ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

 



του Φώτη Κόντογλου

Σαν ήμουνα μικρός βρισκότανε ακόμα πολλά καράβια. Έφτιαξα σκαριά, που σήμερα λείψανε ολότελα και που τα βλέπουμε πια μονάχα ζωγραφισμένα. Όσα σκαριά κι όσες αρματωσιές ζούνε ακόμα, δεν είναι να λογαριάζονται, βρίσκονται, σα να πούμε, για παρηγοριά. 

Τα μεγάλα τα καλά τα σκέδια τά 'φαγε ο ατμός κ' η μπενζίνα. Μα κι από τα μικρά, τα καΐκια, κι από κείνα χαθήκανε τα πιο παράξενα κι απομείνανε κάτι του γλυκού νερού. Σήμερα όλο τα ίδια σκαριά βλέπει κανένας, σα να βγαίνουνε από φάμπρικα, ενώ στα πρωτινά χρόνια ο κάθε καπετάνιος είχε το μεράκι του, όπως διάλεγε την κοπέλα που θε νά ΄παιρνε γυναίκα, έτσι διάλεγε και το σκέδιο του καραβιού του, στο σκαρί και στην αρματωσιά. 

Τρεχαντήρι σε σχέδιο Φώτη Κόντογλου

Η μανία τους ήτανε να τα βάφουνε και να τα ξαναβάφουνε, να ζουγραφίζουνε γοργόνες στη μάσκα, ψάρια στα όκια ή να γράφουνε λογής - λογής τραγούδια στην πρύμη.


Στη σκότα του τουρκέτου μου σ' έχω ζουγραφισμένη

σίντα μπουντάρω τα πανιά, σε βρίσκω μπερδεμένη


Στα σημερινά χρόνια σχεδόν άλλο από τρεχαντήρι και κάτι χιώτικα ψευτόσκαρα, δε βρίσκεις πια, τίποτ' από κείνα τα βαριά σκέδια. Κι από τις αρματωσιές πάλι, αν βγάλεις στην μπάντα τις μπρατσέρες και τα κότερα, που γιόμισε ο κόσμος, άλλη αρματωσιά δε βλέπεις εύκολα, γιατί κρατήσανε κείνες που 'ναι πιο βολικές, πιο πραχτικές, αφήνω πώς τα χρειάζουνται τα πανιά για ώρα ανάγκης, σα βοηθητικά της μπενζίνας, κι όχι με τα σωστά τους. Όπως τα πρώτα χρόνια που είχανε βγει τα παπόρια, ο ατμός δηλαδή, βάζανε τη μηχανή σε καραβόσκαρα, μα κρατούσανε όμως για βοήθεια και τα πανιά, ως που σιγά-σιγά τα βγάλανε ολότελα κι απομείνανε ξερά τ' άλμπουρα, το ίδιο και στα σημερινά καΐκια, κρατάνε κανέναν παλιοφλόκο για καμιά μαΐστρα μαυρισμένη απ' την καπνιά της μπενζίνας. Τα πιο πολλά έχουνε μηχανές, τα πανιά, όπως είπαμε πρωτύτερα, τα ισάρουνε στα πρίμα ή άμα χαλάσει η μηχανή. 


Σε κάτι λίγα λιμάνια βρίσκεται πού και πού κανένα σκαρί ιδιότροπο και κείνο παρατημένο σε καμιά άκρη, τις πιο πολλές φορές ξυλάρμενο, γέρικο, με σκουριασμένα σίδερα, με γδαρμένα μαδέρια, με ξεπατωμένη κουβέρτα, λες και σε κοιτάζει με τα γέρικα μάτια που, τα όκια, που τρέχει ή σκουριά σαν την τσίμπλα. 

Αν δε ζήσει κανένας απάνου σε καράβι, δεν μπορεί να καταλάβει ποτές τον καημό και το μυστήριό του. Θυμάμαι, σαν είμαστε μικροί, πώς μας τράβαγε το μέρος, που φτιάνανε και τιμαρεύανε (βολεύανε) τα καΐκια. Διάολε! Μαγνήτης ήτανε για μας καθεμιά από κείνες τις σκάφες! Τις ώρες που φεύγαμε από το σκολειό, στριφογυρίζαμε ολοένα ανάμεσα στα ποδάρια εκεινών που πελεκούσανε και κεινών που καλαφατίζανε τα θεόρατα αυτά θεριόψαρα.



Σα τα τραβούσανε όξω, απάνω σε κάτι μακριά δοκάρια, τα βάζα, πηγαίναμε και σπρώχναμε κ' εμείς τις μανέλες στον αργάτη. Φωνές, πανηγύρι μεγάλο! Καπετανοί με τα βρακιά και με τα ζουνάρια, καραβομαραγκοί, καλαφάτηδες, ούλοι ξυπόλητοι, μ' ένα μαντίλι για σαρίκι γύρω στο κεφάλι, λειοψημένοι κουρσάροι, μούτσοι, λογιών-λογιών φάτσες, πολεμάγανε σαν τα μερμήγκια ανάμεσα στα καΐκια, που ήτανε αραδιασμένα τό 'να δίπλα στ' άλλο. 

Τα σπίτια της ακρογιαλιάς ήτανε τόσο κοντά, που τα μπαστούνια των καραβιών φτιάνανε ίσαμε τα παράθυρα και τα μπαλκόνια. Μαύρος καπνός ανέβαινε απ' τα καζάνια κι απ' τους μασαλάδες και σκοτείνιαζε τον ήλιο, η μυρουδιά της πίσσας γιόμιζε τον αγέρα ίσαμε μέσα στα στενόσακκα της πολιτείας, κ' έφτανε ίσαμε πέρα στα ψηλώματα, στον Άγι' - Αντώνη, που κατεβαίνανε οι καμήλες μέσ' απ' την Ανατολή. 




Εκεί ήτανε άλλος κόσμος, εκεί καθόντανε άνθρωποι στεριανοί,  π' άλλοι τους τσακίζανε, άλλοι κάνανε κεραμίδια και κανάτια, κ' ένα σωρό άλλες δουλειές, μακριά απ΄ τη θάλασσα. Από κάτου απ' τις καρίνες ήτανε όλάκερο εργοστάσιο: ζεμπίλια με τα εργαλεία του μαραγκού, άλλα με τις ματσόλες και με τα καλέμια του καλαφάτη, πίσσες, στουπιά, ξίγκι για το παλάμισμα, καρφιά, βελόνια, πιρόνια, τρυπάνια, πράματα που γι' αυτά χτύπαγε γλυκά η καρδιά μας και τα χαιρόμαστε. 

Άλλοι πελεκούσανε, άλλοι καλαφατίζανε, άλλοι βράζανε την πίσσα, άλλοι κοιμόντανε στο δροσερό ίσκιο της καρίνας μ' ούλη τούτη τη βουή, έχοντας από πάνου τους κρεμάσμενο ολάκερο εκείνο το θεριό, που μύριζε άρμη και που σ' έπιανε φόβος να το κοιτάς, άλλος παραπέρα σήκωνε το λαγήνι κ' έπινε νερό κ' ύστερα σφούγγιζε τα μουστάκια του. Χάμω καδένες σερνάμενες στο χώμα, άγκουρες με τό 'να νύχι χωμένο στη γής, αντένες, ξάρτια, καραβόπανα, κουπιά, νεροβάρελα. Κι ούλα βγάζανε μιας ιδιαίτερη μυρουδιά, καραβίσια. 


Παραπέρα ήτανε μια μπομπάρδα, τραβηγμένη και κείνη όξω, κ' η πλώρη της φάνταζε σα μασέλα κανενούς θεριόψαρου. Μέσα στην κάψα του μεσημεριού, κάτω απ΄ το φουσκωμένο μάγουλό της, βρίσκεται σκολειό με δασκάλα και με μαθητάδες. Είναι η κυρά - Ευρώπη, και κείνη σαν μπομπάρδα, πόχει μαζέψει τα μωρά, όπως η κλώσσα τα πουλιά της, και τα "πράζει", δηλαδή τα μαθαίνει γράμματα και τα διδάχνει να πλέκουνε εργόχειρο.

"Ποιος κάμει τα φυτά και διατηρεί αυτά;" ρωτά η Ευρώπη.

"Ο Θεός! Ο Θεός" της αποκρένουνται ούλα μαζί τα ζωντόβολα. 

