ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Τερψιθέα Πειραιά. Το ιστορικό της Πλατείας



Του Στέφανου Μίλεση

Μέχρι τη διαμόρφωση της έκτασης αυτής, ο Πειραιάς διέθετε για περίπατο, σύμφωνα με την λεπτομερή αναφορά του Ίλαρχου Αγγελόπουλου (Φρούραρχου Πειραιώς), την Πλατεία Όθωνος (σημερινή Πλατεία Καραϊσκάκη) και την Πλατεία Θεμιστοκλέους.

Ο Αγγελόπουλος που την συνέταξε το 1852 εν μέσω Γαλλικής Κατοχής του Πειραιά από τον Τινάν, ανέφερε ότι το πιο πευκόφυτο σημείο στον Πειραιά ήταν μια τετράγωνη έκταση πίσω από την Αγία Τριάδα, που σύμφωνα με το σχέδιο πόλεως ήθελε να αναγερθεί εκεί το Δημοτικό Θέατρο (πραγματικά εκεί έγινε αργότερα). Πεύκα υπήρχαν επίσης και σε μια πλατεία την υψηλότερη και μεγαλύτερη της πόλης που φέρει το όνομα του Αδαμαντίου Κοραή (Πλατεία Κοραή), αλλά οι Πειραιώτες δεν την χρησιμοποιούν ακόμα για περίπατο λόγω του ότι δεν είναι ισοπεδωμένη (δηλαδή κάτω είχε χώμα και βράχια). Εντύπωση δημιουργεί στον Ίλαρχο Αγγελόπουλο το γεγονός ότι η Κοραή αν και ονομάστηκε έτσι δεν διαθέτει την προτομή του.  

Για το σημείο που αργότερα θα ονομαστεί Τερψιθέα ο Αγγελόπουλος το αναφέρει πρωταρχικά ως έκταση πευκόφυτη, γνωστή ως υδραγωγείο με την ονομασία Πάνθεον

Η πρώτη αναφορά για το ίδιο σημείο, είχε γίνει αρχικώς από τον Δήμο Πειραιώς όταν κατά την ονοματοθεσία των δρόμων αναφέρονταν ως οδός Δενδροστοιχίας. Εκτεταμένη όμως αναφορά σε Πάνθεον, γίνεται όταν συμπτωματικά και τυχαία ο Δήμαρχος Πειραιώς Ομηρίδης Σκυλίτσης το 1851 φυτεύοντας μεγάλα δένδρα εκεί, ανακάλυψε πολλές δεξαμενές και αρχαία υδραγωγεία. Στην θέση Πάνθεον λοιπόν ο Ομηρίδης μένει έκθαμβος από την τελειότητα κατασκευής τους, σε βάθος τεσσάρων μέτρων. Χαρακτηριστικό είναι ότι για να περιγράψει το μήκος τους, το μετράει με ώρες, λέγοντας ότι είναι δύο ώρες μήκος και φτάνει μέχρι την Μονή Δαφνίου. Τα υπόγεια αυτά υδραγωγεία, σημειώνει ότι συγκοινωνούν με πολλές άλλες υπόγειες δεξαμενές. 

Η ανακάλυψη αυτού του υδραγωγείου στην θέση Πάνθεον, έδωσε χαρά σε όλους τους κατοίκους του Πειραιά, γιατί πίστεψαν ότι θα μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα της ύδρευσης της πόλεως που μέχρι τότε προμηθεύονταν νερό από δημόσιες κρήνες και πηγάδια.
Η προσπάθεια του Ομηρίδη να καθαρίσει τις δεξαμενές αυτές προσέκρουσε στο οικονομικό, όταν κατά τη γνωμοδότηση των μηχανικών, απαιτούνταν 60.000 δραχμές την εποχή εκείνη. Ο Δήμος μη δυνάμενος να αντέξει τέτοια δαπάνη, έπαυσε τις εργασίες αλλά διατήρησε τον χώρο ανέπαφο από δόμηση καθώς ο Ομηρίδης πίστευε ότι η Κυβέρνηση θα αναλάβει την κάλυψη του κόστους αυτού. 

Το Πάνθεον αποτελεί κορυφαίο τόπο περιπάτου για τους Πειραιώτες αφού σύμφωνα με την αναφορά του Αγγελόπουλου βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο της πόλης, στο μέσο ενός ισθμού γης που διαχωρίζει τη Μουνυχία (Ζέα) με το Πειραϊκό λιμάνι.
Αξιολογώτερος δε για τα παρακάτω αίτια:
α) διότι ο περιπατητής έχει από παντού ελεύθερη θέα, η όραση του φτάνει μέχρι την Ακροκόρινθο, την Ύδρα και τα όρη της Αττικής.
β) διότι ο περίπατος αυτός γίνεται κάτω από μικρά δενδροστοιχία, δένδρα που αναπτύχθηκαν κυρίως μετά από μέριμνα της Δημοτικής Αρχής.
γ) διότι κατά την διάρκεια του θέρους έχει πάντα δροσερό αέρα λόγω του περάσματος από την Μουνυχία (Ζέα) προς λιμάνι.
δ) διότι κατά την Κυριακές ή κατά την διάρκεια άλλων εορτών και για όσες φορές βρίσκεται ελλιμενισμένη η ναυαρχίδα των Γάλλων, εξέρχεται η μουσική της και παίζει για αρκετές ώρες κυρίως το καλοκαίρι, αλλά και το χειμώνα όταν ο καιρός το επιτρέπει (όταν ο Αγγελόπουλος έγραφε την αναφορά του, ο Πειραιάς βρίσκονταν υπό την Γαλλική Κατοχή του Τινάν από το 1850).

Αυτά τα πλεονεκτήματα είναι που κάνουν το Πάνθεον κορυφαίο τόπο περιπάτου όχι μόνο από τους Πειραιώτες αλλά και για όσους ξένους ή έλληνες ελλιμενίζονται στον Πειραιά. Μάλιστα δεν είναι λίγοι και οι Αθηναίοι που κατέρχονται με σκοπό το θέρος να αναπνεύσουν καθαρότερο και δροσερότερο αέρα.  

Δύο χρόνια μετά την αναφορά του Ίλαρχου Αγγελόπουλου, το 1854, ο Πειραιάς διαθέτει για περίπατο και τον Τινάνειο Κήπο (διαμορφωμένο από τους Γάλλους του Τινάν) ο  οποίος υπήρχε από το 1840 αλλά ήταν αναξιοποίητος . 

Αναφορά της ίδιας Πλατείας αλλά με το όνομα Τερψιθέα, γίνεται από τον δημοσιογράφο Θεόδωρο Βελλιανίτη, ο οποίος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1863. Ενθυμούμενος τις παιδικές του αναμνήσεις  αναφέρει ότι όταν αποφασίσθηκε η διαμόρφωση του χώρου με δενδροφύτευση και διαμόρφωση κήπων έλαβε το όνομα "ΤΕΡΨΙΘΕΑ" εκ της προνομιακής τοποθεσίας της. Παράξενο πως δεν αναφέρει την Πλατεία με το όνομα Βαρβάκη, αν και στην εποχή του είναι καταχωρημένη επίσημα με αυτό το όνομα (1870). Προφανώς το όνομα "Βαρβάκη" δεν χρησιμοποιήθηκε και έμεινε μόνο ως ονοματοθεσία των σχεδίων πόλεως.

 Ο Βελλιανίτης ενθυμούμενος παλαιότερες εποχές, ανέφερε ότι στην Τερψιθέα κάποιος Σουσάνας, εγκατέστηκε ένα μικρό ξύλινο καφενείο, κατασκεύασε και ένα ξύλινο υπερυψωμένο περίπτερο που παιάνιζε μουσική τις Κυριακές, ενώ τις νύχτες εκεί καίγονταν και τα πρώτα πυροτεχνήματα, από τα ξένα πληρώματα, προκαλώντας εντύπωση στους κατοίκους του Πειραιά. Η περιοχή εκεί φωτίζονταν με καιόμενη ρετσίνα και ήταν αραιοκατοικημένη. Ο Βελλιανίτης αναφέρει επίσης ότι κοντά στην Τερψιθέα από το 1840 υπήρχαν οι εγκαταστάσεις των θαλασσίων λουτρών (στην Πλατεία Δημοτικών Λουτρών κοντά στην σημερινή Πλατεία Κανάρη, στο Πασαλιμάνι), αλλά ο χώρος μπροστά από αυτά ήταν έρημος. Οι παράκτιοι δρόμοι της Φρεατύδος δεν είχαν ανοιχτεί ακόμη, ενώ στην συνοικία πλέον της Τερψιθέας υπήρχαν μόνο η οικία του Βούλγαρη, η μεγάλη οικία του Μέρλιν, δύο σπίτια του Κοκονέζη και η οικία του πατέρα του Παύλου Νιρβάνα. Κατ΄ εντολή της Βασίλισσας Αμαλίας και λίγο πρίν την έξωση του Όθωνα, φυτεύονται τεράστια οζώδη δένδρα, που δημιουργούν μια δασική έκταση, εντός της οποίας υπάρχουν διαμορφωμένοι διάδρομοι από λουλούδια. 

