"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Οι Μαλτέζοι του Πειραιά

Χαρακτηριστικό των Μαλτέζων είναι ο έντονος χρωματισμός των σκαφών τους που προσέδιδαν στο λιμάνι του Πειραιά μια διαφορετική νότα. 


Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης

Σε όλες τις περιγραφές των ξένων περιηγητών για τον νεοσύστατο Πειραιά του 1835, υπάρχει περιγραφή Μαλτέζων να κουβαλάνε αποσκευές και φορτία κάνοντας τις φορτοεκφορτώσεις των πλοίων, ενώ υπάρχει και περιγραφή για μια Μαλτέζα που πούλαγε ξύδι και κρασί από την παράγκα της που βρίσκονταν εντός του λιμένα. 
Οι Μαλτέζοι κατά κύριο λόγο είναι φορτοεκφορτωτές που οι ντόπιοι τους αποκαλούν Βαστάζους 

Οι Μαλτέζοι ήταν πολυάριθμοι από την εποχή που πρωτεύουσα της Ελλάδας ήταν το Ναύπλιο. Όταν η πρωτεύουσα μεταφέρεται στην Αθήνα μεταναστεύουν κι αυτοί στον Πειραιά καθώς ήταν γνώστες ναυτικών εργασιών και δεν θα μπορούσαν να βρουν εργασία σε ηπειρωτικό μέρος.

Η παρουσία Μαλτέζων έχει καταγραφεί από την εποχή που το Ναύπλιο ήταν πρωτεύουσα της Ελλάδας. Οι ντόπιοι τους αποκαλούσαν "πεινασμένους Λαζαρόνους" γιατί ήταν πρόθυμοι να εκτελέσουν οποιαδήποτε εργασία που Έλληνας δεν έκανε. Αρκούσε να βγει κάποιος στο παράθυρο και να φωνάξει ΜΑΛΤΑ για εξεύρεση εργατών.


Η θαλάσσια συγκοινωνία με την Μάλτα άλλωστε είναι πυκνή την εποχή εκείνη μια και ο Πειραιάς για τα Αγγλικά κυρίως πλοία είναι ο επόμενος σταθμός τους μετά την Μάλτα. Η Μάλτα από το 1814 έγινε επίσημο μέλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και Μαλτέζοι ναυτικοί επάνδρωναν ως πληρώματα τα αγγλικά πλοία. Η Μάλτα αποτελούσε κομβικό σημείο για την τροφοδοσία της Ελλάδας καθώς τα πλοία που έρχονταν από δυτικά, υποχρεωτικά σταματούσαν σ΄αυτήν για ανεφοδιασμό. Μια αντίδραση των Άγγλων κάθε φορά για να ασκήσουν πίεση στην χώρα μας ήταν να διατάσσουν την απαγόρευση απόπλου πλοίων από την Μάλτα με προορισμό την Ελλάδα. Κάθε φορά που η διπλωματία Άγγλων και Ελλήνων διαταράσσονταν τα βλέμματα όλων στρέφονται προς την άφιξη πλοίων από Μάλτα για να δουν αν ο ανεφοδιασμός συνεχίζεται ή διακόπτεται. 

Βλέποντας τη μελλοντική ανάπτυξη του λιμένα Πειραιά, οι Μαλτέζοι εγκαταστάθηκαν σε αυτόν και μάλιστα να απογράφονται στους επίσημους καταλόγους της χώρας.

Ένθερμοι καθολικοί τους βρίσκουμε να εκκλησιάζονται από το 1839 και μετά στην Καθολική Εκκλησία του Πειραιά, ενώ ενισχύουν την προσπάθεια που καταβάλλει ο εφημέριος της Καθολικής Εκκλησίας  στον Πειραιά κ. Ιωάννης Παλαιολόγος το 1893 για την ίδρυση Καθολικού Σχολείου στον Πειραιά από Σαλεσιανούς πατέρες. Το πρώτο αυτό καθολικό σχολείο ονομάστηκε "Άγιος Παύλος" προς τιμή του προστάτη της Καθολικής κοινότητας στον Πειραιά, όνομα που προκαλεί άπειρο σεβασμό στου Μαλτέζους αφού ο Χριστιανισμός έφτασε στο νησί τους από τον ίδιο τον Απόστολο Παύλο όταν ναυάγησε εκεί ταξιδεύοντας για Ρώμη προκειμένου να δικαστεί.

