούσε κατά πρόσωπο. Ακόμα και αν όλα πήγαιναν καλά και οι κρατούμενοι άντεχαν στο πρώτο ταξίδι, ακολουθούσε δεύτερο, τρίτο... Κάθε φορά που μια διαδρομή ολοκληρωνόταν τους ξεφόρτωναν σε ένα κελί και την επομένη ημέρα τους φόρτωναν ξανά στην κλούβα. Κάποιοι κρατούμενοι έμειναν ζωντανοί να εκτελούν καθημερινά διαδρομές μέχρι και τέσσερις μήνες! Οι τρεις αμαξοστοιχίες του θανάτου ήταν συνήθως αυτές που εκτελούσαν διαδρομή προς Θεσσαλονίκη με ώρες αναχώρησης η μια στις πέντε το απόγευμα, η δεύτερη στις οκτώ το βράδυ και η τρίτη τα μεσάνυχτα.

Κλούβα μπροστά από ατμομηχανή


Όταν οι Έλληνες αντάρτες είδαν πως οι Γερμανοί άρχισαν να εφαρμόζουν αυτό το σύστημα των βαγονιών – κλουβιών, τροποποίησαν την δράση τους. Άφηναν να περάσει το βαγόνι κλούβα και η ατμομηχανή και κατά το δεύτερο ή τρίτο βαγόνι πυροδοτούσαν τα εκρηκτικά σκοτώνοντας τους Γερμανούς που είχαν επιβιβαστεί στο κέντρο του συρμού. Φυσικά η Γερμανική ευφυΐα που τίποτα δεν αφήνει στη τύχη και όλα τα μελετά με επιστημονική απανθρωπιά σκαρφίστηκε το εξής. Τοποθέτησαν καλά στερεωμένα κάτω από πάτωμα του βαγονιού – κλούβας τέσσερα μεγάλα πακέτα δυναμίτιδας που συνδέονταν με ηλεκτρικό καλώδιο με κάποιον Γερμανό που βρισκόταν συνήθως στο κέντρο του συρμού. Το ηλεκτρικό καλώδιο συνέδεε τα πακέτα δυναμίτιδας με μια ηλεκτρική στήλη φανού που ήταν κρεμασμένα στο στήθος του. Αυτός μπορούσε πατώντας απλώς τον διακόπτη του φανού του, να προκαλέσει ανάφλεξη της δυναμίτιδας και φυσικά ανατίναξη της κλούβας με το ανθρωποφορτίο της. Τη νύχτα η κλούβα φωτιζόταν με τον ισχυρό προβολέα της ατμομηχανής ώστε οι αντάρτες να τους βλέπουν από μακριά και να γνωρίζουν πως θα σκοτώσουν ομοεθνείς τους.

Αν τύχαινε οι Έλληνες αντάρτες να χτυπήσουν οποιοδήποτε άλλο βαγόνι και πάλι ο Γερμανός του φανού πάταγε το κουμπί και ανατίναζε τους κρατουμένους του πρώτου βαγονιού! Ακόμα κι σκοτωνόταν ο Γερμανός χειριστής των εκρηκτικών και δεν προλάβαινε να ανατινάξει τους Έλληνες κρατουμένους της κλούβας στον αέρα, τους εκτελούσαν στη συνέχεια οι Γερμανοί επί τόπου ως αντίποινα σε κάθε περίπτωση! Έτσι το να καταδικαστεί κάποιος ως μελλοθάνατος κλούβας, αποτελούσε χειρότερη ποινή από την εκτέλεση στο “σκοπευτήριο” όπου ο θάνατος ήταν άμεσος αντί ενός παρατεταμένου σωματικού και ψυχολογικού μαρτυρίου. Με το σατανικό αυτό τρόπο που είχαν επινοήσει οι Γερμανοί πίστευαν πως θα σταματούσαν τα σαμποτάζ των Ελλήνων αντιστασιακών.

Το εσωτερικό του εργοστασίου ΣΕΚ στην Λεύκα


Οι 14 ή 16 ώρες που διαρκούσε η παραμονή κατά την διάρκεια του χειμώνα σε ένα ανοικτό από όλες τις πλευρές βαγόνι, με τους επιβάτες του γυμνούς, ισοδυναμούσε με θάνατο από ανακοπή ή μια απίστευτη δοκιμασία. Σταδιακά η ροή μελλοθανάτων τυποποιήθηκε και η αντικατάσταση έλαβε την πειθαρχία που χαρακτηρίζει κάθε κίνηση των Γερμανών. Το κέντρο της Αθήνας με βάση τις φυλακές Αβέρωφ τροφοδοτούσε 75 κρατουμένους, 50 προέρχονταν από τους μελλοθάνατους του Χαϊδαρίου και 25 από το στρατόπεδο των Θηβών. Αυτοί κάλυπταν τις διαδρομές Αθήνας – Κορίνθου και Αθήνας – Σχηματαρίου – Θηβών. Στην Κόρινθο γινόταν κάτι αντίστοιχο με κρατούμενους προερχόμενους από τα στρατόπεδα Κορίνθου, Πατρών, Τριπόλεως και κάτι αντίστοιχο με κέντρο την Λάρισα στα βόρεια. 

