"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Το ξενοδοχείο "Παρθενών" και ο Ελευθέριος Βενιζέλος



του Στέφανου Μίλεση


Την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα, ένα μεγάλο διώροφο σπίτι οικοδομήθηκε, δίπλα ακριβώς από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, ανάμεσα από τις σημερινές οδούς Μακράς Στοάς, Εθνικής Αντιστάσεως (Μιαούλη τότε) και Τσαμαδού. Το αρχοντόσπιτο αυτό ήταν γνωστό στην εποχή του ως "μεγάλη οικία Καλαμάρη", καθώς ανήκε στον εύπορο μεγαλέμπορα Νικόλαο Καλαμάρη. Το 1901 ο ιδιοκτήτης πεθαίνει και αμέσως μετά το θάνατό του το σπίτι πωλείται, ανακαινίζεται εκ βάθρων και μετατρέπεται σε ξενοδοχείο με την επωνυμία "Παρθενών".

Ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου είναι οι Α. Στεφανίδης, Ι. Κονιάρης και Σ. Μαρούτσης οι οποίοι αναγγέλλουν εξ αρχής ότι το 50 δωματίων ξενοδοχείο τους, διατίθεται αποκλειστικά για τη διαμονή επιβατών της ακτοπλοΐας. Όσα ξενοδοχεία την εποχή εκείνη, βρίσκονταν στο λιμάνι του Πειραιά, προορίζονταν για τη διανυκτέρευση ή διημέρευση επιβατών της ακτοπλοΐας. Τα περισσότερα δωμάτια του ξενοδοχείου είναι μονόκλινα και το σύνθημα του ξενοδοχείου είναι "κάθε επιβάτης στο δικό του δωμάτιο".



Ένα χρόνο περίπου μετά την έναρξη λειτουργίας του, οι ιδιοκτήτες έκριναν ότι το ξενοδοχείο δεν πέτυχε τους στόχους που είχαν τεθεί. Η διεύθυνση ανατέθηκε στους Εμμανουήλ Μαρσέλλο και Ιωάννη Δεσάρτη, οι οποίοι ήδη λειτουργούσαν από το 1894 το Μέγα Ξενοδοχείο Αθηνών (Grand Hotel) στην Πλατεία Συντάγματος και είχαν σημειώσει αξιόλογη πορεία στο χώρο των ξενοδοχείων. 


Το "Παρθενών" με τη νέα διεύθυνση, διακόπτει τη λειτουργία του και τίθεται ξανά σε ανακαίνιση από την οποία μειώνει τον αριθμό των δωματίων του σε 40 (προφανώς εκ μετατροπής των μικρών μονόκλινων σε μεγαλύτερα δωμάτια). Στις 15 Νοεμβρίου του 1904 ξεκινά και πάλι τη λειτουργία του.    

Φωτογραφία του Γαζιάδη με σκοπό την απεικόνιση του φωτογραφικού του ατελιέ στον Πειραιά έναντι της Αγίας Τριάδας. Στα δεξιά ωστόσο διακρίνεται το ξενοδοχείο "Παρθενών".


Αμέσως το Μέγα Ξενοδοχείο Ύπνου ο "Παρθενών" ξεχωρίζει καθώς το λιμάνι του Πειραιά στερείτο γενικώς αξιόλογων ξενοδοχείων. Το ξενοδοχείο αυτό ωστόσο έμεινε γνωστό στην πειραϊκή πολιτική ιστορία, καθώς επιλέχθηκε από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο να είναι το εκλογικό κέντρο του Κόμματος των Φιλελευθέρων τόσο στις βουλευτικές όσο και στις δημοτικές εκλογές.

Το ξενοδοχείο "Παρθενών" το 1913 είναι ένα από τα 34 ξενοδοχεία ύπνου που λειτουργούσαν εκείνη τη χρονιά στον Πειραιά, όλα γύρω από εμπορικό λιμάνι. Το 1875 τα ξενοδοχεία του Πειραιά ήταν μόλις πέντε! Η αύξηση του αριθμού τους αντικατοπτρίζει πολλούς παράγοντες, όπως την αύξηση του πληθυσμού της πόλης, την ανάπτυξη του λιμανιού, την αύξηση του επιβατηγού στόλου κ.α. 
Ωστόσο το "Παρθενών" διακρίνεται ως επωνυμία ανάμεσα στα 34 ξενοδοχεία του Πειραιά, χάρη στην επιλογή του Ελ. Βενιζέλου.  

Οι υποψήφιοι Δήμαρχοι στον Πειραιά του κόμματος των Φιλελευθέρων χρησιμοποιούσαν τους εξώστες του ξενοδοχείου για τις προεκλογικές τους ομιλίες, όσο και τους ισόγειους χώρους του, ως εκλογικά τους κέντρα, όπως ο Αναστάσιος Παναγιωτόπουλος και αμέσως μετά ο Τάκης Παναγιωτόπουλος.

1932 - Το εκλογικό κέντρο του Αθανασίου Μιαούλη στο ξενοδοχείο "Παρθενών" (αριστερά)


Το ξενοδοχείο ύστερα από την πετυχημένη πορεία του κόμματος των Φιλελευθέρων στον Πειραιά θεωρήθηκε τυχερό ("γουρλίδικο" κατά την έκφραση της εποχής) και έγιναν προσπάθειες κατά καιρούς να μισθωθεί και από τα αντίπαλα κόμματα. Η φήμη του ήταν τέτοια ώστε ακόμα και ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος που από το 1925 είχε καταλύσει την δημοκρατία συλλαμβάνοντας και εκτοπίζοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους, το 1926 το δήλωσε ως "εκλογικό του κέντρο" το οποίο φυσικά χρησιμοποιούσε μόνο για να εκφωνεί λόγους μέχρι τον Αύγουστο του 1926 που ανατράπηκε από το κίνημα του Κονδύλη.   

2 Απριλίου 1926 ο Πρωθυπουργός Θ. Πάγκαλος στο Ξενοδοχείο "Παρθενών".


Όταν το κόμμα των Φιλελευθέρων παρήκμασε και οι εποχές άλλαξαν, το ξενοδοχείο διατήρησε τη φήμη του ως "γουρλίδικο" και χρησιμοποιήθηκε και πάλι ως εκλογικό κέντρο της "Ενώσεως Κέντρου". Η φήμη του ξενοδοχείου ότι έφερνε γούρι σε όσους το χρησιμοποιούσαν είτε ως εκλογικό κέντρο, είτε ως σημείο εκφώνησης λόγων. Η θέση του ήταν ιδανική καθώς δίπλα υπήρχε ο μεγάλος προαύλιος χώρος της Αγίας Τριάδας στον οποίο μπορούσε να συγκεντρωθεί πολύς κόσμος. Η ενοικίασή του ξενοδοχείου γινόταν από τους συνδυασμούς προληπτικά ακόμα και στην περίπτωση υποψίας εκλογικής αναμέτρησης πολλούς μήνες πριν από την διενέργειά της. 

Μεταπολεμική φωτογραφία τραβηγμένη από το μπαλκόνι του Ξενοδοχείου "Παρθενών" που δείχνει την εκκλησία της Αγίας Τριάδας κατεστραμμένη από τους βομβαρδισμούς της 11ης Ιανουαρίου. Από το μπαλκόνι αυτό σε ακόμα παλαιότερες εποχές, εκφωνήθηκαν προεκλογικές ομιλίες κυρίως του κόμματος των Φιλελευθέρων (Ελ. Βενιζέλου).