Το 1870 στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως Πειραιώς, η Πλατεία Τερψιθέας είναι επίσημα καταχωρημένη με το όνομα Πλατεία Βαρβάκη.

Το 1878 κατασκευάζεται και ένα πανέμορφο συντριβάνι  από τον Ιωάννη Λαζαρίμο.

Ο Βελλιανίτης φεύγει από τον Πειραιά και όταν ξαναεπιστρέφει μετά από χρόνια τον βρίσκει αγνώριστο. Το 1883 βρίσκει την Πλατεία Τερψιθέας οριστικά διαμορφωμένη (όπως περίπου απεικονίζεται στην ελαιογραφία της αρχής στην οποία γίνεται καθαρά ορατό και το συντριβάνι του Ιωάννη Λαζαρίμου). 

Το συντριβάνι της Πλατείας Τερψιθέας, κατασκευασμένο το 1878 από τον Ιωάννη Λαζαρίμο

Στην ολοκληρωμένη πλέον πλατεία με τους όμορφους κήπους της, άνθρωποι κάθε τάξεως και ηλικίας την κατακλύζουν κυριολεκτικώς και ειδικά τα βράδυα που λαμβάνει τόνο κοσμικής κινήσεως. 

Η πάνω με την κάτω πλατεία ενώνεται με μαρμάρινα σκαλάκια, ακριβώς όπως συμβαίνει μέχρι και σήμερα στην Πλατεία Συντάγματος. Η μαρμάρινη αυτή κλίμακα βρίσκεται επί της οδού Αιγέως, σημερινή 2ας Μεραρχίας. Από την κορυφή της μαρμάρινης κλίμακας, που ενώνει την Άνω με την κάτω πλατεία, διέρχεται ιππήλατος αρχικά και ατμήλατος αργότερα τροχιόδρομος (Τραμ).

Το 1893 σε εμφύτευση νέων δένδρων ανακαλύπτονται στην δυτική πλευρά (κάτω πλατεία) τα ίδια αρχαία υδραγωγεία που είχαν βρεθεί σαράντα ένα χρόνια νωρίτερα στην ανατολική πλευρά (άνω πλατεία). Αυτή την φορά επειδή αυτά τα υδραγωγεία ήταν άριστα διατηρημένα, πληρώθηκαν δια ύδατος και άρδευαν όλο τον κήπο, επιταγχύνοντας την γρήγορη ανάπτυξή του. 


Μέγα Βαφείον Ατμού Γεωργίου Αναγνωστόπουλου στην Τερψιθέα

Με την διαμόρφωση των ανθοφόρων κήπων της, εμφανίστηκαν αναψυκτήρια. Τα κουρκέτα, οι μπιζέδες και το κρύο νερό έδιναν κι έπαιρναν. Δίπλα σε αυτήν υπήρχε και θέατρο το οποίο επισκέπτονταν τακτικά γνωστοί θίασοι της εποχής.

Την εποχή εκείνη που η Σχολή Ευελπίδων βρίσκονταν στον Πειραιά, οι μαθητές της γυμνάζονταν τις πιο πολλές φορές σε ένα ξέφωτο που υπήρχε ανάμεσα στα δένδρα της. Στην Τερψιθέα γυμνάστηκε ως Έυελπις ο μετέπειτα Βασιλεύς Κωνσταντίνος καθώς και όλοι οι Αξιωματικοί της εποχής εκείνης, που αργότερα θα γίνουν γνωστοί στα πεδιά των μαχών, της νεώτερης Ελληνικής ιστορίας. Εκ του περιστατικού της εκγύμνασης του ίδιου του Βασιλιά στην Πλατεία Τερψιθέας, η κεντρική λεωφόρος Σωκράτους, θα λάβει το όνομά του και θα μετονομασθεί σε "Διαδόχου" αρχικώς και "Βασιλέως Κωνσταντίνου" αργότερα. 

Στην Τερψιθέα γυμνάστηκε και ένας Πειραιώτης Δήμαρχος που είχε διατελέσει Αξιωματικός προτού πολιτευτεί. Ο Δημοσθένης Σκυλίτσης!


Στις 6 Αυγούστου του 1896 σε ανασκαφές κοντά σε οικόπεδο της Τερψιθέας, προκειμένου να χρησιμεύσει ως γυμναστήριο του Πειραϊκού Συνδέσμου ανακαλύπτονται μικρά αγγεία και ένα αγαλματίδιο της Αφροδίτης. Ο τότε έφορος αρχαιοτήτων Ιάκωβος Δραγάτσης μόλις έλαβε γνώση τοποθέτησε φύλακα γιατί πίστευε ότι θα ακολουθούσε ανακάλυψη και άλλων αρχαιοτήτων.

Για την προστασία των κήπων που είχαν αναπτυχθεί, αποφασίσθηκε η περίφραξη του Κήπου με πλέγματα. Έτσι οι κήποι της Τερψιθέας έμειναν περιφραγμένοι για πολλά χρόνια, πράξη συνετή όπως αποδείχθηκε, αφού  διασώθηκαν από την επερχόμενη Μικρασιατική καταστροφή του '22, όταν όλοι οι δημόσιοι χώροι της πόλης, πλατείες και κήποι, καταλήφθησαν από τους πρόσφυγες, άλλοτε για σύντομο χρονικό διάστημα και άλλοτε για πολλά χρόνια όπως συνέβει με την Πλατεία Καραϊσκάκη.


Φωτογραφίες που έχουν ληφθεί από το ίδιο σημείο σε διαφορετικές εποχές. Από τα σκαλάκια της Πλατείας Τερψιθέας με πρόσοψη στον Εμπορικό λιμένα Πειραιά. Εποχή ατμού. Στο βάθος φουγάρα βιομηχανίας και πλοίων. Δεξιά κι αριστερά της οδού Αιγέως (σημερινής 2ας Μεραρχίας) βλέπουμε τους φράχτες που υπάρχουν πέριξ της κάτω Πλατείας που την κρατούν κλειστή με ελεγχόμενη την είσοδο στους κήπους. 
Φωτογραφία από το ίδιο σημείο των Λεωφόρο Αιγέως. Εποχή ιστίων. Δεξιά κι αριστερά της Αιγέως ανοιχτή πρόσβαση προς τους κήπους της κάτω πλατείας οι οποίοι βρίσκονται ακόμα σε νηπιακή κατάσταση


Τα πλέγματα αυτά έφυγαν το 1937, επί Κυβερνήσεως Μεταξά, με μια σύντομη ανακοίνωση με την οποία "η φύλαξις του πάρκου τίθεται εις την ευγενική φροντίδα των επισκεπτών". Η ενέργεια αυτή καταδίκασε μέρος της πλατείας σε αφανισμό, αφού στην περίοδο της κατοχής που ακολούθησε, μέρος της καταστράφηκε για χρησιμοποίηση ξυλείας προς θέρμανση.

Πλατεία Τερψιθέας το 1896


Σχετικές αναφορές με την Πλατεία Τερψιθέας:

Οι Πλατείες της Τερψιθέας (Μια σύγχρονη ματιά, των Πλατειών της Τερψιθέας. Τα αγάλματα, τα κτήρια και η κατάσταση που επικρατεί σήμερα)



Παύλος Νιρβάνας. Η ζωή του στο Νέο Φάληρο

Το αρχοντικό του Παύλου Νιρβάνα επί της τότε ονομαζόμενης οδού Βασιλίσσης Φρειδερίκης αρ. 34  στο Νέο Φάληρο (σημερινή οδός Ειρήνης)
Του Παύλου Μπαλόγλου

Το πραγματικό όνομα του Παύλου Νιρβάνα ήταν Πέτρος Αποστολίδης του Κωνσταντίνου. Ελάχιστοι όμως θα γνωρίζουν ότι το απώτερο όνομά του ήταν Κουμιώτης. Ο παππούς του ονομαζόταν Απόστολος Κουμιώτης.  Όταν όμως ο Απόστολος Κουμιώτης πήγε να γράψει στο σχολείο τον Κωνσταντίνο (τον πατέρα δηλαδή του Παύλου Νιρβάνα), ο δάσκαλος αρνήθηκε να τον γράψει με αυτό το επίθετο, επειδή του φάνηκε χυδαίο. Ρώτησε τότε ο δάσκαλος τον μικρό
- Πως λένε τον Πατέρα σου;
- Απόστολο
- Ε τότε κι εσένα Αποστολίδη σε λένε, είπε ο δάσκαλος κι έτσι ο πατέρας του γράφτηκε στο σχολείο σαν Κωνσταντίνος Αποστολίδης. 


