"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης. Ο στρατιώτης Δήμαρχος του Πειραιά

Ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης σε φωτογραφία του 1907


του Στέφανου Μίλεση

Ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης (1855 - 1935) υπήρξε ένα από τα τέσσερα μέλη της μεγάλης και ιστορικής βυζαντινής οικογενείας Σκυλίτση, που τροφοδότησε τον Πειραιά με δημάρχους από τη σύσταση του Δήμου το 1835 έως τις μέρες μας. 

Ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης διετέλεσε Δήμαρχος Πειραιά από το 1907 έως το 1914.

Πρώτος στη σειρά που διετέλεσε Δήμαρχος της οικογενείας αυτής υπήρξε ο θείος του Δημοσθένη, ο Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης την περίοδο 1841-1845 που επανεξελέγη την περίοδο 1848 - 1854. Ήταν Χιακής καταγωγής εγκατεστημένος στη Σμύρνη. Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και συνεργάτης του Αδαμάντιου Κοραή. Ανέλαβε τη Διεύθυνση των Σπετσών και εστάλη ως πληρεξούσιός της στην Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου το 1821. Υπήρξε μέλος της Επιτροπής για τη Ρυμοτομία του Πειραιά και οι Πειραιώτες ευχαριστήθηκαν τόσο πολύ ώστε τον εξέλεξαν Δήμαρχο ενώ με την δεύτερη επανεκλογή του, παρέμεινε συνολικά Δήμαρχος της πόλης για 14 χρόνια. Όταν διατάχθηκε με την απόβαση των Αγγλο-Γαλλικών στρατευμάτων να παραδώσει τα κλειδιά των σχολείων της πόλης για να εγκατασταθούν σε αυτά στρατιώτες, υπέβαλλε την παραίτησή του. 


Ακολούθησε στους δημαρχιακούς θώκους της πόλης ο ίδιος πατέρας του Δημοσθένη, ο Αριστείδης Σκυλίτσης (1883-1887). Επί των ημερών του οικοδομήθηκε το Δημοτικό Θέατρο, κατασκευάστηκαν τα κρηπιδώματα του Πασαλιμανιού από το Ρώσικο Νοσοκομείο έως την Πλατεία Αλεξάνδρας

Την παράδοση της οικογενείας συνέχισε ο ίδιος, ενώ στη συνέχεια τη σκυτάλη έλαβε ο ανιψιός του  Αριστείδης Σκυλίτσης που έγινε ο γνωστός δήμαρχος του Πειραιά την περίοδο της επταετίας. 
Για αυτό και για να είναι διακριτός στους ιστορικούς, ο πατέρας του Δημοσθένη, ο Αριστείδης Σκυλίτσης, από τον συνονόματο ανιψιό του, τον γνωστό Αριστείδη της επταετίας, ο πρώτος έλαβε τον προσδιορισμό "Πρεσβύτερος".

Παρότρυνση για ψήφο υπέρ του Δημοσθένη Ομηρίδη Σκυλίτση. 


Στο βιογραφικό των υποψηφίων Δημάρχων του Πειραιά, σπάνια συναντά κανείς πληροφορίες πέραν του έργου που ο κάθε ένας από αυτούς προσέφερε στην πόλη κατά το χρόνο της θητείας του. Ωστόσο το βιογραφικό του Δημοσθένη Ομηρίδη Σκυλίτση θα λέγαμε ότι διαφέρει καθώς περιλαμβάνει ιστορίες μαχών και πολέμων, άξιων επαίνων. 

Ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης υπήρξε πρώτα στρατιωτικός και έπειτα πολιτικός. Ως στρατιωτικός έλαβε μέρος σε νεαρά ηλικία στην κατάληψη της Θεσσαλίας το 1881 και σε μάχες διαμόρφωσης των συνόρων της το 1886. Σε εκείνες της μάχες βρέθηκε μάλιστα σε δυσχερέστατη θέση καθώς η πυροβολαρχία στην οποία υπηρετούσε βρέθηκε περικυκλωμένη και χάρη στην δική του ψυχραιμία κατάφερε να διασώσει τα πυροβόλα της. 

Στον πόλεμο του 1897 παρά το γεγονός ότι ήταν ήδη εκλεγμένος βουλευτής ζήτησε και έλαβε μέρος στις μάχες ως διοικητής πυροβολαρχίας όπου τραυματίσθηκε βαριά στη Μάχη του Βελεστίνου. Ήταν Λοχαγός του Πυροβολικού όταν βόμβα εξερράγη κοντά του και τον πλήγωσε στα πόδια. Μεταφέρθηκε σε ένα χωριό για ιατρική βοήθεια μεταφερόμενος πάνω σε ένα μουλάρι. 

Το 1906 προβιβάστηκε σε Ταγματάρχης, ενώ του απονέμεται ο αργυρός σταυρός των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος.  

Φυσικά δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912 - 1913 ως Διοικητής μοίρας Πυροβολικού παρότι την ίδια εκείνη περίοδο ήταν ήδη Δήμαρχος Πειραιά και διατελούσε εν αποστρατεία. 

Προσφιλείς μου Πειραιείς... Εν Πειραιεί 3 Ιουλίου 1907


Ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης ήταν πρωτίστως στρατιώτης! Ήταν ο μόνος στην ιστορία της πόλης που ενώ ήταν Δήμαρχος ζήτησε να στρατευτεί για να πολεμήσει. Άλλωστε το ίδιο είχε πράξει και στον πόλεμο του 1897 που ήταν εκλεγμένος Βουλευτής Αττικοβοιωτίας.

Είχε δε το χαρακτηριστικό να γίνει Δήμαρχος της πόλεως από την οποία αποφοίτησε ως Έυελπις. Διότι την εποχή που ο Δημοσθένης ήταν Έυελπις, η στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (Πολεμικόν Σχολείον) έδρευε τότε στον Πειραιά στην οδό Φίλωνος. Οι Ευέλπιδες τότε πήγαιναν για μαθήματα οπλοτεχνικής και γυμναστικής στους κήπους της Τερψιθέας. Ανάμεσά τους πρώτος και καλύτερος ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης. Όταν αποφοίτησε κατετάγη στο Πυροβολικό. 

Παρά το γεγονός ότι η ιστορική μνήμη έχει καταγράψει τον Δημοσθένη Ομηρίδη Σκυλίτση ως στρατιωτικό αλλά και ως Δήμαρχο του Πειραιά, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί ότι εκλέχθηκε Βουλευτής Αττικοβοιωτίας τρεις φορές, το 1896, το 1904 και το 1926, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ήταν Γερουσιαστής. 


Ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης σε φωτογραφία του 1932




Δήμαρχος Πειραιά ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης όπως αναφέραμε, διετέλεσε από το 1907 έως το 1914, έτος που ξεκίνησε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ανάμεσα στα έργα του συγκαταλέγεται το νοικοκύρεμα των οικονομικών του Δήμου, η περάτωση της εκκλησίας του Αγίου Βασιλείου αλλά κύρια η ασφαλτόστρωση για πρώτη πολλών κεντρικών δρόμων της πόλης. Επί των ημερών του ασφαλτοστρώθηκαν 65 χιλιάδες τ.μ. κεντρικών δρόμων συμπεριλαμβανομένων των οδών Σωκράτους, Φίλωνος, Κολοκοτρώνη κ.α.. Όταν παρέλαβε τον Δήμο από τον Παύλο Δαμαλά, τα οικονομικά ήταν άθλια και παρουσίαζαν έλλειμμα 900 χιλιάδων χρυσών δραχμών, ενώ τον παρέδωσε σε ανθηρά οικονομική κατάσταση.

Επί των ημερών του καθιερώνεται η ετήσια τέλεση μνημοσύνου υπέρ του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου ενώ παράλληλα αποφασίζεται να φιλοτεχνηθεί και να στηθεί στον Πειραιά ο ανδριάντας του τελευταίου Έλληνα Αυτοκράτορα.

Στις 9 Αυγούστου του 1916 ο Δημοσθένης χάνει την αγαπημένη σύζυγό του Μελπομένη Ομηρίδου. Οι Πειραιώτες συμπαραστέκονται στον Δήμαρχο στην τελετή κήδευσης στον Ι.Ν. Αγίας Τριάδας Πειραιώς. 

Όταν ο αδελφός του Δημοσθένη, ο Στέφανος Ομηρίδης Σκυλίτσης πέθανε, άφησε πίσω του ένα παιδί τον μικρό Αριστείδη που είχε γεννηθεί στο Νέο Φάληρο το 1907. Αυτό το παιδί το έλαβε υπό την προστασία του ο Δημοσθένης και το μεγάλωσε. Ήταν ο Αριστείδης Σκυλίτσης ο Δήμαρχος Πειραιά της περιόδου της επταετίας! 

Ο Δημοσθένης Ομηρίδης Σκυλίτσης υπήρξε υποψήφιος για το δημαρχιακό αξίωμα ως ανεξάρτητος, το 1932 χωρίς να έχει την υποστήριξη από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της εποχής τους Φιλελεύθερους του Ελευθερίου Βενιζέλου (με υποψήφιο τον Αθανάσιο Μιαούλη) και τους Λαϊκούς (με τον Σωτήριο Στρατήγη). 

Κεντρικό σύνθημά του ήταν ότι "οι Πειραιώτες δεν καλούνται να εκλέξουν τον Κυβερνήτη της χώρας, αλλά τον Δήμαρχο, ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με τη διακυβέρνηση του Κράτους". Δεν εξελέγη ενώ τη Δημαρχία κατέλαβε ο Αθανάσιος Μιαούλης των Φιλελευθέρων.       


Διαβάστε επίσης:


Πέτρος Ομηρίδης Σκυλίτσης. Η ζωή του και το έργο του


     

Κόνων. Ο θεμελιωτής των τειχών της πειραϊκής ακτής



του Στέφανου Μίλεση

Τα μεγαλύτερα και καλύτερα σωζόμενα μέχρι σήμερα τείχη του Πειραιά είναι τα τείχη της Πειραϊκής ακτής, γνωστά και ως Κονώνεια Τείχη. Πέρα από του ότι φέρουν το όνομα του ανδρός που τα ανήγειρε, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο Κόνωνας και η ιστορία του, μνημονεύεται ελάχιστα, και πολύ λίγα έχουν γραφεί για την προσωπικότητά του. Μια εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι δεν έδρασε την εποχή των ηρωικών και δοξασμένων Ελληνο-μηδικών πολέμων, αλλά στα σκοτεινά χρόνια του τρομερού Πελοποννησιακού πολέμου, που σήμανε την αρχή του τέλους για τον ελληνικό κόσμο, καθώς εξαντλημένος από τις κακουχίες και τα δεινά του εμφυλίου παρήκμαζε διαρκώς ακολουθώντας μια πτωτική πορεία και το χειρότερο εμπλέκοντας τους Πέρσες στα εσωτερικά της Ελλάδας.

Ο Κόνωνας αρχίζει να παίζει ουσιαστικό ρόλο στα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου όταν εμφανίζεται με το αξίωμα του Στρατηγού[1].

Ας δούμε όμως τα πράγματα πώς έχουν. Το 407 π.Χ. δύο στρατηγοί των Αθηναίων ορίζονται να αναμετρηθούν με τον Σπαρτιάτη Λύσανδρο. Ο ένας είναι ο Αλκιβιάδης και ο άλλος ο Θρασύβουλος. Όταν ο Λύσανδρος με τους Σπαρτιάτες του νικάει τον Αθηναϊκό στόλο, ο Θρασύβουλος είναι που ηττάται, ενώ ο Αλκιβιάδης την κρίσιμη εκείνη ώρα απουσιάζει και απομακρύνεται ως ακατάλληλος. Έτσι τη θέση ενός εκ των δέκα στρατηγών καταλαμβάνει ο Κόνωνας, που είναι ο μόνος που βρίσκεται στη Σάμο. Καλείται πλέον να διευθύνει τις τύχες των 115 πολεμικών πλοίων που έχει στη διάθεσή του με προσωρινό ναύσταθμο τη Σάμο. 

Τότε προβαίνει σε μια κίνηση που παραμένει μέχρι σήμερα στρατιωτικά αδικαιολόγητη. Στέλνει τα 40 καράβια προς παροπλισμό, ως ακατάλληλα πίσω στον Πειραιά. Μια πιθανή εξήγηση είναι η έλλειψη χρημάτων για την κίνηση και των 40 πολεμικών που παρόπλισε. Οι Σπαρτιάτες διαθέτουν την ίδια εποχή 140 πολεμικά. Ο Κόνων θέλοντας και μη, εμπλέκεται σε ναυμαχία μαζί τους στην οποία χάνει τα 30 από τα 40 καράβια ενώ με τα δέκα που του απομένουν βρίσκεται εγκλωβισμένος στη Μυτιλήνη. Η Αθήνα δε γνωρίζει τίποτα και έτσι κινδυνεύει και ο ίδιος να καταποντιστεί αβοήθητος και η πόλη αφού είναι απροστάτευτη. Πρέπει με κάθε θυσία να βρει τρόπο να την ειδοποιήσει. 

