"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Τα παιδιά του Προμηθέα




του Στέφανου Μίλεση


Δύσκολη η μεταπολεμική περίοδος με μια Ελλάδα κατεστραμμένη και έναν Πειραιά ερειπωμένο από τους βομβαρδισμούς. Τα καραβάνια των βομβοπλήκτων Πειραιωτών επέστρεφαν σταδιακά πίσω στα σπίτια τους, όμως ένα μεγάλο μέρος της αστικής τάξης της πόλης, παρέμεινε για πάντα στα μέρη όπου είχε καταφύγει για ασφάλεια την μαύρη περίοδο της κατοχής. Ο πατέρας μου, όπως πολλοί άλλοι, είχε βρεθεί λόγω βομβαρδισμένου σπιτιού στο νησί της συχωρεμένης μητέρας του και γιαγιάς μου -που είχε πεθάνει πολύ νέα- στη Σκύρο. 

Εκεί βολόδερνε παραπαίδι στα καΐκια. Και λέω βολόδερνε διότι ήταν ορφανός λόγω θανάτου από πλευράς μητρός, και εγκαταλελειμμένος από πλευρά πατρός, ο οποίος είχε στο μεταξύ περιέλθει σε νέο κύκλο ζωής υποστηριζόμενος από άλλη σύντροφο ζωής, η οποία για ευνόητους λόγους επιθυμούσε το νεοσχηματιζόμενο ζεύγος να μένει μόνο και απερίσπαστο απαλλαγμένο από βάρη και υποχρεώσεις του παρελθόντος. 

Και καθώς ο πατέρας μου αποτελούσε στα σίγουρα βάρος του παρελθόντος, ξέμεινε ως αζήτητος στα σκυριανά καΐκια. Τα ευαίσθητα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, τα ξόδεψε κύρια εκτελώντας παραγγελίες μπαρμπάδων. Μέχρι που η κατοχή τελείωσε και ένας γνωστός των μπαρμπάδων του, που ήταν λιμενικός, πρότεινε να επιστρέψει το παιδί πίσω στον Πειραιά για να πάει να γραφτεί στον «Προμηθέα» και να μπαρκάρει στη συνέχεια ως μηχανικός του εμπορικού ναυτικού. Ο πατέρας μου φυσικά δική του άποψη δεν είχε, πώς άλλωστε θα μπορούσε να έχει και να υπερισχύσει μάλιστα της γνώμης του υπολοίπων; Απλά μάζεψε τα λιγοστά μπογαλάκια του και επέστρεψε στην πόλη που γεννήθηκε, στον Πειραιά. 



Και αφού στο σπίτι του πατέρα του δεν μπορούσε να πάει, νοίκιασε κοντά ένα δωμάτιο σε μια αυλή με όμοια δωμάτια ολόγυρα στα οποία ζούσαν κι άλλοι, στην ίδια κατάσταση περίπου με αυτόν. Στην ουσία μόνος κι έρημος βρέθηκε σε πολύ μικρή ηλικία αντιμέτωπος με ένα κυκεώνα προβλημάτων, τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσει επιστρατεύοντας όλες τις φυσικές και ψυχικές δυνάμεις, όσες μπορεί να έχει, ένα μεγάλο παιδί. Η Σχολή του Προμηθέα καθώς είπαμε ήταν νυχτερινή, είχε δηλαδή μαθήματα από τις οχτώ ως τις δέκα το βράδυ. Αυτές όμως ήταν οι εύκολες ώρες. Για να φτάσει κάποιο παιδί στο θρανίο στις οχτώ το βράδυ, έπρεπε να έχει αντεπεξέλθει επιτυχώς όλες τις προηγούμενες ώρες της ημέρας. Και αυτό ήταν πραγματικό κατόρθωμα. 

Αφύπνιση στα Ταμπούρια στις έξι το πρωί και υποχρεωτική πρωινή άσκηση με πεζοπορία ως τα σιδεράδικα για εργασία σε μηχανουργείο. Διότι ο νόμος απαιτούσε τότε, εκτός από την μαθητεία στον Προμηθέα και προϋπηρεσία πέντε ετών σε μηχανουργεία! Έτσι ο πατέρας μου όπως και δεκάδες άλλα παιδιά, που προορίζονταν να γίνουν μηχανικοί και μηχανοτεχνίτες, βρέθηκαν ξαφνικά να γεύονται την «ευγενική» ατμόσφαιρα ενός μηχανουργείου. Επειδή όλοι αυτοί οι νέοι  ήταν εκ του νόμου υποχρεωμένοι να διέλθουν και να γράψουν υπηρεσία για πέντε ολόκληρα χρόνια σε μηχανουργείο, δεν απολάμβαναν των προνομίων που τύγχανε ένας μόνιμος επαγγελματίας μηχανοτεχνίτης. 