Ανοιχτά στο πέλαγος καλάρει ο μπάτης και τα δροσερά κύματα σκάζουνε με γλυκιά βουή απάνου στην ακρογιαλιά. Τα καράβια, πού ΄ναι φουνταρισμένα ανοιχτά, σκαμπανεβάζουνε γυρίζοντας το μπαστούνι τους μια στο γαρμπή και μιά στο μαΐστρο. Τα ψαραδόπουλα κολυμπάνε μέσα στον αφρό με φωνές και με χαρές, τραβάνε στο πέλαγο και κολλάνε σαν αβδέλλες απάνου σε καμιά τράτα, που την έχουνε βουλιάξει τ' αφεντικά της για να πνιγούνε οι κοριοί. 

Τώρα πάνε πιά, τετέλεσται! Τι γενήκανε κείνα τα παράξενα σκέδια, πλήθος αμέτρητο! Τι μπρίκια, τι γαλέτες, τι μπομπάρδες, τι τσερνίκια, τι σακολέβες, τι λόβερα, τι πένες, τι αχταρμάδες, τι λεύκες  μπραντούσκες, τι περαμάτες, τι γκαγκαλήδες απ΄τη Μαύρη Θάλασσα, με γυριστές, καμαρωτές πλώρες, ίδιες οι μύτες των Λαζών, μ' ένα κομμάτι προβιά απάνου στο κοράκι!


Αυτά ήταν τα μεγάλα. Αμέ τα μικρά ή αθερίνα, σόγι-σόγι, ψαράδικα, περάματα, φελούκες, κουρίτες, τρεχαντήρια, μπατέλα, τράτες, άλλο σαν ντροπαλή κοπέλα, άλλο σα φουσκωμένη χήνα, άλλο σα γουρούνι, άλλο σαν κορκόδειλος, άλλα με διάφορα σχέδια σαν άνθρωποι, ειδών-ειδών.

Ξεπετά η καρδιά μου, σα βάλω με τον νου μου τα καΐκια που βγαίνανε στη βόλτα με φρέσκο καιρό, σαν τα πρωτορίχνανε στη θάλασσα, άμα έπιανε να καλοκαιριάζει. Ξώλαμπρα. Τα πανιά φουσκώνανε σα μπαλόνια, ορτσάρανε το 'να απάνου στ'  άλλο, ολάκερες οι σκάφες χωνεύανε μέσα στον αφρό. Και, σα θέλανε να πάρουνε βόλστα, "να τα γυρίσουνε", έβλεπες τον καπετάνιο, ξυπόλητο παλληκαρά, με το κάτασπρο βρακί, με το φουσκωμένο πουκάμισο, με το μαντίλι που σπαρτάριζε στον άνεμο, να σαλπάρει γλήγορα-γλήγορα για να καβατζάρει τη σκότα. Και, σαν περνούσε το καΐκι ξυστά μπροστά στην πλώρη τ' αλλουνού, αφήνοντάς τον από σταβέντο, ένας άλλος λεβέντης αρχίνιζε να φυσά στη μπορού, ένα μεγάλο κοχύλι, που γιόμιζε το πέλαγο βουητά, πως τάχα ήτανε οι νικητές...


Η φυσιογνωμία των καραβιών κατά τον Φώτη Κόντογλου


Τι γεννήκατε, μπρέ παλληκαράδες της θάλασσας, μερακλήδες τ' αρμυρού νερού! Πού 'ναι ο Κλόκας, που 'χε σβάραχνα αντίς πνευμόνια ο καπετάν- Μπεκός, ο Γιωργάρας, ο Παρασκευάς, ο Αράπης, μισός ψάρι - μισός άνθρωπος! Τα Φώτα σα ρίχνανε τον Σταυρό στη θάλασσα, αυτός κουμαντάριζε κεινούς που θα πέφτανε στο νερό, για κάθε πράμα και για να μη βρεθούνε με τα μαχαίρια κάπου στον πάτο, μαλώνοντας ποιος θαν αρπάξει τον Σταυρό. Λες και τον βλέπω ακόμα μπροστά μου, ν' ακουμπά απάνου σ' ένα καμάκι, στην πλώρη κανενούς τρεχαντηριού, μπρατσωμένος, γυμνός ανάμεσα στο χιονισμένα τ' άλμπουρα, με το βρακί σφιγμένο απάνου στο κεραμιδί κορμί του, με γενειάδα, ίδιος ο Ποσειδώνας!

Αχ, γιατί να μην γίνω θαλασσινός, να τα ζω, κι όχι να γράφω στο χαρτί...


Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΑΥΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 

Το κλιμάκιο της Χριστιανικής Αλληλεγγύης Ενορίας Αγίου Δημητρίου Ταμπουρίων. Επικεφαλής του κλιμακίου η Ειρήνη Κουβέλου. 


του Στέφανου Μίλεση

Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την επιβολή της κατοχής στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941, επανήλθε στα καθήκοντά του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός. Ο ιεράρχης βρισκόταν υπό περιορισμό στην Ιερά Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας, ύστερα από διαταγή του Δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, από φόβο πως η μορφή του θα ενέπνεε τους Έλληνες να ξεσηκωθούν. Ήταν γνωστοί οι πύρινοι λόγοι και ευγλωττία που χαρακτήριζε τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Όμως η νέα κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η χώρα, τον ώθησαν να αναλάβει και πάλι τα καθήκοντά του.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός 

Ο μαύρος χειμώνας που ακολούθησε την περίοδο 1941 – '42 με τον πληθυσμό της Αθήνας και του Πειραιά να λιμοκτονεί, βρήκε τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να οδηγεί την Εκκλησία σε μια δύσκολη πραγματικά περίοδο. Οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν αποφασίσει να επιβάλουν αποκλεισμό στο λιμάνι του Πειραιά, από φόβο μήπως τα τρόφιμα και τα άλλα εφόδια καταλήξουν στα χέρια των γερμανικών στρατευμάτων που δρούσαν στη Βόρεια Αφρική. Έτσι η στυγνή γερμανική κατοχή από τη μια και η απόφαση των συμμάχων από την άλλη, ήταν αρκετές να καταδικάσουν ευάλωτο μέρος του πληθυσμού σε θάνατο από πείνα. 

Σχέδιο της Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνας στην οποία βρισκόταν υπό περιορισμό ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ύστερα από εντολή του Ιωάννη Μεταξά


 Τότε ο Αρχιεπίσκοπος συνέλαβε την ιδέα να προχωρήσει στην άμεση ίδρυση του Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης (Ε.Ο.Χ.Α.). Μέσω του οργανισμού αυτού και όχι μόνο, στάθηκε πραγματικός Εθνάρχης στα χρόνια της σκλαβιάς, εμποδίζοντας τη συστηματική γενοκτονία των Ελλήνων μέσω του λιμού που είχε επιβληθεί. Ο Οργανισμός Χριστιανικής Αλληλεγγύης ιδρύθηκε με το Ν.Δ. 77 στις 5 Δεκεμβρίου 1941, παραμονές της έλευσης των εορτών των Χριστουγέννων εκείνου του έτους. Τα γραφεία του οργανισμού στεγάστηκαν σε τριώροφο μέγαρο της οδού Μητροπόλεως στην Αθήνα και αμέσως συγκροτήθηκε ένα Διοικητικό Συμβούλιο από 29 επίλεκτα μέλη της Αθηναϊκής κοινωνίας υπό την δική του προεδρία. Με κέντρο την Αθήνα η ΕΟΧΑ εξαπλώθηκε σταδιακά σε όλη την επικράτεια μέσω παραρτημάτων που δημιούργησε με αποστολή την διάσωση των Ελληνοπαίδων από τον συστηματικό αφανισμό.

Η ομάδα της Χριστιανικής Αλληλεγγύης περιφερείας Νικαίας

Στις 22 Ιανουαρίου 1942 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ανέθεσε το έργο λειτουργίας της ΕΟΧΑ Πειραιά στον Γεώργιο Τζατζάνη, καθηγητή τότε Θρησκευτικών στον Πειραιά. Αντικαταστάτης του Τζατζάνη ορίσθηκε να είναι ο Επίσκοπος Βρεσθένης με δεύτερο αναπληρωτή τον Αρχιμανδρίτη Γ. Πάτση. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός γνώριζε καλά πως τα ζητήματα του Πειραιά, έπρεπε να ανατεθούν σε Πειραιώτες και όχι σε Αθηναίους που το μόνο που γνώριζαν από τον Πειραιά ήταν ο ηλεκτρικός σταθμός της παραλίας που κατέληγαν για να επιβιβαστούν στα πλοία για τα θαλασσινά ταξίδια τους. 