Επιλέγει τα δύο ταχύτερα καράβια από τα δέκα που του έχουν απομείνει και τους θέτει ως αποστολή να σπάσουν τον αποκλεισμό των Σπαρτιάτικων πλοίων και να καταπλεύσουν στον Πειραιά. Τα δύο καράβια πράγματι ξεκινούν ενώ πίσω τους κυνηγούν τα πλοία των Πελοποννησίων. Οι καλύτεροι ερέτες από τους νεώσοικους του Πειραιά και από την Ιπποδάμειο Αγορά επανδρώνουν το ένα από αυτά. Το ένα πλοίο τραβά δυτικά με εμφανή κίνηση προς τον Πειραιά, ενώ το άλλο βόρεια προς άγνωστη διεύθυνση. Οι Σπαρτιάτες επιλέγουν να κυνηγήσουν κύρια εκείνο που πάει δυτικά (δηλαδή προς Πειραιά) και πραγματικά ύστερα από ολοήμερη καταδίωξη το σταματούν. Ωστόσο το άλλο πλοίο ήταν εκείνο που διέθετε τους άριστους ερέτες. Ανεβαίνει προς τον Βορά ελεύθερο από τους διώκτες του και ύστερα μεταβάλλει τη ρότα του για νότο. Φτάνει στον Πειραιά όπου ανακοινώνει το μήνυμα του Κόνωνα.[2] 

Πανικός στην πόλη! Οι νεώσοικοι του Πειραιά είναι άδειοι από πλοία! Όχι όμως τελείως άδειοι. Υπάρχουν τα 40 πλοία τα «παροπλισμένα» που φυσικά δεν φτάνουν να αντιμετωπίσουν τους Σπαρτιάτες. Χρήματα δεν υπάρχουν και οι Αθηναίοι λιώνουν τα αναθήματα της Θεάς Αθηνάς που βρίσκονται στην Ακρόπολη. Με τα χρήματα που εξασφαλίζουν ξεκινούν τη ναυπήγηση κι άλλων νέων πολεμικών! Στα τρία λιμάνια του Πειραιά μόνιμοι και πρόχειροι ταρσανάδες παίρνουν στην κυριολεξία φωτιά. Η Αθηναϊκή δημοκρατία βρίσκεται χωρίς πλοία, η πόλη είναι απροστάτευτη. Και ξαφνικά εμφανίζονται 130 νέα καράβια! 

Αυτός ο νέος στόλος σπεύδει προς βοήθεια του αποκλεισμένου Κόνωνα. Συναντιέται με τον Σπαρτιάτικο στόλο στις Αργινούσες και τον καταστρέφει. Αντί περίλαμπρης νίκης και γιορτής όμως ακολουθούν εκτελέσεις! Εννιά Αθηναίοι στρατηγοί εκτελούνται καθώς δεν περισυνέλεξαν τους νεκρούς της ναυμαχίας. Ο δέκατος στρατηγός που σώζεται είναι ο Κόνωνας διότι απλά δεν έλαβε μέρος. Ήταν αποκλεισμένος στη Μυτιλήνη. Για δεύτερη φορά ο Κόνωνας σώζει τη ζωή και τη φήμη του από τύχη! Τον σώζει ο αποκλεισμός, καθώς εάν συμμετείχε μάλλον κι εκείνος θα είχε την τύχη των υπολοίπων. Και σα να μην φτάνει αυτό, η αδέξια κίνηση που είχε κάνει, να διώξει τα 40 «παροπλισμένα» για τον Πειραιά φαντάζει τώρα στους Αθηναίους ως δαιμονικό σχέδιο! 

Η μοίρα όμως του Πελοποννησιακού πολέμου φαίνεται πως έχει καθοριστεί, από τη στιγμή που οι Σπαρτιάτες έχουν αποκτήσει ναυτικό και μάχονται τους Αθηναίους στη θάλασσα. Το 405 π.Χ. σημαίνει την τέλεια καταστροφή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Και πάλι δέκα Αθηναίοι στρατηγοί, ανάμεσά τους και ο Κόνωνας, πέφτουν σε ένα θανάσιμο λάθος. Τραβούν τα πλοία τους στη στεριά και τα πληρώματά τους απομακρύνονται έως και δέκα χιλιόμετρα μακριά από αυτά για να βρουν να φάνε. 

Οι Σπαρτιάτες που βλέπουν τα καράβια άχρηστα (πλοίο που δεν πλέει είναι άχρηστο), επιτίθενται και τα καταστρέφουν. Πρόκειται για το γεγονός που η ιστορία κατέγραψε ως τη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς.  Αλλά και η ιστορία καμιά φορά κάνει λάθος, διότι ναυμαχία δεν υπήρξε. Διότι όταν βρίσκεις τραβηγμένα 150 πλοία στη στεριά και τα καταστρέφεις, αυτό δεν είναι ναυμαχία! Από τα 150 πλοία των Αθηναίων η τύχη του μιλά ξανά, αφού σώζονται μόνο οκτώ, που είναι τα δικά του πλοία, και η «Πάραλος» το ιερό πλοίο των Αθηναίων. Ο Κόνωνας καταφεύγει με τα οκτώ πλοία του στον Κύπριο βασιλιά Ευαγόρα, ενώ το «Πάραλος» αναγγέλλει την ήττα που επιφέρει και το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου. Η Σπάρτη είναι η μόνη δύναμη πλέον στην ελληνική επικράτεια. 

Ο Κόνωνας τότε έρχεται σε επαφή με τους Πέρσες! Προσπαθεί να τους στρέψει κατά των Σπαρτιατών λέγοντάς τους ότι οι Σπαρτιάτες με το ισχυρό ναυτικό τους θα πάρουν περιοχές της Ιωνίας στην κατοχή τους. Πείθει στο παρασκήνιο τους Πέρσες που του δίνουν χρήματα για να αγοράσει αρχικά 40 πολεμικά κατασκευασμένα στην Κύπρο και στη Φοινίκη[3]. Σε σύντομο χρονικό διάστημα τα 40 γίνονται 160. Ο Κόνων είναι ξεκάθαρα και φανερά πλέον με τους Πέρσες. Ο Κόνων με αυτή τη δύναμη συγκρούεται το 349 π.Χ. με τους Σπαρτιάτες. Η σύγκρουση των στόλων έγινε κοντά στην Κνίδο· ο Πέρσης Φαρνάβαζος που ήταν ναύαρχος, είχε μαζί του τα φοινικικά πλοία, ενώ ο Κόνων με τα «ελληνικά» ήταν παραταγμένος μπροστά του.[4] Δε γνωρίζω βεβαίως τι εννοεί με τον όρο «ελληνικά» ο Ξενοφώντας. Ίσως ότι τα πλοία αποτελούνταν από πληρώματα Ελλήνων. 




Η εκδίκηση του Αθηναίου Κόνωνα έρχεται διαμέσου των Περσών, οι οποίοι αν και είναι οι απόλυτοι κύριοι του Αιγαίου, αφού η Αθήνα πλοία δικά της δεν διαθέτει ενώ η Σπάρτη μόλις τα απώλεσε. Αντί ο Πέρσης να κυριεύσει τη χώρα και να τελειώνει με αυτήν, πείθεται από τον Κόνωνα για την πολιτική της μη επέμβασης. Με λίγα λόγια λέει ο Κόνωνας στους Πέρσες, αν κατακτήσετε εσείς τα μέρη που απελευθερώσατε από τους Σπαρτιάτες, τότε αυτά θα στραφούν εναντίον σας. Εάν όμως βοηθήσετε την Αθήνα να ξανασταθεί στα πόδια της τότε θα είστε σίγουροι ότι η Σπάρτη δεν θα ξανασηκώσει κεφάλι ποτέ πια, ενώ εμείς οι Αθηναίοι δεν θα σας απασχολήσουμε γιατί θα σας χρωστάμε. Και οι Πέρσες δέχονται! Και όχι απλά συμφωνούν, αλλά βοηθούν έμπρακτα τον Κόνωνα να ξαναχτίσει τα Μακρά Τείχη που ενώνουν την Αθήνα με τον Πειραιά και να χτίσει επιπλέον και τα τείχη της Πειραϊκής ακτής. 