Το Δημαρχείο του Πειραιά (Ρολόι) φωτογραφημένο από την πλευρά της Δημοτικής Αγοράς κατά τη διάρκεια της κατοχής


Οι μόνιμοι καθώς τους θεωρούσαν περαστικούς άρα «τουρίστες» φρόντιζαν να τους επιφυλάσσουν όχι μόνο λαμπρή υποδοχή αλλά και ανάλογη συνέχεια. Τους έδιναν όλες τις πλέον δύσκολες και ακατάλληλες εργασίες, ενώ παράλληλα τους στόλιζαν με λαμπρά κοσμητικά επίθετα σε όλη την διάρκεια της μαθητείας τους. Τα παιδιά του Προμηθέα αν και εργάζονταν τις ίδιες ώρες με τους μόνιμους του μηχανουργείου, αμείβονταν το ένα τρίτο. Και αν όλοι οι υπόλοιποι είχαν έναν μόνο εργοδότη να τους δίνει οδηγίες, τα παιδιά του Προμηθέα είχαν τόσους εργοδότες όσοι ήταν και οι υπάλληλοι του μηχανουργείου. Ο καθένας, από τον πρώτο έως τον τελευταίο είχε εξουσία και λόγο πάνω τους. 



Στο όνομα της μαθητείας, της εκμάθησης δηλαδή της τέχνης, τους έβριζαν, τους έστελναν για θελήματα, τους περιέπαιζαν σε κάθε περίπτωση. Φυσικά υπήρχαν και μηχανουργεία με άψογες συνθήκες εργασίας. Αυτά ήταν κυρίως τα μεγάλα όπου η εργασία ήταν πλέον τυποποιημένη και η αφιξαναχώρηση μαθητών είχε καταστεί συνηθισμένη διαδικασία. Στα μικρά μηχανουργεία όμως η «ανθρωποφαγία» ήταν δεδομένη…   

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες τα παιδιά εργάζονταν επί οκτώ έως δέκα ώρες… και μετά ξανά περπάτημα για τους πιο τυχερούς που έμεναν κοντά για να επιστρέψουν πίσω στα σπίτια τους. Και η μια ώρα που απέμενε να κάτσουν όσοι έφταναν κάποτε εξαντλημένοι στο κονάκι τους, ήταν σκάρτη ίσα να πλυθεί κάποιος, να αλλάξει ρούχα, και να αρχίσει ξανά την ίδια και διπλάσια πεζοπορία για να φτάσει στη Σχολή. Οι πιο μακρινοί συχνά προσέρχονταν στις τάξεις απευθείας από τα μηχανουργεία, φορώντας ακόμα τις φόρμες εργασίας τους. Τα περισσότερα παιδιά είτε φορώντας φόρμες είτε τα ρούχα τους, ήταν εξουθενωμένα από τον κάματο της ημέρας, κάθονταν πραγματικά ράκη στα έδρανα προσπαθώντας με θολό βλέμμα να καταλάβουν τα όσα τους έλεγαν για λέβητες, στροβίλους και κυλίνδρους. 



Και μη νομίζετε ότι γίνονταν εκπτώσεις στους βαθμούς και στις εξετάσεις. Οι τίτλοι και μόνο των μαθημάτων καθιστούσαν κατανοητό πως όποιος ήθελε να αποφοιτήσει έπρεπε να διαβάσει αρκετά. Τριγωνομετρία, επιπεδομετρία, ηλεκτροτεχνία, ατμομηχανική και ατμολέβητες. Και από κοντά και η γραμματική του Καρανικόλα και οι τεχνικές σχεδιάσεις και οι γεωμετρικές κατασκευές. Μια Κυριακή τους έμενε ελεύθερη, αλλά πού να βρεθούν χρήματα για έξοδο και πολύ περισσότερο το κουράγιο για νέα περπατήματα και πεζοπορίες; Μελέτη λοιπόν κάθε Κυριακή, πλύσιμο ρούχων, ατομική καθαριότητα και στην καλύτερη περίπτωση ρεμβασμός στην αυλή μαζί με τους άλλους συνοδοιπορούντες. 



Έτσι κυλούσαν τα ατέλειωτα χρόνια της μαθητείας των παιδιών του Προμηθέα. Και αφού κάποιος κατάφερνε να υπομείνει πέντε χρόνια στα μηχανουργεία, και με την προϋπόθεση πάντα ότι ολοκλήρωνε επιτυχώς τον Προμηθέα, ακολουθούσε μια άλλη δοκιμασία. Έπρεπε ο απόφοιτος να βρει να μπαρκάρει ως δόκιμος μηχανικός, να κάτσει έναν ακόμα χρόνο μέσα στο πλοίο, για να του δώσει ο νόμος το δικαίωμα να λάβει το πτυχίο του Τρίτου, αφού περνούσε επιτυχώς πρώτα τις εξετάσεις. 

Αλλά ακόμα και όταν, ως εκ θαύματος επιτυγχάνονταν όλα αυτά, υπήρχε και ο σκόπελος της στρατιωτικής θητείας. Και όταν λέμε θητεία δεν εννοούμε τους σημερινούς εννιά μήνες ή κανά χρόνο, αλλά πάνω από τριάντα μήνες! Σχεδόν τρία χρόνια θητείας έκαναν τότε οι Έλληνες, με τους απόφοιτους του Προμηθέα και των άλλων τεχνικών σχολών, να υπηρετούν στις μάχιμες πολεμικές μονάδες του στόλου, μπαρκαρισμένοι δηλαδή στα πλοία κι όχι απλά ναύτες της στεριάς όπως άλλες ειδικότητες, να ταξιδεύουν φέροντας στο μανίκι τους την προπέλα του μηχανικού. Υπήρξαν ναυτικοί κανονικότατοι αυτοί, που αποτέλεσαν την μαστοράτζα των αρματαγωγών, των αντιτορπιλικών και των άλλων μονάδων του στόλου. Νέα αναμονή για ένα ακόμα απολυτήριο που έπρεπε να λάβουν, βασική προϋπόθεση για να μπαρκάρουν ελεύθεροι. 