Στις 27 Φεβρουαρίου 1942 αφού ο Αρχιεπίσκοπος λειτούργησε στην Αγία Τριάδα Πειραιώς στη συνέχεια μετέβη στα γραφεία του πειραϊκού παραρτήματος της ΕΟΧΑ προκειμένου να ευλογήσει το έργο των ανθρώπων που είχαν αναλάβει την λειτουργία του. Η Διοικούσα Επιτροπή του Πειραιώς αποτελείτο από τους Μιχάλη Γούτο, Αριστομένη Θεωδορόπουλο, Παναγιώτη Κάντζια, Χρ. Καραμανώφ, Άγγελο Μεταξά, Παναγιώτη Βαρβαρέσο, Σπυρ. Μπρούσκαρη, Αναστάσιο Παπαστράτο, Λυμπ. Παπανδρέου, Ευάγγελο Πριμίδη, Παν. Σπηλιώτη, Ηλία Στρατηγάκη και Γεώργιο Στρίγκο.

Έτσι ξεκίνησε να λειτουργεί στον Πειραιά παράρτημα που περιλάμβανε διάφορα τμήματα ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν το τμήμα παροχής εργασίας, τμήμα ιατρικής και φαρμακευτικής περίθαλψης, τμήμα μορφώσεως και ψυχαγωγίας, τμήμα επαιτών και λιμοκτονούντων, τμήμα βομβοπλήκτων και θυμάτων πολέμου, τμήμα επενδύσεως και υποδήσεως, τμήμα εξακριβώσεως και περισυλλογής αλητοπαίδων (Γαβριάδων Πειραιώς) και φυσικά το τμήμα οργανώσεως και λειτουργίας των Ενοριακών Συσσιτίων. Ο Τζατζάνης καθώς αποτελούσε διακεκριμένο μέλος της κρητικής συνοικίας Πειραιώς, αμέσως κάλεσε κρητικοπούλες να τον συνδράμουν, μέλη της Αδελφότητας Κρητών “Η ΟΜΟΝΟΙΑ”, της οποίας όμως ο Ι. Μεταξάς είχε προκαλέσει προπολεμικά παύση της λειτουργίας της. Αυτές τέθηκαν υπεύθυνες στις κεντρικές ενορίες του Πειραιά καθώς και πρόσωπα που υποδείκνυαν οι ιερείς και Εφημέριοι της πόλης που ήταν αξιόπιστα και που ήδη ήταν μέλη των Φιλοπτώχων των Ενοριών.

Η Χριστιανική Αλληλεγγύη (ΕΟΧΑ) Νέου Φαλήρου. Επικεφαλής της ομάδας εθελοντών αυτού του κλιμακίου ήταν η Βιλλελμίνη Γουλανδρή


Σύντομα όλες οι ενορίες του Πειραιά εντάχθηκαν στο πρόγραμμα συσσιτίων της ΕΟΧΑ από το Νέο Φάληρο, Ρέντη, Κορυδαλλό, Παλαιά και Νέα Κοκκινιά, Κερατσίνι, Αγία Σοφία, Δραπετσώνα, Ταμπούρια, Ευγένια και Πέραμα. Ο Πειραιάς χωρίστηκε σε 37 περιφέρειες τη διανομή συσσιτίων στις οποίες ανέλαβαν ισάριθμες πενταμελείς επιτροπές! Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα βρέθηκαν 41 οικήματα κατάλληλα για να λειτουργήσουν συσσίτια, έπιπλα, σκεύη τα περισσότερα χαρισμένα από φιλάνθρωπους ιδιώτες. 

Ακολούθησε η πλήρης καταγραφή παιδιών και η έναρξη των συσσιτίων της σωτηρίας! “Είστε μανάδες... Τα παιδιά μας χάνονται. Ανάγκη να τα σώσουμε. Ούτε μια ώρα ας μη χάνεται... Δύο πέτρες, ένα καζάνι από το πλυσταριό σας σε έναν οποιοδήποτε χώρο για να δώσουμε ένα πιάτο φαΐ στα παιδιά μας και να προλάβουμε το βέβαιο θάνατό τους” ήταν τα λόγια με τα οποία ο πρόεδρος της Χριστιανικής Αλληλεγγύης Πειραιά Γ. Τζατζάνης παρακινούσε τις γυναίκες, κατ' εντολή φυσικά του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, για να μετάσχουν του κινήματος βοηθείας. 

Σε εκείνες της 41 εστίες σιτίζονταν καθημερινά χιλιάδες Πειραιωτόπουλα στα οποία σύντομα προστέθηκαν και οι θηλάζουσες μητέρες όπως και οι εγκυμονούσες του Πειραιά. Η προσφορά του μεγέθους της εκκλησίας προς την πειραϊκή κοινωνία σε αριθμούς είναι ενδεικτική: Το 1942 (περίοδος λιμού) στις 41 εστίες σιτίστηκαν 22682 παιδιά, το 1943, 11812 παιδιά και το 1944, 7640 παιδιά. Τα τρία αυτά χρόνια παρασκευάστηκαν 12.625.588 μερίδες φαγητού ενώ απασχολήθηκαν 150 μέλη στις Επιτροπές και 1200 εθελοντές παρασκευαστές φαγητού. 

Χριστιανική Αλληλεγγύη παράρτημα Πειραιώς

Το Διοικητικό Συμβούλιο έλαβε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1944 που λειτούργησε 1104 αποφάσεις που αφορούσαν διαφόρους τομείς και όχι μόνο τα προγράμματα σίτισης. Σπουδαία υπήρξε επίσης και η παροχή ιατρικής περίθαλψης στους άπορους Πειραιώτες χάρη στην εθελοντική προσφορά ιατρών, όπως του Δ. Σφαλαγκάκου, του Γ. Καρατιανού, του Μ. Μαντούβαλου, του Γ. Πάγκαλου, του Ηλ. Παπατέστα, του Ν. Παπατέστα, του Ι. Ορφανού και του Σοφ. Χατζηδάκη. Για τις σοβαρές περιπτώσεις είχε υπάρξει συνεννόηση ώστε οι ασθενείς να διακομίζονται στο Τζάνειο ή στο Κρατικό (καλούμενο Σαπόρτα τότε). 

Το 1942 ενδεικτικά αναφέρεται πως παρασχέθηκε ιατρική βοήθεια από την Χριστιανική Αλληλεγγύη σε 4247 Πειραιώτες στα σπίτια τους, σε 10000 στα ιατρεία και σε 491 στα διάφορα νοσοκομεία. Παράλληλα με τους απόρους Πειραιώτες το 1942 εξετάσθηκαν 1200 εγκυμονούσες, πραγματοποιήθηκαν 218 τοκετοί σε σπίτια και 82 τοκετοί σε νοσοκομεία. Με προληπτικές εξετάσεις οφθαλμιάτρων εξετάστηκαν 33000 παιδιά για τράχωμα σε εννέα αντιτραχωματικά κέντρα που η Εκκλησία είχε ιδρύσει. Για να βρεθούν και να θεραπευτούν αυτά τα παιδιά είχαν πρώτα πραγματοποιηθεί 62542 εξετάσεις, όλες μέσα στην περίοδο της κατοχής! Η Εκκλησία υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού ίδρυσε στον Πειραιά 20 βρεφικά κέντρα (σε όλες τις συνοικίες της πόλης) την ίδια περίοδο που το Πατριωτικό Ίδρυμα λειτουργούσε στον Πειραιά έξι κέντρα ενώ το καθ΄ ύλην αρμόδιο ΙΚΑ άλλα έξι!...

Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με παιδιά των συσσιτίων το 1942

Η ΕΟΧΑ Πειραιώς φρόντισε και για την ένδυση και υπόδηση των απόρων παιδιών και γυναικών. Τον Νοέμβριο του 1942 διενεργήθηκε στις εκκλησίες του Πειραιά έρανος από επιτροπή στην οποία προέδρευαν οι Γ. Στρίγκος, Αν. Παπαστράτος και Γ. Τζατζάνης ώστε να αγοραστούν εκατοντάδες μέτρα υφάσματος και μάλλινο νήμα για να ραφτούν ρούχα. Συνεργεία ραπτικής αποτελούμενο από 60 εργάτριες που εργάζονταν επτά με δύο το πρωί και άλλες 60 εργάτριες το απόγευμα, από τις δύο έως τις εννέα, κατάφεραν να ντύσουν 6551 παιδιά το 1942. Εξάλλου η Χριστιανική Αλληλεγγύη ήταν εκείνη που είχε αναλάβει την παροχή συσσιτίων στους κρατούμενους των Φυλακών των Βούρλων αλλά και του Τμήματος της Ειδικής Ασφάλειας (γερμανοκρατούμενης υπηρεσίας) συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών κρατουμένων και των οικογενειών τους.