Στο σύστημα αυτό υπήρχε και η εξής πρωτοτυπία που καθιστούσε αδύνατη μεταπολεμικά την εύρεση των ελάχιστων κρατουμένων των κλουβιών που είχαν επιζήσει. Συγκεκριμένα οι Γερμανοί τους εμφάνιζαν ως εκτελεσμένους παρόλο που αυτοί ζούσαν και εκτελούσαν διαδρομές με τις κλούβες. Ο αφανισμός τους για τους Γερμανούς θεωρείτο βέβαιος, για αυτό και μεταπολεμικά ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν κρατούμενοι των κλουβιών για να καταθέσουν στα δικαστήρια εγκλημάτων πολέμου.

Η σιδηροδρομική γραμμή Κακιάς Σκάλας (στο πάνω μέρος με τον δρόμο κάτω), πραγματικό μαρτύριο για τους "Κλουβίτες" κατά την διάρκεια του Χειμώνα

Τα διαρκή ταξίδια με την κλούβα και ο παρατεταμένος κίνδυνος ανατίναξης σύντομα εξοικείωσαν τους κρατούμενους -τουλάχιστον εκείνους που άντεχαν σωματικά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες-. Τότε άρχιζε να συμβαίνει το εξής καταπληκτικό. Οι κρατούμενοι άρχιζαν να τραγουδούν πατριωτικά τραγούδια λευτεριάς κατά την διάρκεια του ταξιδιού, χωρίς κανείς να μπορεί να τους σταματήσει. Τότε τα βαγόνια – κλουβιά αντί να χρησιμεύσουν ως μέσο τρομοκράτησης του πληθυσμού, μετατράπηκαν σε μέσα ενθάρρυνσης και συνέχισης του αγώνα. Καθώς το τραίνο που ήταν φορτωμένο με Γερμανούς στρατιώτες περνούσε από τα διάφορα χωριά και τις πόλεις ή μέσα από τις συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, αντηχούσαν τα τραγούδια του αγώνα και ως απάντηση ο κόσμος χειροκροτούσε! 

Οι Γερμανοί που στην αρχή δεν είχαν καταλάβει πίστευαν πως τους χειροκροτεί ο κόσμος επειδή τους έβλεπε να περνούν... Στην Κόρινθο ο κόσμος είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο καθώς πετούσε στους “κλουβίτες” φρούτα, τσιγάρα, ψωμί. Στην αρχή οι Γερμανοί έβλεπαν αδιάφοροι αυτή την δοσοληψία. Όταν όμως συνέβη στο σταθμό του Ψαθόπυργου να αποδράσουν 25 "κλουβίτες", οι Γερμανοί θεώρησαν πως έλαβαν εξωτερική βοήθεια και έκτοτε απαγόρευσαν την προσέγγιση στις κλούβες. 

Για παραδειγματισμό οι Γερμανοί και για αντίποινα αυτής της απόδρασης, χωρίς λόγο ανατίναξαν την κλούβα των Πατρών μόλις έφτασε στον Σταθμό της Κορίνθου, χωρίς κανέναν λόγο! Ο Γερμανός πάτησε τον διακόπτη, ύστερα από διαταγή ανωτέρου και τότε άνθρωποι, σίδερα και μαδέρια ανατινάχτηκαν στον αέρα. Χέρια, πόδια, κεφάλια ανάμεσα σε συντρίμμια του βαγονιού εκτινάχθηκαν σε μεγάλη απόσταση. Τρεις μονάχα γλύτωσαν από τους εικοσιπέντε "κλουβίτες", σακατεμένοι για όλη τους τη ζωή.

Εργάτες των ΣΕΚ στον τεχνικό σταθμό Λεύκας στο συσσίτιο. 


Ένα ακόμα “παιχνίδι” που έκαναν οι Γερμανοί σκοποί που φρουρούσαν το σιδηροδρομικό δίκτυο στο μήκος του, για να σπάσουν τη μονοτονία της σκοπιάς τους, ήταν όταν περνούσε η κλούβα να πετροβολούν τους “κλουβίτες”.

Οι “κλουβίτες” είχαν ως μοναδική τους παρηγοριά, την ευκαιρία κατά καιρούς να βλέπουν φευγαλέα τα αγαπημένα τους πρόσωπα, που ανέμεναν σε διασταυρώσεις να περάσει το τραίνο και να τους αναγνωρίσουν για να διαπιστώσουν πως είναι ακόμα ζωντανοί. Άλλες φορές πριν το τραίνο αναχωρήσει οι συγγενείς χρησιμοποιώντας τους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους ως ενδιάμεσους, μετέφεραν κάποια επιστολή στον κρατούμενο.