Στο μεταξύ ονειρεύονταν ταξίδια με φορτηγά και με ποστάλια, έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους τα μακρινά λιμάνια, για τα οποία τόσα είχαν ακούσει στην ομήγυρη της γειτονιάς τους, στις αυλές και στα κοινά τραπέζια από γείτονες ή συγγενείς που ήταν ήδη ναυτικοί. Κατόπιν όλων αυτών των βασάνων, όταν ο πατέρας μου επιτέλους έβαλε το νερό στο αυλάκι και άρχισε να μπαρκάρει ως μηχανικός, κάθε φορά που άκουγε την «Θάλασσα του Πειραιά» του Γιώργου Μητσάκη καταλαμβανόταν από πραγματικά ρίγη συγκίνησης «Παιδί κι εγώ του Πειραιά, στη θάλασσα και στη στεριά, γεννήθηκα μεγάλωσα κοντά στην Τερψιθέα, και σπούδασα μηχανικός εδώ στον Προμηθέα». Διότι σκεφτόταν τα βασανισμένα παιδικά χρόνια της μαθητείας στα μηχανουργεία. 

Τα παιδιά του Προμηθέα, οι μηχανικοί του «Πειραϊκού Συνδέσμου», του «Αρχιμήδη» και των άλλων ομοειδών με αυτές σχολών, έβγαλαν στη συνέχεια χρήματα με τα οποία έζησαν αξιοπρεπώς αυτοί και οι οικογένειες που δημιούργησαν και κατάφεραν στη συνέχεια να σπουδάσουν τα παιδιά τους για να μη ζήσουν αυτά όσα τράβηξαν οι ίδιοι και φρόντισαν να τους αγοράσουν κι ένα διαμέρισμα για να έχουν να βάλουν το κεφάλι τους πάνω αφού οι ίδιοι ούτε κεραμίδι δεν είχαν. 


Έτσι ξεκίνησαν, έτσι εργάστηκαν κι έτσι έζησαν… και κάπως έτσι σήμερα βρέθηκαν με κομμένες συντάξεις και επιδόματα πείνας. Ξεχαστήκανε και τα μηχανουργεία, και τα ατέλειωτα μπάρκα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, και η σχεδόν τρίχρονη στρατιωτική θητεία την οποία και έκαναν και πλήρωσαν στη συνέχεια για να εξαγοράσουν! Όσο για τα σπίτια των παιδιών τους; Είναι αυτά που καλούνται οι χήρες σύζυγοί τους και τα παιδιά τους να πληρώσουν ετησίως, λες και έκαναν κάποιο μεγάλο και τραγικό ατόπημα να φτιάξουν σπίτι για τη γυναίκα τους ή για το παιδί τους. Και σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που δεν είναι άλλοι παρά οι πατεράδες μας και οι παππούδες μας, κάποιοι άκαπνοι, αταξίδευτοι, ακάματοι, άβρεχτοι, αστράτευτοι και κύρια αναξιοπρεπείς κουνάνε σήμερα το δάχτυλο, κρατώντας το κινητό στο ένα χέρι και τα κλειδιά του δεύτερου αυτοκινήτου τους στο άλλο, πολιτικολογώντας με τη γελοία σοβαρότητα την οποία φορούν όταν προβαίνουν σε τέτοιες δηλώσεις, ότι οι Έλληνες υπήρξαν τεμπέληδες και ότι τα χρόνια της εργασίας τους ήταν λίγα και τα ταμεία δεν περισσεύουν για περισσότερα. Έτσι τα παιδιά του Προμηθέα που περίσσεψαν στη ζωή, ζούνε από τα περισσεύματα των ταμείων. Αιδώς Αργείοι!              

Περιήγηση στο Κοιμητήριο του Πειραιά "Ανάσταση"

Η είσοδος του Κοιμητηρίου "Ανάσταση" όπως φωτογραφήθηκε από τους Γάλλους στις 3 Μαΐου του 1917


του Στέφανου Μίλεση


Το πρώτο κοιμητήριο στον Πειραιά λειτούργησε πέριξ της εκκλησίας του Αγίου Διονυσίου, που θεωρείτο τότε λίαν «ακρότατον και λίαν απομακρισμένον μέρος». 
Όμως ύστερα από πολλά χρόνια λειτουργίας το κοιμητήριο αυτό, παρά τις συνεχείς επεκτάσεις προς κάλυψη των αυξημένων πληθυσμιακών αναγκών, αδυνατούσε να ανταποκριθεί πλέον στο ρόλο του.