Σημαντικό ήταν τέλος η δράση της Χριστιανικής Αλληλεγγύης στην εθνική διαπαιδαγώγηση καθώς με την ευκαιρία κάθε εορτής (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πάσχα, 25η Μαρτίου κ.ο.κ.) οργάνωνε ομιλίες για τα παιδιά. Στις εορτές των εκκλησιών του Αγίου Φανουρίου Δραπετσώνας, του Αγίου Παντελεήμονος Δραπετσώνας, της Αγίας Σοφίας, της Μεταμορφώσεως Παλαιάς Κοκκινιάς, του Αγίου Δημητρίου Ταμπουρίων, του Προφήτου Ηλίου, του Αγίου Βασιλείου, της Αγίας Παρασκευής και της Ζωοδόχου Πηγής ακούστηκαν λόγοι κατά την διάρκεια της κατοχής που αν καταγγέλλονταν στις αρχές κατοχής θα οδηγούσαν τα μέλη της Αλληλεγγύης στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δυστυχώς με την αδικαιολόγητη απόφαση της γερμανοκρατούμενης κυβέρνησης να γίνει παύση λειτουργίας των συσσιτίων από 1 Οκτωβρίου 1944 σταμάτησε το έργο της Χριστιανικής Αλληλεγγύης στον Πειραιά αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό που ουδέποτε το ελεύθερο ελληνικό κράτος στη συνέχεια κατάφερε να αναπληρώσει. 

Το κλιμάκιο της Εθνικής Οργάνωσης Χριστιανικής Αλληλεγγύης ενορίας Αγίου Βασιλείου Πειραιώς. Στο κέντρο της φωτογραφίας ο πρόεδρος του κλιμακίου του Αγίου Βασιλείου Μανώλης Ντεντιδάκης

Η ελευθερία που ήρθε στη συνέχεια συνετέλεσε στο να οξυνθούν τα πολιτικά πάθη και το έργο της Χριστιανικής Αλληλεγγύης Πειραιώς να ξεχαστεί. Μαζί τους ξεχάστηκαν και οι χιλιάδες εθελοντές της ΕΟΧΑ που εγκατέλειπαν κατά την διάρκεια της κατοχής, καθημερινά τα σπίτια τους για προσφέρουν από νωρίς το πρωί έως αργά τη νύχτα, εξυπηρέτηση στα άπορα Πειραιωτόπουλα επί τρία ολόκληρα χρόνια. Να σημειωθεί πως την ώρα του μεσημεριανού “συμμαχικού” βομβαρδισμού της 11ης Ιανουαρίου 1944 μέλη της Χριστιανικής Αλληλεγγύης εργάζονταν στα γραφεία της (Φίλωνος και Αγίου Σπυρίδωνος γωνία) την ώρα που έσκαγαν γύρω βόμβες και ενώ σε απόσταση εκατό μόλις μέτρων, κατακρημνιζόταν ο Ι.Ν. Αγίας Τριάδας.


Η μέριμνα για τον αβοήθητο και τον αναξιοπαθούντα άνθρωπο, που επέδειξε ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός κατά την περίοδο της κατοχής, στράφηκε και προς τους Εβραίους. Κατ΄ εντολή τους εκδίδονταν πιστοποιητικά βαπτίσεως ώστε να εμφανίζονται ως Χριστιανοί και να αποφεύγεται έτσι η σύλληψή τους από τους Γερμανούς, που ισοδυναμούσε με θάνατο. Για την δράση του αυτή τιμήθηκε από το ίδρυμα Γιαντ Βασσέμ ως “Δίκαιος των Εθνών”. Κλείνοντας αναφέρω τη φράση που απεύθυνε στον Γερμανό Άλτενμπουργκ που αντικαθιστούσε τον Στρατηγό Στρόουπ, προς τον οποίο ο Δαμασκηνός είχε προηγούμενα διαμαρτυρηθεί για τις διώξεις των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Όταν οι Γερμανοί τον απείλησαν με τουφεκισμό εκείνος απάντησε: “Οι ιεράρχες στην Ελλάδα Στρατηγέ δεν τουφεκίζονται αλλά απαγχονίζονται!... Σας παρακαλώ να σεβαστείτε την παράδοση!”.


(Πηγές: Εφημερίδες κατοχής και το βιβλίο του Γεωργίου Τζατζάνη “Η Τρικυμιώδης Ζωή και Δράση μου”, Αθήνα 1990)


ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΕΘΙΜΑ ΠΟΛΗΣ. ΤΑ ΠΛΩΤΑ ΚΟΠΑΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 


του Στέφανου Μίλεση

Αν για τους άλλους χριστιανικούς λαούς το Πάσχα έχει μόνο θρησκευτική σημασία, για μας τους Έλληνες από αιώνες τώρα, η εορτή αυτή έχει και συμβολισμό Εθνικό. Η ευχή Καλή Ανάσταση τόσο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όσο και μεταγενέστερα, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, δε σήμαινε μονάχα την Ανάσταση του Κυρίου, αλλά και απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων. Οι Έλληνες με την ευχή “Καλή Ανάσταση” μπορούσαν μπροστά στα μάτια των κατακτητών να φωνάξουν δυνατά ο ένας στον άλλον εννοώντας κάτι διαφορετικό από εκείνο που αντιλαμβάνονταν οι δυνάστες. Επίσης το Πάσχα πέρα από το θρησκευτικό του χαρακτήρα ταυτίστηκε με πλήθος εθίμων όπως κόκκινα αυγά, κουλούρια λαμπριάτικα, λευκές καταστόλιστες λαμπάδες, ασβέστωμα των κορμών δένδρων των μανδρών και των πεζοδρομίων, προετοιμασία του σπιτιού για την έλευση της Μεγάλης Εβδομάδας.

 

Μεγάλη Εβδομάδα

Η Μεγάλη Εβδομάδα για όλο τον Ελληνορθόδοξο κόσμο είναι η ιερότερη εβδομάδα του έτους. Διότι ο ελληνικός λαός δεν βλέπει απλά την Μεγάλη Εβδομάδα ως μια τυπική επέτειο, αλλά τη νιώθει ως μια επανάληψη του θείου μαρτυρίου. Η Μεγάλη Εβδομάδα συνεπώς δεν αποτελεί ανάμνηση που επαναλαμβάνεται αλλά βίωμα.


Πάσχα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας

Οι κάτοικοι της Αθήνας και των άλλων πόλεων στα χρόνια της τουρκοκρατίας πήγαιναν σε μικρά εκκλησάκια. Ειδικώς οι εκκλησίες των Αθηνών ήταν όλες μικροσκοπικές διότι μεγάλα οικήματα έπρεπε να είναι μόνο τα Τζαμιά. Άλλωστε όλες οι μεγάλες βυζαντινές εκκλησίες είχαν μετατραπεί σε τζαμιά. Οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονταν να μετατρέψουν σε τζαμιά κάτι που ήταν ταπεινό ή ασήμαντο και έτσι οι Έλληνες έφτιαχναν τις εκκλησίες τους μικροσκοπικές. Οι κάτοικοι της Αθήνας ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα στα μικρά εκκλησάκια της Πλάκας.


Καμπάνες

Στην Αθήνα της Τουρκοκρατίας οι ραγιάδες όφειλαν να ασκούν τη λατρεία τους αθόρυβα. Έτσι τόσο στις γιορτές όσο και στις κυριακάτικες λειτουργίες οι πιστοί γνώριζαν την ώρα προσέλευσης και πήγαιναν χωρίς να έχει προηγηθεί κωδωνοκρουσία. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου μας πληροφορεί ότι διάφορες γυναίκες των ενοριών οι λεγόμενες κλησσάρισες πήγαιναν και κτυπούσαν τις εξώπορτες των σπιτιών τρεις φορές με ένα ξύλινο σκερπάνι και φώναζαν «κοπιάστε στην εκκλησία».

Το Σάββατο του Λαζάρου και η Κυριακή των Βαΐων

Τα παλαιότερα χρόνια στις γειτονιές της πόλης τα μικρά παιδιά σχημάτιζαν διάφορες παρέες στους δρόμους και τραγουδούσαν το Σάββατο του Λαζάρου “Πες μας Λάζαρε τι είδες εις τον Άδη που επήγες. Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους!”.

Την Κυριακή των Βαΐων όλοι μας διατηρούμε από τα παιδικά μας χρόνια την ανάμνηση των μεγάλων καλαθιών γεμάτο από βάγια σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα. Ο ιερέας μοιράζει σε καθέναν από ένα κλωνάρι. Οι πιστοί το μεταφέρουν στο σπίτι τους όπου θα μείνει για έναν ολόκληρο χρόνο. Το κλωνάρι αυτό θεωρείτο ευλογημένο και συνεπώς καθάριζε το σπίτι από κάθε λογής κακή παρουσία. Για αυτό και έθεταν το κλωνάρι της βάγιας στα εικονίσματα του σπιτιού.