Σήμερα στη θέση του ξενοδοχείου "Παρθενών" έχει ανεγερθεί μεγάλο εμπορικό κέντρο με την επωνυμία "Το Ρολόι" (ανέγερση που διήρκεσε από το 1991 έως το 1994) και που πραγματοποιήθηκε από τον Όμιλο Χαραγκιώνη που ιδρύθηκε το 1932 και δραστηριοποιείται στο χώρο των ακινήτων από το 1953. Ουσιαστικά πρόκειται για διατήρηση της εξωτερικής όψης του ξενοδοχείου με την προσθήκη ενός ακόμα ορόφου. 






Τριώροφο πλέον είναι από τα ελάχιστα κτήρια στον Πειραιά που έστω και μόνο ως προς την εξωτερική του όψη εκπέμπει την εικόνα μιας πόλης που πλέον δεν υπάρχει. Στο εσωτερικό του σημερινού εμπορικού κέντρου, στον τρίτο όροφο, δεσπόζει μια τεράστια τοιχογραφία που απεικονίζει τον Πειραιά στα χρόνια που το κτήριο λειτουργούσε ως ξενοδοχείο. 

        


Νοσταλγία Πειραϊκών καλοκαιριών





Του Στέφανου Μίλεση

Για τον κάτοικο του προπολεμικού και μεταπολεμικού Πειραιά τα ταξίδια κατά την διάρκεια των καλοκαιριών για μπάνιο θεωρούταν απλά ταλαιπωρίες, στις οποίες δεν υπήρχε λόγος να μπλεχτεί. Γιατί να τρέχει σε άγνωστα και απροσπέλαστα ή αφιλόξενα μέρη, όταν η θάλασσα του Πειραιά ήταν μόλις μερικά μέτρα από το σπίτι του; Θάλασσα ο Πειραιάς ολόγυρα για να χορτάσουν, όπως έλεγαν οι παλαιοί Πειραιώτες, όλες οι φάλαινες του κόσμου. Οι πιο απομακρυσμένες διαδρομές για μπάνιο γίνονταν με το τραμ είτε προς το πευκόφυτο τότε Πέραμα είτε προς το αρχοντικό Νέο Φάληρο. 

Αν ανατρέξετε σε παλιές οικογενειακές φωτογραφίες Πειραιωτών, που σήμερα βρίσκονται αρχειοθετημένες σε παλιά κουτιά παπουτσιών, θα δείτε τους πατεράδες ή τους παππούδες σας, τις μητέρες σας ή τις γιαγιάδες σας να διαθέτουν αρκετές φωτογραφίες οι οποίες σίγουρα θα τους απεικονίζουν με φόντο κάποια θάλασσα του Πειραιά ή να βρίσκονται μέσα σε αυτήν. Φωτογραφίες με ανθρώπους σε βότσαλα της Καστέλλας, φωτογραφίες με ανθρώπους στου Καλαμπάκα, στις καμπίνες του Κράκαρη ή πάνω σε κάποιο βραχάκι της Πειραϊκής. Μέσα στη θάλασσα, αλλά συνήθως έξω από αυτήν με τα ολόσωμα μαγιό τους ποζάρουν δείχνοντας τη ζωντάνια των χρόνων τους, τη φρεσκάδα της νιότης τους αλλά κύρια να επιδεικνύουν με καμάρι τη θάλασσα του Πειραιά. 

Μπάνιο στο Σκαφάκι 1948




Ο ονειρικός Πειραιάς τελείωσε με την εμφάνιση των πολυκατοικιών που άρχισαν δειλά-δειλά στην αρχή να κάνουν την εμφάνισή τους. Από τα μέσα της δεκαετίας του πενήντα και μετά. Μια στη Πλατεία Κανάρη, άλλη στην Φρεαττύδα… και που μέχρι σήμερα αποτελούν για τους παλαιούς Πειραιώτες σημεία αναφοράς. Δείχνουν με το χέρι τις συγκεκριμένες πολυκατοικίες και λένε:

«Να, αυτή ήταν από τις πρώτες που έγινε στον Πειραιά»

Και κάποια στιγμή σταματούν σχεδόν βουρκωμένοι καθώς θυμούνται πώς ήταν η ζωή τους πριν από αυτές. 


Σεργιάνι στο Πασαλιμάνι. Δεκαετία '50. Πίσω στην Πλατεία Κανάρη διακρίνεται η πρώτη πολυκατοικία του Πειραιά. Η επόμενη έγινε στην Πλατεία Πορφύρα στη Φρεαττύδα


Μέχρι τα μισά της δεκαετίας του εξήντα πολλές γειτονιές είχαν αλλάξει φυσιογνωμία, και λίγες ήταν ακόμα εκείνες που κρατούσαν τα παλαιότερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους. Στην εποχή των αυλών και των νεοκλασικών σπιτιών, στη ζωή του Πειραιώτη κυριαρχούσε το ανθρώπινο μέτρο, η σύνεση στη συμπεριφορά, το ενδιαφέρον για τον γείτονα, η μέριμνα για τον ευπρεπισμό και την κοσμιότητα. Το ασβέστωμα του πεζοδρομίου έξω από το σπίτι, αποτελούσε μια έμπρακτη απόδειξη. Η θάλασσα, που οι περισσότεροι αποζητούσαν, όταν οι ζέστες θα έζωναν, περιέβαλε ολόγυρα τον Πειραιά με την καθαρότητά της δεδομένη, τουλάχιστον στις συνειδήσεις ακόμη των Πειραιωτών. Κανείς δεν ανησυχούσε για το που θα πάει για παραθερισμό και για θαλάσσια μπάνια. Πειραϊκή, Φρεαττύδα, Καστέλλα εξασφάλιζαν άμεσα την πρόσβαση προς τα νερά του Σαρωνικού, ενώ στη λίστα συμπεριλαμβανόταν για πολλούς Πειραιώτες, ειδικά τους Καστελλιώτες και η παραλία του Νέου Φαλήρου. Βέβαια πολύς κόσμος προτιμούσε τα «εύκολα» σε πρόσβαση σημεία, με άμμο ή βότσαλα όπου τα Σαββατοκύριακα γινόταν πραγματικός συνωστισμός. 

Παραλία Φρεαττύδας τέλη τέλη δεκαετίας '60. 


Ωστόσο στα δικά μου παιδικά χρόνια κυριαρχούν οι βουτιές από τους βράχους της Πειραϊκής όπως στου Μπαϊκούτση, στου Αργύρη, στο Σκαφάκι και στου Καλαμπάκα. Οι παλαιότεροι μου έχουν διηγηθεί, ώρες ολόκληρες, τις στιγμές που έζησαν την εποχή των μπάνιων στον γραφικό όρμο της Φρεαττύδας με τις παλιές ξύλινες καμπίνες του Κράκαρη. Ακόμη στριφογυρίζουν στο μυαλό μου οι περιγραφές τους για τα μικρά μαγαζάκια κατά μήκος των ακτών, που προσέφεραν συνήθως κάποιο ορεκτικό, για να συντροφεύει περισσότερο τη ρετσίνα. Εκεί κάθονταν συνήθως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, που συνόδευαν την υπόλοιπη οικογένεια στην παραλία, φορώντας μεγάλα πλατύγυρα ψάθινα καπέλα για τον ήλιο, ίδια με αυτά των ψαράδων, αλλά κι εκείνοι που αρκούνταν να βλέπουν τη θάλασσα από μακριά χωρίς να θέλουν να βραχούν στα κύματά της. Ήταν οι ναυτικοί, που υπήρχαν πολλοί τότε στον Πειραιά, που καθώς ήταν χορτασμένοι από θάλασσα, δεν μπορούσαν να τη δουν ως μέσο αναψυχής, παρά μόνο βιοπορισμού, απέχοντας ηθελημένα από τις χάρες της. 