Η δημιουργία του νέου κοιμητηρίου στάθηκε επιτακτική ανάγκη που δεν μπορούσε να αναβληθεί. 
Τα εγκαίνια του νέου νεκροταφείου έγιναν τον Απρίλιο του 1904. Η "Ανάστασις" έλαβε αυτό το όνομα όταν ο Μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος μετά το πέρας του Αγιασμού παρουσίασε τη νέα ονομασία του, παρά το γεγονός πως λίγο πριν, το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιώς του είχε κάνει γνωστή την πρόθεση το νέο νεκροταφείο να λάβει την ονομασία "Άγιος Δημήτριος".

Από τα εγκαίνια όμως θα χρειαστεί να περάσουν άλλα πέντε ακόμα χρόνια, και να φτάσουμε στο 1909 για να λειτουργήσει το νέο νεκροταφείο της "Ανάστασης". Η μεταφορά έγινε επί Δημαρχίας Δημοσθένους Ομηρίδου Σκυλίτση. Ωστόσο κατά την μεταφορά των μνημάτων να απρόβλεπτο γεγονός παρουσιάστηκε, όταν οι γιατροί εξέφρασαν φόβους για την εκταφή νεκρών από τον Άγιο Διονύσιο ώστε να μεταφερθούν στο νέο κοιμητήριο. Και οι φόβοι αυτοί είχαν να κάνουν με την μετάδοση της χολέρας από τους νεκρούς του 1854! 
Αυτή η αιτιολογία όσο παράξενη κι αν μας φαίνεται σήμερα, τότε αποτελούσε ένα γεγονός που δημιουργούσε πανικό, καθώς ήταν ακόμα νωπές στην συλλογική μνήμη οι εικόνες των χολεριασμένων που πέθαιναν στον δρόμο και ειδικά των παιδιών.

Τα δύο κοιμητήρια, «Ανάσταση» και «Αγίου Διονυσίου» λειτουργούσαν για αρκετά χρόνια παράλληλα μέχρι να ολοκληρωθεί πλήρως η μεταφορά των μνημάτων. Ωστόσο να καταγράψουμε το γεγονός ότι ακόμα και την δεκαετία του 1950 μνήματα μεταφέρονταν από τον χώρο του Αγίου Διονυσίου στην «Ανάσταση».

Το κεντρικό διάζωμα του κοιμητηρίου στην Ανάσταση με τον Ιερό Ναό στο βάθος το 1917, μένουν αναγνωρίσιμα έως σήμερα.


Πέριξ του νεόδμητου κοιμητηρίου "Ανάσταση" λαμβάνει την ίδια ονομασία ένας προσφυγικός συνοικισμός αποτελούμενος από οικογένειες από το χωριό Γετουρμάζ καθώς και από τη Χολωμάνα της Τραπεζούντας. Ανάμεσά τους βρίσκονται και κάποιοι πρόσφυγες από το χωριά Ανακού, Τζαλέλα και την Σινασό της Μικράς Ασίας. Έτσι ο προσφυγικός αυτός συνοικισμός γίνεται γνωστός ως Συνοικία Ανάστασης. Το περιοδικό "Ψυττάλεια" (Αμφιάλη - 1986) αναφέρει ότι στις 4 Ιουλίου του 1956 ο Συνοικισμός της Ανάστασης αποτελείτο από 250 κρατικά παραπήγματα (παράγκες) που κάθε ένα από αυτά στέγαζε μια οικογένεια, ενώ υπήρχαν παράλληλα και 25 τετρακατοικίες (ένα δηλαδή κτήριο που περιελάμβανε 4 κατοικίες).  

Σήμερα το κοιμητήριο "Ανάσταση" μετά τη λειτουργία του νέου κοιμητηρίου του "Σχιστού", αποτελεί ένα υπαίθριο μουσείο στο οποίο καταγράφονται μέσω των περίτεχνων μνημάτων - μνημείων, οι άνθρωποι και τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορική πορεία της πόλης του Πειραιά. Ελάχιστες ταφές γίνονται και μόνο σε υφιστάμενους οικογενειακούς τάφους.  

Η κεντρική πύλη εισόδου του κοιμητηρίου "Ανάσταση" σε φωτογράφηση στις 3 Μαΐου του 1917 (πάνω) και σήμερα (2018) κάτω

Θα περιηγηθούμε σε μερικά μόνο από τα μνήματα - μνημεία της "Ανάστασης", χωρίς το γεγονός αυτό να σημαίνει ότι τα μνημεία που δεν παρουσιάζονται υστερούν σε σπουδαιότητα ή στην προσφορά των ανθρώπων στη μνήμη των οποίων φιλοτεχνήθηκαν ή εκείνων που τα φιλοτέχνησαν. 
Συνεπώς μια περιήγηση στο κοιμητήριο της "Ανάστασης" αποτελεί περιήγηση στην ιστορία του Πειραιά. 

Θα μπορούσαμε να εστιάσουμε την περιήγηση σε τρεις βασικές κατηγορίες ιστορίας:

1. Στα μνημεία που αναφέρονται σε προσωπικότητες του Πειραιά. (Έμποροι, μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες, βιοτέχνες, βιομήχανοι, εφοπλιστές, πνευματικοί άνθρωποι, λογοτέχνες, ζωγράφοι, εικαστικοί, σπουδαίοι αθλητές, μουσικοί, ηθοποιοί αλλά και ήρωες πολέμων το όνομα των οποίων γράφηκε με χρυσά γράμματα στην μετόπη της ιστορίας).