Όμως όταν έρθει το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων τότε όλα μονομιάς αρχίζουν και αλλάζουν. Το βράδυ εκείνο η εκκλησία ντύνεται στα μαύρα. Πένθιμες κορδέλες κρεμιούνται από τα καντήλια και στους κίονες και βαρύ πένθος σκεπάζει όλο το χώρο. Η Μεγάλη εβδομάδα ήταν τότε γραφικότατη καθώς περνούσε στις εκκλησίες με προσευχή και νηστεία με αποκορύφωμα φυσικά την Μεγάλη Παρασκευή που δεν έτρωγαν καθόλου ή μόλις που έβαζαν στο στόμα τους λίγες μπουκιές παξιμάδι. Οι ηλικιωμένοι όλη την Μεγάλη Εβδομάδα έτρωγαν λίγο μόνο μετά την δύση του ηλίου.


Μεγάλη Δευτέρα

Τα πρώτα χρόνια της Πειραϊκής πολιτείας, από το 1835 δηλαδή και μετά, επειδή οι περισσότεροι κάτοικοι προέρχονταν από νησιά, εκεί δεν είχαν το έθιμο της σούβλας, έθιμο που κατά κύριο λόγο ήταν της ηπειρωτικής Ελλάδας. Οι περισσότεροι νησιώτες είχαν το συνήθεια της «στάμνας». Φούρνιζαν (στάμνιζαν) το κατσικάκι μέσα σε μια πήλινη στάμνα, κομμένη κατά μήκος. Τελικά όμως το έθιμο της σούβλας επικράτησε και στους νησιώτες. Και τότε άρχισαν να εμφανίζονται στον Πειραιά τα λεγόμενα “πλωτά κοπάδια”. Επρόκειτο για τσοπάνηδες από διάφορες περιοχές της χώρας που φόρτωναν τα κοπάδια τους καΐκια για να τα μεταφέρουν στο λιμάνι του Πειραιά προς πώληση.

Τα πλωτά κοπάδια καταφτάνουν στον Πειραιά


Καθώς η συνήθεια του σουβλίσματος επικρατούσε σε κάθε σπίτι, όλη τη εβδομάδα πριν από το Σάββατο του Λαζάρου -και ακόμα πιο πριν μεταγενέστερα- το λιμάνι γέμιζε από κοπάδια αρνιών που τα έφερναν με τα καΐκια από τα διάφορα νησιά αλλά και από τα ηπειρωτικά μεσόγεια της Αττικής. Πλημμύριζαν οι δρόμοι του πειραϊκού λιμανιού με χιλιάδες αρνιά, κατσίκια, πρόβατα που άναρχα έτρεχαν δώθε κείθε πανικόβλητα στους δρόμου. Πραγματική εξωφρενική εικόνα τα ζωντανά να περιφέρονται στην πολιτεία για να τηρηθεί το έθιμο του Πάσχα. Διότι τότε το αρνί έπρεπε να σφαχτεί από τον νοικοκύρη. Έτσι τα κοπάδια περιφέρονταν με τους τσοπάνηδες μέσα στα στενά σοκάκια του Πειραιά όπου οι αγοραστές το έπαιρναν ζωντανό. Για αυτό και όταν οι τσοπάνηδες τα περιφέρανε στους δρόμους φώναζαν «αρνιά για σφάξιμο». Μέχρι την Μεγάλη Δευτέρα όλοι οι νοικοκυραίοι όφειλαν να έχουν προμηθευτεί το αρνί η σφαγή του οποίου θα γινόταν την Μεγάλη Πέμπτη από τους σφαγείς αν δεν μπορούσε ο ίδιος ο αγοραστής να το σφάξει. Έτσι λοιπόν μέχρι την Μεγάλη Δευτέρα οι πωλητές φώναζαν “αρνιά για σφάξιμο” ενώ την Μεγάλη Πέμπτη όπως θα δούμε στη συνέχεια τη θέση των πωλητών καταλάμβαναν οι σφαγείς που φώναζαν “ποιος έχει αρνιά για σφάξιμο”.


Κοπάδια στους δρόμους της πόλης με τους άνδρες κάθε σπιτιού να έχουν επωμιστεί με το έργο της επιλογής του κατάλληλου αρνιού...

Μεγάλη Πέμπτη

Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης ο Σταυρωμένος που βγαίνει κάνει τον λαό να αισθάνεται τόσο έντονα ώστε τα παλαιότερα χρόνια οι πιστοί δάκρυζαν και οι άνθρωποι γονάτιζαν με πραγματική ευλάβεια. Ειδικά οι γυναίκες τις στιγμές εκείνες νιώθουν σαν τις Μυροφόρες που κλαίνε σπαραχτικά για το δικό τους παιδί.

Την Μεγάλη Πέμπτη όμως Έπρεπε το αρνί της Λαμπρής να σφαχτεί στο σπίτι του νοικοκύρη. Το έθιμο αυτό αμέσως “γέννησε” το επάγγελμα του πλανόδιου σφαγέα όπου οποίος διάβαινε τους δρόμους της πόλης ειδικά την Μεγάλη Πέμπτη κρατώντας στα χέρια τους τα σύνεργα της σφαγής φωνάζοντας δυνατά κάθε τόσο “ποιος έχει αρνιά για σφάξιμο;”.

Οι σφαγείς γνώριζαν από την πείρα τους πού όφειλαν να πάνε και κατευθύνονταν μέχρι και τις πιο απόμερες συνοικίες της πόλης. Όσοι νοικοκυραίοι δεν διέθεταν μονοκατοικίες με αυλές, διότι μη ξεχνάμε πως πολλές οικογένειες τότε έμεναν σε καμαράκια γύρω από μια κεντρική αυλή στην οποία ο χώρος δεν επαρκούσε, αναζητούσαν κενούς χώρους σε οικόπεδα της συνοικίας κι αν αυτά δεν υπήρχαν τότε κατέφευγαν υπό τύπο εκδρομής σε έρημους λόφους και κάμπους έξω από την πόλη. Από εκεί γεννήθηκε και το έθιμο της πασχαλινής εξόδου από την πόλη που με τα χρόνια όμως έλαβε διαφορετικό χαρακτήρα από τον αρχικό. Διότι σήμερα οι εξοδούχοι θεωρούνται προνομιούχοι οικονομικά αφού έχουν την δυνατότητα να μεταβούν κάπου για τον εορτασμό του Πάσχα, ενώ τότε εξοδούχοι ήταν όσοι δεν διέθεταν ούτε ένα μέτρο γης για να σουβλίσουν το αρνί τους και αναγκάζονταν να μεταβούν έξω από τα όρια της πόλης.

Όλη η οικογένεια και οι φίλοι γύρω από το αρνί την δεκαετία του 1950

Μεγάλη Παρασκευή

Είναι η ημέρα της Αποκαθήλωσης μετά την οποία άρχιζε ο στολισμός του Επιταφίου. Οι νέες της περιοχής άρχισαν τότε μέσα στο κέντρο της εκκλησίας το στόλισμα του Επιταφίου. Κάθε γυναίκα έφερνε μπουκέτα από λουλούδια αλλά διάφορα μυρωδικά. Τα κρίνα, τα τριαντάφυλλα αλλά και κάθε λογής χρωματιστά λουλούδια άσπρα και κόκκινα συνήθως δέσποζαν. Όση ώρα διαρκούσε το στόλισμα όλοι έψαλλαν το "Ζωή εν τάφω", το "Άξιον εστί" και "Αι γενεαί πάσαι". Δίπλα σε αυτούς τους ύμνους της εκκλησίας μας υπήρχαν παλαιότερα και θρήνοι λαϊκοί όπως το γνωστό και ως “Μοιρολόγι της Παναγίας” που έλεγε: 

“Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα αποχωρίζεται υιός απ' τη μητέρα. Σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι, για να σταυρώσουν τον Χριστό των πάντων βασιλέα...”.