Οι λίγοι "κλουβίτες" που κατάφεραν να μείνουν ζωντανοί μέχρι το τέλος του πολέμου, είδαν τα βαγόνια - κλούβες να εκτελούν τις τελευταίες τους διαδρομές 6 προς 7 Οκτωβρίου του 1944. Στο τέλος της διαδρομής οι Γερμανοί άνοιξαν τις πόρτες και τους άφησαν να φύγουν. Τότε μόνο οι διαγραμμένοι από τους Γερμανούς από τις λίστες των ζωντανών κατάφεραν να επιστρέψουν στα σπίτια τους διαψεύδοντάς τους. Η αναζήτηση κλουβιτών διασωθέντων μαρτύρων μεταπολεμικά στάθηκε σχεδόν αδύνατη, ούτε κατάφερε να καταμετρηθεί ο αριθμός των δολοφονηθέντων δια αυτής της μεθόδου, αφού όπως περιγράψαμε είχαν ήδη διαγραφεί από τους Γερμανούς ως εκτελεσμένοι!...


ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 



του Φώτη Κόντογλου

Σαν ήμουνα μικρός βρισκότανε ακόμα πολλά καράβια. Έφτιαξα σκαριά, που σήμερα λείψανε ολότελα και που τα βλέπουμε πια μονάχα ζωγραφισμένα. Όσα σκαριά κι όσες αρματωσιές ζούνε ακόμα, δεν είναι να λογαριάζονται, βρίσκονται, σα να πούμε, για παρηγοριά. 

Τα μεγάλα τα καλά τα σκέδια τά 'φαγε ο ατμός κ' η μπενζίνα. Μα κι από τα μικρά, τα καΐκια, κι από κείνα χαθήκανε τα πιο παράξενα κι απομείνανε κάτι του γλυκού νερού. Σήμερα όλο τα ίδια σκαριά βλέπει κανένας, σα να βγαίνουνε από φάμπρικα, ενώ στα πρωτινά χρόνια ο κάθε καπετάνιος είχε το μεράκι του, όπως διάλεγε την κοπέλα που θε νά ΄παιρνε γυναίκα, έτσι διάλεγε και το σκέδιο του καραβιού του, στο σκαρί και στην αρματωσιά. 

Τρεχαντήρι σε σχέδιο Φώτη Κόντογλου

Η μανία τους ήτανε να τα βάφουνε και να τα ξαναβάφουνε, να ζουγραφίζουνε γοργόνες στη μάσκα, ψάρια στα όκια ή να γράφουνε λογής - λογής τραγούδια στην πρύμη.


Στη σκότα του τουρκέτου μου σ' έχω ζουγραφισμένη

σίντα μπουντάρω τα πανιά, σε βρίσκω μπερδεμένη


Στα σημερινά χρόνια σχεδόν άλλο από τρεχαντήρι και κάτι χιώτικα ψευτόσκαρα, δε βρίσκεις πια, τίποτ' από κείνα τα βαριά σκέδια. Κι από τις αρματωσιές πάλι, αν βγάλεις στην μπάντα τις μπρατσέρες και τα κότερα, που γιόμισε ο κόσμος, άλλη αρματωσιά δε βλέπεις εύκολα, γιατί κρατήσανε κείνες που 'ναι πιο βολικές, πιο πραχτικές, αφήνω πώς τα χρειάζουνται τα πανιά για ώρα ανάγκης, σα βοηθητικά της μπενζίνας, κι όχι με τα σωστά τους. Όπως τα πρώτα χρόνια που είχανε βγει τα παπόρια, ο ατμός δηλαδή, βάζανε τη μηχανή σε καραβόσκαρα, μα κρατούσανε όμως για βοήθεια και τα πανιά, ως που σιγά-σιγά τα βγάλανε ολότελα κι απομείνανε ξερά τ' άλμπουρα, το ίδιο και στα σημερινά καΐκια, κρατάνε κανέναν παλιοφλόκο για καμιά μαΐστρα μαυρισμένη απ' την καπνιά της μπενζίνας. Τα πιο πολλά έχουνε μηχανές, τα πανιά, όπως είπαμε πρωτύτερα, τα ισάρουνε στα πρίμα ή άμα χαλάσει η μηχανή. 


Σε κάτι λίγα λιμάνια βρίσκεται πού και πού κανένα σκαρί ιδιότροπο και κείνο παρατημένο σε καμιά άκρη, τις πιο πολλές φορές ξυλάρμενο, γέρικο, με σκουριασμένα σίδερα, με γδαρμένα μαδέρια, με ξεπατωμένη κουβέρτα, λες και σε κοιτάζει με τα γέρικα μάτια που, τα όκια, που τρέχει ή σκουριά σαν την τσίμπλα. 

Αν δε ζήσει κανένας απάνου σε καράβι, δεν μπορεί να καταλάβει ποτές τον καημό και το μυστήριό του. Θυμάμαι, σαν είμαστε μικροί, πώς μας τράβαγε το μέρος, που φτιάνανε και τιμαρεύανε (βολεύανε) τα καΐκια. Διάολε! Μαγνήτης ήτανε για μας καθεμιά από κείνες τις σκάφες! Τις ώρες που φεύγαμε από το σκολειό, στριφογυρίζαμε ολοένα ανάμεσα στα ποδάρια εκεινών που πελεκούσανε και κεινών που καλαφατίζανε τα θεόρατα αυτά θεριόψαρα.