Πειραϊκή αρχές δεκαετίας '60


Δεν είχε σημασία εάν η προσφορά του εδέσματος ήταν από καφενέ, ταβέρνα ή μπακαλοταβέρνα. Αρκεί να υπήρχε ένα τραπεζάκι σε μια πρόχειρη σκιά. Το μενού που προσέφεραν ήταν σχεδόν το ίδιο, καθώς το καθόριζε η ώρα του σερβιρίσματος και όχι τα «γούστα» του πελάτη. Ελιές, ντομάτα αλατισμένη, κρεμμύδι, τυρί καμιά σαρδέλα τα παλαιότερα χρόνια που σταδιακά μετασχηματίστηκαν σε καλαμάρια, χταπόδι και γαύρο. Ο καφές μόνο ελληνικός και μόνο για το πρωί ή για νωρίς το απόγευμα, αμέσως μετά τον απαραίτητο μεσημεριανό ύπνο, αφού δεν υπήρχε το συνήθειο της άκρατης κατανάλωση σε όλη την διάρκεια της ημέρας έως αργά το βράδυ. 

Οι φωνές των παιδιών και οι βουτιές από τα βράχια της Πειραϊκής έδιναν κι έπαιρναν ενώ όταν ο καιρός ανέβαζε λιγάκι αέρα ή όταν ένα βαπόρι έμπαινε στο λιμάνι του Πειραιά, τεράστια κύματα κατέφθαναν ειδικά στο Σκαφάκι, προκαλώντας ακόμη περισσότερο φωνές ενθουσιασμού των μικρών κολυμβητών. Οι πιο παράτολμοι πάντα έβρισκαν ένα σημείο ψηλότερο από όλα τα υπόλοιπα για να πηδήξουν στη θάλασσα. Είτε στην Πειραϊκή, είτε στα Βοτσαλάκια στην Καστέλλα, τέτοια σημεία επίδειξης γενναιότητας αφθονούσαν. Και σχεδόν ταυτόχρονα με το σάλτο μια φωνή ακουγόταν δυνατά να λέει «να δεις ξύλο που θα φας παλιόπαιδο. Θα στις βρέξω μόλις σε πιάσω στα χέρια μου!» απειλή που όμως κι αν ακόμα συνέβαινε, ελάχιστα σήμαινε για τον τολμηρό βουτηχτή αφού η εντύπωση που προκαλούσε στα κορίτσια απέναντι, ήταν πολλαπλάσια του ξύλου που ενδεχομένως να έτρωγε. 



Και οι άνδρες οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, χαίρονταν με τα γέλια των εγγονών τους και τις φωνές των παιδιών τους και ένιωθαν ευτυχισμένοι που κι αυτά χαίρονταν τη θάλασσα του Πειραιά, όπως στο παρελθόν την είχαν χαρεί ως παιδιά και οι ίδιοι.  Τα Καλοκαίρια για άλλους Πειραιώτες ταυτίστηκαν με τις καμπίνες του Κράκαρη στον όρμο της Φρεαττύδας ή με τα λουτρά του Αδαμόπουλου στην Καστέλλα, όπου γινόταν πραγματικός συνωστισμός. Τα λιγοστά τραπέζια που απλώνονταν κατά μήκος της μικρής ακόμα παραλίας γίνονταν ανάρπαστα. Οι Πειραιώτες όμως γενικώς δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να βουτήξουν όπου επιθυμούσαν, ακόμα και μέσα στο Τουρκολίμανο, όπου κολυμπώντας περνούσαν έξω από τον Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος και τραβούσαν να συναντήσουν τους κολυμβητές του Αδαμόπουλου. Η μοναδική λέξη που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει μια τυπική καλοκαιρινή εικόνα των ακτών του Πειραιά είναι η κοσμοσυρροή!


Φρεαττύδα με τις "μπανιέρες του Κράκαρη"


Παραλία Νέου Φαλήρου

Παραλία Καστέλλας 1954
Κοσμοσυρροή στην παραλία Νέου Φαλήρου
Ακόμα και στην αθέατη πλευρά της μικρής αρχαίας νησίδας Σταλίδας (Παρασκευά ή Κουμουνδούρου) συναντούσες κόσμο, καθώς εκεί βλέπονταν οι ερωτευμένοι που κολυμπώντας από διαφορετικές κατευθύνσεις, έβλεπαν ο ένας τον άλλο, για μερικά έστω λεπτά, αθέατοι από τους πολλούς, και να προετοιμάσουν την επόμενη «τυχαία» συνάντησή τους, που θα γινόταν το απόγευμα της ίδιας μέρας, κατά την διάρκεια του απογευματινού σεργιανίσματος στο Πασαλιμάνι.


Δεκαετία 1950. Κοντινό πλάνο της παραλίας Αδαμόπουλου, ονομασία που έλαβε από την ομώνυμη ταβέρνα που τα καλοκαίρια "άπλωνε" τραπεζάκια κατά μήκος της. 


Μεσημέρι επιστροφή με κυριολεκτική αναρρίχηση πάνω στους βράχους της Πειραϊκής και τα απομεινάρια των τειχών του Κόνωνος, αφού ξυλόσκαλες ανόδου ή καθόδου δεν υπήρχαν ακόμη. Αλλά και μετά τους βράχους ακολουθούσε άλλου είδους ανάβαση, στις απότομες ανηφόρες των δρόμων, με το αρχαίο χώμα από τη βάση των τειχών, να κολλάει πάνω στα βρεγμένα πέδιλα και να τα κάνει να γλιστρούν ακόμη περισσότερο. Τα πειραϊκά καλοκαίρια εκτός από την αίσθηση της θάλασσας διέθεταν χρώματα και ήχους. Μοναδικά τα θεσπέσια ηλιοβασιλέματα που συνόδευαν τα σεργιάνια της ακτής. Οι απογευματινές βόλτες οι πλημμυρισμένες από ουράνια χρώματα! Κόκκινο, μπλε, κίτρινο, πορτοκαλί, τα χρώματα του ουρανού που τροφοδοτεί ο ηλιακός δίσκος τους ανθρώπους όταν βουτάει πίσω από τη Σαλαμίνα. Αλλά και ήχοι! Της θαλασσινής ηρεμίας να κυριαρχεί στις περισσότερες γειτονιές του Πειραιά, καθώς τα αυτοκίνητα ελάχιστα ακόμα, δεν κυριαρχούσαν παντού εκτοπίζοντας τους ανθρώπους. Μόνο κάποια μπουρού από πλοίο του λιμανιού ακουγόταν που σήμαινε κάποια μανούβρα, κάποια αναχώρηση, κάποια στροφή δεξιά ή αριστερά μέσα στο λιμάνι. Απόκοσμη πνοή ήχου έφτανε στη γειτονιά από το πολύβουο λιμάνι. Τέλεια αντίθεση ανάμεσα στον εργατόκοσμο του λιμανιού που εργαζόταν στο λιοπύρι από τα ξημερώματα με τις κοντινές γειτονιές του Πειραιά, όπου ο μόχθος στα παιδικά τουλάχιστον μάτια ήταν άγνωστος, όπως άγνωστα ήταν ακόμα και τα άγχη, τα νεύρα και όλες εκείνες οι «ασθένειες» που γεννά η εξελικτική πορεία του ανθρώπου, όχι προς τα εμπρός, αλλά προς τα άνω δημιουργώντας έτσι μια ανηφοριά, όμοια με εκείνη που ανεβαίναμε παιδιά με βρεγμένα τα πόδια και τα πέδιλα να γλιστρούν.
   