Την Μεγάλη Παρασκευή το πένθος είναι τόσο μεγάλο που τα πρόσωπα όλων ήταν σκυθρωπά, οι εργασίες σταματούσαν και ακόμη και τα μικρά παιδιά ένιωθαν τη σοβαρότητα των στιγμών και οι γονείς τους δεν επέτρεπαν οποιοδήποτε παιχνίδι στην γειτονιά. Όπως συμβαίνει με έναν νεκρό συγγενή μας έτσι και τότε όλοι θα πάνε να προσκυνήσουν το φέρετρο που στην περίπτωση αυτή είναι ο Επιτάφιος, φέροντας ο καθένας ένα μπουκέτο λουλούδια από τον ανθισμένο κήπο του σπιτιού τους. Όλη την Μεγάλη Παρασκευή οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν πένθιμα. Το ίδιο βράδυ θα σπεύσουν όλοι να συνοδεύσουν το μεγάλο νεκρό προς τον τάφο.



Ημέρα του Επιταφίου πριν από την έξοδο του οποίου όμως, όφειλαν όλοι οι πιστοί να τον έχουν προσκυνήσει. Οι μανάδες έφερναν τα μικρά τους παιδιά και τα οδηγούσαν περάσουν κάτω από τον Επιτάφιο για να λάβουν κι αυτά κάτι από τη Χάρη του. Αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας δεσπόζει η λιτανεία του Επιταφίου με το πέρασμά του σε όλους τους δρόμους της συνοικίας. Από τις αναμμένες λαμπάδες που κρατάει το πλήθος των πιστών σχηματίζεται μια φωτεινή ούρα μέσα στο σκοτάδι της πόλης. Το θέαμα του πύρινου αυτού ανθρώπινου ποταμιού που σιγά σιγά κυλάει ανάμεσα στα σοκάκια επαναφέρει στη μνήμη κάθε ανθρώπου κάτι από τα παιδικά του χρόνια, κάτι από το δικό του παρελθόν. 



Στα παράθυρα και στα μπαλκόνια των σπιτιών μπροστά από τα οποία διέρχεται ο Επιτάφιος υπάρχουν αναμμένα κεριά και καίνε λιβανιστήρια. Μπροστά στις αυλόπορτες οι νοικοκυρές είχαν από νωρίς θέσει στα καρβουνάκια το μοσχολίβανο και μοσχοβολάει ο τόπος. 




Σε πολλές συνοικίες σήμερα συνηθίζεται οι Επιτάφιοι των εκκλησιών να συναντιούνται και τότε το θέαμα είναι μοναδικό. Όμως τα παλαιότερα χρόνια η συνάντηση Επιτάφιων ήταν αιτία σύγκρουσης. Γιατί συνέβαινε αυτό το ακατανόητο φαινόμενο; Διότι απλούστατα ο λαός πίστευε πως ένας είναι ο νεκρός, ο μεγάλος, ο αληθινός αυτός που βρισκόταν στον δικό του Επιτάφιο. Ό άλλος Επιτάφιος της άλλης Ενορίας ήταν ξένος. Οι λαϊκές αυτές αντιλήψεις λατρείας ξενίζουν σήμερα όμως αποτελούν τρανή απόδειξη πως ο λαός συμμετείχε ενεργά στο θείο δράμα. Όταν ο Επιτάφιος επιστρέφει στην εκκλησία τον κρατούνε σηκωμένο ψηλά και όλος ο κόσμος τότε περνάει από κάτω για να μπει μέσα.


Μεγάλο Σάββατο (Ανάσταση)

Το Μέγα Σάββατο ήταν για τους κατοίκους των πόλεων η ημέρα της ελεημοσύνης. Δεν έπρεπε κανένας άνθρωπος να μείνει χωρίς κουλούρια και κόκκινα αυγά. Οι εκκλησίες και τα μοναστήρια της Αττικής διένειμαν αλεύρι, αυγά και κεριά ενώ οι εύποροι βοηθούσαν τους πτωχούς στέλνοντάς τους διάφορα τρόφιμα.

Το βάρβαρο έθιμο των πυροβολισμών δεν είχε εισαχθεί ακόμη. Εισήχθη δια πρώτη φορά το επόμενο έτος από την έξωση του Όθωνα δηλαδή το 1863. Έλαβε δε αμέσως τέτοιες διαστάσεις ώστε σε κάθε εορτασμό της Αναστάσεως καθιερώθηκε δυστυχώς να θρηνούνται πολλά θύματα. Από το απόγευμα του Μ. Σαββάτου και όσο πλησίαζε το μεσονύκτιο τόσο πύκνωναν στις πλατείες, στους δρόμους και στις αλάνες, τα βαρελότα, τα τρίγωνα, οι τρακατρούκες και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να κάνει εκραγεί. Οι επίδοξοι αυτό «μπουρλοτιέρηδες» είχαν καθιερώσει ως κανόνα απαράβατο του εθιμικού δικαίου να προκαλούν εκρήξεις που δονούσαν τη μικρή πολιτεία. Το εθιμικό τους δίκαιο ήταν ισχυρότερο και επικρατούσε κάθε άλλης δημοτικής ή αστυνομικής διάταξης. Ο Πειραιάς τότε εκτός της Άνοιξης, μύριζε και μπαρούτι! Και καθώς πρόκειται για πολιτεία θαλασσινή δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από την εορτή το υγρό στοιχείο. Η θάλασσα του Πειραιά εκτός που από όλες είναι πιο βαθιά, όπως λέει και το σχετικό τραγούδι, υπήρξε και η πιο «εκρηκτική» καθώς σε αυτή, αδιάκοπα οι ψαράδες έριχναν δυναμίτες με σκοπό να σηκώσουν τους ψηλότερους πίδακες, σε έναν ακήρυχτο διαγωνισμό που είχαν αναμεταξύ τους. Οι ψαράδες του Πασαλιμανιού, σε όλη την δεκαετία του 1930, συναγωνίζονταν για τον ψηλότερο πίδακα, μέχρι που σημειώθηκαν τόσα δυστυχήματα με νεκρούς και ακρωτηριασμένους που όσο μεγάλωνε η λίστα των σκοτωμένων ψαράδων, τόσο το «έθιμο» εξασθενούσε. Και μέχρι να επαλειφθεί τελείως, είχε αφήσει πολλά θύματα πίσω του. Συνηθιζόταν επίσης τη στιγμή της Ανάστασης ο κόσμος να τσουγκρίζει τα κόκκινα αυγά της Λαμπρής που είχε φέρει μαζί του από το σπίτι. Με το Χριστός Ανέστη, όλοι είχαν έτοιμα τα αυγά και μετά τους ασπασμούς τα τσούγκριζαν ο ένας με τον άλλον. Εκείνος του οποίου το αυγό θα παρέμενε ακέραιο μετά το τσούγκρισμα θεωρείτο ο πλέον τυχερός από απόψεως υγείας.

Μετά την Ανάσταση υπάρχει το έθιμο της μεταφοράς του αναστάσιμου φωτός στο σπίτι των πιστών. Η μεταφορά γίνεται από τους πιστούς με στοργή αλλά και κάποια αγωνία μήπως και σβήσει προτού φτάσει στο σπίτι. Η θριαμβευτική είσοδος του αγίου φωτός στο σπίτι γίνεται με το γνωστό σταύρωμα της θύρας του σπιτιού. Σχηματίζεται δηλαδή με το άγιο φως της ανάστασης ένας σταυρός, στο κατώφλι και πάνω από την θύρα με τον καπνό του αναμμένου κεριού, ψάλλοντας συγχρόνως το Χριστός Ανέστη. Ο καπνισμένος σταυρός αποτελεί απόδειξη στους επισκέπτες του σπιτιού πως ο σπιτονοικοκύρης κατάφερε να φέρει το Άγιο Φώς στο σπίτι του σώο και αβλαβές. Το Άγιο Φως στη συνέχεια τοποθετείται στο κέντρο ή στο εικονοστάσιο του σπιτιού και όλα τα άλλα φώτα θα σβήσουν για να απομείνει μονάχα το ακοίμητο αυτό φως.

Στις πόλεις και ειδικά στην Αθήνα από τις αρχές του 20ου αιώνα είχε δημιουργηθεί ένα ακόμα αναστάσιμο έθιμο που αφορούσε στην κυκλοφορία των εφημερίδων τα μεσάνυχτα. Αμέσως μετά την Ανάσταση και ενώ ο κόσμος κατευθυνόταν στα σπίτια του ακούγονταν από τους ανήλικους διανομείς τους γνωστούς εφημεριδοπώλες, η παρατεταμένη φωνή τους “Εφημερίδεεες” διότι επικράτησε οι εφημερίδες της επόμενης ημέρας (του Πάσχα δηλαδή) να κυκλοφορούν ακριβώς μετά το Χριστός Ανέστη. Αυτό επικράτησε για χρόνια μέχρι που μεταπολεμικά ίσχυσε η εργατική νομοθεσία που απαγόρευε εργασία το Πάσχα και έτσι τη συγκεκριμένη ημέρα δεν εκδίδονται πλέον εφημερίδες.