Σα τα τραβούσανε όξω, απάνω σε κάτι μακριά δοκάρια, τα βάζα, πηγαίναμε και σπρώχναμε κ' εμείς τις μανέλες στον αργάτη. Φωνές, πανηγύρι μεγάλο! Καπετανοί με τα βρακιά και με τα ζουνάρια, καραβομαραγκοί, καλαφάτηδες, ούλοι ξυπόλητοι, μ' ένα μαντίλι για σαρίκι γύρω στο κεφάλι, λειοψημένοι κουρσάροι, μούτσοι, λογιών-λογιών φάτσες, πολεμάγανε σαν τα μερμήγκια ανάμεσα στα καΐκια, που ήτανε αραδιασμένα τό 'να δίπλα στ' άλλο. 

Τα σπίτια της ακρογιαλιάς ήτανε τόσο κοντά, που τα μπαστούνια των καραβιών φτιάνανε ίσαμε τα παράθυρα και τα μπαλκόνια. Μαύρος καπνός ανέβαινε απ' τα καζάνια κι απ' τους μασαλάδες και σκοτείνιαζε τον ήλιο, η μυρουδιά της πίσσας γιόμιζε τον αγέρα ίσαμε μέσα στα στενόσακκα της πολιτείας, κ' έφτανε ίσαμε πέρα στα ψηλώματα, στον Άγι' - Αντώνη, που κατεβαίνανε οι καμήλες μέσ' απ' την Ανατολή. 




Εκεί ήτανε άλλος κόσμος, εκεί καθόντανε άνθρωποι στεριανοί,  π' άλλοι τους τσακίζανε, άλλοι κάνανε κεραμίδια και κανάτια, κ' ένα σωρό άλλες δουλειές, μακριά απ΄ τη θάλασσα. Από κάτου απ' τις καρίνες ήτανε όλάκερο εργοστάσιο: ζεμπίλια με τα εργαλεία του μαραγκού, άλλα με τις ματσόλες και με τα καλέμια του καλαφάτη, πίσσες, στουπιά, ξίγκι για το παλάμισμα, καρφιά, βελόνια, πιρόνια, τρυπάνια, πράματα που γι' αυτά χτύπαγε γλυκά η καρδιά μας και τα χαιρόμαστε. 

Άλλοι πελεκούσανε, άλλοι καλαφατίζανε, άλλοι βράζανε την πίσσα, άλλοι κοιμόντανε στο δροσερό ίσκιο της καρίνας μ' ούλη τούτη τη βουή, έχοντας από πάνου τους κρεμάσμενο ολάκερο εκείνο το θεριό, που μύριζε άρμη και που σ' έπιανε φόβος να το κοιτάς, άλλος παραπέρα σήκωνε το λαγήνι κ' έπινε νερό κ' ύστερα σφούγγιζε τα μουστάκια του. Χάμω καδένες σερνάμενες στο χώμα, άγκουρες με τό 'να νύχι χωμένο στη γής, αντένες, ξάρτια, καραβόπανα, κουπιά, νεροβάρελα. Κι ούλα βγάζανε μιας ιδιαίτερη μυρουδιά, καραβίσια. 


Παραπέρα ήτανε μια μπομπάρδα, τραβηγμένη και κείνη όξω, κ' η πλώρη της φάνταζε σα μασέλα κανενούς θεριόψαρου. Μέσα στην κάψα του μεσημεριού, κάτω απ΄ το φουσκωμένο μάγουλό της, βρίσκεται σκολειό με δασκάλα και με μαθητάδες. Είναι η κυρά - Ευρώπη, και κείνη σαν μπομπάρδα, πόχει μαζέψει τα μωρά, όπως η κλώσσα τα πουλιά της, και τα "πράζει", δηλαδή τα μαθαίνει γράμματα και τα διδάχνει να πλέκουνε εργόχειρο.

"Ποιος κάμει τα φυτά και διατηρεί αυτά;" ρωτά η Ευρώπη.

"Ο Θεός! Ο Θεός" της αποκρένουνται ούλα μαζί τα ζωντόβολα. 

Ανοιχτά στο πέλαγος καλάρει ο μπάτης και τα δροσερά κύματα σκάζουνε με γλυκιά βουή απάνου στην ακρογιαλιά. Τα καράβια, πού ΄ναι φουνταρισμένα ανοιχτά, σκαμπανεβάζουνε γυρίζοντας το μπαστούνι τους μια στο γαρμπή και μιά στο μαΐστρο. Τα ψαραδόπουλα κολυμπάνε μέσα στον αφρό με φωνές και με χαρές, τραβάνε στο πέλαγο και κολλάνε σαν αβδέλλες απάνου σε καμιά τράτα, που την έχουνε βουλιάξει τ' αφεντικά της για να πνιγούνε οι κοριοί. 

Τώρα πάνε πιά, τετέλεσται! Τι γενήκανε κείνα τα παράξενα σκέδια, πλήθος αμέτρητο! Τι μπρίκια, τι γαλέτες, τι μπομπάρδες, τι τσερνίκια, τι σακολέβες, τι λόβερα, τι πένες, τι αχταρμάδες, τι λεύκες  μπραντούσκες, τι περαμάτες, τι γκαγκαλήδες απ΄τη Μαύρη Θάλασσα, με γυριστές, καμαρωτές πλώρες, ίδιες οι μύτες των Λαζών, μ' ένα κομμάτι προβιά απάνου στο κοράκι!