2. Στα μνημεία που αναφέρονται σε μεγάλα γεγονότα και τραγωδίες. (Ομαδικοί τάφοι εκτελεσθέντων, θύματα χερσαίων, ναυτικών ή αεροπορικών δυστυχημάτων, απώλειες βομβαρδισμών και άλλων πολεμικών πράξεων ή αντιστασιακών δράσεων).

3. Στα μνημεία τα φιλοτεχνημένα από σπουδαίους καλλιτέχνες που συνήθως αποτελούν μεικτά μνημεία. 
Είναι εκείνα που φιλοτεχνήθηκαν από σπουδαίους καλλιτέχνες (Φιλιππότης, Θωμόπουλος, Πικιώνης) και συνήθως αναφέρονται σε επίσης σπουδαίες μορφές και προσωπικότητες ή γεγονότα. Αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία διότι κι αν ακόμα είχαν φιλοτεχνηθεί κατά παραγγελία κάποιου αγνώστου και πάλι θα έπρεπε ο περιηγητής να σταθεί μπροστά τους για να θαυμάσει την περίτεχνη κατασκευή τους. 

Στην πρώτη κατηγορία προσωπικοτήτων ας δούμε μερικά ενδεικτικά μνήματα - μνημεία:

Ξαβέριος Στέλλας:

Οικογένεια Ξαβερίου Στέλλα
Ο Ξαβέριος Στέλλας ήταν Ιταλός (Saverio Stella). Γεννήθηκε στο Trani της Απουλίας (καμιά 50αριά χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Bari) το 1836 και σε ηλικία 20-22 ετών εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου και ανέπτυξε δραστηριότητα ως προμηθευτής πλοίων και ιδιοκτήτης καρνάγιων επί της Ακτής Αλκίμων. Το οικόπεδο στο οποίο έχτισε το σπίτι του συνόρευε αργότερα με την βιομηχανία κονιάκ του Καμπά και με ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του εφοπλιστή Λαιμού, κοντά στο Βασιλικό Περίπτερο. Το κάτω μέρος των σπιτιών της οικογενείας (το δεύτερο σπίτι το έχτισε ο μεγαλύτερο γιος του ο Nicola Stella) είχε μαγαζιά. Ένα από αυτά ήταν ταβέρνα, την οποία διαχειριζόταν στο πρώτο ήμισυ του 20ου αιώνα ο Στέλιος Σαριδάκης. Ωστόσο η φήμη του Ξαβερίου έφτασε να ονοματίσει ολόκληρη την Ακτή που σήμερα ονομάζεται Ακτή Ξαβερίου. Υπάρχουν ακόμα κάποιοι απόγονοι του Ξαβέριου Στέλλα στην Ελλάδα οι οποίοι όμως δεν ζουν πλέον στον Πειραιά.

Τζων Μακ Δούαλ:

Το μνήμα του Σκωτσέζου John Mac Dowall  και της συζύγου του Marcaret Dickie

O Σκωτσέζος Τζων Μακ Δούαλ αποτέλεσε λαμπρή προσωπικότητα στη βιομηχανική και ναυτιλιακή ανάπτυξη του Πειραιά. Πέθανε άλλωστε και στην πόλη που αγάπησε στον Πειραιά στις 17 Οκτωβρίου του 1897. Ιδρύει μαζί με τον επιχειρηματία Σεφερλή ατμόμυλο για την βιομηχανική παραγωγή αλεύρου. Ιδρύει δικό του μηχανουργείο στον Πειραιά στο οποίο εργάζονται 420 εργάτες και τεχνίτες. Δικής του κατασκευής οι ατμόμυλοι Παπαγεωργόπουλου στον Πειραιά, Καράμπελα στην Πάτρα, Γκιριτλί Μουσταφά Πασά στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και του Άγγλου Πάτερσον στη Σμύρνη. 
Ο Τζων Μακ Δούαλ

Στο χώρο της ναυτιλίας προκαλεί πραγματική επανάσταση αφού το 1893 κατασκεύασε το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο με άξονα προπέλας στην Ελλάδα, το περίφημο "ΑΘΗΝΑ". Δημιουργός επίσης της "Ελληνικής Ατμοπλοΐας Τζων Μακ Δούαλ".

William Barbour
  
Δίπλα στο δικό του μνήμα βρίσκεται ο πιστός στη ζωή συνεργάτης του ο επίσης Σκωτσέζος William Barbour, γνωστός στον Πειραιά με το εξελληνισμένο όνομα Βαρβούρ.