Το Κονώνειο Τείχος της Πειραϊκής ακτής στα τέλη του 19ου αιώνα


Όταν έφτασε στην Αθήνα, ο Κόνων, γράφει ο Ξενοφώντας, ξανάχτισε μέρος των Τειχών βάζοντας τα πληρώματά του να δουλέψουν, πληρώνοντας μεροκάματα σε μαραγκούς και χτίστες και ξοδεύοντας ό,τι άλλο χρειαζόταν. Άλλα τμήματα των Τειχών, πάλι, τα έχτισαν οι ίδιοι οι Αθηναίοι, καθώς κι οι Βοιωτοί κι άλλες πόλεις που προσφέρθηκαν εθελοντικά.[5] Τα τείχη αυτά φτιάχτηκαν, δεν ξαναφτιάχτηκαν! Εννοώ ότι τα παλαιότερα τείχη του Θεμιστοκλή που προστάτευαν τον Πειραιά από τη θάλασσα βρίσκονταν περίπου στο κέντρο της έρημης χερσονήσου. Επέτρεπαν δηλαδή στον εχθρό να αποβιβαστεί στις απόκρημνες ακτές της Πειραϊκής για να τον ανακόψουν. Εκείνα τα «Μεσόγεια» τείχη τα είχαν καταστρέψει οι Σπαρτιάτες.[6] Τώρα ο Κόνωνας έφτιαχνε καινούργια εξ αρχής κατά μήκος της παραλίας. Είναι αυτά που σήμερα βλέπουμε και θαυμάζουμε. 

Σχέδιο που καταδεικνύει τη διαφορά του Κονώνειο τείχους σε σχέση με το παλαιό τείχος του Θεμιστοκλή που έκοβε στη μέση την Πειραϊκή Χερσόνησο. 


Αυτά τα Κονώνεια Τείχη είχαν για χορηγούς τους Πέρσες. Ο Κόνωνας φυσικά δεν τα ήθελε μόνο για τους Σπαρτιάτες αλλά και για τους ίδιους τους Πέρσες. Έτσι οι Πέρσες βρέθηκαν να χρηματοδοτούν την κατασκευή τειχών στον Πειραιά για τον προστατεύσουν από τους εαυτούς τους!  Τα νέα αυτά τείχη κατασκευάζονταν επί τρία ολόκληρα χρόνια. Ξεκίνησαν το 394 π.Χ. και τελείωσαν το 391π.Χ.[7] Τότε ήταν που οι Σπαρτιάτες αποδεχόμενοι την ήττα τους προσέφεραν στους Πέρσες συνθήκη ειρήνης με τον γιο του Ολυμπιονίκη Λέοντα τον Ανταλκίδα.

Κλείνοντας την αναφορά μας στον Κόνωνα να σημειώσουμε ότι οι Πέρσες μπορεί να πείσθηκαν από αυτόν και να τον βοήθησαν ωστόσο όταν σύναψαν τη συνθήκη ειρήνης με τους Σπαρτιάτες, θεώρησαν ότι ο Κόνωνας τους ήταν πλέον άχρηστος κι έτσι μια εκδοχή θέλει να τον σκότωσαν, ενώ άλλη θέλει να τον πήραν μαζί τους στα βάθη της αχανούς αυτοκρατορίας τους από όπου στη συνέχεια δραπέτευσε, διότι όταν πέθανε τάφηκε στο Δημόσιο Σήμα της Αθηνάς. [8]


[1] Ξενοφών, Ελληνικά, 1.5.17
[2] «Οδοιπόροι για τα Σούσα» του Άγγελου Βλάχου, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»
[3] Διόδωρος Σικελιώτης, 14.39, 1-4
[4] Ξενοφών, Ελληνικά 4.3.12
[5] Ξενοφών, Ελληνικά, 4.8.10
[6] Ξενοφών, Ελληνικά, 2.2.20
[7] Ξενοφών, Ελληνικά, 4.8.10
[8] Παυσανίας, 1.29.15

Ιπποδάμειος Αγορά. Η αγορά των Δημοτών ως εμπορικό, πολιτικό και στρατιωτικό κέντρο του Πειραιά




του Στέφανου Μίλεση

«Ιπποδάμειος Αγορά» καλείτο η κεντρική αγορά της πόλης του Πειραιά, η οποία απευθυνόταν αποκλειστικά και μόνο στους κατοίκους της πόλης. 
Ονομάστηκε έτσι προς τιμή του αρχιτέκτονα Ιππόδαμου του Μιλήσιου στον οποίο ο Πειραιάς χρωστούσε την τέλεια ρυμοτομία που διέθετε. 
Η Ιπποδάμειος Αγορά δεν ήταν η μοναδική στην πόλη, καθώς υπήρχε επίσης κι άλλη στην περιοχή του λιμανιού η «εμπορική αγορά». 

Σύμφωνα όμως με τη ρυμοτόμηση του Ιππόδαμου, η πόλη του Πειραιά χωριζόταν από τις περιοχές των τριών λιμένων (Κάνθαρου, Ζέας, Μουνιχίας) και η διαίρεση αυτή γινόταν με ειδικό περιφρακτικό τοίχο στον οποίο υπήρχαν μικρές πύλες (πυλίδες) που έλεγχαν την είσοδο – έξοδο προς και από την κύρια πόλη (Άστυ). Ανάλογοι περιφρακτικοί τοίχοι δεν υπήρχαν μόνο στην περιοχή του λιμανιού αλλά και στα τρία λιμάνια του Πειραιά. 

Οι τοίχοι αυτοί μπορεί να μην είχαν το ίδιο μέγεθος κατασκευής με τα εξωτερικά τείχη της πόλης, χώριζαν όμως εμφανώς και προστάτευαν το Άστυ από τον κόσμο των λιμενικών εγκαταστάσεων. Εκτός αυτών των τειχών υπήρχαν και επεξηγηματικά ορόσημα (σε μαρμάρινες στήλες) που πληροφορούσαν πολίτες ή ξένους για το ποια περιοχή εγκατέλειπαν και σε ποια εισέρχονταν. 
Έχουν βρεθεί ορόσημα να αναγράφουν «από εδώ και πέρα είναι η Μουνιχία», «περιοχή Άστεως», «περιοχή Αγοράς». 

"Αγοράς όρος", το ορόσημο της Αγοράς


Ένα μοναδικό επίτευγμα του Ιππόδαμου ήταν συνεπώς η οριοθέτηση των λειτουργιών, των διαφόρων περιοχών της πόλης. Κι αυτό διότι η αποστολή του Πειραιά ως πόλη ήταν πολλαπλή. Ήταν μια πόλη λιμάνι, ναύσταθμος της Αθήνας, μεγάλος εμπορικός σταθμός της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ δεν έπαυε εκ παραλλήλου να είναι και μια πόλη με ζωντανό ενεργό πληθυσμό, με ιερά, με δικές του πολιτιστικές δράσεις και συνήθειες. Υπήρχε συνεπώς διαστρωμάτωση πόλεων εντός μιας και μοναδικής πολιτείας! 