Κανένας, μα κανένας Πειραιώτης, δεν θα άλλαζε τότε τον Πειραιά μας με καμία «αριστοκρατική» συνοικία έξω από αυτόν και με κανένα προάστιο από το οποίο αντικρίζεις τη θάλασσα με το κανοκιάλι! Δυστυχώς ελάχιστα απέμειναν από τον Πειραιά των χρόνων εκείνων. Στο όνομα του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης οι αναμνήσεις θάφτηκαν. Η νέα εποχή που ανέτειλε δεν άφησε χώρο για απογευματινά σεργιάνια και για ανέμελες βουτιές στην Πειραϊκή. Για αυτό και όλες οι θύμισες, όλες οι περιγραφές ενός Πειραιά, που υπάρχει πια μόνο στις αναμνήσεις, περιγράφεται σε μια λέξη και μόνο: Νοσταλγία.     


Η Έπαυλη Μαυρομιχάλη στην Καστέλλα ως Σχολή Εμποροπλοιάρχων Ύδρας και άλλων σχολών του Λιμενικού Σώματος.


Στα αριστερά η Έπαυλη Οριγώνη ενώ στα δεξιά ακολουθούν οι εγκαταστάσεις της Έπαυλης Μαυρομιχάλη οι οποίες βρέχονται στην κυριολεξία από τη θάλασσα, καθώς τότε ακόμα δεν είχε επιχωματωθεί η περιοχή, ώστε να δημιουργηθεί η παραλία που σήμερα υπάρχει. Άνδρες του Λιμενικού εκπαιδεύονται με λέμβους, κάποιες από τις οποίες βρίσκονται τραβηγμένες στην υπήνεμη πλευρά του μικρού νησιού της Σταλίδας (Κουμουνδούρου). 


του Στέφανου Μίλεση

Δίπλα στην Έπαυλη Οριγώνη στην Καστέλλα, στην οδό Καραγεώργη Σερβίας βρισκόταν η επίσης ιστορική Έπαυλη Μαυρομιχάλη. Η συγκεκριμένη περιοχή είναι γεγονός ότι περιλαμβάνει μεγάλο και σημαντικό, αλλά ανεξερεύνητο μέρος της σύγχρονης ιστορίας της πόλης. Η περίοδος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε ιδιαιτέρως ταραγμένη ειδικά για τον Πειραιά όπου το λιμάνι του είχε καταστραφεί και η πόλη είχε υποστεί σημαντική απώλεια των υποδομών της. 

Σημαντικά γεγονότα διαδραματίζονταν το ένα ύστερα από το άλλο, ωστόσο εξαιτίας των περιστάσεων δεν υπήρχε "χώρος" για καταγραφή και διάσωση ιστορικής μνήμης, σε επίπεδο τοπικής ιστορίας. Οι πληροφορίες που καταγράφηκαν και διασώθηκαν, για το ρόλο που διαδραμάτισε η Έπαυλη Μαυρομιχάλη αλλά και άλλες περιοχές του Πειραιά την μεταπολεμική περίοδο, είναι ελάχιστες. Εντύπωση προξενεί το γεγονός της διάσωσης σειράς "αστικών μύθων" σχετιζομένων με τις εγκαταστάσεις της Έπαυλης Μαυρομιχάλη, σε αντίθεση με το σπουδαίο ρόλο που διαδραμάτισε μεταπολεμικά, για τον οποίο ελάχιστα διασώθηκαν. 

Είναι γνωστό πως εκείνος που παρουσιάζει για πρώτη φορά μια ιστορία, αναδεικνύοντας γεγονότα που μέχρι τότε ήταν θαμμένα, αναλαμβάνει το δυσκολότερο ρόλο, καθώς οι επόμενοι πατώντας πλέον πάνω στις δικές του πληροφορίες μπορούν να κατευθύνουν την έρευνά τους καλύτερα. Όμως από την πρώτη μέρα μέχρι και σήμερα επιδίωξη αυτού του ιστολογίου ήταν και είναι η παρουσίαση "πρώτων ιστοριών".    

Είχα αναφέρει και παλαιότερα ότι στο συγκρότημα των οικοδομημάτων που περιελάμβανε όλη η έκταση της Έπαυλης Μαυρομιχάλη, είχε αφήσει την τελευταία του πνοή το 1914 ο Γαριβαλδινός Αλέξανδρος Ρώμας. Συγκεκριμένα ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης στις 7 Μαΐου του 1914, φιλοξένησε στην έπαυλή του το ήρωα και κουνιάδο του, για να αναρρώσει ύστερα από βαρύ πυρετό που παρουσίασε. Όμως η συμμετοχή του σε πολέμους και στις πορείες είχαν αδυνατίσει την καρδιά του κι έτσι άφησε την τελευταία του πνοή στις 10 Ιουλίου του 1914 στην Έπαυλη της Καστέλλας. Από αυτήν στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο σπίτι του στην Αθήνα και εν συνεχεία στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Ζάκυνθο.

Ωστόσο η ιστορία της Έπαυλης Μαυρομιχάλη δεν σταματά το 1914, καθώς τριάντα χρόνια αργότερα οι εγκαταστάσεις αυτές κρίνονται ως κατάλληλες για να φιλοξενήσουν όχι μια, αλλά τρεις σχολές διαδοχικά! Οι εγκαταστάσεις της Έπαυλης δεν καταλάμβαναν τότε τη σημερινή έκταση, αλλά έφταναν να γειτνιάζουν μέχρι το Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος. 

Η πρώτη και η πλέον ιστορική σχολή που φιλοξενήθηκε στην Έπαυλη Μαυρομιχάλη, ήταν η Ναυτική της Ύδρας Σχολή, η λειτουργία της οποίας είχε ξεκινήσει από το 1749 και αποτέλεσε την πρώτη σχολή παγκοσμίως που δημιουργήθηκε με αποστολή την εκπαίδευση των Υδραίων στη ναυτική τέχνη. 
Ιταλοί και Πορτογάλοι ναυτικοί ήταν οι πρώτοι διδάσκοντες στη σχολή αυτή, η οποία βρισκόταν υπό την επίβλεψη της Δημογεροντίας του νησιού της Ύδρας. Το 1930 η σχολή έγινε δημόσια και έφερε την επωνυμία «Ναυτική της Ύδρας Σχολή»

Με την είσοδο των δυνάμεων κατοχής στην Ύδρα, οι Ιταλοί κατέλαβαν το κτήριο που μέχρι τότε στέγαζε τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων, προκειμένου να εγκαταστήσουν σε αυτό την διοίκησή τους. Η Σχολή της Ύδρας αφού μεταφέρθηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην Αθήνα, γρήγορα όμως αναζήτησε κτήρια παραθαλάσσια που να μπορούν να εκπληρώνουν την αποστολή εκπαίδευσης ναυτικών σπουδαστών. Καθώς οι περισσότερες εγκαταστάσεις στο λιμάνι του Πειραιά είχαν αποτελέσει στόχο βομβαρδισμών αλλά και λεηλασίας, κατά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, δεν ήταν εύκολο να βρεθεί κατάλληλο κτήριο. Ύστερα από μια περίοδο αναζήτησης η Σχολή Εμποροπλοιάρχων Ύδρας εγκαταστάθηκε στην Έπαυλη Μαυρομιχάλη στην Καστέλλα. Μόνο κτήρια που βρίσκονταν μακριά από το λιμάνι και από βιομηχανικούς στόχους είχαν παραμείνει στον Πειραιά άθικτα. Έτσι βρέθηκαν οι εγκαταστάσεις της Καστέλλας που απομακρυσμένες από το κεντρικό λιμάνι του Πειραιά. Τα κτήρια που επιλέχθηκαν να στεγάσουν την αρχαιότερη σχολή εμποροπλοιάρχων στον κόσμο, ήταν βεβαίως παλαιά και ακατάλληλα. Από την άλλη όμως η τοποθεσία τους ήταν προνομιούχος. 