Ο Παύλος Νιρβάνας το 1897 σε ηλικία 31 ετών

Ο Πέτρος Αποστολίδης λοιπόν γεννήθηκε στη Μαριανούπολι της Ρωσίας στις 14 Μαΐου 1866, όπου είχε μεταβεί η οικογένειά του για εμπορικές δραστηριότητες. Είναι λοιπόν γιός του Κωνσταντίνου Αποστολίδη (Κουμιώτη) όπως αναφέραμε και της Μαριέτας Ράλλη, της γνωστής ιστορικής οικογένειας.  

Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στον Πειραιά το 1871. Εκεί ο μικρός Πέτρος έμαθε τα πρώτα του γράμματα, στην αρχή με δάσκαλο στο σπίτι του, αργότερα στο δημοτικό σχολείο της περιοχής του. Μετά από παραμονή τεσσάρων ετών στο Δημοτικό, τριών ετών στο σχολαρχείο κι άλλων τεσσάρων ετών στο Γυμνάσιο παίρνει το απολυτήριό του, με βαθμό 4 "καλώς", στις 15 Ιουλίου 1882. Για όσους απορούν για τον βαθμό του, αναφέρουμε ότι την εποχή εκείνη "άριστα" θεωρείτο το 6.
Αμέσως μετά εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.



Παράλληλα όμως με τις σπουδές του, ασχολείται και με την λογοτεχνία. Είναι συνεργάτης πολλών περιοδικών και εφημερίδων. Ήδη από το 1881 είχε δημοσιεύσει στο σοβαρό αθηναϊκό φύλλο "ΠΑΛΛΙΓΕΝΝΕΣΙΑ" το πρώτο του ελεγείο.
Ο ίδιος εκδίδει με την συνεργασία βεβαίως άλλων δώδεκα το έντυπο "ΑΘΗΝΑΙ" το 1884.

Συναναστρέφεται με όλο τον λογοτεχνικό κόσμο της εποχής του και όλοι εκτιμούν το ταλέντο του. Αργότερα το 1888 με Πειραϊκή συντοφιά εκδίδει το "ΚΥΑΝΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ".
Σαν Παύλος Νιρβάνας παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά την άνοιξι του 1894. Ένα ψευδώνυμο που πέρασε στο "νιρβάνα" των νεοελληνικών γραμμάτων. Έγινε γνωστός σαν ποιητής, διηγηματογράφος, μυθιστοριογράφος, σατυρογράφος και χρονογράφος. 




Έγραφε τακτικό χρονογράφημα στην εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ" από το 1908 μέχρι του θανάτου του το 1937, με τίτλο "Από την ζωή".
Φαληριώτης έγινε ο Παύλος Νιρβάνας στις αρχές του 1910, λίγο μετά τον γάμο του με την Λιλή Μίχογλου. Προηγουμένως κατοικούσε στον Πειραιά στην γραφική Φρεαττύδα.

Στο τότε κοσμοπολίτικο προάστειο του Νέου Φαλήρου, διέμενε στην κομψή πέτρινη έπαυλη επί των οδών Πεσμαζόγλου - Καραϊσκάκη (Η οδός Πεσμαζόγλου μετονομάσθηκε αργότερα σε Βασ. Φρειδερίκης και σήμερα φέρει το όνομα Ειρήνη) . Εδώ έγινε πατέρας δύο παιδιών, του μετέπειτα Ιατρού Κώστα (1910) και του κατόπιν Τραπεζικού Σπύρου (1913). Το 1914 ο Νιρβάνας προήχθη σε Αρχίατρο του Πολεμικού Ναυτικού. 

Ο Νιρβάνας Επίατρος στο Ναυτικό Νοσοκομείο Νέου Φαλήρου το 1913. 
Ξενοδοχεία του τότε κοσμικού προαστείου του Νέου Φαλήρου, μετατρέπονταν σε νοσοκομεία, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες των Βαλκανικών Πολέμων.
Τα γεγονότα αυτά τα έχει περιγράψει ο ίδιος ο Παύλος Νιρβάνας την εποχή χρησιμοποιούταν πτέρυγα του ΑΚΤΑΙΟΝ για τον σκοπό αυτό.  

Συνήθιζε τα καλοκαιρινά απογεύματα ο Παύλος να απολαμβάνει τον καφέ του, στο κοσμικό καφέ ζαχαροπλαστείο της Εταιρείας Σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς, συνήθως με λογοτεχνική συντροφιά που την αποτελούσαν ο Φαληριώτης σατυρικός ποιητής Γιώργος Σουρής, ο Ιωάννης Πολέμης, ο δημοσιογράφος και εκδότης Άδωνις Κύρου, ο πνευματώδης Χρυσάνθης, ο Ναπολέων Λαμπελέτ, ο Πειραιώτης Λάμπρος Πορφύρας, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Άγγελος Τανάγρας με τον οποίο ίδρυσε ο Νιρβάνας το 1923 την "Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών", ο Δημήτρης Καμπούρογλου και πολλοί άλλοι, όλοι φίλοι του Νιρβάνα.

Στο προάστιο τότε του Νέου Φαλήρου, έμεινε μόνιμα χειμώνα - καλοκαίρι, μέχρι τον Ιανουάριο του 1926 οπότε και έφυγε. Μετά εγκαταστάθηκε για λίγο στο Παλαιό Φάληρο, κατόπιν στην Κηφισιά και τέλος στο Μαρούσι (οδό Αγίου Νικολάου 22).

Ο πρώτος του γάμος διαλύθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1924. Ήρθε σε δεύτερο γάμο τον Ιανουάριο του 1926 στη Σύρο με την Σοφία Σιγάλα, η οποία του χάρισε τρία παιδιά, τον Μάριο (1926), την Μαρία (1927) και τον λογοτέχνη Γιώργο (1931).

Ο Νιρβάνας σαν άνθρωπος ήταν πράος, ήρεμος, "άκακος όσο και η πνευματική του σάτυρα". Διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πειραιώς από το 1925 έως το 1932.

Στις 9 Μαρτίου του 1928 ο Παύλος Νιρβάνας εισήλθε στον χώρο των εκλεκτών του πνεύματος. Έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. 

Ήρεμα ο Νιρβάνας, αποχαιρέτισε τον κόσμο που καθημερινά είχε σκιαγραφήσει στα χρονογραφήματά του, ξαφνικά στις 29 Νοεμβρίου 1937 ημέρα Κυριακή, μετά από δύο καρδιακές κρίσεις που είχε υποστεί στα γραφεία της ΕΣΤΙΑΣ.
Ο θάνατος του Νιρβάνα πλημμύρισε ειδικά τους Πειραιώτες με αισθήματα βαθιάς λύπης.

Συμμετέχοντας τότε στο πένθος η Κοινότητα του Νέου Φαλήρου εξέδωσε το κάτωθι ψήφισμα:
29 Νοεμβρίου 1937. Η Κοινότητα του Νέου Φαλήρου για τον Παύλο Νιρβάνα
Η απόφαση όπως ονομασθεί μια οδός του Νέου Φαλήρου με το όνομά του εξετελέσθη αργότερα επί Δημαρχείας στο Νέο Φάληρο του Νικ. Κατσουλάκου. Κατόπιν προτάσεώς του έλαβε το όνομά του μια οδός κάθετα στην οδό Δαβάκη - Πίνδου.

Δυόμιση μήνες μετά τον θάνατό του, στις 11 Φεβρουαρίου 1938, ημέρα Παρασκευή και ώρα 19.00, οργανώθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς, Φιλολογικό Μνημόσυνο για τον αλησμόνητο λογοτέχνη Παύλο Νιρβάνα.  

Ο Δήμος Πειραιά προς τιμή του αξέχαστου λογοτέχνη, έστησε την προτομή του κοντά στην Πλατεία Φρεαττύδας όπου ο Νιρβάνας είχε περάσει τα παιδικά του και εφηβικά του χρόνια. Η σχετική απόφαση είχε ληφθεί σε δύο συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, στις 7 Νοεμβρίου 1940 και στις 10 Φεβρουαρίου 1941 (αυτή αφορούσε την διαμόρφωση του μικρού κήπου που είχε τοποθετηθεί η προτομή), με παράλληλη έγκριση σχετικής δαπάνης ύψους 55.000 δραχμών. Η προτομή του φιλοτεχνημένη από τον γλύπτη Ι. Παπαδημητρίου γράφει στην βάση της "Ο ΔΗΜΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΤΩ ΠΑΥΛΩ ΝΙΡΒΑΝΑ" ενώ φέρει ως ημερομηνία κατασκευής της το 1940, δηλαδή την ημερομηνία που η προτομή τοποθετήθηκε στο σημείο έναντι του τότε καφενείου "Μοντέρνο". Τα αποκαλυπτήριά της έγιναν χωρίς ιδιαίτερη τελετή τον Δεκέμβριο του 1940, λίγες ημέρες πριν τα πρώτα πολεμικά Χριστούγεννα. Την ίδια εποχή επίσης αθόρυβα, έγιναν και τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Θεόδωρου Αφεντούλη.