Η Ιπποδάμειος αγορά ανήκε στον αστικό Πειραιά. Απευθυνόταν στους κατοίκους και μόνο, τους οποίους κρατούσε σε απόσταση από την καθημερινή επαφή με τους χιλιάδες ξένους που αποβιβάζονταν στον πειραϊκό λιμένα. Και αυτοί οι ξένοι δεν ήταν μόνο ναυτικοί, αλλά και έμποροι, όπως και επίσης κάθε είδους στοιχείο που σύχναζε και μέχρι σήμερα συναντά κάποιος στα μεγάλα λιμάνια. Έτσι αποφασίστηκε να υπάρχει άλλη αγορά για τους ανθρώπους του λιμανιού κι άλλη για τους Πειραιώτες. Η Ιπποδάμειος αγορά ήταν η «αγορά των δημοτών».

Διέρχονταν σε αυτήν ολομερής γυναίκες με τα παιδιά τους, οικογενειάρχες και ηλικιωμένοι, ιερείς, αξιωματούχοι, δικαστές και γενικά άνθρωποι που η πολιτεία προστάτευε από ανεπιθύμητες ενδεχομένως επαφές. Όπως γράφει ο Χρήστος Πανάγος στο βιβλίο του «Ο Πειραιεύς, οικονομική και ιστορική έρευνα από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας», με τον διαχωρισμό των αγορών επιτυγχάνονταν η ελευθερία της κίνησης τόσων των ξένων και των ναυτών στη δική τους περιοχή (λιμένα), όπου μπορούσαν να επισκέπτονται τα σπίτια με τις «ελεύθερες» γυναίκες ή να πίνουν στις ταβέρνες χωρίς πρόβλημα άσχημης συμπεριφοράς, όσο και του πληθυσμού της πόλης που ήταν προστατευμένος όχι μόνο από τους ξένους αλλά και από τις ελεύθερες γυναίκες που σύχναζαν στην περιοχή του λιμανιού. 

Οι γυναίκες των Πειραιωτών μπορούσαν να εξέλθουν στην αγορά χωρίς φόβο. Κατόπιν όλων αυτών καταλαβαίνουμε ότι η Ιπποδάμειος Αγορά ήταν εσωτερική, εντός δηλαδή του οικιστικού ιστού του Πειραιά και όχι παραθαλάσσια.

Αναπαράσταση αρχαίου Πειραιά,σε έργο του Τσαρούχη.


Η θέση της Ιπποδαμείου Αγοράς για πολλά χρόνια αποτελούσε αποτέλεσμα υπόθεσης των διάφορων μελετητών, που στήριζαν τις απόψεις τους στα γραπτά ιστορικά αρχεία που είχαν διασωθεί. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα σπουδαία αρχαιολογικά μνημεία στον Πειραιά, η ανακάλυψή τους δεν οφείλεται σε κάποια μεθοδευμένη έρευνα της αρχαιολογικής υπηρεσίας, αλλά σε τυχαίες ανακαλύψεις κατά τη διάρκεια εργασιών διάφορων δημοσίων-δημοτικών οργανισμών ή την εκσκαφή για την τοποθέτηση θεμελίων κάποιου σύγχρονου οικοδομήματος. Ο σχεδιασμός ενός χάρτη του αρχαίου Πειραιά, επετεύχθη στις περισσότερες περιπτώσεις στηριζόμενος στις περιστασιακές εκσκαφές συνεργείων για τους υπονόμους και τους σωλήνες ύδρευσης…


Η θέση της Ιπποδαμείου Αγοράς, μέχρι προσφάτως τοποθετείτο ανάλογα με τους ισχυρισμούς του και τις εκτιμήσεις του εκάστοτε μελετητή. Όλοι βεβαίως συμφωνούσαν με εκείνα που εύρισκαν καταγεγραμμένα σύμφωνα με τα οποία η αγορά αυτή βρισκόταν «πέρα του λιμένος» (Παυσανίας) και στις πλαγιές του υψώματος του λόφου της Μουνιχίας (Καστέλλας) (Ξενοφώντας).

Μέχρι που το 1988 συνέβη μια ανακάλυψη που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τη σπουδαιότερη, ύστερα από την ανακάλυψη του Χάλκινων αγαλμάτων το 1959, επί της Λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου Α’. Και η ανακάλυψη αυτή είχε να κάνει με την τυχαία ανεύρεση των ερειπίων της Σκευοθήκης του Φίλωνος στην οδό Υψηλάντου. Τότε προσδιορίστηκε με ακρίβεια ότι η σκευοθήκη εκτεινόταν με παράλληλη κατεύθυνση με την οδό Υψηλάντου. 

Ο προσδιορισμός της θέσεως της Σκευοθήκης προσέφερε τα μέγιστα και στη διαφώτιση της Ιπποδαμείου Αγοράς δεδομένου ότι ήταν γνωστό ότι η σκευοθήκη είχε αρχίσει να κατασκευάζεται στα όρια της Ιπποδαμείου Αγοράς. 
Ο ίδιος ο Φίλωνας ήταν εκείνος που έδωσε τις προδιαγραφές σύμφωνα με τις οποίες η Σκευοθήκη άρχιζε στα όρια της Ιπποδαμείου Αγοράς. Συνεπώς η ανακάλυψη του κτηρίου της Σκευοθήκης προσδιορίζει για το πού βρισκόταν η Ιπποδάμειος Αγορά. Με βάση τα παραπάνω, σήμερα περισσότερο παρά ποτέ, είναι βέβαιο ότι η Ιπποδάμειος Αγορά βρισκόταν κοντά στο λόφο της Καστέλλας, στη δυτική πλευρά και προς οπωσδήποτε προς την πλευρά του λιμένα Ζέας, πίσω από τους νεώσοικους. Σε εκείνα ακριβώς τα όρια, στην πίσω πλευρά των νεώσοικων, υπήρχε περιφρακτικό τοίχος για να χωρίζει το πολεμικό λιμάνι από το Άστυ. 

Η Ιπποδάμειος Αγορά βρισκόταν πάνω σε μια μεγάλη λεωφόρο της αρχαιότητας η οποία ξεκινούσε από την κορυφή του λόφου που σήμερα βρίσκεται ο Προφήτης Ηλίας και που τότε βρισκόταν το ιερό της Μουνιχίας Αρτέμιδος, κατέβαινε δίπλα από το αρχαίο θέατρο της Μουνιχίας (τίποτα από αυτό δεν έχει διασωθεί σήμερα), διερχόταν από το ναό των Διονυσιαστών (σημερινό Δημοτικό Θέατρο) και κατέληγε στο λιμάνι εκεί που βρισκόταν ο παλαιό Δημαρχείο της πόλης (Ωρολόγιο), διαδρομή που αντιστοιχεί στη σημερινή Λεωφόρο Γεωργίου Α’ ή στην παράλληλή της Σωτήρος Διός.