Οι εγκαταστάσεις της Σχολής Εμποροπλοιάρχων Ύδρας στην Καστέλλα ήταν εγκαταστημένες σε προνομιούχο θέση, πίσω από το νησάκι της Σταλίδας, ανάμεσα στην Έπαυλη Οριγώνη (Μουτούση) και στο Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος.


Οι εγκαταστάσεις της Καστέλλας, στην οδό Καραγιώργη Σερβίας, εξυπηρετούσαν, διότι προς την πλευρά της Έπαυλης Οριγώνη (Μουτούση), αποτελούνταν από πολλά και διαφορετικά οικήματα που θα μπορούσαν να αναλάβουν διαφορετικό ρόλο στη λειτουργία μιας σχολής, ενώ προς την αντίθετη πλευρά δέσποζε στα ψηλά ένα πανέμορφο μεγάλο οικοδόμημα το οποίο χρησίμευε ως το κεντρικό κτήριο της σχολής (σπουδαστήρια - Διοικητήριο).

Η μια πλευρά της έκτασης, είχε διέξοδο απευθείας στη θάλασσα, σημαντικό πλεονέκτημα για μια σχολή εμποροπλοιάρχων. Η πρόσοψη επίσης του κεντρικού κτηρίου της σχολής ήταν στραμμένη προς τη θάλασσα ενώ ο τοίχος που την οριοθετούσε ήταν θεμελιωμένος μέσα σε αυτήν.
Οι διδάσκοντες διαμαρτύρονταν μάλιστα ότι όταν φυσούσε δυνατά τα  κύματα του Σαρωνικού έμπαιναν μέσα στις αίθουσες παραδόσεων! 




Οι Σχολές Ύδρας παρέμειναν στην Καστέλλα μέχρι την 1η Νοεμβρίου του 1949 για χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών. Εκτός από τα θεωρητικά μαθήματα διδάσκονταν και τη ναυτική τέχνη. Μάθαιναν να δένουν σχοινιά, να κατραμώνουν σπάγκους κ.α. 
Μέρος των εγκαταστάσεων του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος είχαν παραχωρηθεί για τις ανάγκες της σχολής Εμποροπλοιάρχων Ύδρας όπως το Λεμβαρχείο όπου υπήρχαν αραγμένες 2,3 δεκαοκτάκωποι λέμβοι. Με αυτές εκ περιτροπής οι δόκιμοι ασκούνταν στην κωπηλασία ενώ στη διάθεσή τους υπήρχε και το πετρελαιοκίνητο ιστιοφόρο της Σχολή το «Ηλέκτρα», επί του οποίου εκπαιδεύονταν στη χρήση ιστίων και πηδαλίου με συχνές βόλτες στο Σαρωνικό. Το «Ηλέκτρα» είχε διατεθεί στη Σχολή από τον Δεκέμβριο του 1944 και ήταν κατασχεμένο πλοίο.

Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος υποστήριξης που διαδραμάτισε ο Ναυτικός Όμιλος Ελλάδος, καθώς εκτός της παραχώρησης χρήσης του λεμβαρχείου του, και ο προαύλιος χώρος του είχε παραχωρηθεί για τη συγκέντρωση των εκπαιδευομένων καθώς η Έπαυλη Μαυρομιχάλη στερείτο ανάλογης έκτασης. Η συγκέντρωση των δοκίμων εμποροπλοιάρχων αλλά και των άλλων εκπαιδευομένων, για τους οποίους θα αναφερθούμε στη συνέχεια, γινόταν στον προαύλιο χώρο του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος. Το μικρό νησάκι της Σταλίδας (Κουμουνδούρου), αποτελούσε πρόχειρο λεμβαρχείο καθώς πολλές από τις λέμβους της σχολής ανασύρονταν και έμεναν για προστασία στην μικρή λωρίδα γης που υπήρχε, στην υπήνεμη πλευρά του. 

Όταν αποφασίστηκε το 1949 η Σχολή Εμποροπλοιάρχων Ύδρας να μεταφερθεί ξανά πίσω στο νησί, η εφημερίδα "Εμπρός" (φ. 10.7.1949) δημοσιεύει επιστολή διαμαρτυρίας σύμφωνα με την οποία "θα στερηθεί η σχολή λαμπρών καθηγητών καθώς ο μικρός μισθός δεν αποτελεί κίνητρο για την εγκατάσταση στην Ύδρα, θα στερηθούν οι μαθητές την εμπειρία που αποκτούν από την τα πολλά ατμόπλοια που υπάρχουν καθημερινώς στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ τέλος οι μαθητές κατά την διάρκεια του χειμώνα θα αποκλείονται στο νησί για μεγάλα χρονικά διαστήματα". Και ο αποστολέας της διαμαρτυρίας που υπογράφει με το όνομα "ναυτικός" κλείνει γράφοντας "Η μεταφορά της άριστα ήδη λειτουργούσης σχολής από τον Πειραιά εις άλλο μέρος, σημαίνει διάλυσιν αυτής"




Εκτός όμως από την ιστορική Σχολή Εμποροπλοιάρχων Ύδρας, στις ίδιες εγκαταστάσεις φαίνεται να εκπαιδεύεται και η πρώτη μεταπολεμική σειρά Λιμενοφυλάκων η κατάταξη της οποίας έγινε το 1946. Οι λιμενοφύλακες κατά την διάρκεια της εκπαίδευσής τους λόγω έλλειψης χώρου εντός της σχολής, για το μάθημα της γυμναστικής εξέρχονται των οικημάτων και έτρεχαν σε παράταξη στους δρόμους της Καστέλλας και στον όρμο του Τουρκολίμανου. 

1946 - Πρόσκληση προς κατάταξη εφέδρων Λιμενοφυλάκων στις εγκαταστάσεις της Καστέλλας. Αναμονή κατά μήκος που μαντρότοιχου που μέχρι σήμερα υφίσταται.

(Φωτογραφίες πάνω και κάτω)
Ορκωμοσία πρώτης σειράς Λιμενοφυλάκων το 1946. Η ορκωμοσία λαμβάνει χώρα στην Καστέλλα στον προαύλιο χώρο του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος. Στην φωτογραφία πάνω, πίσω από τους Λιμενοφύλακες διακρίνεται η νήσος Σταλίδα (Κουμουνδούρου).

Το 1951 το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας έλαβε απόφαση δημιουργίας ανεξάρτητης Σχολής Λιμενικών Δοκίμων. Η σχολή αυτή λειτούργησε επίσης στην Έπαυλη Μαυρομιχάλη στην Καστέλλα. Διοικητής της Σχολής ήταν ο Αντιπλοίαρχος Λ.Σ. Παν. Παγώνης και η πρώτοι επτά δόκιμοι που αποφοίτησαν από τη Σχολή της Καστέλλας και ονομάσθηκαν Σημαιοφόροι Λ.Σ. ήταν οι: Τσούρης Γ., Πουλάκης Θ., Χαραμαντάς Θ., Τούλιος Ε., Βασιλόπουλος Η., Φρόνιμος Ε. και Κωνσταντόπουλος Γ. 
Κατά συνέπεια η πρώτη αποφοίτηση αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος σε ανεξάρτητη σχολή Λιμενικών Δοκίμων σημειώθηκε στην Έπαυλη Μαυρομιχάλη.