Σχετικές αναρτήσεις: 


Η ανέγερση της οικίας του Γεωργίου Σουρή στο Νέο Φάληρο

Η οικία του Γ. Σουρή στο Νέο Φάληρο

Του Παύλου Μπαλόγλου

Ο Γεώργιος Σουρρής, ο Συριανός στην καταγωγή γνωστός ποιητής, έγινε Φαληριώτης κι ιδιοκτήτης της μοναδικής οικίας, που κατόρθωσε ν΄ αποκτήσει σε ολόκληρο τον βίο του, χάρη σε φίλους και θαυμαστές του!


Συγκεκριμένα οικοδομική εταιρεία, την οποία είχε ιδρύσει η Πιστωτική Τράπεζα, Πρόεδρος της οποίας ήταν ο Δημήτριος Σγούρος, φίλος του Σουρρή, ανέλαβε το 1891 να κτίσει θερινή οικία για τον ποιητή, με πολύ καλούς για αυτόν όρους. 

Ο Ποιητής Γεώργιος Σουρρής όπως σχεδιάσθηκε την 20η Δεκεμβρίου του 1902 από τον σπουδαίο Έλληνα ζωγράφο Γεώργιο Ροϊλό

Η εν λόγω οικοδομική εταιρεία, είχε στην κατοχή της μια περιοχή που παλαιότερα ονομάζονταν Μαδάρα ή Μάντρα του Χαϊμαντά, έκταση 32.607 τετραγωνικών τεκτονικών πήχεων. Η οικία Σουρρή κτίσθηκε επί οικοπέδου 644 τεκτονικών πήχεων, επί της οδού Ζαΐμη 9 (σημερινός αριθμός 18) σε απόσταση 18 μέτρων από την παλαιά γραμμή του σιδηροδρόμου, με πρόσοψη 19,56 μέτρων και συνόρευε ανατολικά με οικόπεδο της Εταιρείας "Νέον Φάληρον" (18 μέτρα), με οικία Θ. Στεφανοπούλου με πλευρά 16,25 μέτρα και με το οικόπεδο του Μηνά Κορωναίου με πλευρά 24 μέτρα. Κτίσθηκε από τον εργολάβο Δηλαβέρη, κατοίκου Νέου Φαλήρου. 

Η οικία αυτή πωλήθηκε στον ποιητή αντί του ποσού των 12.545 δραχμών, αλλά με την υποχρέωση να καταβάλλει μόνο 339,40 δρχ. τον μήνα, με πρώτη δόση αρχομένη από την 1η Απριλίου του 1892.

Σχετικώς με τους όρους του συμβολαίου ο ίδιος έγραψε εις την εφημερίδα "Ρωμηόν"

Αν ο δεσπότης Φασουλής
εις την ροήν των χρόνων 
καθυστερήση έξαφνα
και μίαν δόσιν μόνον
συνισταμένην εις δραχμάς
υπερτριακόσιας
εκτίθεται το σπίτι του
επί δημοπρασίας
και μένει ως και πρότερον 
φιλόσοφος ακτήμων
μη έχων που την κεφαλήν
να κλίνη ο παντελεήμων

Έτσι τον Ιούλιο του 1891 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος της οικίας σε ειδική εορτή. Το γεγονός της αποκτήσεως οικίας εξέπληξε όχι μόνο τους γνωστούς του ποιητού αλλά κι αυτόν τον ίδιον γιαυτό και ο "Φασουλής Φιλόσοφος" έγραψε:

Να με φτύσης Περικλή
αν έχ΄ ως τώρα νοιώση
πως έγινε, ποιός τόκτισε
και ποιός θα το πληρώση

Τα εγκαίνια της θερινής οικίας του "Φασουλή Φιλοσόφου" τελέσθησαν παρουσία όλων των φίλων του, λογοτεχνών της τότε εποχής την 12η Ιανουαρίου 1892 ημέρα Κυριακή και ώρα 03.00 μ.μ. 


Για την τελετή των εγκαινίων ο αλησμόνητος ποιητής έστειλε εμμέτρως την κάτωθι πρόσκληση προς τους φίλους του:

"Ο Φασουλής τα κάτωθι
αγγέλει ταπεινώς
την δωδεκάτην δηλαδή
του τρέχοντος μηνός
την προσεχή Κυριακή
στας 3 το μεσημέρι
κάτω στο Νέο Φάληρο
στο νέο μου λιμέρι
τελούνται τα εγκαίνια
τα ρομερά και γαύρα
κι ελπίζω να περάσετε 
κακά ψυχρά και μαύρα
..........."

Τα εγκαίνια της πρώτης και τελευταίας ιδιόκτητης κατοικίας του ποιητού λάμπρυναν δια της παρουσίας των εκλεκτοί εκπρόσωποι των γραμμάτων, φίλοι του ποιητού με πρώτο τον Άγγελο Βλάχο να απαγγέλλει σατυρικό πεζογράφημα.
Τον ακολουθεί ο Γερμανός Μύλλερ που μίλησε στα γερμανικά. Κατόπιν τον λόγο λαμβάνει ο Κωστής Παλαμάς που απήγγειλλε ποίημα που άρχιζε έτσι:

"Τον ίσκιο του ένα σπίτι ρίχνει
στην ακρογιαλιά χτιστό
στα μάτια εκείνων που περνούν και το θωρούν
δεν δείχνει τίποτα ξεχωριστό...."

Παρά την ακτήν του Φαλήρου (1895)

Κατόπιν απαγγέλλουν ποιήματα ο Μιλτιάδης Μαλακάσης κι ο Κωνσταντίνος Σκόκος, ο δε Ευάγγελος Κουσουλάκος (εκδότης της εφημερίδας "ΣΚΡΙΠ") παραδίδει γραπτώς τους στίχους του.
Ακολούθως απαγγέλλει ο Φιλοποιμήν Παρασκευαΐδης, ο Ιωάννης Πολέμης, ο Αχιλλεύς Παράσχος ο οποίος λέει:

"Υψούνται τόσα μέγαρα
στο Φάληρον ωραία
κι΄ άλλα θέλουν εγερθή
κι΄ άλλα έτι νέα
αλλά εις τον οικίσκον σου
τον ταπεινόν τοσούτον
ουδέν θα έχη πιστευτόν
το ύψος και τον πλούτον"

Έτσι ο Σουρρής έγινε ιδιοκτήτης στο Νέο Φάληρο που συνήθιζε να διέρχεται το θέρος του, μαζί με όλη την παρέα του, κι όπου έκλεισε για πάντα εκεί τα μάτια του στις 26 Αυγούστου του 1919.

Ο τίτλος που συνόδευε το άρθρο του Μπαλόγλου το 1971, όταν αρθρογραφούσε στην εφημερίδα "Φωνή του Φαλήρου, Αγ. Ι. Ρέντη" 

Το 1969 οι δύο κόρες του (η μια εκ των οποίων ήρθε από την Αγλλία για τον σκοπό αυτό), μαζί με την εγγονή του, επισκέφθηκαν για τελευταία φορά το σπίτι της οδού Ζαΐμη 18. Έντονα συγκινημένες θυμήθηκαν ακόμα και για την μηλιά που υπήρχε άλλοτε στον κήπο, ενώ η μεγαλύτερη κόρη με δάκρυα στα μάτια έδειξε και είπε "εδώ σ΄ αυτό το μέρος του κήπου ήταν η μηλιά που ο μπαμπάς καθόταν κι έπινε τον καφέ του". Στην άλλοτε οικία του Γ. Σουρρή κατοικούσε εσχάτως η οικογένεια Ξύδη, η οποία υποδέχονταν ευχάριστα κάθε φορά τους επισκέπτες που πήγαιναν να δουν την οικία του Σουρρή. 



Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην Εφημερίδα "Φωνή του Φαλήρου, Αγ. Ιωαν. Ρέντη" το 1969 (και αργότερα το 1971) και όλα τα στοιχεία είναι αποτέλεσμα έρευνας εκείνης της εποχής από τον ίδιο τον συγγραφέα. 
Αναρτήθηκε κατόπιν αδείας του συγγραφέα και συνεργάτη του "Πειραιόραμα Ιστορίας και Πολιτισμού",  Παύλου Μπαλόγλου, Γεν. Γραμματέα της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς και Μέλος του Ειδικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Πειραϊκών Μελετών.