Αυτά ήταν τα μεγάλα. Αμέ τα μικρά ή αθερίνα, σόγι-σόγι, ψαράδικα, περάματα, φελούκες, κουρίτες, τρεχαντήρια, μπατέλα, τράτες, άλλο σαν ντροπαλή κοπέλα, άλλο σα φουσκωμένη χήνα, άλλο σα γουρούνι, άλλο σαν κορκόδειλος, άλλα με διάφορα σχέδια σαν άνθρωποι, ειδών-ειδών.

Ξεπετά η καρδιά μου, σα βάλω με τον νου μου τα καΐκια που βγαίνανε στη βόλτα με φρέσκο καιρό, σαν τα πρωτορίχνανε στη θάλασσα, άμα έπιανε να καλοκαιριάζει. Ξώλαμπρα. Τα πανιά φουσκώνανε σα μπαλόνια, ορτσάρανε το 'να απάνου στ'  άλλο, ολάκερες οι σκάφες χωνεύανε μέσα στον αφρό. Και, σα θέλανε να πάρουνε βόλστα, "να τα γυρίσουνε", έβλεπες τον καπετάνιο, ξυπόλητο παλληκαρά, με το κάτασπρο βρακί, με το φουσκωμένο πουκάμισο, με το μαντίλι που σπαρτάριζε στον άνεμο, να σαλπάρει γλήγορα-γλήγορα για να καβατζάρει τη σκότα. Και, σαν περνούσε το καΐκι ξυστά μπροστά στην πλώρη τ' αλλουνού, αφήνοντάς τον από σταβέντο, ένας άλλος λεβέντης αρχίνιζε να φυσά στη μπορού, ένα μεγάλο κοχύλι, που γιόμιζε το πέλαγο βουητά, πως τάχα ήτανε οι νικητές...


Η φυσιογνωμία των καραβιών κατά τον Φώτη Κόντογλου


Τι γεννήκατε, μπρέ παλληκαράδες της θάλασσας, μερακλήδες τ' αρμυρού νερού! Πού 'ναι ο Κλόκας, που 'χε σβάραχνα αντίς πνευμόνια ο καπετάν- Μπεκός, ο Γιωργάρας, ο Παρασκευάς, ο Αράπης, μισός ψάρι - μισός άνθρωπος! Τα Φώτα σα ρίχνανε τον Σταυρό στη θάλασσα, αυτός κουμαντάριζε κεινούς που θα πέφτανε στο νερό, για κάθε πράμα και για να μη βρεθούνε με τα μαχαίρια κάπου στον πάτο, μαλώνοντας ποιος θαν αρπάξει τον Σταυρό. Λες και τον βλέπω ακόμα μπροστά μου, ν' ακουμπά απάνου σ' ένα καμάκι, στην πλώρη κανενούς τρεχαντηριού, μπρατσωμένος, γυμνός ανάμεσα στο χιονισμένα τ' άλμπουρα, με το βρακί σφιγμένο απάνου στο κεραμιδί κορμί του, με γενειάδα, ίδιος ο Ποσειδώνας!

Αχ, γιατί να μην γίνω θαλασσινός, να τα ζω, κι όχι να γράφω στο χαρτί...


Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 

Το κλιμάκιο της Χριστιανικής Αλληλεγγύης Ενορίας Αγίου Δημητρίου Ταμπουρίων. Επικεφαλής του κλιμακίου η Ειρήνη Κουβέλου. 


του Στέφανου Μίλεση

Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την επιβολή της κατοχής στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, επανήλθε στα καθήκοντά του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός. Ο ιεράρχης βρισκόταν υπό περιορισμό στην Ιερά Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας, ύστερα από διαταγή του Δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, από φόβο πως η μορφή του θα ενέπνεε τους Έλληνες να ξεσηκωθούν. Ήταν γνωστοί οι πύρινοι λόγοι και ευγλωττία που χαρακτήριζε τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Όμως η νέα κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα, τον ώθησαν να αναλάβει και πάλι τα καθήκοντά του.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός 

Ο μαύρος χειμώνας που ακολούθησε την περίοδο 1941 – '42 με τον πληθυσμό της Αθήνας και του Πειραιά να λιμοκτονεί, βρήκε τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να οδηγεί την Εκκλησία σε μια δύσκολη πραγματικά περίοδο. Οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν αποφασίσει να επιβάλουν αποκλεισμό στο λιμάνι του Πειραιά, από φόβο μήπως τα τρόφιμα και τα άλλα εφόδια καταλήξουν στα χέρια των γερμανικών στρατευμάτων που δρούσαν στη Βόρεια Αφρική. Έτσι η στυγνή γερμανική κατοχή από τη μια και η απόφαση των συμμάχων από την άλλη, ήταν αρκετές να καταδικάσουν ευάλωτο μέρος του πληθυσμού σε θάνατο από πείνα. 