Τρύφων Μουτζόπουλος:

Το μνήμα του Τρύφωνος Μουτζόπουλου

Ο Τρύφων Μουτζόπουλος υπήρξε ο Δήμαρχος των μεγαλύτερων έργων στον Πειραιά, ο Δήμαρχος των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 αφού μεγάλος μέρος των αγωνισμάτων έγιναν στην πόλης, ο Δήμαρχος που διέσωσε τον Πειραιά από την άτακτη χρεωκοπία και τέλος ο μακροβιότερος ως προς τη θητεία του Δήμαρχος. Μαζί με τον αδελφό του Δημήτριο Μουτζόπουλο -που επίσης διετέλεσε Δήμαρχος Πειραιά- ασχολήθηκαν με το εμπόριο, την βιομηχανία και τη ναυτιλία. 

Τρύφων Μουτζόπουλος

Όλα τα μεγάλα έργα στον Πειραιά φέρουν την υπογραφή του Τρύφωνα Μουτζόπουλου (Θεμελίωση Δημοτικού Θεάτρου, Παλαιό Ταχυδρομείο, κτήριο Δευτέρου Γυμνασίου Αρρένων στου Βρυώνη, Αστικό Σχολείο στην Πλατεία Δεληγιάννη, Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο και πολλά άλλα). Ο Τρύφων Μουτζόπουλος ακόμα και όταν στη συνέχεια εκλέχθηκε Βουλευτής Αττικής συνέχιζε να κατοικεί στον Πειραιά το σπίτι του οποίου βρισκόταν στο πίσω μέρος της Αγίας Τριάδας στην οδό Φίλωνος. Το όνομά του σήμερα έχει λάβει η οδός Τρύφωνος Μουτζοπούλου που αγκαλιάζει περιμετρικά την Ακτή Μουτζοπούλου στο Πασαλιμάνι.

Παναγιώτης Πατσιάδης: 

Το μνήμα ενός σπουδαίου Καλαβρυτινού του Πειραιά του Παναγιώτη Πατσιάδη
Ο Παναγιώτης Πατσιάδης (Καλάβρυτα 1847 - Πειραιάς 1902) υπήρξε αλευροβιομήχανος με αλευρόμυλο στα Καμίνια. Έμεινε περισσότερο γνωστό το όνομά του από την πανέμορφη έπαυλή του κατασκευής Ερνέστου Τσίλλερ, που διασώζεται μέχρι και σήμερα πάνω στην στροφή της Πλατείας Αλεξάνδρας. 

Το πανέμορφο αρχοντικό στο οποίο κατοικούσε ο Παναγιώτης Πατσιάδης
 Λάμπρος Πορφύρας, ο ποιητής της Φρεαττύδας:

Κρυμμένο μέσα στις φυλλωσιές το μνήμα του Λάμπρου Πορφύρα
Δυστυχώς την ημέρα που επισκέφθηκα εγώ το κοιμητήριο της Ανάστασης, ο τάφος του Λάμπρου Πορφύρα δεν ήταν ορατός, καθώς είχε καλυφθεί από τις φυλλωσιές δένδρων. Ο Λάμπρος Πορφύρας (πραγματικό όνομα Δημήτριος Σύψωμος), εκτός από ένας τρανός ποιητής που λάμπρυνε με την παρουσία του τον πνευματικό Πειραιά, ήταν και ξάδελφος του Αρχιτέκτονα και Ακαδημαϊκού Δημήτρη Πικιώνη ο οποίος και φιλοτέχνησε το μνήμα του αποτελούμενο από μια πυραμοειδή αψίδα. Είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά στα γράμματα το 1894 με το ποίημα "Η θλίψη του μαρμάρου", κάτι δηλαδή ανάλογο με το συναίσθημα που μου προκάλεσε η αδυναμία θέασης του μνήματός του την ημέρα που το επισκέφθηκα.   


Σπύρος Μεταξάς:

Ο τάφος της οικογενείας Μεταξά

Ο Σπύρος Μεταξάς ήταν μεταξύ εκείνων που έφτασαν τον Πειραιά να θεωρείται ως μια από τις μεγαλύτερες πόλεις στην παραγωγή "μπράντι". Το 1900 στον Πειραιά είχαν έδρα 12 διαφορετικά εργοστάσια του είδους. Το πιο διάσημο μέχρι τις μέρες μας παγκοσμίως παραμένει βεβαίως η ετικέτα "Μεταξά". Ο Σπύρος Μεταξάς ξεκινά στον Πειραιά με μια ταβέρνα και φτάνει το 1888 να δημιουργεί το δικό του εργοστάσιο. Η οικογένεια Μεταξά μετά τον θάνατό του συνέχισε επάξια του έργο του και έφτασε το μπράντι Μεταξά να εισάγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Το 1965 το πρώτο πυρηνοκίνητο πλοίο της Αμερικής το "Σαβάνα" (N.S. Savannah), έφτασε πανηγυρικά στον Πειραιά για να φορτώσει 15.000 φιάλες "Μεταξά" συνολικού βάρους 25 περίπου τόννων. Το Μεταξά την εποχή εκείνη καταλάμβανε την τέταρτη θέση στα οινοπνευματώδη ποτά στις Η.Π.Α. Η ετήσια παραγωγή Μεταξά την ίδια εποχή είχε υπερβεί τις ενάμιση εκατομμύριο φιάλες! 


Μνήμα οικογένειας Σκυλίτση:



Η οικογένεια Σκυλίτση παραδοσιακά δημάρχευε στον Πειραιά. 