Τα άρθρα του Μπαλόγλου ήταν δημοσιευμένα σε μόνιμη στήλη στην προαναφερόμενη εφημερίδα με τίτλο "ΤΟ ΝΕΟ ΦΑΛΗΡΟ ΘΥΜΑΤΑΙ" και είτε φέρουν το ονοματεπώνυμό του, είτε την ένδειξη "ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ". 
Η φωτογραφία της οικίας του Σουρή ανήκει στο προσωπικό αρχείο του Π. Μπαλόγλου
Απαγορεύεται οιανδήποτε αντιγραφή της πνευματικής του εργασίας μέρους ή όλου, άνευ αδείας του συγγραφέα.

Η καταστροφή του Πειραιά από τον Σύλλα (86 π.Χ.)





Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης

Το 88 π.Χ. ο Στρατηγός Αρχέλαος, καταφθάνει στην Ελλάδα, από τον Βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη Στ΄, με αποστολή να κερδίσει Ελληνικές πόλεις ως συμμάχους.  

Ο Μιθριδάτης έχει πετύχει να δημιουργήσει ένα πανίσχυρο βασίλειο του Πόντου, το οποίο λόγω της επέκτασής του επί της Καππαδοκίας, ονομάζεται και Βασίλειο της Καππαδοκίας (η Καππαδοκία την εποχή εκείνη ήταν Ρωμαϊκή αλλά ο Μιθριδάτης την συνένωσε με το Βασίλειό του), στην οποία κυρίαρχη θέση είχαν τα ελληνικά γράμματα και η ελληνική παιδεία. Επί της ουσίας το βασίλειο του Πόντου (ή Καππαδοκίας) την εποχή εκείνη αποτελούσε το νέο κέντρο του Ελληνισμού ενώ σε έκταση είχε απλωθεί προς Κριμαία, Καύκασο, Κολχίδα ακόμα και στην Συρία!

Ο χάρτης που απεικονίζει την κατανομή το 90 π.Χ. λίγο πριν τους Μιθριδατικούς πολέμους. Οι αποχρώσεις μπλε χρώματος απεικονίζουν το βασίλειο του Πόντου με το συμμαχικό βασίλειο της Αρμενίας και τους συμμάχους τους. Με κόκκινο χρώμα οι Ρωμαϊκές επαρχίες




Μιθριδάτης ΣΤ', ο Βασιλιάς του Πόντου (προτομή που βρίσκεται στο Λούβρο). Στα μάτια των Ελλήνων την εποχή εκείνη εμφανίσθηκε ως Νέος Μέγας Αλέξανδρος και απελευθερωτής της Ρωμαϊκής κατοχής

Πρόκειται για ένα καθαρά ελληνιστικό βασίλειο, που στηριζόμενο στην παρουσία ελληνικών αποικιών του παρελθόντος, ειδικά αυτών πέριξ της Μαύρης Θάλασσας, αναπτύχθηκε πολιτισμικά με βάση καθαρά ελληνική.

Έτσι πολλοί Έλληνες πίστεψαν ότι από εκεί θα έρχονταν η σωτηρία έναντι των Ρωμαίων και συμμάχησαν μαζί του.

Ο Αρχέλαος γνωρίζοντας την ευαισθησία των Ελλήνων για το ιερό νησί την Δήλο, εισβάλει σε αυτήν την ελευθερώνει από την Ρωμαϊκή φρουρά της και επιστρέφει όλο τον ιερό θησαυρό στην Αθήνα, συνοδεία 2000 στρατιωτών με επικεφαλής τον Αριστίωνα. Με την βοήθεια αυτών των στρατιωτών ο Αριστίωνας που είναι Αθηναίος πολίτης και γνωστός των Αθηναίων αφού ήταν Πρεσβευτής του Μιθριδάτη, τους πείθει ότι η σωτηρία τους βρίσκεται στο πρόσωπο του Βασιλιά του Πόντου. Παράλληλα τους επιβάλλεται πολιτικά, αφού διαθέτει πλέον στρατό Καππαδοκικό και χρήματα από την Δήλο.

Φυσικά οι Ρωμαίοι αυτό δεν θα το άφηναν να περάσει έτσι. Η τιμωρία των Ρωμαίων βρίσκεται στο πρόσωπο του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα (138-73 π.Χ.) ύπατου της Ρώμης, αχαλίνωτο και υπερόπτη άνδρα που αναλαμβάνει να κινήσει πόλεμο και να τιμωρήσει την Αθήνα παραδειγματικά σαν σύμμαχο πόλη του Μιθριδάτη.

Κάθοδος του Σύλλα:
Προτομή του Λεύκιου Κορνήλιου Σύλλα

Ο Σύλλας κατεβαίνει στην Ελλάδα περί τα τέλη του 87 π.Χ. με πέντε λεγεώνες και ίλες ιππικού και αρχίζει να συγκεντώνει αμέσως χρήματα και προμήθειες από την Αιτωλία και την Θεσσαλία. Καθώς περνά μέσα από την Βοιωτία ολόκληρη η περιοχή, πάει με το μέρος του ακόμα και η ίδια η πόλη της Θήβας που αρχικά είχε πάει με το μέρος του Μιθριδάτη, αλλάζει και στήριζει τον Σύλλα.
  
Ο Σύλλας φθάνωντας στην Αττική στέλνει ένα μέρος του στρατού του να πολιορκήσει την Αθήνα που βρίσκονταν ο Αριστίωνας. Ο Αππιανός αναφέρει ότι ο Σύλλας προτίμησε να κατέβει ο ίδιος στον Πειραιά καθώς η άμυνά του, είχε ανατεθεί στον Αρχέλαο που ο Σύλλας γνώριζε τις στρατιωτικές του ικανότητες και τον υπολόγιζε. 

Πολιορκία Πειραιά:

Έτσι ξεκινά η πολιορκία της πόλης του Πειραιά. Η πόλη προστατεύεται από τείχη πάνω από σαράντα πήχεις ψηλά, που ήταν κατασκευασμένα από μεγάλες τετράγωνες πέτρες, έργο του Περικλή, την εποχή που ήταν στρατηγός των Αθηναίων. Παρά το ύψος των τειχών ο Σύλλας τοποθέτησε αμέσως σκάλες αλλά δέχθηκε τόσο ισχυρή άμυνα από Καππαδόκες και κατοίκους του Πειραιά, που υποχώρησε στην Ελευσίνα και στα Μέγαρα για να κατασκευάσει πολεμικές μηχανές καθώς είχε σχέδιο να επιτεθεί ξανά με ξύλινες πολιορκητικές μηχανές ψηλότερες από το Πειραϊκά τείχη αλλά και με κατασκευές αναχωμάτων. 

Έτσι ο Σύλλας περικυκλώνει εκ νέου τον Πειραιά και δίνει μάχες για πολλούς μήνες. Αν και θα μπορούσε να τον κυριεύσει με μακροχρόνια πολιορκία με σύμμαχο την πείνα, προτιμά να εμπλακεί σε κινδύνους μεγάλους και δαπάνες για το Ρωμαϊκό Κράτος γιατί φοβόταν την μακροχρόνια απουσία του από την Ρώμη. Γκρεμίζει τα Μακρά Τείχη, που ενώνουν την Αθήνα με τον Πειραιά, μήκους 40 σταδίων, και τα χρησιμοποιεί ως μπάζα για κατασκευάσει ψηλά αναχώματα έξω από τα τείχη του Πειραιά. Και η πολιορκία αυτή την φορά είναι ασφυκτική. 



Με υλικά από τα Μακρά Τείχη δημιουργεί έξω από τα τείχη του Πειραιά αναχώματα πάνω στα οποία τοποθετεί ξύλινους πύργους και μηχανές για την κατασκευή των οποίων απογυμνώθηκε όλη η Αττική από δάση

Το μέγεθος του Ρωμαϊκού Στρατού που πολιορκεί τον Πειραιά είναι τεράστιο σε δύναμη και μέσα. Μόνο για το μεταφορικό τμήμα του Ρωμαϊκού Στρατού, χρησιμοποιεί για την πολιορκία 20.000 υποζύγια (κατ΄ άλλους 10.000).

Οι ξύλινες πολιορκητικές του μηχανές που συνεχώς καταστρέφονταν, από τον ηρωισμό και την αντίσταση των πολιορκούμενων ανδρών στον Πειραιά ανακατασκευάζονται διαρκώς.  Ξυλεία πέριξ του Πειραιά δεν υπάρχει και την λιγοστή που υπήρχε οι πολιορκούμενοι είχαν φροντίσει να την καταστρέψουν, βάζοντας φωτιά στα κοντινά δάση. Έτσι ο Σύλλας απογυμνώνει όλη δασική έκταση της Ακαδημίας και του Λυκείου. Κι επειδή τα Ρωμαϊκά έργα συνεχώς καταστρέφονταν, από τις βολές των πολιορκουμένων, η ανάγκη σε ξυλεία ήταν μεγάλη. Έτσι όλη η Αττική απογυμνώθηκε από δάση, από άλση ακόμα και από τα ιερά αλσήλια, ενώ πήρε από την Επίδαυρο και την Ολυμπία τα χρήματά τους. 