Κυριακή του Πάσχα

Από την Κυριακή του Πάσχα και μετά για σαράντα ημέρες όταν οι πιστοί συναντιούνται μεταξύ τους εύχονται Χριστός Ανέστη και η τυπική απάντηση είναι Αληθώς Ανέστη ή Αληθώς ο Κύριος. Τα έθιμα της ημέρας αυτής περιλαμβάνουν φυσικά τα κουλούρια, τα τσουρέκια, τα κόκκινα αυγά, τις μεγάλες κουλούρες με τον Σταυρό στη μέση και ένα κόκκινο αυγό πάνω στο κέντρο του Σταυρού. Όπως τα Χριστούγεννα είχαμε τα Χριστόψωμα έτσι το Πάσχα έχουμε τις Λαμπριάτικες Κουλούρες.

Τιμητική θέση βεβαίως την Κυριακή του Πάσχα καταλαμβάνει ο περίφημος οβελίας που αποτελεί ένα ξεχωριστό σφάγιο για κάθε οικογένεια γύρω από το οποίο θα συγκεντρωθούν τα μέλη και οι συγγενείς.


Σούβλισμα αρνιών στο 34ο Σύνταγμα Πεζικού το 1923


Όσο για την Κυριακή του Πάσχα από το πρωί όλος ο Πειραιάς ήταν σα να είχε πάρει φωτιά! Για τους περισσότερους Έλληνες, το Πάσχα ήταν η εορτή των εορτών! Τα σπίτια που όπως ήδη αναφέραμε ήταν μονοκατοικίες, που διέθεταν μάντρες, αυλές κήπους έστω και μια μικρή πίσω αυλή. Εκεί λοιπόν άναβαν την φωτιά, άλλοι απευθείας στο χώμα, άλλοι σε μισά βαρέλια και δίπλα έστρωναν το τραπέζι με το λευκό τραπεζομάντηλο και ξεκινούσε το γλέντι. Όταν το σπίτι ήταν δίπατο ή τρίπατο ή είχε πολλά δωμάτια που έβλεπαν σε μια κοινή αυλή, τότε όλοι μαζί συγκεντρώνονταν σ΄ αυτήν και το γλέντι ήταν ομαδικό. Εάν το σπίτι δεν διέθετε αυλή, οι νοικοκυραίοι έσκαβαν ένα λάκκο μπροστά από την πόρτα, στον δρόμο που ήταν τότε χωματόδρομος και εκεί έψηναν το αρνί. Οι Πειραιώτες δεν αρκούνταν στο δικό τους γλέντι αλλά έκοβαν βόλτες και στους διπλανούς για να πάρουν έναν μεζέ, να πιούν κι ένα κρασάκι παραδίπλα, να μάθουν και τα νέα των γειτόνων.


Το κάψιμο του Ιούδα

Με φανατισμό διατηρούσαν και οι κάτοικοι των πόλεων το έθιμο της καύσης του ομοιώματος του Ιούδα. Σε μεγάλες συγκεντρώσεις περιέφεραν το ομοίωμα του Ιούδα κρεμασμένο επί αγχόνης. Αφού συνεχιζόταν επί ώρα η διαπόμπευση στο τέλος έκαιγαν το ομοίωμα. Θεωρείτο πως με αυτό τον τρόπο οι χριστιανοί έδειχναν τα αισθήματά τους έναντι εκείνων που σταύρωσαν τον Κύριο. Με την πάροδο των ετών η απλή καύση αντικαταστάθηκε με παραγέμιση του ομοιώματος με εκρηκτικά τα οποία δυστυχώς συνετέλεσαν να υπάρξουν πολλά θύματα. Να σημειωθεί πως το έθιμο αυτό οδήγησε κάποτε τους Αθηναίους σε επεισόδια που έμειναν γνωστά ως Πασιφικά (1847) από το επώνυμο κάποιου Πασίφικου που ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και που το σπίτι του βρισκόταν στην Πλατεία του Ψυρρή. Επρόκειτο για έναν παράξενο άνθρωπο που είχε πολλές υπηκοότητες και που τις χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν. 

Αποκορύφωμα όλων των εκρήξεων, ήταν φυσικά το «Κάψιμο του Ιούδα» (Γιούδα) που συνέβαινε στη συνοικία των Κρητών Πειραιώς, δηλαδή στα λεγόμενα Κρητικά, στο σημερινό Προφήτη Ηλία. Έξω από το μικρό ακόμα ναΐσκο, έκαιγαν τον Γιούδα τον Ισκαριώτη. Η αλήθεια βεβαίως ήταν, ότι στο διάβα των ετών, το κάψιμο μετατράπηκε σε ανατίναξη! Κι αυτό καθώς τον παραγέμιζαν με εκρηκτικά και στη συνέχεια τον πυροβολούσαν από απόσταση. Κανείς όμως δεν γνώριζε με πόσα πυρομαχικά τον είχαν «παραγεμίσει», με αποτέλεσμα όταν αυτός έσκαγε, να ήταν πραγματικά επικίνδυνος καθώς η απόσταση που άφηνε το πλήθος του κόσμου δεν ήταν ποτέ αρκετή! Και σα να μην έφτανε μόνο αυτό, αλλά υπήρχαν και οι γονείς που έβαζαν τα παιδιά τους στην πρώτη σειρά για να μη χάσουν το θέαμα της τιμωρίας του «Ιούδα» με αποτέλεσμα δυστυχώς αυτά να τραυματίζονται πιο πολύ και πιο συχνά από τους υπόλοιπους παρευρισκομένους.

Μια άλλη συνοικία που ανταγωνιζόταν τα Κρητικά στο κάψιμο του Ιούδα ήταν η Λεύκα όπου έκαιγαν τον Ιούδα στον περίβολο του ναού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος.


Διαβάστε επίσης:


Το Πάσχα στον Πειραιά μιας άλλης εποχής.


ΜΠΕΛΛΑ ΣΜΑΡΩ. Η ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

 


του Στέφανου Μίλεση


Την περίοδο της κατοχής μεσουράνησε μια γυναίκα που είχε ήδη αναδειχθεί σε επώνυμη χορεύτρια του θεάτρου. Αυτή ήταν η Μπέλλα Σμάρω. Ο Δημήτρης Γατόπουλος στο βιβλίο του «Ιστορία της κατοχής» (Εκδοτικός Οίκος «Μέλισσα»), μας τροφοδοτεί με πολλές πληροφορίες για αυτήν. Η Μπέλλα Σμάρω εμφανίστηκε στην Ελλάδα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1930 ως πετυχημένη χορεύτρια με διεθνή καλλιτεχνική προϋπηρεσία σε Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία. Ο Μιχάλης Ροδάς, γνώστης της θεατρικής και καλλιτεχνικής κίνησης εκείνης της περιόδου κατέγραψε για την Μπέλλα Σμάρω αμφιβολίες για την καταγωγή της «… την διεκδικούν η Συρία και ο Βόσπορος μα επικρατέστερη μου φαίνεται πως είναι η Κωνσταντινούπολη. Δεν είναι γνωστόν αν είναι απόλυτα ελληνικής καταγωγής…».




Κατά τον Ροδά, η Μπέλλα Σμάρω είχε περισσότερες πιθανότητες να ήταν Αρμένισα και λιγότερο Ελληνίδα της Ανατολής. Αφού εμφανίστηκε ως χορεύτρια σε διάφορα κέντρα της Κωνσταντινούπολης και της Συρίας, βρέθηκε στην Ευρώπη όπου σημείωσε επιτυχίες στα πιο αριστοκρατικά καμπαρέ. Ως προς την εξωτερική της εμφάνιση ήταν μετρίου αναστήματος, μελαχρινή, με εξωτικά μάτια και συναρπαστικό σώμα κι όταν χόρευε μάγευε τους άνδρες. Με τέτοια προσόντα δεν άργησε να σταδιοδρομήσει στο κέντρο «Όασις» Ζαππείου. Ακολούθησαν εμφανίσεις την περίοδο της κατοχής στην Εθνική Λυρική Σκηνή όπου χόρεψε στην «Εύθυμη Χήρα» το Λέχαρ.