Δήμαρχοι της ιδίας οικογενείας υπήρξαν:
-  ο Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης με δύο θητείες δημάρχου (1841 - 1845 και 1848 - 1854), 
- ο Αριστείδης Σκυλίτσης ο Πρεσβύτερος (1883 - 1887),
- ο Δημοσθένης Αριστείδης Σκυλίτσης (1907 - 1914), 
- Αριστείδης Σκυλίτσης (1967 - 1974) ο τελευταίος Σκυλίτσης Δήμαρχος του Πειραιά την περίοδο της χούντας.

Χαρακτηριστικό του μνημείου αυτού είναι η διαφορά χρώματος του μαρμάρου, αιτία που προήλθε λόγω της πρόσθεσης στο αρχικό μνημείο της προτομής του Αριστείδη Σκυλίτση καθώς και της μαρμάρινης επιγραφής στη βάση του. 
Ο Αριστείδης Σκυλίτσης αποτέλεσε τον πιο αμφιλεγόμενο Δήμαρχο που πέρασε ποτέ από τον Πειραιά. Μέχρι σήμερα παρατίθενται τα όσα έπραξε με εκείνα που δεν έπρεπε να πράξει! 
Σε αυτό το ισοζύγιο αντιπαραβάλλονται τα έργα εκσυχρονισμού της πόλης με το βίαιο ξερίζωμα του ιστορικού της παρελθόντος. Ό,τι ήταν παραδοσιακό κατεδαφιζόταν, για να γίνει στη θέση του "σύγχρονο" ακίνητο κατά προτίμηση φτιαγμένο από τσιμέντο.   
Όλα τα ακίνητα που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει παρέμειναν μέχρι σήμερα ημιτελείς κατασκευές. Κι αυτό διότι ουδείς επιθυμούσε να αξιοποιήσει δικό του έργο. Αν η πόλη υποτίθεται ότι καταστράφηκε από τις παρεμβάσεις του μια φορά, καταστράφηκε από τους επόμενους που ακολούθησαν δύο και τρεις φορές, καθώς επιδίωκαν τα έργα του να περιέλθουν σε κατάσταση εγκατάλειψης και αχρηστίας (βλέπε Μνημείο Αφανούς Ναύτη).
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν οι ημιτελείς κατασκευές του Πύργου του Πειραιά, της Έπαυλης Ζαχαρίου, του νέου Δημαρχιακού Μεγάρου (πρώην Ράλλειος) κ.α. που θα μπορούσε η αξιοποίησή τους να επιλύσει βασικά προβλήματα της πόλης. 

Στην δεύτερη κατηγορία στα μνημεία που αναφέρονται δηλαδή σε ομαδικά γεγονότα ενδεικτικά αναφέρουμε τα κάτωθι:


Το μνημείο φονευθέντων Πειραιωτών κατά τον βομβαρδισμό του Πειραιά της 11ης Ιανουαρίου 1944:


Ένα μνημείο που κατά την ταπεινή μου γνώμη θα έπρεπε να δεσπόζει σε κεντρική πλατεία της πόλης. Θυμίζει τους Πειραιώτες που έχασαν τη ζωή τους κατά τους τρεις "συμμαχικούς" (όπως ονομάστηκαν) βομβαρδισμούς της πόλης την ίδια ημέρα (11η Ιανουαρίου 1944) από Αμερικανούς και Βρετανούς. Η συνολική διάρκεια των βομβαρδισμών ήταν πέντε ώρες! Τα υλικά αποτελέσματα των τριών βομβαρδισμών καταγράφηκαν σε αναφορά της Πολιτικής Αμύνης του Πειραιά προς την προϊστάμενη αρχή της στην Αθήνα. Ο αριθμός των ανθρωπίνων απωλειών όμως παραμένει μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστος

Ενδεικτική αναγραφή θυμάτων προερχομένων κυρίως εκ του ταφολογίου του κοιμητηρίου


Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των νεκρών δεν είναι αυτός που αναφέρεται στις εκδηλώσεις μνήμης για αυτό και έχω αιτηθεί κατ΄ επανάληψη την σύσταση επιτροπής για την ορθή καταμέτρηση των απωλειών. Τις ημέρες που ακολούθησαν του βομβαρδισμού, ακόμα και ένα μήνα αργότερα, συνέχιζαν να υποκύπτουν στα τραύματά τους από τη δεξαμενή των 3.500 τραυματιών που νοσηλεύονταν σε διάφορα δημόσια νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές εκτός Πειραιά. Υπολογίζεται ότι μόνο από τον αριθμό των 3.500 τραυματιών υπέκυψαν περισσότεροι από το 30 τοις εκατό αριθμός που αναλογεί σε χίλιους πενήντα νεκρούς! 

Ανάμεσα στην ενδεικτική αναγραφή ονοματεπωνύμων θυμάτων, σημειώνω την οικογένεια της μητέρας μου "Νομικού Γεωργίου". Αυτή η σήμανση "Οικ." δίπλα στο όνομα προσδιορίζει έναν αριθμό οκτώ συνολικά νεκρών, αφού τόσα ήταν τα μέλη της οικογένειας που χάθηκαν την ημέρα εκείνη. 