Η πολιορκία ήταν από ξηράς και από θαλάσσης. Από πλοία χρησιμοποιούσαν κινητή γέφυρα που ονομάζονταν Σαμβύκη που το ύψος της έφθανε ανάλογα με το ύψος των τειχών. Ήταν δημιούργημα του Επίμαχου του Αθηναίου αλλά χρησιμοποιήθηκε από τους Ρωμαίους στην πολιορκία του Πειραιά

Μέσα στην πόλη του Πειραιά, εξαιτίας της πολιορκίας οργιάζει η έλλειψη τροφής και η μαύρη αγορά. Ένας μέδιμνος (59 σημερινά λίτρα) κοστίζει για την αγορά του 1.000 δραχμές. Οι Πειραιώτες τρώνε τα άγρα χόρτα, τα δερμάτινα σανδάλια τους και τα επίσης δερμάτινα δοχεία του λαδιού!


Σύγχρονο αντίγραφο χελώνης μετά κριού

Προδοσία στον Πειραιά:

Ότι δεν καταφέρνει ο Σύλλας με την δύναμη και τα μέσα που διαθέτει, το καταφέρνουν υπηρέτες που ζουν στον Πειραιά, οι οποίοι είτε κινούμενοι από φιλορωμαϊκά αισθήματα, είτε για να σώσουν τον εαυτό τους στην επικείμενη καταστροφή που διέβλεπαν, γράφουν μηνύματα πάνω σε στρογγυλά σφαιρίδια από μολύβι και τα εκσφενδονίζουν στο Ρωμαϊκό Στρατόπεδο. Τα μηνύματα αν και συνοπτικά ήταν αρκετά να κάνουν ζημιά. Όπως "την επομένη επίθεση από πεζικό κατά εργατών" ή "την επομένη επίθεση από ιππικό".

Έτσι κάθε φορά που οι αμυνόμενοι επιχειρούν να αιφνιδιάσουν του Ρωμαίους καταλήγουν σε αποτυχία!

Από προδοσία πάλι ο Σύλλας στήνει ενέδρα σε αποστολή σταριού στους πολιορκούμενους, της οποίας γνωρίζει από σφαιρίδιο το δρομολόγιο κι έτσι στερεί την πολύτιμη τροφή από τον πληθυσμό. 

Ο Αρχέλαος αργά πλέον μαθαίνει για την προδοσία και καταστρώνει ένα σχέδιο. Επαναλαμβάνει την αποστολή σταριού με ελάχιστη φρουρά καθώς γνωρίζει πλέον ότι η φρουρά αυτή θα πέσει στα χέρια των Ρωμαίων. Και την στιγμή που ο Σύλλας έχει συγκεντρώσει την προσοχή του εκεί, ο Αρχέλαος επιτίθεται και καίει όλες τις μηχανές του Σύλλα!

Όταν τα αναχώματα του Σύλλα γίνονται πολύ ψηλά τότε ο Αρχέλαος από την μέσα πλευρά του τείχους, αρχίζει και αυτός να κατασκευάζει αναχώματα πιο ψηλά από τα εξωτερικά, ώστε να έχει το πλεονέκτημα. 

Η διαφορά του Αριστίωνα της Αθήνας και του Αρχέλαου του Πειραιά:

Μετά από αυτό ο Σύλλας εγκαταλείπει για λίγο τον Πειραιά χωρίς βέβαια να λύσει την πολιορκία, ανεβαίνει στην Αθήνα γιατί εκεί ο Αριστίωνας γνωρίζοντας ότι ο Πειραιάς αντέχει, εκτοξεύει από τα τείχη, που πιστεύει ότι είναι πιο ισχυρά από αυτά του Πειραιά, κάθε μέρα υβριστικά άσματα και χορούς και ειρωνείες και βωμολοχίες τις οποίες ο Σύλλας μαθαίνει. Ο Αθηναίος Αριστίωνας δεν είχε βεβαίως καμία σχέση με τον Καππαδόκη Αρχέλαο στον Πειραιά.

Ο Αριστίωνας ήταν άνθρωπος που συγκέντρωνε πάνω του τα χειρότερα πάθη, μαστίζονταν από ακράτεια και ωμότητα, ήταν φιλήδονας και ακόλαστος άνθρωπος. Ο Αριστίωνας ήταν για την Αθήνα μια μάστιγα που είχε πέσει πάνω στην πόλη σαν αρρώστια. Και ενώ οι Αθηναίοι μαστίζονταν εξαιτίας της πολιορκίας από την πείνα, αυτός κάνει συνεχώς γλέντια και συμπόσια, ενώ φέρεται γελοία από τα τείχη έναντι των εχθρών. Και ενώ οι Αθηναίοι τον παρακαλάνε να συμφιλιωθεί με τον Σύλλα αυτός τους βρίζει χωρίς να καταλαβαίνει την κατάσταση που έχει περιέλθει ο ίδιος και η πόλη. Κι όταν κάποια στιγμή κάποιοι από τον κύκλο του το καταλαβαίνουν και πηγαίνουν στον Σύλλα να του μιλήσουν, αντί για ειρήνη του μιλούν για την δόξα και των ηρωισμό του Θησέα και τα Μηδικά. 

Τότε ο Σύλλας τους λέει: "Πηγαίνετε και πέστε αλλού αυτά τα λόγια, γιατί εγώ δεν στάλθηκα από τους Ρωμαίους στην Αθήνα για να σπουδάσω, αλλά για να καταστρέψω τους επαναστάτες!"

  Έτσι την κυριεύει, την καταστρέφει και επιτίθεται στον Πειραιά και από την πλευρά της Αθήνας που ήταν ουσιαστικά ανυπεράσπιστος καθώς η τειχοποιία του Πειραιά ήταν τέτοια ώστε να προστατεύει την Αθήνα και όχι η Αθήνα τον Πειραιά. Ο Πειραιάς πέφτει τον Μάρτιο του 86 π.Χ. 

Καταστροφή και λεηλασία:

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι τα στρατεύματα του Σύλλα κατέκαψαν και ισοπέδωσαν όλη την πόλη του Πειραιά ειδικά την περιοχή που βρίσκονταν πέριξ της ιερής πόλης (κοντά στην σημερινή Αγία Τριάδα). Οι Ρωμαίοι προκαλώντας θόρυβο από σάλπιγγες και αλαλαγμούς έτρεχαν μέσα στον Πειραιά κρατώντας στα χέρια τους γυμνά σπαθιά και έσφαζαν και λεηλατούσαν. Στον χώρο της αγοράς, το αίμα από εκείνους που εσφάγησαν, κατέλαβε όλο τον χώρο, ενώ το ίδιο συνέβη και στην περιοχή του Κεραμεικού. Ο Σύλλας έκαψε όλα τα κτήρια του Πειραιά, όπως και την περίφημη σκευοθήκη του Φίλωνος, που ήταν ένα από τα πλέον αξιοθαύμαστα έργα στον Πειραιά. Αλλά από αυτούς που σκοτώθηκαν δεν ήταν λίγοι και αυτοί που αυτοκτόνησαν από λύπη για την πατρίδα τους που έβλεπαν να καταστρέφεται. Επίσης οι κάτοικοι ήταν αδύναμοι από την έλλειψη τροφής και δεν μπορούσαν να τρέξουν για να ξεφύγουν ενώ η σφαγή ήταν αδιάκριτη και δεν εξαιρούνταν οι γυναίκες και τα παιδιά. 

Πολλοί για να τελειώνουν γρηγορότερα το μαρτύριό τους, έπεφταν πάνω στα σπαθιά των Ρωμαίων. Όσοι απέμειναν την επόμενη ημέρα φορτώθηκαν σε πλοία και πήγαν στην Ρώμη όπου πουλήθηκαν σαν σκλάβοι! Η σφαγή έληξε μόνο όταν δύο Έλληνες φίλοι του Σύλλα ο Μείδιος και ο Καλλιφών τον έπεισαν να σταματήσει.