Τον Οκτώβριο του 1952 στη Σχολή Λιμενικών Δοκίμων Καστέλλας κατατάχθηκαν ακόμα οκτώ δόκιμοι που ονομάστηκαν Σημαιοφόροι στις 7 Ιανουαρίου του 1954. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1953 η Σχολή Λιμενικών Δοκίμων στην Καστέλλα φιλοξένησε ακόμα μια σειρά (την τρίτη) αποτελούμενη από 7 Δοκίμους που ονομάστηκαν Σημαιοφόροι Λ.Σ. στις 5 Ιανουαρίου του 1955. Η σειρά αυτή ήταν και η τελευταία που στεγάστηκε στα κτήρια της Σχολής στην Καστέλλα. Μετά την επιστροφή τους από το εκπαιδευτικό ταξίδι η Σχολή Λιμενικών Δοκίμων μεταστεγάστηκε στο Κ.Ε.Λ.Σ. "Γ. Κωτούλας" στον Ασπρόπυργο.  

Η Δεύτερη σειρά της Σχολής Λιμενικών Δοκίμων (8 Λιμενικοί Δόκιμοι). Μετά την αποφοίτησή τους ακολούθησε εκπαιδευτικό ταξίδι με το πλοίο "Ελληνικό Ουρανός" σε λιμάνια των Η.Π.Α.


Στις 6 Φεβρουαρίου του 1952 είχε στεγαστεί τέλος στις εγκαταστάσεις της Καστέλλας και η Σχολή Δοκίμων Υπαξιωματικών Λ.Σ. με σαράντα (40) δόκιμους υπαξιωματικούς. 

Τα κτήρια της Έπαυλης Μαυρομιχάλη όλη την μεταπολεμική περίοδο, βρίσκονταν υπό ενοικίαση από το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας έως τα τέλη του 1955. Καθώς όμως ήδη την εποχή εκείνη τα κτήρια ήταν αφενός παλαιά, αφετέρου ανήκαν σε ιδιώτη (την Έπαυλη εκμεταλλευόταν τότε γυναίκα, απόγονος της οικογενείας Μαυρομιχάλη), λύθηκε η μίσθωση, με τα οικοδομήματα να παραμένουν για πολλά χρόνια εγκαταλειμμένα διατηρώντας έντονα στους περίοικους τις αναμνήσεις από τη ζωή των δοκίμων εμποροπλοιάρχων, λιμενοφυλάκων, υπαξιωματικών και αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος. Το τρέξιμο κατά συστοιχίες στους δρόμους της Καστέλλας, η γυμναστική, τα παραγγέλματα, η έπαρση και η υποστολή Σημαίας ακούστηκαν για τελευταία φορά το 1955. 

Γυμναστική στους δρόμους της Καστέλλας 1946


Σήμερα τίποτα δεν έχει απομείνει που να θυμίζει το παρελθόν της Έπαυλης και της ιστορικής σημασίας που διαδραμάτισε μεταπολεμικά στο χώρο της ναυτικής εκπαίδευσης. Η Έπαυλη Μαυρομιχάλη είχε την τύχη να φιλοξενήσει:
- την αρχαιότερη στον κόσμο σχολή εμποροπλοιάρχων, τη σχολή της Ύδρας 
- χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο εκπαίδευσης της πρώτης σειράς Λιμενοφυλάκων της Μεταπολεμικής εποχής (1946) 
- της πρώτης ανεξάρτητης Σχολής Λιμενικών Δοκίμων (1951)
- και τέλος χρησιμοποιήθηκε και ως Σχολή Δοκίμων Υπαξιωματικών του Λ.Σ. με 40 δόκιμους υπαξιωματικούς (1952). 

Τέσσερις διαφορετικές σχολές λειτούργησαν στις εγκαταστάσεις της Καστέλλας κάνοντας τον Πειραιά στα δύσκολα εκείνα χρόνια κέντρο Ναυτικής εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό της σημασίας της νέας ρότας που έθεσε για τη σημασία του Πειραιά η Έπαυλη Μαυρομιχάλη, αποτελεί το γεγονός ότι το 1954 η κυβέρνηση Παπάγου αποφάσισε τη μεταφορά των υπηρεσιών του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.) στον Πειραιά. Το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας που μέχρι τότε στεγαζόταν στην Αθήνα στην οδό Κολοκοτρώνη 11, μεταφέρθηκε (η μεταφορά αυτή διήρκεσε από το Σεπτέμβριο του 1954 έως τον Ιανουάριο του 1955) στο ανεγειρόμενο τότε μέγαρο του Ταμείου Πρόνοιας Αξιωματικών Ε.Ν. στο Πασαλιμάνι. 


Το 1954 όπως είπαμε κατέβηκε στον Πειραιά και το ΝΑΤ στο μέγαρο των λεωφόρων Γεωργίου Α' και Εθνικής Αντιστάσεως πίσω τότε από το "Ρολόι" του Πειραιά. Ίσως τίποτα από αυτά να μην είχε γίνει αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι εγκαταστάσεις της Έπαυλης Μαυρομιχάλη στην Καστέλλα αναλαμβάνοντας το δύσκολο έργο της εκπαίδευσης στη ναυτική τέχνη των δεκάδων εκατοντάδων σπουδαστών που διήλθαν από αυτήν. 

Στις φωτογραφίες που ακολουθούν μπορείτε να δείτε ό,τι έχει απομείνει από τις εγκαταστάσεις της Έπαυλης Μαυρομιχάλη καθώς και τη μεταβολή του περιβάλλοντος εξαιτίας των επιχωματώσεων. 











Διαβάστε σχετικά:

Έπαυλη Οριγώνη



Πηγές:

Ιστορία του Λιμενικού Σώματος, Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Λιμενικού Σώματος, 1999
Εφημερίδες εποχής από Βουλή των Ελλήνων και από ψηφιακή βιβλιοθήκη εφημερίδων και περιοδικού τύπου Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.
Εφημερίδα "Εμπρός", φ. 10 Απριλίου 1949, "Πώς εκπαιδεύονται οι Κυβερνήται" του Παντελή Καψή, σελ. 3.


Η δεύτερη τριήρης από τον Πειραιά. Ο άθλος του πλοίου της σωτηρίας





του Στέφανου Μίλεση

Την άνοιξη του 430 π.Χ. ένα είδος εξανθηματικής ασθένειας, ο λοιμός, εμφανίζεται στον Πειραιά. Προηγούμενα είχε παρουσιαστεί στην Αιθιοπία, όπου διαμέσου της Αιγύπτου και της Λιβύης έφτασε προφανώς με κάποιο πλοίο και στον Πειραιά. Ο λοιμός βρήκε τους Αθηναίους έγκλειστους μέσα στα τείχη της πόλης, καθώς ο Πελοποννησιακός πόλεμος διένυε ήδη τη δεύτερη χρονιά, με τον Βασιλιά Αρχίδαμο να έχει εισβάλλει στην Αττική γη. 