Μνημείο Πεσόντων για την διάσωση του Κεντρικού εργοστασίου Ηλεκτρικής Εταιρείας Αγίου Γεωργίου Κερατσινίου την 13η Οκτωβρίου 1944:
  

Το μνημείο Πεσόντων της Μάχης της Ηλεκτρικής που δόθηκε στις 13 Οκτωβρίου του 1944, αποτελεί την τέλεια διάψευση για όσους παροτρύνουν τον Δήμο Πειραιώς να εορτάζει λανθασμένα την απελευθέρωσή του στις 12 Οκτωβρίου μαζί με τον Δήμο της Αθήνας σε κοινές εκδηλώσεις.

Η πρώτη ημέρα ξημέρωσε την ελευθερία στον Πειραιά ήταν η 14η Οκτωβρίου. 





Στον Πειραιά η απελευθέρωση όχι μόνο δεν ήρθε τη 12η Οκτωβρίου, αλλά θα έπρεπε να αποτελεί και μια μέρα περίσκεψης στη μνήμη εκείνων που έπεσαν για να προστατεύσουν την υποδομή της πολιτείας. Κι αυτό διότι το Γερμανικό σχέδιο δεν προέβλεπε για τον Πειραιά μια υποστολή σημαίας, όπως έπραξαν στην Ακρόπολη οι Γερμανοί, ούτε κάποια κατάθεση στεφάνου στο μνημείο του Αγνώστου στρατιώτη. Στον Πειραιά οι Γερμανοί δεν έφυγαν εν μέσω κόσμου που πανηγύριζε για την αποχώρησή τους. Το Γερμανικό Σχέδιο προέβλεπε για τον Πειραιά την ολοσχερή καταστροφή του! Τόσο ο τρόπος αποχώρησης όσο και η συμπεριφορά των Γερμανών, διέφεραν ριζικά στις δύο πόλεις. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ



Τέλος στην τρίτη κατηγορία μνημείων φιλοτεχνημένων από σπουδαίους καλλιτέχνες (μεικτά μνημεία) ενδεικτικά αναφέρω τα κάτωθι:



Μνηστευμένη νεκρά του Δημητρίου Φιλιππότη:


Μια νεαρά κόρη πεθαίνει πριν τελεσθούν οι γάμοι της. Η ιστορία της θα ήταν χαμένη όπως τόσες άλλες, μέχρι που της χάρισε την αιωνιότητα ο Τήνιος γλύπτης Δημήτριος Φιλιππότης (γνωστός από τον "Ξυλοθραύστη" έναντι του Παναθηναϊκού Σταδίου). Η κόρη αυτή που φέρει την ονομασία "μνηστευμένη νεκρά" αναπαριστάται από τον Φιλιππότη να κοιτά με θλίψη το δακτυλίδι που φορά στο χέρι της, ενός γάμου όμως που ουδέποτε τελέσθηκε! 

Η "Μνηστευμένη νεκρά" κοσμούσε την είσοδο του νεκροταφείου του Αγίου Διονυσίου, και βρισκόταν στον τάφο της οικογενείας Σεφερλή, που ήταν ο ιδρυτής του πρώτου κυλινδρόμυλου στον Πειραιά. Παρά την μεταφορά των μνημάτων στην "Ανάσταση" η "μνηστευμένη νεκρά" συνέχιζε για χρόνια να παραμένει στον Άγιο Διονύσιο. Στα Δεκεμβριανά του 1944 έπεσαν στην περιοχή του Αγίου Διονυσίου πολλές σφαίρες (το ναό τον προγενέστερο του σημερινού). Μια εξ αυτών έκοψε και το ένα δάκτυλο στο χέρι της "μνηστευμένης νεκράς" ενώ άλλες προξένησαν ζημιές στη βάση της.


  
Η περίπτωση της "Μνηστευμένης Νεκράς" του Δημητρίου Φιλιππότη, αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μνημείο στην τρίτη κατηγορία, δηλαδή να έχει φιλοτεχνηθεί από διάσημο γλύπτη και να αφορά γνωστή προσωπικότητα της πόλης.

Να σημειωθεί πως η "Μνηστευμένη νεκρά" καθώς ήταν ξεχασμένη στη μάνδρα του Αγίου Διονυσίου, ουδέποτε καταχωρήθηκε στη σχετική εργογραφία στου Δημητρίου Φιλιππότη. Περισσότερα για την ιστορία του συγκεκριμένου μνήματος, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Παράρτημα φωτογραφιών για το κοιμητήριο "Ανάσταση":

Μνημείο Γάλλων ναυτικών ανδρών και αξιωματικών Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 
Χαρακτηριστικό πολλών επιγραφών μνημάτων, είναι οι διαφορετικοί τόποι γέννησης αλλά ο κοινός τόπος θανάτου που είναι ο Πειραιάς. Άνθρωποι που αναζητούσαν ευκαιρίες και ένα καλύτερο μέλλον προσέρχονταν στον Πειραιά για εργασία και εύρεση καλύτερης τύχης. 





Διαβάστε επίσης:

Μνημείο Ρώσων Πειραιά (υπό την αιγίδα της Ρώσικης Πρεσβείας)