Λέγεται ότι ο Σύλλας φέρθηκε τόσο σκληρά προς ανταπόδοση της λεγόμενης "ασιατικής σφαγής" ή αλλιώς γνωστής και ως "ασιατικός εσπερινός" όταν ο Μιθριδάτης το 88 π.Χ. είχε κατασφάξει  80.000 (άλλοι ομιλούν για 150.000) Ρωμαίους για να απαλλάξει την Ασία από την παρουσία τους. Λέγεται ότι εκτελούσε ακόμα κι αυτούς που μιλούσαν με λατινική προφορά!
Η καταστροφή της πόλης ήταν τόσο μεγάλη που ο Πειραιάς δεν ξανακούσθηκε έκτοτε ως πολιτεία. Σποραδικά μόνο υπάρχουν αναφορές για την ύπαρξή του. Η καταστροφή που προκάλεσε ο Σύλλας ήταν μοιραία για την πόλη. Όπως αναφέρει και ο Στράβων που επισκέφθηκε ο ίδιος τον Πειραιά λίγες δεκαετίες μετά την καταστροφή η πόλη είχε μεταβληθεί πλέον σε έναν μικρό οικισμό! 

Ο Σύλλας από την εποχή εκείνη και μετά έφτανε στην Ελλάδα για διάφορους λόγους και μεταξύ αυτών ήταν και οι επισκέψεις του στα λουτρά της Αιδηψού, για ιαματικά λουτρά γιατί πίστευε ότι έπασχε από αρθριτικά. Το 84 π.Χ. συγκέντρωσε πολλά έργα τέχνης και μνημεία και τα μετέφερε στην Ρώμη. 


Η τύχη του Αριστίωνα και η τύχη του Αρχέλαου:

Όσο για την τύχη του Αριστίωνα, αυτός κατέφυγε στην Ακρόπολη, μαζί με πολλούς άλλους βέβαια, όπου τον πολιόρκησαν. Αφού κράτησε για λίγο καιρό, αναγκάσθηκε στο τέλος να παραδοθεί από την δίψα. Μάλιστα την στιγμή που παραδίδονταν μαζεύτηκαν σύννεφα και ξέσπασε βροχή που γέμισε την ακρόπολη με νερό! Ο Σύλλας πήρε ως αποζημίωση για τον πόλεμο αυτό ,από το ταμείο της Ακρόπολης 20 κιλά χρυσού και 600 κιλά ασήμι!

Ο Αρχέλαος διέφυγε στην Θεσσαλία μέσω Βοιωτίας μαζί με ότι είχε απομείνει από τον στρατό του ο οποίος δεν υποχωρεί οργανωμένα αλλά άτακτα, αφού προηγουμένως έχει δώσει ως σημείο συνάντησης στις Θερμοπύλες. Ο Αρχέλαος αργότερα θα συγκρουστεί άλλες δύο φορές με τους Ρωμαίους, στην Χαιρώνεια και στον Ορχομενό που θα ηττηθεί και τις δύο φορές. Φοβούμενος την οργή του Μιθριδάτη θα ζητήσει προστασία στους εχθρούς του τους Ρωμαίους, οι οποίοι γνωρίζουν την ανδρεία του και την στρατιωτική του αξία θα τον υποδεχθούν με τιμές και θα τον κάνουν στρατιωτικό διοικητή Ρωμαϊκής Μονάδας που θα λάβει μέρος μάλιστα στον Τρίτο Μιθριδατικό πόλεμο στο πλευρό του Λικίνιου Λούκουλλου.

Ποιος ήταν ο Μιθριδάτης και το βασίλειο της Καππαδοκίας;
Η κεφαλή του Βασιλιά Μιθριδάτη σε νόμισμα
Ο Μιθριδάτης Στ΄ο Ευπάτωρ, ήταν αυτός που ένωσε όλη την Καππαδοκία, δημιουργώντας μια Μεγάλη Καππαδοκία στην οποία αναπτύχθηκε με ζήλο η ελληνική παιδεία. 
Η Καππαδοκία έφθασε σε τέτοια δύναμη, που αφενός πολλοί Έλληνες πίστεψαν ότι από εκεί θα έρχονταν η σωτηρία. Όντως η Καππαδοκία συγκρούστηκε με την Ρώμη, με την οποία διεξήγαγε τρεις πολέμους που έμειναν γνωστοί ως Μιθριδατικοί Πόλεμοι. Σπουδαιότερος από όλους ήταν ο πρώτος Μιθριδατικός πόλεμος (από το 88 έως το 85 π.χ.) περίοδος που έλαβε χώρα και η πολιορκία και καταστροφή του Πειραιά. Έληξε με νίκη του Σύλλα και την υπογραφή της Συνθήκης της Δαρδάνου. Μετά το τέλος και των τριών Μιθριδαϊκών Πολέμων η Καππαδοκία έγινε Ρωμαϊκή επαρχία.  

Ο Συνοικισμός της Νέας Κοκκινιάς. Το ξεκίνημα (νυν Δήμος Νίκαιας)

Πανοραμική φωτογραφία του Συνοικισμού της Νέας Κοκκινιάς το 1925

Από το κέντρο του Πειραιά και σε απόσταση τεσσάρων μόλις χιλιομέτρων, στους πρόποδες του Κορυδαλλού, με απόφαση του 1922 έγινε απαλλοτρίωση διαφόρων οικοπέδων και με χρηματικά ποσά που παρεχώρησε το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων δημιουργήθηκε ο πυρήνας του πρώτου συνοικισμού που ονομάσθηκε Νέα Κοκκινιά για να γίνεται διάκριση από την συνοικία της παλαιάς Κοκκινιάς που ήδη υπήρχε. Η ονομασία οφείλεται στο χρώμα του εδάφους της περιοχής και όχι στον Μηχανικό που ανέλαβε την θεμελίωσή της και που κατά τύχη ονομάζονταν Διονύσιος Κόκκινος. 

Την 18η Μαρτίου 1923 κατετέθηκε ο πρώτος θεμέλιος λίθος. Αυτή η ημέρα θα πρέπει να θεωρείται ιστορική για όλο τον προσφυγικό κόσμο καθώς από τις αποθήκες και τους δρόμους του Πειραιά που οι πρόσφυγες περιφέρονταν σε πρόχειρες κατασκευές και σε καταυλισμούς εντός πάρκων, ξεκίνησε η εγκατάστασή τους σε μόνιμες κατοικίες. Η στέγη βασικό αγαθό στον άνθρωπο όπως και το φαγητό, δημιουργεί παρηγοριά σε εκείνον που την έχει, ασφάλεια από τις καιρικές συνθήκες και την αγριότητα του δρόμου. Παρηγοριά απαραίτητη εκείνες τις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν για τους πρόσφυγες μετά τον ξεριζωμό τους από την ελληνική Ασία.

Η δημιουργία του συνοικισμού της Κοκκινιάς ανατέθηκε από τον τότε Υπουργό Δοξιάδη στον Διονύσιο Γ. Κόκκινο. Αποστολή του μηχανικού Κόκκινου ήταν να καταρτίσει ένα πολεοδομικό σχέδιο και να το υλοποιήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η στέγαση των θυμάτων της μεγάλης καταστροφής έπρεπε να γίνει ταχέως.

Ο Εν Πειραιεί Συνοικισμός της Νέας Κοκκινιάς

Αν και αρχικά ανατέθηκε στον Δ. Κόκκινο η στέγαση των προσφύγων που ήταν άστεγοι ή είχαν βρει στέγη σε διάφορα δημόσια κτήρια του Πειραιά (πλατείες, δρόμους, αποθήκες, σχολεία, ακόμα και στα θεωρεία του Δημοτικού Θεάτρου) αργότερα επικράτησε η ιδέα της δημιουργίας ενός μεγάλου προσφυγικού καταυλισμού. Το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων συνέχιζε να χρηματοδοτεί τα έργα μέχρι την 1η Ιανουαρίου του 1924 που την χρηματοδότηση ανέλαβε η Επιτροπή Αποκαταστάσεως.

Ο μηχανικός και Διονύσιος Κόκκινος στο κέντρο καθιστός μαζί με το τεχνικό προσωπικό και τους βοηθούς του. Το ότι η Κοκκινιά έλαβε την ονομασία αυτή από τον Δ. Κόκκινο δεν ευσταθεί καθώς ο όρος Κοκκινιά προϋπήρχε πριν από την δημιουργία του συνοικισμού.  

Η Επιτροπή αυτή ανέλαβε να συνεχίσει το έργο της χρηματοδότησης και σε μια έκταση 750.000 τ.μ. να κατασκευάσει τα κτήρια που προβλέπονταν στα σχέδια του μηχανικού Διονύσιου Κόκκινου. Βάσει λοιπόν των αρχικών σχεδίων προβλέπονταν η δημιουργία 10.000 δωματίων σε διόροφες και μονόροφες κατασκευές που θα στέγαζαν 50.000 πρόσφυγες. Εκ μέρους του Ταμείου είχαν καταβληθεί 52.768.826 δραχμές ενώ εκ μέρους της Επιτροπής 29.510.476 δραχμές. Δηλαδή συνολικά είχαν δαπανηθεί 82.279.302 δραχμές μόνο για την κατασκευή σπιτιών. Τελικώς η απογραφή του 1928 μέτρησε 33.332 άτομα, ενώ το 1936 είχε φτάσει πάνω από τους 50.000.  