Σχέδιο της Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνας στην οποία βρισκόταν υπό περιορισμό ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ύστερα από εντολή του Ιωάννη Μεταξά


 Τότε ο Αρχιεπίσκοπος συνέλαβε την ιδέα να προχωρήσει στην άμεση ίδρυση του Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης (Ε.Ο.Χ.Α.). Μέσω του οργανισμού αυτού και όχι μόνο, στάθηκε πραγματικός Εθνάρχης στα χρόνια της σκλαβιάς, εμποδίζοντας τη συστηματική γενοκτονία των Ελλήνων μέσω του λιμού που είχε επιβληθεί. Ο Οργανισμός Χριστιανικής Αλληλεγγύης ιδρύθηκε με το Ν.Δ. 77 στις 5 Δεκεμβρίου 1941, παραμονές της έλευσης των εορτών των Χριστουγέννων εκείνου του έτους. Τα γραφεία του οργανισμού στεγάστηκαν σε τριώροφο μέγαρο της οδού Μητροπόλεως στην Αθήνα και αμέσως συγκροτήθηκε ένα Διοικητικό Συμβούλιο από 29 επίλεκτα μέλη της Αθηναϊκής κοινωνίας υπό την δική του προεδρία. Με κέντρο την Αθήνα η ΕΟΧΑ εξαπλώθηκε σταδιακά σε όλη την επικράτεια μέσω παραρτημάτων που δημιούργησε με αποστολή την διάσωση των Ελληνοπαίδων από τον συστηματικό αφανισμό.

Η ομάδα της Χριστιανικής Αλληλεγγύης περιφερείας Νικαίας

Στις 22 Ιανουαρίου 1942 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ανέθεσε το έργο λειτουργίας της ΕΟΧΑ Πειραιά στον Γεώργιο Τζατζάνη, καθηγητή τότε Θρησκευτικών στον Πειραιά. Αντικαταστάτης του Τζατζάνη ορίσθηκε να είναι ο Επίσκοπος Βρεσθένης με δεύτερο αναπληρωτή τον Αρχιμανδρίτη Γ. Πάτση. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός γνώριζε καλά πως τα ζητήματα του Πειραιά, έπρεπε να ανατεθούν σε Πειραιώτες και όχι σε Αθηναίους που το μόνο που γνώριζαν από τον Πειραιά ήταν ο ηλεκτρικός σταθμός της παραλίας που κατέληγαν για να επιβιβαστούν στα πλοία για τα θαλασσινά ταξίδια τους. 

Στις 27 Φεβρουαρίου 1942 αφού ο Αρχιεπίσκοπος λειτούργησε στην Αγία Τριάδα Πειραιώς στη συνέχεια μετέβη στα γραφεία του πειραϊκού παραρτήματος της ΕΟΧΑ προκειμένου να ευλογήσει το έργο των ανθρώπων που είχαν αναλάβει την λειτουργία του. Η Διοικούσα Επιτροπή του Πειραιώς αποτελείτο από τους Μιχάλη Γούτο, Αριστομένη Θεωδορόπουλο, Παναγιώτη Κάντζια, Χρ. Καραμανώφ, Άγγελο Μεταξά, Παναγιώτη Βαρβαρέσο, Σπυρ. Μπρούσκαρη, Αναστάσιο Παπαστράτο, Λυμπ. Παπανδρέου, Ευάγγελο Πριμίδη, Παν. Σπηλιώτη, Ηλία Στρατηγάκη και Γεώργιο Στρίγκο.

Έτσι ξεκίνησε να λειτουργεί στον Πειραιά παράρτημα που περιλάμβανε διάφορα τμήματα ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν το τμήμα παροχής εργασίας, τμήμα ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, τμήμα μορφώσεως και ψυχαγωγίας, τμήμα επαιτών και λιμοκτονούντων, τμήμα βομβοπλήκτων και θυμάτων πολέμου, τμήμα επενδύσεως και υποδήσεως, τμήμα εξακριβώσεως και περισυλλογής αλητοπαίδων (Γαβριάδων Πειραιώς) και φυσικά το τμήμα οργανώσεως και λειτουργίας των Ενοριακών Συσσιτίων. Ο Τζατζάνης καθώς αποτελούσε διακεκριμένο μέλος της κρητικής συνοικίας Πειραιώς, αμέσως κάλεσε κρητικοπούλες να τον συνδράμουν, μέλη της Αδελφότητας Κρητών “Η ΟΜΟΝΟΙΑ”, της οποίας όμως ο Ι. Μεταξάς είχε προκαλέσει προπολεμικά παύση της λειτουργίας της. Αυτές τέθηκαν υπεύθυνες στις κεντρικές ενορίες του Πειραιά καθώς και πρόσωπα που υποδείκνυαν οι ιερείς και Εφημέριοι της πόλης που ήταν αξιόπιστα και που ήδη ήταν μέλη των Φιλοπτώχων των Ενοριών.