Στην Ιπποδάμειο Αγορά βρισκόταν και λειτουργούσε το Αγορανομείο το οποίο διενεργούσε ελέγχους ζύγισης των τροφίμων, καθόριζε τις τιμές των προϊόντων, και προστάτευε τον κόσμο από τα νοθευμένα τρόφιμα. Στο Αγορανομείο υπήρχαν πέντε Αγορανόμοι και άλλοι πέντε Μετρονόμοι για τον έλεγχο στα μέτρα και στα σταθμά.

Όπως συμβαίνει με όλες τις αγορές του κόσμου, έτσι και τότε η Ιπποδάμειος ήταν στην ουσία το καθημερινό κέντρο που σύχναζαν οι Πειραιώτες, αφού όλοι είχαν την ανάγκη να την επισκέπτονται καθημερινώς μεριμνώντας για την τροφοδοσία του οίκου τους. Αυτή η συγκέντρωση των Πειραιωτών έδινε την ευκαιρία στις αρχές της πόλης, να τη χρησιμοποιούν για τις διάφορες ανακοινώσεις τους, να κοινοποιούν τις αποφάσεις τους και τα μέτρα που λάμβαναν. 

Σε αυτή συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να διαμαρτυρηθούν ή να εκφράσουν τις απόψεις τους. Συνεπώς η Ιπποδάμειος Αγορά πέρα του εμπορικού χαρακτήρα που είχε, αποτελούσε κέντρο διακίνησης ιδεών και φυσικά ειδήσεων. Θέλοντας και μη αποτελούσε όχι μόνο το εμπορικό αλλά και το πολιτικό κέντρο της πόλης.

Σε περιπτώσεις ανάγκης γινόταν όμως και το στρατιωτικό κέντρο, αφού στο μεγάλο ξέφωτό της συγκεντρώνονταν στις περιπτώσεις ανάγκης τα στρατιωτικά τμήματα και πληρώματα που στη συνέχεια θα επιβιβάζονταν στα πλοία του διπλανού πολεμικού ναυστάθμου (Ζέας). Πάνω στην πλατεία υπήρχαν ορόσημα, που υπεδείκνυαν τη συγκέντρωση των πληρωμάτων κατά ομάδες (τριττύες) σε συγκεκριμένα σημεία της αγοράς. Από την ταχύτητα σχηματισμού των πληρωμάτων συγκεκριμένων πλοίων (τριττυών), εξαρτάτο η ταχύτητα μεταφοράς των εξαρτημάτων που ήταν αναρτημένα στη διπλανή Σκευοθήκη, ο εξοπλισμός των πλοίων, η ρίψη στη θάλασσα και η επάνδρωση προς αναχώρηση και αντιμετώπιση του εχθρού.

Κάθε δέκα νεώσοικοι (με τις τριήρεις που στεγάζονταν εντός αυτών) αποτελούσε ένα σύνολο διαχειρίσιμο από μια τέτοια ομάδα. Δεν ήταν διόλου τυχαίο λοιπόν, που το λαμπρό οικοδόμημα της Σκευοθήκης του Φίλωνος επιλέχθηκε να ανορθωθεί στα όρια της Ιπποδαμείου Αγοράς. Ήταν μέρος ενός οργανωμένου συστήματος με βάση το οποίο σε κατάσταση πολεμικής έγερσης έμπαινε σε λειτουργία ένα σχέδιο ναυτικής αμύνης.  

Κοντά στην Ιπποδάμειο Αγορά υπήρχαν λέσχες. Λέσχη ήταν ένα είδος εντευκτηρίου στο οποίο συγκεντρώνονταν το πλήρωμα μιας τριήρους. Κάθε τριήρης συνεπώς σχημάτιζε και από μια λέσχη. Γενικώς στον Πειραιά έχουν βρεθεί και καταμετρηθεί μέχρι σήμερα 360 λέσχες που αντιστοιχούν περίπου στον αριθμό των τριηρών που διέθετε η πόλη. 

Εκτός όμως από αυτό ένας τελείως διαφορετικός σκοπός που επιτελούσε η Σκευοθήκη δίπλα στην Ιπποδάμειο Αγορά, ήταν ο εντυπωσιασμός των πολιτών με την επίδειξη της ναυτικής ισχύς της πόλης, ισχύ που ήταν ορατή από τα εκτιθέμενα εξαρτήματα και όπλα των πλοίων. Το πλήθος που συγκεντρωνόταν καθημερινά στην Ιπποδάμειο Αγορά έβρισκε την ευκαιρία να περπατήσει στη διπλανή Σκευοθήκη και να δει από κοντά τα εξαρτήματα 400 περίπου πλοίων! 



Καταλαβαίνουμε το δέος που προκαλούσε η θέαση και μόνο μιας τέτοιας ποσότητας εφοδίων για τον πολίτη που περπατούσε βλέποντας μπροστά του τα αποτελέσματα της φορολόγησής του αλλά και η εργασία που παρήγαγαν οι αρχές της πόλης! 
Σε αυτήν βρισκόταν και το πλούσιο σπίτι του Τιμόθεου, του γιου του Κόνωνα, καταδεικνύοντας έτσι το γεγονός ότι επί της Ιπποδάμειας αγοράς διέθεταν μέγαρα οι επιφανείς άνδρες.

Ο εντυπωσιακός οικοδομικός χαρακτήρας της ωστόσο, οφειλόταν και στα αυξημένα έσοδα που προσπόριζε η πολιτεία από την ύπαρξή της. Και αυτό διότι σε αυτήν τα εμπορεύματα φορολογούνταν σε αντίθεση με την αγορά του λιμανιού. (Τι ομοιότητα τότε και τώρα! Μέχρι και σήμερα στα διεθνή αεροδρόμια υπάρχουν καταστήματα αφορολογήτων ειδών).

Εάν επιχειρούσαμε με βάση τα παραπάνω να σχηματοποιήσουμε τις διαστάσεις της Ιπποδάμειας αγοράς και να την προσδιορίσουμε επί της σημερινής πόλεως θα λέγαμε ότι καταλάμβανε μια τεράστια έκταση που ξεκινούσε πίσω από τη Πλατεία Κανάρη κι έφτανε μέχρι πάνω στην οδό Τσαμαδού.

Φυσικά δεν θα πρέπει να συγχέουμε τη σημερινή Πλατεία Ιπποδαμείας που σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με την αρχαία αγορά, όχι μόνο ως προς την τοποθεσία αλλά και ως προς την επωνυμία, καθώς θα έπρεπε να λέγεται εις το ορθόν «Ιπποδάμεια Πλατεία» ή έστω "Πλατεία Ιππόδαμου" και όχι «Πλατεία Ιπποδαμείας» όπως καλείται λανθασμένα σήμερα. 


Πηγές:
Γ. Σταϊνχάουερ «Πειραιεύς: Κέντρο ναυτιλίας και πολιτισμού» εκδόσεις Έφεσος.
Χ. Πανάγου «Ο Πειραιεύς» (Οικονομική και ιστορική έρευνα από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του τέλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας)
Μ. Τσάμης «Αρχαιογνωστικά του Πειραιά»
Εφημερίδα «Σφαίρα» φ. 575 του 1882.