Εκτός όμως από τα σπίτια σε δεύτερο χρόνο τα σχέδια του Κόκκινου προέβλεπαν και έργα κοινής ωφελείας όπως κατασκευή Νοσοκομείου, αστυνομίας, σχολείων, κέντρα συσσιτίου, οδοποιΐα, αποθήκες, αντιπλημμυρικά έργα, κατασκευές φρεάτων ακόμα και έργα απασχόλησης του εργατικού δυναμικού όπως υφαντήρια εκ των οποίων μερικά υλοποιήθησαν μετά από 20 χρόνια!
 Σπίτια από μόνα τους δεν θα μπορούσαν να καταστούν ικανά για επιβίωση αν δεν γίνονταν άμεσα κατασκευές υδροσωλήνων, μεταφορά πόσιμου νερού σε υδατοδεξαμενές και άλλα για τα οποία απαιτούνταν ένα χρηματικό ποσό που έφτανε κοντά στα 99.000.000 δραχμές το οποίο φυσικά δεν υπήρχε. Γιαυτό και οι συνθήκες διαβίωσης στην αρχή ήταν δύσκολες με κύριο πρόβλημα την μεγάλη λειψυδρία που υπήρχε, με τους νερουλάδες από τον Πόρο να κάνουν διανομή νερού ή τους πρόσφυγες να αγωνίζονται να σκάψουν αυτοσχέδια πηγάδια. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το νερό έφτασε στον συνοικισμό το 1936!

Για τα σπίτια που κατασκευάστηκαν χρησιμοποιήθηκε μια μέθοδος τεχνοτροπίας σε όλα, με την οποία τα πατώματα έγιναν από μπετόν - αρμέ η τειχοποιΐα από λίθους και η στέγη από Γαλλικά κεραμύδια. 


Οι κάτοικοι της Νέας Κοκκινιάς στην πάροδο του χρόνου άρχισαν να αγοράζουν τα οικήματα πληρώνοντας αρχικώς το δέκα τοις εκατό της αξίας τους και είχαν την υποχρέωση να αποπληρώσουν το υπόλοιπο με τόκο 8%. Δηλαδή εαν μια κατοικία τριών δωματίων κόστιζε τότε 70.000 δραχμές, έδιναν ως προκαταβολή 7.000 δραχμές και τα υπόλοιπα τα κατέβαλλαν σε χρονικό διάστημα 15 ετών με τον προαναφερόμενο τόκο.


Καταβολή χρεών στην Επιτροπή Αποκαταστάσεων Προσφύγων - 1925 (Συλλογή Δήμου Νικαίας)
Η Νέα Κοκκινιά δημιουργούσε συγκίνηση καθώς οι δρόμοι της είχαν λάβει ονόματα που θύμιζαν τις χαμένες πατρίδες της Μ. Ασίας και του Πόντου, όπως Προύσσα, Καισάρεια, Λαοδίκεια, Μαγνησία, Ιωνία, Έφεσος, Κυδωνίαι, Μαινεμένη, Βιθυνία, Νικομήδεια, Αττάλεια, Ταρσός, Φρυγία. Εξαίρεση στις ονομασίες των δρόμων αποτελούσαν οι δύο κεντρικοί δρόμοι που η μεν πρώτη έφερε το όνομα του Επ. Χαριλάου ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος του Ταμείου των Προσφύγων ενώ η δεύτερη κεντρική οδός έφερε το όνομα της Αμερικανίδος Φιλέλληνος Ιωσηφίνης Μοργκεντάου, η οποία με τις φιλανθρωπίες της προσέφερε τα μέγιστα στην στέγαση των προσφύγων. Σύζυγος της Ιωσηφίνης ήταν ο Ερρίκος Μοργκεντάου που ήταν ο Πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων η οποία βρίσκονταν υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών.  

Αυτό που προξενούσε εντύπωση ήταν ότι στην νέα αυτή πόλη προσέφεραν εργασία με την δημιουργία εντός αυτής τεσσάρων (4) ταπητουργείων. Στο ένα εξ αυτών που ήταν και το μεγαλύτερο το Oriental Carpet, εργάζονταν 1000 περίπου άτομα με ημερομήσθιο 30 δραχμών. Ιδιαίτερη μέριμνα και βοήθεια υπήρξε από αμερικανούς Φιλέλληνες όπως το νοσοκομείο 70 κλινών υπό την διεύθυνση της Αμερικανίδος Έδισον, που παρείχε δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. 

Κλωστήριο εντός του συνοικισμού

Το προσωπικό του Νοσοκομείου το 1925

Νοσοκομείο Προσφυγικού Συνοικισμού 1925

 Ένα χαρακτηριστικό που πρέπει να αναφερθεί είναι και το γεγονός της συνύπαρξης ανθρώπων με διαφορετικό πολιτισμικό επίπεδο, διαφορετικά ήθη και έθιμα από διαφορετικές περιοχές που στην λογική του "όλοι έρχονται από την Μ. Ασία και είναι πρόσφυγες", ονομάστηκαν με τον γενικό όρο "Μικρασιάτης" χωρίς αυτός ο όρος να αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα. Κοινός συνταλεστής όλων η νοσταλγία για την χαμένη πατρίδα, το σπίτι και την χαμένη ζωή και αυτός ο αέρας της ανατολής που χαρακτηρίζει την μουσική, την κουζίνα, το ντύσιμο, τους τρόπους.

Διαγωνισμός για την μετονομασία:

Τον Ιανουάριο του 1934 έγινε ξεχωριστός Δήμος με το ίδιο όνομα (Δήμος Νέας Κοκκινιάς) ενώ  μετονομάσθηκε σε Δήμο Νικαίας την 18η Δεκεμβρίου 1939 (ΦΕΚ 271/1940 (η απόφαση λήφθηκε το 1939 αλλά δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το 1940). Για την επικράτηση του ονόματος αυτού προκηρύχθηκε διαγωνισμός που τελικώς επικράτησε η πρόταση του δικηγόρου Πειραιώς Ιωάννη Μελά (του μετέπειτα Υπουργού). Ο Μελάς πρότεινε αυτό το όνομα από την πόλη Μικράς Ασίας τη Νίκαια στην οποία το 325 μ.χ. συνήλθε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Ο Μελάς υπήρξε και ένας από τους πιο γνωστούς ιστοριοδίφες και θεμελιωτής του πνευματικού οικοδομήματος από την εποχή της Νέας Κοκκινιάς ακόμα. Υπήρξε επίσης και Διευθυντής μιας εκ των πρώτων εφημερίδων του συνοικισμού με τίτλο "Η Κοκκινιά" που τυπώνονταν τρεις φορές την εβδομάδα το 1929. Είχε προηγηθεί η εβδομαδιαία εφημερίδα "Νέα Κοκκινιά" του Σταύρου Κουκουτσάκη το 1925.

Οι πρώτοι Δήμαρχοι και ο Κωνσταντίνος Θεοφανίδης:

Πρώτοι Δήμαρχοι του νέου αυτού Δήμου ήταν οι Σ. Κοραής, Κ. Θεοφανίδης, Ι. Μήλιος, Σ. Πάνος, Κουτρουμπάκης, Θ. Αμυραδάκης κ.α. Μια σημαντική μορφή για ήταν του Δημάρχου Κωνσταντίνου Θεοφανίδη (Γεν. Κωνσταντινούπολη το 1890) που από νεαρή ηλικία καταδιωκόμενος από τις Τουρκικές αρχές λόγω της πατριωτικής του δράσης, εγκαταστάθηκε στον Πειραιά το 1914 και άσκησε το επάγγελμα του Μηχανουργού. Στην συνέχεια απέκτησε μικρό ιδιόκτητο εργοστάσιο Σιδηροβιομηχανίας και ανέπτυξε τόσο την επιχείρηση μέχρι στο σημείο που ανέλαβε το έργο της υδρεύσεως της τότε Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων (ΟΥΛΕΝ) κατασκευάζοντας κατ΄ αποκλειστικότητα όλο το δίκτυο της υδρεύσεως! Στον Πειραιά το Μηχανουργείο του βρίσκονταν στην οδό Δερβενακίων. 


Η Νίκαια το 1934 που έγινε Δήμος είχε συνολική έκταση επτά τετραγωνικά χιλιόμετρα και δρόμους συνολικού μήκους 110 χιλιομέτρων, εκ των οποίων ήταν ασφαλτοστρωμένοι μόνο τα 28 χιλιόμετρα. Στερείτο δε το 1934 πλήρους δικτύου υπονόμων.