Η Χριστιανική Αλληλεγγύη (ΕΟΧΑ) Νέου Φαλήρου. Επικεφαλής της ομάδας εθελοντών αυτού του κλιμακίου ήταν η Βιλλελμίνη Γουλανδρή


Σύντομα όλες οι ενορίες του Πειραιά εντάχθηκαν στο πρόγραμμα συσσιτίων της ΕΟΧΑ από το Νέο Φάληρο, Ρέντη, Κορυδαλλό, Παλαιά και Νέα Κοκκινιά, Κερατσίνι, Αγία Σοφία, Δραπετσώνα, Ταμπούρια, Ευγένια και Πέραμα. Ο Πειραιάς χωρίστηκε σε 37 περιφέρειες τη διανομή συσσιτίων στις οποίες ανέλαβαν ισάριθμες πενταμελείς επιτροπές! Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα βρέθηκαν 41 οικήματα κατάλληλα για να λειτουργήσουν συσσίτια, έπιπλα, σκεύη τα περισσότερα χαρισμένα από φιλάνθρωπους ιδιώτες. 

Ακολούθησε η πλήρης καταγραφή παιδιών και η έναρξη των συσσιτίων της σωτηρίας! “Είστε μανάδες... Τα παιδιά μας χάνονται. Ανάγκη να τα σώσουμε. Ούτε μια ώρα ας μη χάνεται... Δύο πέτρες, ένα καζάνι από το πλυσταριό σας σε έναν οποιοδήποτε χώρο για να δώσουμε ένα πιάτο φαΐ στα παιδιά μας και να προλάβουμε το βέβαιο θάνατό τους” ήταν τα λόγια με τα οποία ο πρόεδρος της Χριστιανικής Αλληλεγγύης Πειραιά Γ. Τζατζάνης παρακινούσε τις γυναίκες, κατ' εντολή φυσικά του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, για να μετάσχουν του κινήματος βοηθείας. 

Σε εκείνες της 41 εστίες σιτίζονταν καθημερινά χιλιάδες Πειραιωτόπουλα στα οποία σύντομα προστέθηκαν και οι θηλάζουσες μητέρες όπως και οι εγκυμονούσες του Πειραιά. Η προσφορά του μεγέθους της εκκλησίας προς την πειραϊκή κοινωνία σε αριθμούς είναι ενδεικτική: Το 1942 (περίοδος λιμού) στις 41 εστίες σιτίστηκαν 22682 παιδιά, το 1943, 11812 παιδιά και το 1944, 7640 παιδιά. Τα τρία αυτά χρόνια παρασκευάστηκαν 12.625.588 μερίδες φαγητού ενώ απασχολήθηκαν 150 μέλη στις Επιτροπές και 1200 εθελοντές παρασκευαστές φαγητού. 

Χριστιανική Αλληλεγγύη παράρτημα Πειραιώς

Το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1944 που λειτούργησε 1104 αποφάσεις που αφορούσαν διαφόρους τομείς και όχι μόνο τα προγράμματα σίτισης. Σπουδαία υπήρξε επίσης και η παροχή ιατρικής περίθαλψης στους άπορους Πειραιώτες χάρη στην εθελοντική προσφορά ιατρών, όπως του Δ. Σφαλαγκάκου, του Γ. Καρατιανού, του Μ. Μαντούβαλου, του Γ. Πάγκαλου, του Ηλ. Παπατέστα, του Ν. Παπατέστα, του Ι. Ορφανού και του Σοφ. Χατζηδάκη. Για τις σοβαρές περιπτώσεις είχε υπάρξει συνεννόηση ώστε οι ασθενείς να διακομίζονται στο Τζάνειο ή στο Κρατικό (καλούμενο Σαπόρτα τότε). 

Το 1942 ενδεικτικά αναφέρεται πως παρασχέθηκε ιατρική βοήθεια από την Χριστιανική Αλληλεγγύη σε 4247 Πειραιώτες στα σπίτια τους, σε 10000 στα ιατρεία και σε 491 στα διάφορα νοσοκομεία. Παράλληλα με τους απόρους Πειραιώτες το 1942 εξετάσθηκαν 1200 εγκυμονούσες, πραγματοποιήθηκαν 218 τοκετοί σε σπίτια και 82 τοκετοί σε νοσοκομεία. Με προληπτικές εξετάσεις οφθαλμιάτρων εξετάστηκαν 33000 παιδιά για τράχωμα σε εννέα αντιτραχωματικά κέντρα που η Εκκλησία είχε ιδρύσει. Για να βρεθούν και να θεραπευτούν αυτά τα παιδιά είχαν πρώτα πραγματοποιηθεί 62542 εξετάσεις, όλες μέσα στην περίοδο της κατοχής! Η Εκκλησία υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού ίδρυσε στον Πειραιά 20 βρεφικά κέντρα (σε όλες τις συνοικίες της πόλης) την ίδια περίοδο που το Πατριωτικό Ίδρυμα λειτουργούσε στον Πειραιά έξι κέντρα ενώ το καθ΄ ύλην αρμόδιο ΙΚΑ άλλα έξι!...

Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με παιδιά των συσσιτίων το 1942

Η ΕΟΧΑ Πειραιώς φρόντισε και για την ένδυση και υπόδηση των απόρων παιδιών και γυναικών. Τον Νοέμβριο του 1942 διενεργήθηκε στις εκκλησίες του Πειραιά έρανος από επιτροπή στην οποία προέδρευαν οι Γ. Στρίγκος, Αν. Παπαστράτος και Γ. Τζατζάνης ώστε να αγοραστούν εκατοντάδες μέτρα υφάσματος και μάλλινο νήμα για να ραφτούν ρούχα. Συνεργεία ραπτικής αποτελούμενο από 60 εργάτριες που εργάζονταν επτά με δύο το πρωί και άλλες 60 εργάτριες το απόγευμα, από τις δύο έως τις εννέα, κατάφεραν να ντύσουν 6551 παιδιά το 1942. Εξάλλου η Χριστιανική Αλληλεγγύη ήταν εκείνη που είχε αναλάβει την παροχή συσσιτίων στους κρατούμενους των Φυλακών των Βούρλων αλλά και του Τμήματος της Ειδικής Ασφάλειας (γερμανοκρατούμενης υπηρεσίας) συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών κρατουμένων και των οικογενειών τους.

Σημαντικό ήταν τέλος η δράση της Χριστιανικής Αλληλεγγύης στην εθνική διαπαιδαγώγηση καθώς με την ευκαιρία κάθε εορτής (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πάσχα, 25η Μαρτίου κ.ο.κ.) οργάνωνε ομιλίες για τα παιδιά. Στις εορτές των εκκλησιών του Αγίου Φανουρίου Δραπετσώνας, του Αγίου Παντελεήμονος Δραπετσώνας, της Αγίας Σοφίας, της Μεταμορφώσεως Παλαιάς Κοκκινιάς, του Αγίου Δημητρίου Ταμπουρίων, του Προφήτου Ηλίου, του Αγίου Βασιλείου, της Αγίας Παρασκευής και της Ζωοδόχου Πηγής ακούστηκαν λόγοι κατά την διάρκεια της κατοχής που αν καταγγέλλονταν στις αρχές κατοχής θα οδηγούσαν τα μέλη της Αλληλεγγύης στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δυστυχώς με την αδικαιολόγητη απόφαση της γερμανοκρατούμενης κυβέρνησης να γίνει παύση λειτουργίας των συσσιτίων από 1 Οκτωβρίου 1944 σταμάτησε το έργο της Χριστιανικής Αλληλεγγύης στον Πειραιά αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό που ουδέποτε το ελεύθερο ελληνικό κράτος στη συνέχεια κατάφερε να αναπληρώσει. 

Το κλιμάκιο της Εθνικής Οργάνωσης Χριστιανικής Αλληλεγγύης ενορίας Αγίου Βασιλείου Πειραιώς. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο πρόεδρος του κλιμακίου του Αγίου Βασιλείου Μανώλης Ντεντιδάκης

Η ελευθερία που ήρθε στη συνέχεια συνετέλεσε στο να οξυνθούν τα πολιτικά πάθη και το έργο της Χριστιανικής Αλληλεγγύης Πειραιώς να ξεχαστεί. Μαζί τους ξεχάστηκαν και οι χιλιάδες εθελοντές της ΕΟΧΑ που εγκατέλειπαν κατά την διάρκεια της κατοχής, καθημερινά τα σπίτια τους για προσφέρουν από νωρίς το πρωί έως αργά τη νύχτα, εξυπηρέτηση στα άπορα Πειραιωτόπουλα επί τρία ολόκληρα χρόνια. Να σημειωθεί πως την ώρα του μεσημεριανού “συμμαχικού” βομβαρδισμού της 11ης Ιανουαρίου 1944 μέλη της Χριστιανικής Αλληλεγγύης εργάζονταν στα γραφεία της (Φίλωνος και Αγίου Σπυρίδωνος γωνία) την ώρα που έσκαγαν γύρω βόμβες και ενώ σε απόσταση εκατό μόλις μέτρων, κατακρημνιζόταν ο Ι.Ν. Αγίας Τριάδας.


Η μέριμνα για τον αβοήθητο και τον αναξιοπαθούντα άνθρωπο, που επέδειξε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός κατά την περίοδο της κατοχής, στράφηκε και προς τους Εβραίους. Κατ΄ εντολή τους εκδίδονταν πιστοποιητικά βαπτίσεως ώστε να εμφανίζονται ως Χριστιανοί και να αποφεύγεται έτσι η σύλληψή τους από τους Γερμανούς, που ισοδυναμούσε με θάνατο. Για την δράση του αυτή τιμήθηκε από το ίδρυμα Γιαντ Βασσέμ ως “Δίκαιος των Εθνών”. Κλείνοντας αναφέρω τη φράση που απεύθυνε στον Γερμανό Άλτενμπουργκ που αντικαθιστούσε τον Στρατηγό Στρόουπ, προς τον οποίο ο Δαμασκηνός είχε προηγούμενα διαμαρτυρηθεί για τις διώξεις των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Όταν οι Γερμανοί τον απείλησαν με τουφεκισμό εκείνος απάντησε: “Οι ιεράρχες στην Ελλάδα Στρατηγέ δεν τουφεκίζονται αλλά απαγχονίζονται!... Σας παρακαλώ να σεβαστείτε την παράδοση!”.


(Πηγές: Εφημερίδες κατοχής και το βιβλίο του Γεωργίου Τζατζάνη “Η Τρικυμιώδης Ζωή και Δράση μου”, Αθήνα 1990)


"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"