Γλυκέρα, ο μεγάλος έρωτας του Μένανδρου που έμενε στον Πειραιά

Στη φωτογραφία απεικονίζεται ψηφιδωτό που αναπαριστά τον Μένανδρο με τη Γλυκέρα. Στα δεξιά ο Μένανδρος με το δεξί του χέρι αγκαλιάζει την Γλυκέρα και την κοιτά στην κυριολεξία στα μάτια. Ο έρωτάς του για αυτήν δεν κρύβεται. Ωστόσο η κωμωδία που είναι προσωποποιημένη δεν κάθεται δίπλα στον Μένανδρο τον μεγάλο κωμωδιογράφο αλλά δίπλα στη Γλυκέρα! Και αυτό διότι η Γλυκέρα υπήρξε για τον Μένανδρο εκτός από έρωτάς του, η σύμβουλός του, η γυναίκα που φρόντιζε για τα πάντα στη ζωή του. Ήταν εκείνη που δοκίμαζε τις προσωπίδες των ηθοποιών, δοκίμαζε τα φορέματα της παράστασης και τα διόρθωνε. Ο Μένανδρος το μόνο που έκανε ήταν να γράφει. Όλα τα υπόλοιπα τα είχε αναθέσει στην Γλυκέρα. Στα πόδια της κωμωδίας απεικονίζονται να βρίσκονται αποθηκευμένοι οι χαρακτήρες των έργων του Μένανδρου.


του Στέφανου Μίλεση

Είναι γνωστή στους περισσότερους η ιστορία του Άρπαλου, του θησαυροφύλακα του Μεγάλου Αλεξάνδρου που είχε επιδοθεί μετά μανίας στις ηδονές κατασπαταλώντας το χρήμα από το δημόσιο ταμείο. Ο Άρπαλος έκανε ζωή σπάταλη και οργιώδη. Ο Άρπαλος, μια ωραία ημέρα, άρπαξε μέρος των χρημάτων του Μακεδόνα βασιλιά και κατέφυγε στη Μεγαρίδα αρχικά και στη Βαβυλώνα αργότερα. Εκεί πιστεύοντας ότι ο  Αλέξανδρος ουδέποτε θα ασχοληθεί με την πράξη του από τα βάθη της Ασίας όπου βρισκόταν, άρχισε να σπαταλά τα χρήματα που είχε υπεξαιρέσει χωρίς περίσκεψη. 

Κάλεσε δίπλα του και μια εταίρα της εποχής από την Αθήνα την γνωστή Πυθιονίκη. Της έκανε μεγάλες τιμές όμοια με βασίλισσα και όταν αυτή πέθανε της έφτιαξε δύο μεγαλοπρεπή μνημεία. Το ένα στη Βαβυλώνα και το άλλο στην Ιερά Οδό. Μετά το θάνατο της Πυθιονίκης ο Άρπαλος έβαλε στο πλευρό του μια άλλη εταίρα την Γλυκέρα για την οποία επίσης σπαταλούσε τεράστια ποσά για χάρη της από το θησαυρό φυσικά του Αλεξάνδρου. Την είχε ερωτευτεί τόσο που όταν του ζήτησαν να ανακηρυχθεί βασιλέας της Βαβυλώνας δέχθηκε με τον όρο και η Γλυκέρα να γίνει βασίλισσα.

Όμως για κακή του τύχη ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τις πράξεις του και διέταξε τη σύλληψή του. Τότε ο Άρπαλος με τη Γλυκέρα στο πλευρό του αρχίζει τη μεγάλη φυγή. Με τα πολλά όμως στην Κρήτη δολοφονήθηκε κι έτσι η διάσημη εταίρα η Γλυκέρα από παρολίγο βασίλισσα της Βαβυλωνίας βρέθηκε μόνη της, φτωχή, και το χειρότερο όλων σε ηλικία που δεν είναι ας πούμε νεαρά. Τα έχει τα χρονάκια της. 

Λάδι σε καμβά, έργο του G. Zocchi


Εκείνη την εποχή όμως γνωρίζει τον Μένανδρο τον επιφανή κωμωδιογράφο που ζει μόνος του σε μια παραθαλάσσια έπαυλη στον Πειραιά, στην Φρεαττύδα. Γρήγορα με τη γοητεία της κάνει τον εκπρόσωπο της «Νέας Κωμωδίας» να την ερωτευτεί σφοδρά. Ο έρωτας του Μένανδρου με την Γλυκέρα έγινε παροιμιώδης, στην εποχή τους αποτελούσαν ένα ταιριαστό ζευγάρι, πραγματικά αχώριστοι σύντροφοι. 

Ωστόσο για τον Μένανδρο καθιερώθηκε να τον χαρακτηρίζει μια φράση που επαναλάμβαναν όλοι όσοι αναφέρονταν στο πρόσωπό του, ότι  «δεν μπορεί να υπάρξει Αθήνα χωρίς Μένανδρο και ο Μένανδρος χωρίς την Γλυκέρα». Όμως η περίφημη αυτή φράση δεν διατυπώθηκε από τον Μένανδρο. Παρότι έγραψε 108 κωμωδίες η γνωστή αυτή φράση δεν εμπεριέχεται σε κάποια από αυτές, αλλά διατυπώθηκε από την Γλυκέρα! Ας δούμε όμως την ιστορία αυτής της φράσης. 

Ο Μένανδρος, όπως είπαμε, ερωτεύτηκε παράφορα την Γλυκέρα, όμως δεν μπορούσε να κρατηθεί μακριά από το πάθος που τον διακατείχε. Ήταν ερωτομανής! Η Γλυκέρα φοβούμενη διαρκώς για τις λοξοδρομήσεις του από τις οποίες εξαρτιόταν και η δική της τύχη για το μέλλον, λάμβανε διαρκώς τα μέτρα της ώστε να τον κρατά απερίσπαστο από τη μανία του. Μέσα από επιστολές που διασώθηκαν αποκαλύπτονται οι κινήσεις δεξιοτεχνίας της Γλυκέρας να κρατήσει ακέραια τη σχέση της με τον  Μένανδρο. 

Ο Μένανδρος


Σε μια επιστολή της η Γλυκέρα απευθύνεται σε μια φίλη της, που ήταν εταίρα στην Κόρινθο. Η επιστολή απευθύνεται προς τα εκεί καθώς ο Μένανδρος πηγαίνει στην Κόρινθο με τη δικαιολογία ότι θα παρακολουθήσει τους αγώνες των Ισθμίων. Η Γλυκέρα όμως ξέρει ότι της λέει ψέματα διότι υποπτεύεται ότι ο Μένανδρος πηγαίνει για να γνωρίσει τη διάσημη εταίρα της Κορίνθου και φίλη της, την Βακχίδα. Απευθυνόμενη λοιπόν προς αυτήν την παρακαλεί να κρατήσει μακριά τον Μένανδρο, διότι έχει αντιληφθεί το ψέμα που της λέει ο άνδρας της και ότι στην πραγματικότητα πηγαίνει να την γνωρίσει. 