Κάθε βράδυ που η Μπέλλα Σμάρω έπαιζε στην σκηνή την «Εύθυμη χήρα», ένας Ιταλός αξιωματικός την περίμενε να τελειώσει για να βγουν μαζί. Επρόκειτο για τον Ιταλό υπολοχαγό Ερνέστο Μαρκέζι που υπηρετούσε στην ιταλική επιμελητεία της Αθήνας. Ο Μαρκέζι έκανε παρέα με τον γιο ιδιοκτήτη μεγάλου ξενοδοχείου της Αθήνας και σύχναζε στο μπαρ του ξενοδοχείου. Εκεί γνώρισε την Μπέλα Σμάρω και την ερωτεύθηκε με πάθος. Η Μπέλα Σμάρω όμως μη αντιλαμβανόμενη τα αισθήματά του, σύντομα τον κατέστησε νευρικό και ζηλότυπο. Τα μεταξύ τους φραστικά επεισόδια ήταν συχνά και έντονα. Ένα βράδυ όπως όλα τα προηγούμενα ο Μαρκέζι εμφανίστηκε και πάλι στο θέατρο για να συναντήσει την Μπέλλα Σμάρω. Όμως όταν αυτή εξήλθε από το καμαρίνι της, του είπε πως είχε κανονίσει να βγει με φίλες της για να παίξουν χαρτιά. Τότε ο Μαρκέζι έβγαλε το περίστροφό του και αφού την πυροβόλησε τρεις φορές στην κοιλιακή χώρα, έστρεψε το περίστροφό του στο κεφάλι του και αυτοκτόνησε!...

Ιταλοί στρατιώτες παρελαύνουν μπροστά από το Μνημείο Αγνώστου Στρατιώτη

Η Μπέλλα Σμάρω μεταφέρθηκε ετοιμοθάνατη στην κλινική Γερουλάνου στην οδό Χαριλάου Τρικούπη. Το περιστατικό της Μπέλλας γρήγορα δημοσιεύθηκε στον κατοχικό τύπο και όλοι οι Έλληνες τότε πληροφορήθηκαν πως η χορεύτρια διατηρούσε σχέσεις με άνδρα των κατοχικών δυνάμεων που υπηρετούσε μάλιστα στην επιμελητεία. Οι εφημερίδες κατέληξαν στο συμπέρασμα πως ο Μαρκέζι αυτοκτόνησε όχι από έρωτα, αλλά επειδή η Μπέλλα τον είχε παρασύρει σε οικονομικές ατασθαλίες με την υπηρεσία του. Οι Ιταλοί από την πλευρά τους ισχυρίζονταν πως ο αξιωματικός τους, ουδέποτε αυτοκτόνησε αλλά παραδόθηκε σε αυτούς και τον μετέφεραν στην Ιταλία υπό κράτηση. Κανείς δεν έμαθε το λόγο και τελικώς επικράτησε να λέγεται πως ο Ιταλός είχε ξοδέψει χρήματα της επιμελητείας δηλαδή χρήματα που είχε υπεξαιρέσει.

Ιταλικές δραχμές 1941


Όλα έδειχναν πως η Μπέλλα Σμάρω θα έχανε τη ζωή της από ακατάσχετη αιμορραγία. Χαροπάλευε για μέρες ενώ κάποια στιγμή κυκλοφόρησε στην Αθήνα η είδηση πως πέθανε! Ο χειρούργος Σμπαρούνης – Τρίκορφος, ένας από τους διαπρεπέστερους ιατρούς της εποχής, ήταν εκείνος που της έσωσε τη ζωή. Ο ιατρός εγκαταστάθηκε στην κυριολεξία στην κλινική Γερουλάνου παρακολουθώντας από κοντά την χορεύτρια. Για να απομακρυνθεί ο κίνδυνος χρειάστηκε να περάσουν οκτώ μήνες! Έγιναν αλλεπάλληλες εγχειρήσεις στην κοιλιά για να καταφέρει η Μπέλλα Σμάρω να επανέλθει στη ζωή.

Όμως όταν η Μπέλλα Σμάρω διέφυγε του κινδύνου η περιπέτεια με τον Ιταλό εραστή είχε θέσει το όνομά της σε κίνδυνο καθώς φαινόταν πως ενώ οι Έλληνες πέθαιναν και στήνονταν στους τοίχους των εκτελεστικών αποσπασμάτων, εκείνη διασκέδαζε με άνδρες των δυνάμεων κατοχής. Μετά την έξοδό της από την κλινική η Μπέλλα έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο «ΡΕΞ». Μερικοί πίστεψαν πως ο κόσμος θα την αποδοκίμαζε λόγω της σχέσης που διατηρούσε με τον Ιταλό. Αλλά ο κόσμος γέμισε το θέατρο και τη χειροκρότησε και την υποδέχθηκε θερμά. Ο Ροδάς κατέγραψε ότι ο κόσμος την εποχή εκείνη ήταν ανεκτικός σε σχέσεις «ευκαιρίας» που πολλές γυναίκες έκαναν για να επιβιώσουν. 

(Πάνω και κάτω) Αποχώρηση Ιταλών μετά τη συνθηκολόγηση


Στη συνέχεια εμφανίστηκε και στο «Λυρικό» σε μια επιθεώρηση του θεατρικού συγκροτήματος της Σοφίας Βέμπο. Μετά την έξοδο από το νοσοκομείο η Μπέλλα σύναψε σχέσεις με τον Πρόδρομο Νικολαΐδη ένα αμφιλεγόμενο πραγματικά άτομο. Κι αυτό διότι ο αδελφός του, ο Περικλής Νικολαΐδης υπηρετούσε στην γερμανική αντικατασκοπεία, σκοτώνοντας ανεξέλεγκτα αλλά και πλουτίζοντας από στήνοντας καζίνο και χαρτοπαικτικές λέσχες ανά την επικράτεια (συμπεριλαμβανομένου του Νέου Φαλήρου, στα δύο μεγάλα ξενοδοχεία όπου είχαν εγκατασταθεί Γερμανοί). 

Σε κάθε περίπτωση η Μπέλλα διέμενε τότε με τον Πρόδρομο Νικολαΐδη στην οδό Δεριγνί 6, στέκι που το χρησιμοποιούσε ο Περικλής για τις διάφορες εγκληματικές δραστηριότητές του. Το πραγματικό σπίτι της Μπέλλας βρισκόταν στην οδό Πινδάρου στη ρίζα του Λυκαβηττού, που η ίδια όμως φοβόταν να χρησιμοποιήσει ύστερα από την δημοσιοποίηση της περιπέτειάς της με τον Ιταλό. Στο σπίτι της οδού Δεριγνί την ίδια εποχή σύχναζε και η Τάντα Βάλιτς, επίσης γνωστή χορεύτρια της κατοχής, που εμφανιζόταν στα κέντρα του Νικολαΐδη χορεύοντας γυμνή, εφαρμόζοντας στην πράξη τη Νέα Εποχή που ονειρεύονταν να εγκαθιδρύσουν οι Γερμανοί στην κατεχόμενη Ευρώπη.

Όταν ο πόλεμος τελείωσε την θέση των Ιταλών και των Γερμανών στα διάφορα κοσμικά νυκτερινά κέντρα κατέλαβαν οι άνδρες των συμμαχικών δυνάμεων. Η Μπέλλα Σμάρω έκανε δεσμό με έναν Αμερικανό Ταγματάρχη, ο οποίος κάθε βράδυ σκόρπιζε τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα στο κέντρο “Όασις” στο οποίο είχε επιστρέψει η χορεύτρια. Ο Αμερικανός Αξιωματικός τελικά τη ζήτησε σε γάμο με την προϋπόθεση όμως ότι θα μετανάστευαν στις ΗΠΑ. Η Μπέλλα δέχθηκε. Ακολούθησε η τελευταία αποχαιρετιστήρια εμφάνισή της στο αθηναϊκό κέντρο «Μαϊάμι». Η Μπέλλα Σμάρω χόρεψε το γνωστό βαλς «του Δουνάβεως» και αμέσως μετά έγινε η γαμήλια τελετή. Αυτή ήταν η τελευταία παρουσία της στην Ελλάδα και η τελευταία αναφορά των ελληνικών εφημερίδων για εμφανίσεις της σε σκηνές. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι εφημερίδες την ανέσυραν στη μνήμη εκείνων που την είχαν προλάβει την κατοχή, με αφιερώματα σε συνέχειες γύρω από τις περιπέτειές της. Ο μυθικός βίος της συνεχίστηκε αργότερα και στις ΗΠΑ όχι μόνο με τις εμφανίσεις της αλλά και διότι καταπιάστηκε με τις επιχειρήσεις του συζύγου της. Για την καταγραφή της ζωής της δεν αρκεί μια μόνο ιστορία. Χρειάζονται πολλές, όπως οι συνέχειες που κυκλοφορούσαν στις εφημερίδες της δεκαετίας του ’60 με τις περιπέτειές της.


"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"