Η συγκέντρωση μεγάλου πλήθους ανθρώπων σε περιορισμένο χώρο (εντός των τειχών) συνετέλεσε στη γρήγορη εξάπλωση της νόσου. Οι ιατροί της εποχής αδυνατούσαν να προσφέρουν βοήθεια, καθώς πρώτη φορά καλούνταν να αντιμετωπίσουν μια άγνωστη μέχρι τότε ασθένεια. Τότε ήταν που εμφανίστηκε από την Κω ο ιατρός Ιπποκράτης, ο οποίος παρατήρησε ότι οι σιδηρουργοί ήταν οι μόνοι που δεν είχαν μεγάλες απώλειες από την μεταδοτική ασθένεια. Έτσι συνέστησε την απολύμανση «δια της φωτιάς» προς αντιμετώπισή της. Η Αθήνα είχε μεταβληθεί σε ένα απέραντο στρατόπεδο θανάτου, με χιλιάδες ανθρώπους να πεθαίνουν στους δρόμους δίπλα σε δημόσιες βρύσες, σε μια απεγνωσμένη προσπάθειά τους να σβήσουν την ακατάσχετη δίψα, σύμπτωμα της ασθένειας, που προκαλούσε την αίσθηση ότι καίγονταν τα σωθικά τους. 

Καθώς λοιπόν ο κόσμος ένιωθε ότι σωτηρία δεν υπήρχε, παρατηρήθηκε γενική χαλάρωση των ηθών. Οι ζωντανοί στράφηκαν προς τις ηδονές και τις άλλες απολαύσεις. Όλοι κοιτούσαν να ζήσουν τις μέρες που τους απέμεναν αδιαφορώντας για την ηθική, τους νόμους ή τον ανθρωπισμό. Η νόσος προκάλεσε το θάνατο ακόμα και του Περικλή, αφού προηγούμενα είχε χτυπήσει αλύπητα την οικογένειά του. Έτσι στις δύσκολες εκείνες στιγμές χάθηκε μια σπουδαία φωνή σύνεσης και νηφαλιότητας. Ο λαός έμεινε ευάλωτος να διαφεντεύεται από σοφιστές ενώ κυριαρχούσε στην αγορά η ρητορική μίσους. Οι μέρες ήταν πονηρές! Οι άνθρωποι λάμβαναν βιαστικές αποφάσεις, ενεργούσαν κάτω από την πίεση της εσχατολογίας και της εκδίκησης. 

Κάτω από τέτοιες συνθήκες έφτασε στην Αθήνα η είδηση της αποστασίας της Μυτιλήνης. Οι Μυτιληνιοί είχαν προσπαθήσει και παλαιότερα να αποκόψουν την εξάρτησή τους από τους Αθηναίους αλλά είχαν αποτύχει. Τώρα όμως βλέποντας τους Αθηναίους να πολιορκούνται και το λοιμό να τους αποδεκατίζει, θεώρησαν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να αποστατήσουν και να ενώσουν όλες τις πόλεις της Λέσβου υπό την κυριαρχία τους. Τότε οι Αθηναίοι έστειλαν στόλο για να καταστείλει με τη βία την αποστασία. Οι Μυτιληνιοί οχυρώθηκαν στα τείχη τους, αναμένοντας βοήθεια από τους Πελοποννησίους. Όμως ο κραταιός αθηναϊκός στόλος αποτελούμενος την εποχή εκείνη από διακόσιες πενήντα τριήρεις κυριαρχεί στις θάλασσες. Οι Μυτιληνιοί από τη μια δεν βλέπουν να εμφανίζεται ο στόλος των Πελοποννησίων, ενώ από την άλλη οι μέρες περνούν με αποτέλεσμα να εξαντληθούν τα αποθέματα του σταριού που εξασφάλιζαν τη σίτισή τους. Υπό το κράτος της απελπισίας παραδίδονται στον Στρατηγό των Αθηναίων Πάχη, ελπίζοντας σε μια ήπια μεταχείριση. Από την πλευρά του ο Στρατηγός αφού στέλνει χίλιους άνδρες των Μυτιληναίων στην Αθήνα (αυτοί θεωρήθηκαν οι πρωταίτιοι), παραμένει ο ίδιος στο νησί αναμένοντας οδηγίες. Στο μεταξύ οι Αθηναίοι βρίσκονται σε παροξυσμό. Ευάλωτοι στους δημαγωγούς, ξενυχτούν, πίνουν και διασκεδάζουν αναμένοντας τη μετάδοση της θανατηφόρας ασθένειας. Νιώθουν ότι ο χρόνος τους συντομεύει και μαζί με αυτόν λιγοστεύει και κάθε στοιχείο ανθρωπισμού. Με ψήφισμα αποφασίζουν όχι μόνο να θανατώσουν τους χίλιους αιχμαλώτους από τη Μυτιλήνη, αλλά να φονεύσουν και όλους τους εφήβους και να εξανδραποδίσουν τις γυναίκες και τα παιδιά. Διατάσσουν μια τριήρη να αποπλεύσει από τον Πειραιά για τη Μυτιλήνη  με αποστολή τη μεταφορά της διαταγής. Μόλις η τριήρης αναχώρησε από τον Πειραιά, για να μεταφέρει το σκληρό μήνυμα θανάτωσης των Μυτιληναίων, οι Αθηναίοι άρχισαν να σκέφτονται εκ νέου την τρομερή απόφαση που είχαν λάβει. 



Την επόμενη κιόλας ημέρα συγκεντρώθηκαν για δεύτερη φορά στην Εκκλησία του Δήμου όπου οι αντίθετοι στις απόψεις Κλέωνας και Διόδοτος λογομάχησαν μεταξύ τους. Ο δημαγωγός Κλέωνας υποστήριξε ότι η ποινή που επιβλήθηκε, έπρεπε να ισχύσει και να μην μείνει ο λαός της Μυτιλήνης ατιμώρητος, διότι ενωμένος κι αυτός μετά των ολιγαρχικών στράφηκε εναντίον τους. Οι Αθηναίοι θα έπρεπε επίσης να ανησυχούν για την διατήρηση της ηγεμονίας τους και όχι για το καλό τους όνομα, για το αν δηλαδή θα τους χαρακτήριζαν σκληρούς ή απάνθρωπους. Στον αντίποδα αυτής της λογικής, υπήρχε ο ήρεμος λόγος του ρήτορα Διοδότου που έλεγε ότι όποιος ακολουθεί μια επιτήδεια πολιτική έναντι του εχθρού του είναι ισχυρότερος από το εκείνον που μεταχειρίζεται άστοχα τη βία. (Θουκυδίδης γ’ 48-1). 

Και οι Αθηναίοι ακούγοντας μια τον έναν και μια τον άλλο περιήλθαν σε αμηχανία και δεν ήξεραν τι να αποφασίσουν. Και όταν ήρθε η ώρα της ψηφοφορίας δια ανατάσεως των χεριών, σημειώθηκε σχεδόν ισοψηφία, αλλά υπερίσχυσε η γνώμη του Διοδότου. Έτσι αποφάσισαν να ανακαλέσουν το προηγούμενο ψήφισμά τους και να ματαιώσουν τη διαταγή της φρικτής σφαγής.  Δυστυχώς από την υπαναχώρηση της απόφασης των Αθηναίων δεν εξαιρέθηκαν οι χίλιοι Μυτιληνιοί αιχμάλωτοι οι οποίοι θανατώθηκαν. Τουλάχιστον θα γλίτωναν οι κάτοικοι της Μυτιλήνης.