«Συγχώρεσέ με» γράφει η Γλυκέρα «αλλά το να χάσω τον Μένανδρο θα ήταν για μένα τέλεια καταστροφή. Εάν γυρίσει πίσω σε μένα όπως έφυγε, θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη». 

Και πραγματικά ο Μένανδρος επέστρεψε όπως έφυγε, χάρη ίσως στην αλληλεγγύη των εταίρων. Ο καιρός περνά και ο Πτολεμαίος ο ιδρυτής της διάσημης στην εποχή του βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας καλεί τον Μένανδρο στην αυλή του για να τον γνωρίσει από κοντά. Το άστρο του ιδρυτή της «Νέας Κωμωδίας» έχει απλωθεί παντού. Η Γλυκέρα μαθαίνει για τη πρόσκληση του Πτολεμαίου στον άνδρα της κι ας βρίσκεται μακριά του. Την εποχή εκείνη η Γλυκέρα ήταν στην Αθήνα για κάποιες γιορτές προς τιμή της Θεάς Δήμητρας, ενώ ο Μένανδρος παρέμενε στο σπίτι τους στον Πειραιά. Η Γλυκέρα μόλις έμαθε για την πρόσκληση πανικοβλήθηκε για μια φορά ακόμα, διότι γνώρισε ότι η μανία του Μένανδρου με τις γυναίκες, θα τον κρατούσε στα σίγουρα στην Αίγυπτο, αφού η αυλή του Πτολεμαίου ήταν ονομαστή για τις όμορφες παρουσίες γυναικών. 

Έτσι διαμηνύει στον Μένανδρο ότι αν φύγει για την Αίγυπτο, θα τον εγκαταλείψει οριστικά. Καθώς ο Μένανδρος είναι ερωτευμένος μαζί της και δεν θέλει να τη χάσει, για μια ερωτική περιπέτεια, αναβάλει το ταξίδι του. Της στέλνει μια επιστολή από τον Πειραιά στην οποία υμνεί τον έρωτα που νιώθει για εκείνη. Ανάμεσα στα πολλά που της γράφει σημειώνω μερικά μόνο λόγια του: 

«Ευρίσκομαι καθώς γνωρίζεις στον Πειραιά πάντοτε φιλάσθενος… Να φύγω για την Αίγυπτο που βρίσκεται τόσο μακριά ειλικρινά δεν το σκέφτηκα. Δεν θα το έκανα έστω κι αν η Αίγυπτος βρισκόταν έξω από την Αίγινα». 

Τότε  εκείνη του απαντά επίσης με γράμμα μέσα στο οποίο διατυπώνεται και η περίφημη φράση της που ταυτίστηκε με τον Μένανδρο «Τι θα είναι άραγε η Αθήνα χωρίς τον Μένανδρο; Τι θα είναι ο Μένανδρος χωρίς τη Γλυκέρα; Για την αγάπη μας δίνουν μαρτυρία και το Άστυ (η Αθήνα) και ο Πειραιάς και η Αίγυπτος.»

Έτσι λοιπόν ο Μένανδρος ταύτισε την παρουσία του με μια φράση που δεν έγραψε ο ίδιος σε κάποια από τις 108 διάσημες κωμωδίες του, αλλά η γυναίκα που βρισκόταν πίσω του, η περίφημη Γλυκέρα. Στην ίδια επιστολή μάλιστα του γράφει ότι «κι αν μπορείς να ξεχάσεις εμένα πηγαίνοντας στην Αίγυπτο, τότε θα πρέπει να ξεχάσεις και το χωράφι σου στον Πειραιά και το σπίτι σου εκεί. Κι αν εσύ μπορείς να το πράξεις, μα τους θεούς εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό» δείχνοντας ότι κι εκείνη είχε αγαπήσει την περιοχή όπου ζούσε. 

Λέγεται ότι η φήμη του Μένανδρου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ύπαρξη της Γλυκέρας. Εκτός από γυναίκα του υπήρξε και ακάματη σύμβουλός του. Τον συμβουλεύει ακόμα κι όταν αυτός σκέφτεται την πρόταση του Πτολεμαίου. Του γράφει ποια από τα έργα να πάρει μαζί του για να εντυπωσιάσουν τον βασιλιά της Αιγύπτου. «Μην εκπλαγείς αν έχω την τόλμη και το θάρρος να κάνω διάκριση των έργων του Μενάνδρου μου. Έχω για οδηγό τον έρωτά σου». 

Η Γλυκέρα υπήρξε για τον Μένανδρο ο έρωτάς του, η σύμβουλός του, η γυναίκα που φρόντιζε για τα πάντα στη ζωή του. Ήταν εκείνη που δοκίμαζε τις προσωπίδες των ηθοποιών, δοκίμαζε τα φορέματα της παράστασης και τα διόρθωνε. Όταν ο Μένανδρος παρουσίαζε στο κοινό νέο έργο του, η Γλυκέρα καθόταν μόνη της στα παρασκήνια γεμάτη αγωνία σφίγγοντας τα χέρια της περιμένοντας να ακούσει το χειροκρότημα του κόσμου. Ο Μένανδρος το μόνο που έκανε ήταν να γράφει. Όλα τα υπόλοιπα τα είχε αναθέσει στην Γλυκέρα. 

Όταν κάποτε ο Μένανδρος είχε επιστρέψει στο σπίτι του στον Πειραιά κουρασμένος και εκνευρισμένος από όλα όσα του είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια της μέρας, η Γλυκέρα του προσέφερε ένα ποτήρι γάλα για να ηρεμήσει. Τότε ο Μένανδρος αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν το θέλει γιατί στην επιφάνεια του υγρού είχε σχηματιστεί κρούστα (γραύς). Με τον όρο αυτό τότε, κορόιδευαν τις γυναίκες που είχαν τα χρονάκια τους, καθώς έβαζαν γάλα στην επιδερμίδα τους για να την κρατήσουν, το οποίο στη συνέχεια σχημάτιζε ανάλογη κρούστα. Έτσι όταν ένας άνδρας ομιλούσε τότε δια κρούστα γάλακτος, εννοούσε τη γυναίκα που προσπαθεί να κρύψει τις ρυτίδες της. Τότε η Γλυκέρα καταλαβαίνοντας το περιπαικτικό σχόλιο του Μένανδρου του απάντησε λέγοντάς του «δεν πειράζει, φύσα την κρούστα και πιες το κάτω μέρος» εννοώντας ότι αυτό που υπάρχει από πάνω δεν μεταβάλλει εκείνο που υπάρχει από κάτω. Το γάλα μένει ίδιο παρά την κρούστα της επιφανείας του.

Το τέλος της ζωής της Γλυκέρας δεν είναι γνωστό. Ωστόσο γνωστό είναι ότι ο Μένανδρος έφυγε πρώτος. Η τύχη ήθελε τον Μένανδρο να αφήνει την τελευταία του πνοή στην Φρεαττύδα! Το 292 π.Χ. όταν ακόμη ο Μένανδρος ήταν 50 ετών πνίγηκε κολυμπώντας στην Φρεαττύδα μπροστά από το σπίτι του.


Διαβάστε επίσης:

Ο Μένανδρος της Φρεαττύδας