Όμως ήδη μια τριήρης είχε αναχωρήσει από τον Πειραιά ως αγγελιαφόρος εξόντωσης μιας ολόκληρης πόλης και μάλιστα είχαν περάσει 24 ώρες από την αναχώρησή της. Πώς θα μπορούσε άραγε να μεταδοθεί έγκαιρα η αλλαγή απόφασης με τα τεχνικά μέσα εκείνης της εποχής; Αποφασίστηκε να αποπλεύσει μια δεύτερη τριήρης, η οποία θα κινείτο γρηγορότερα της πρώτης για να την προλάβει! Οι Πρεσβευτές της Μυτιλήνης στην Αθήνα, που προφανώς κατέβαλαν άοκνες προσπάθειες για να σώσουν την πόλη τους, κατέβηκαν στον Πειραιά όπου συνάντησαν τους κωπηλάτες της δεύτερης τριήρους και τους υποσχέθηκαν αμοιβή, εάν επιτύγχαναν να κωπηλατήσουν τόσο γρήγορα, ώστε να φτάσουν πριν από την πρώτη τριήρη που είχε αναχωρήσει πριν από ένα μερόνυχτο. Εφοδίασαν το πλήρωμα με άρτο, οίνο και λάδι. Και οι ναύτες ανταποκρινόμενοι κωπηλατούσαν αδιάκοπα, τρώγοντας το ψωμί βουτηγμένο στο λάδι και στο κρασί. Και καθώς είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες, η μια κοιμόταν όσο η άλλη κωπηλατούσε. Και συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό και η τύχη στην επίτευξη της αποστολής της δεύτερης τριήρους καθώς δεν φύσηξε αντίθετος άνεμος ή κυματισμός, ούτε προέκυψε κάποια αβαρία που θα μπορούσε να καθυστερήσει το ταξίδι της. Όμως και η πρώτη τριήρης δεν έφτασε στον προκαθορισμένο χρόνο, γεγονός που μας κάνει να πιστεύουμε ότι μάλλον οι κωπηλάτες της, γνώστες της τρομερής διαταγής που κόμιζαν, καθυστερούσαν την άφιξή τους ελπίζοντας ότι ίσως κάτι να αλλάξει. Ανέμεναν στην κυριολεξία ένα θαύμα. 



Και αυτό το θαύμα έγινε! Διότι μπορεί τελικώς η πρώτη τριήρης να έφτασε και πρώτη όπως είχε ξεκινήσει, ο χρόνος όμως που μεσολάβησε μέχρι την άφιξη της δεύτερης τριήρους ήταν μερικά μόνο λεπτά! Αυτή την πληροφορία μας την δίνει ο ίδιος ο Θουκυδίδης καθώς καταγράφει ότι ο χρόνος που μεσολάβησε ήταν «όση ώρα χρειάστηκε ο Πάχης να διαβάσει το ψήφισμα και να ετοιμαστεί να εκτελέσει την διαταγή» (Θουκ. Γ’49-4). Όση ώρα δηλαδή χρειάζεται κάποιος για να αναγνώσει κείμενο ενός σύντομου εγγράφου. Και η Μυτιλήνη σώθηκε για λίγο μόλις χρόνο! Το πλήρωμα της δεύτερης τριήρους είχε πετύχει το ακατόρθωτο. 

Οι άνδρες της ξεκίνησαν από τον Πειραιά με καθυστέρηση 24 ωρών, κι όμως κατόρθωσαν να αφιχθούν στο λιμάνι της Μυτιλήνης, λίγα μόλις λεπτά ύστερα από την έλευση της πρώτης τριήρους. Από μελετητές της αρχαίας ναυτικής τέχνης γνωρίζουμε ότι η μέγιστη ταχύτητα που επιτύγχαναν οι κωπηλάτες μιας τριήρους ήταν 8 - 10 ν. μ. τα οποία όμως προσέγγιζαν για σύντομο χρόνο (ταχύτητα εμβολισμού). Όμως το πλήρωμα της δεύτερης τριήρους όφειλε να εκτελέσει όλο το δρομολόγιο Πειραιάς – Μυτιλήνη με «ταχύτητα εμβολισμού» (πλήρης ταχύτητα) ώστε να «πιάσει» την προηγούμενη τριήρη που ανυποψίαστη θα ταξίδευε στη μισή ταχύτητα (παραγωγική). Σχετικές έρευνες που διεξήχθησαν στο Πανεπιστήμιο Λιντς (Μεγάλης Βρετανίας) (σχετική δημοσίευσης εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» φ. 12.2.2007 άρθρο Γ. Αγγελόπουλου), κατέγραψαν ότι οι Ερέτες της δεύτερης τριήρoυς για να καλύψουν την απόσταση Πειραιά – Μυτιλήνης που είναι 188 ν.μ., έπιασαν το μέγιστο των δυνατοτήτων ενός ανθρώπινου οργανισμού, και το διατήρησαν επί πολλές ώρες και όχι μόνο για κάποια λεπτά όπως είχαν εκπαιδευτεί να κάνουν στην πλεύση εμβολισμού. 



Το γεγονός δεν διέφυγε της προσοχής του περιοδικού  «Νew Scientist» (τεύχος 2590), που στο σε άρθρο του καταγράφεται ο τίτλος «When men were Gods» (Όταν οι άνδρες ήταν Θεοί).  Τέλος ο Θουκυδίδης δεν αναφέρεται ότι προηγήθηκε κάποια επιλογή των «Αρίστων Ερετών» για την δημιουργία μιας συγκεκριμένης ομάδας, αλλά απλώς καταγράφει «έστειλαν ένα δεύτερο καράβι». Από αυτό συμπεραίνουμε ότι και οι 42.500 στο σύνολό τους Ερέτες, που επάνδρωναν τα πλοία (170 Ερέτες ανά πλοίο Χ 250 τριήρεις) είχαν την ικανότητα να εκτελέσουν με την ίδια επιτυχία τον ίδιο άθλο! 
Η καταγραφή του επιτεύγματος της δεύτερης τριήρους και της σωτηρίας της Μυτιλήνης ίσως περνά απαρατήρητη μπροστά τα γεγονότα της αρχαίας μας ιστορίας που συναρπάζουν, ωστόσο σε κάθε περίπτωση καταγράφεται μια ακόμα εντυπωσιακή ιστορία με αφετηρία τον αρχαίο Πειραιά, αλλά και ένα επίτευγμα της φυσικής ικανότητας του ανθρώπου που έχει τεθεί ήδη προς μελέτη από τα πανεπιστήμια του εξωτερικού.-

Πηγές:
-Γ.Ν. Φιλάρετος, «Δύο τριήρεις αγγελιαφόροι από Πειραιώς εις Μυτιλήνην», ημερολόγιο Σκόκου του 1902. (Ανατύπωση εκ του τυπογραφείου Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1902).
- - Θουκυδίδη ιστορίαι γ’
- - «Ιστορία της Ελλάδος», Σπυρίδωνος Λάμπρου, Τόμος Β’, Εκδόσεις Πελεκάνος
- - «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος συγγραφείσα υπό του Άγγλου ΘΩΜΑ ΚΕΙΤΛΗ»,
-     Μετάφρασις Σπυρίδωνος Αντωνιάδου, Εν Αθήναις 1850.
- - «Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Περικλής – Φάβιος Μάξιμος», Εκδοτικός Οίκος Ι.Ν. Ζαχαρόπουλου, Αθήναι 1954.
- - Magazine «Νew Scientist», 10 Φεβρουαρίου 2007, τεύχος 2590, άρθρο με τίτλο «When men were Gods» by Stephanie Pain
- - Εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», φ. 12.2.2007, άρθρο Γεωργίου Αγγελόπουλου με τίτλο «Σούπερ Αθλητές στις Τριήρεις».
    

.