Στην απογραφή του 1848 στην οποία καταγράφονταν οι αρχηγοί των νοικοκυριών (κατά τα έθιμα της εποχής) συναντούμε 15 οικογένειες από την Μάλτα που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των αλλοδαπών του Πειραιά κατά ποσοστό 50%
Να θυμίσουμε ότι στην απογραφή του 1848 είχαν καταμετρηθεί στον Πειραιά 806 οικογένειες.  

Δηλαδή οι Μαλτέζοι αντιπροσώπευαν σε ποσοστό το 1,86 του Πειραϊκού πληθυσμού την εποχή εκείνη.

Η παρουσία Μαλτέζων ψαράδων στο λιμάνι Πειραιά την εποχή εκείνη προσδίδει μια ιδιαίτερη οπτική νότα καθώς χρωματίζουν τα σκαφάκια τους με έντονα χρώματα και επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό Έλληνες ψαράδες να τους μιμηθούν στην διακόσμηση των σκαφών. Τα τραγούδια τους, τα παραμύθια που διηγούνται και τα παραδοσιακά μοιρολόγια τους πάντα με την συνοδεία κιθάρας τους κάνουν γνωστούς και ευπρόσδεκτους στον Πειραϊκό πληθυσμό. 



Τα παραμύθια, τα μοιρολόγια συνοδεία κιθάρας εξάπτουν την φαντασία των Πειραιωτών για τους Μαλτέζους (1895)

Ο Ιωάννης Μελετόπουλος στο βιβλίο του "Πειραϊκά" (1945) αναφέρει: 

"Ο Πειραιεύς εκκλησίας είχε τέσσερας την εποχή εκείνη, εξ ων η μια καθολική. Πάντοτε μου έκανε εντύπωσιν το γεγονός, ότι εις μιαν τόσον μικράν πόλιν υπήρχε και καθολική Εκκλησία και μάλιστα τόσο μεγάλη. Ερευνήσας όμως εύρον ότι μεταξύ των τόσο ολιγαρίθμων κατοίκων του Πειραιώς, ήταν και τριακόσιοι (300) καθολικοί κυρίως εκ Σικελίας, Νεαπόλεως και Μάλτας. Οι τελευταίοι κυρίως αλιείς και αχθοφόροι...."   


Η φθηνή τιμή του ψαριού στην αγορά του Πειραιά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ύπαρξη των Μαλτέζων ψαράδων. "Αν μας λείψουν οι Μαλτέζοι θα έλθει μέρα που φάμε το ψάρι μια λίρα την οκά" (Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ 1895)
Πολλοί απόγονοι της κοινότητας της Μάλτας στον Πειραιά παρέμεινε, αφομοιώθηκε με τον πληθυσμό του Πειραιά και το μόνο που έμεινε για να τους θυμίζει την καταγωγή τους, είναι κάποιο παρατσούκλι που τους δόθηκε αρχικά σε κάποιους από αυτούς,  που στην συνέχεια μετατράπηκε σε επίθετο "Μαλτέζος".  


Πηγές:
Απομνημονεύματα του Λουδοβίκου Ρος "Η Ελλάς του 1832"
Εφημερίδα ΣΚΡΙΠ
"Ο σχηματισμός του πληθυσμού του Πειραιά τον 19ο αιώνα" του Sebastian Maree -ιστορικού
Περιοδική έκδοση της Ελληνογαλλικής Σχολής Πειραιά "Ο Άγιος Παύλος"
"Πειραϊκά" του Ιωάννη Μελετόπουλου (1945)   

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου: Το γλυκό κορίτσι από το Νέο Φάληρο

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Ντίνος Ηλιόπουλος και ο Γιάννης Αργύρης (πίσω αριστερά) σε σκηνή από την ταινία του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου "Ο ΔΡΑΚΟΣ"


Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1935 στο Νέο Φάληρο. Το σπίτι της ήταν πολύ κοντά στο σπίτι του επίσης Νεοφαληριώτη μεγάλου μας κωμικού Θανάση Βέγγου. Ο πατέρας της Μαργαρίτας μάλιστα βλέποντας την απόλυτη φτώχεια του Βέγγου, πέρασε μέσα από τα δένδρα που χώριζαν τα σπίτια τους ένα καλώδιο και του έδωσε ρεύμα. Μέσω του Θανάση Βέγγου η Μαργαρίτα γνωρίστηκε με τον μεγάλο σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Για την γνωριμία της με τον Βέγγο και τον Κούνδουρο κάποτε είπε η ίδια:

"Ήμουν 5 χρονών όταν γνωριστήκαμε. Εκείνος ήταν 9 χρόνια μεγαλύτερός μου. Μέναμε δίπλα στο Νέο Φάληρο. Ζούσε με την οικογένειά του σε μια καμαρούλα. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν μεγάλες. Ο πατέρας του ήταν αριστερός, τον είχαν διώξει από την δουλειά και δεν είχαν ούτε καν ηλεκτρικό. Ο πατέρας μου πέρασε ένα καλώδιο μέσα από τα δέντρα και τους έδωσε φως. Ο Θανάσης δεν το ξέχασε ποτέ αυτό. Στην γειτονιά βοηθούσε τους πάντες. Έβλεπε κάποιον να κρατά κάτι βαρύ και αμέσως πήγαινε για να τον ξελαφρώσει. Όταν τον έστειλαν στην Μακρόνησο, πηγαίναμε με την μητέρα μου και κάναμε παρέα στους γονείς του. Εκεί γνώρισε τον Κούνδουρο και όταν επέστρεψε μου τον έφερε στο σπίτι. Έτσι βγήκα στο σινεμά. Στην "Μαγική πόλη" και στον "Δράκο" τις πρώτες ταινίες που συμμετείχε και ο Θανάσης. Την εποχή του "Δράκου" γνώρισε και την Ασημινούλα. Δεν ξανακοίταξε άλλη γυναίκα. Μείνανε όλοι μαζί σε εκείνο το σπιτάκι στο Νέο Φάληρο. Εγώ κι ο Κούνδουρος του στρώσαμε το νυφικό του κρεβάτι". 

Η Μαργαρίτα στην συνέχεια αποφοίτησε από το Εθνικό Θέατρο. 

Οι ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε ήταν:

Κυριακάτικο Ξύπνημα (1953)
Σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη. Η ταινία συμμετείχε στα Φεστιβάλ Καννών και Εδιμβούργου. Με την Έλλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χόρν

Χαρούμενο ξεκίνημα (1954)
Ντίνος Ηλιόπουλος, Γιώργος Οικονομίδης, Βασίλης Αυλωνίτης, Γεωργία Βασιλειάδου, Νίκος Ρίζος.


Μαγική Πόλις (1954)
Σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι.
Μεγάλοι ηθοποιοί: Γιώργος Φούντας, Θανάσης Βέγγος, Μάνος Κατράκης, Μίμης Φωτόπουλος, Στέφανος Στρατηγός

Τζο ο τρομερός (1955)
Με Ντίνο Ηλιόπουλο που αγωνίζεται να κερδίσει την καρδιά της υπηρέτριας που είναι η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου.

Ο Δράκος (1956)


Ίσως η καλύτερη ερμηνεία της Παπαγεωργίου που μαγεύει κυριολεκτικά το ανδρικό κοινό. Η ταινία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Ήταν η πρώτη ελληνική ταινία τύπου "φιλμ νουάρ". Βασική πρωταγωνίστρια στο πλευρό του Ηλιόπουλου, τραγουδάει "Πως το λεν τον ποταμό" και το "Ο ήλιος έσβησε". Στο παρακάτω βίντεο από την ταινία Δράκος, συνοδεύει στο τραγούδι την Παπαγεωργίου ο μεγάλος Βασίλης Τσιτσάνης.







Πηγές:
Η αναφορά της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου για τον Θ. Βέγγο προέρχεται από το βιβλίο "Ένας άνθρωπος παντού καιρού" του Γ. Σολδάτου 
Απόσπασμα ταινία από youtube.
Επιμέλεια κειμένου: Στέφανος Μίλεσης

Ο Εν Πειραιεί φωτογράφος Αναστάσιος Γαζιάδης

Ακριβώς μπροστά μας το Φωτογραφείο του ΓΑΖΙΑΔΗ. Ο Δρόμος με τα τραμ είναι η "Εθνικής Αντιστάσεως" (τότε Μιαούλη). Το τέλος της οδηγεί στην πλατεία Ιπποδαμείας. Ο κάθετος δρόμος λέγονταν τότε "Μακράς Στοάς". Δεξιά είναι η γωνία της πλατείας, όπου ευρίσκεται η Αγία Τριάδα. Ο αριστερός χώρος είναι η τότε "Πλατεία Θεμιστοκλέους", επί της οποίας μετέπειτα ανηγέρθη το μέγαρο της Εθνικής Τράπεζας (σήμερα μέγαρο ΝΑΤ και μέχρι πρόπερσι στεγαζότανε και η Τράπεζα Ελλάδος. Τα εκ δεξιών δύο κτήρια υπάρχουν και λειτουργούν. Ο μεταξύ των δύο δεξιών κτηρίων δρόμος είναι η "Τσαμαδού" (Επεξήγηση τοποθεσίας φωτογραφείου από ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΜΠΟΥΚΗ)

Μετά τους αδελφούς Βάθη που όπως προαναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, ήταν οι πρώτοι που άνοιξαν Φωτογραφείο στον Πειραιά, ακολουθεί ο Φωτογράφος Αναστάσιος Γαζιάδης


Ο Γαζιάδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1853 και φοίτησε εκεί στρατιωτική φαρμακευτική. Όμως διέκοψε τις σπουδές του προκειμένου να καταταγεί στον Στρατό και με την απόλυσή του το 1880 έφτασε στην Ελλάδα. Ακολουθώντας τον πλανόδιο φωτογράφο Παναγιωτόπουλο μυήθηκε στην τέχνη της φωτογραφίας γυρίζοντας μαζί όλη την Ελλάδα.


Το 1887 ανοίγει το φωτογραφείο του στον Πειραιά, στην Πλατεία Θεμιστοκλέους και σύντομα γίνεται γνωστός όχι μόνο στους Πειραιώτες αλλά και σε όσους έχουν κανονίσει να ταξιδέψουν από το Λιμάνι που περνούν πρώτα από το φωτογραφείο του.

Φωτογραφία αγνώστου Ανθυπολοχαγού από τον Α. Γαζιάδη

Υπήρξε ο πρώτος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με την διαφημιστική φωτογραφία αφού φωτογράφιζε διαρκώς κτήρια, και προϊόντα. Επίσης φωτογράφιζε πλοία εμπορικά και πολεμικά.

Ο Νίκος Καζαντζάκης σε φωτογράφηση που έγινε από τον Αναστάσιο Γαζιάδη


Ονομάστηκε κι αυτός όπως και ο Σόλων Βάθης φωτογράφος της Βασιλικής Αυλής και φωτογράφισε τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας του 1896. Οι φωτογραφίες του δυστυχώς δεν έχουν εντοπιστεί. Λένε ότι φωτογράφησε τον Σπύρο Λούη και του έκανε δώρο τις φωτογραφίες. 
Gaziades - Piree

Αργότερα μετακόμισε το φωτογραφείο του στον οδό Τσαμαδού 17 και Μιαούλη (σημερινή Εθνικής Αντιστάσεως) και στα οπισθόφυλλα των φωτογραφιών του ανέγραφε "έναντι τηλεγραφείου Πειραιώς"

Το 1907 προσδιορίζει το φωτογραφείο του "έναντι Αγίας Τριάδος"

Το 1910 ανοίγει δεύτερο Φωτογραφείο στην Αθήνα αυτή την φορά στην οδό Μητροπόλεως 2, ενώ διατηρεί παράλληλα και το φωτογραφείο του Πειραιώς μέχρι το 1914 χρονολογία κατά την οποία κλείνει οριστικά. 

Η Βασίλισσα Όλγα σε επίσκεψη τραυματιών (Φωτογραφία Α. Γαζιάδης)

Και από την Μητροπόλεως όμως φεύγει και το 1915 τον συναντάμε στην συμβολή των Αιόλου και Σταδίου ενώ το 1920 ξαναεπιστρέφει στην Πλατεία Συντάγματος γωνία Φιλελλήνων και Μητροπόλεως 1.

Κοντά του εργάζονταν και οι τέσσερις γιοί του, δύο από τους οποίους ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τον κινηματογράφο.

Ο Αναστάσιος Γαζιάδης πεθαίνει το 1931 και το φωτογραφείο του αναλαμβάνει αποκλειστικά ο γιός του Αλέκος Γαζιάδης.


Πηγή:
Άλκης Ξανθάκης "Λεξικό φωτογράφων 1839-1960. Έλληνες και ξένοι φωτογράφοι στην Ελλάδα"
Φωτογραφίες από ΕΛΙΑ

Οι πρώτοι φωτογράφοι του Πειραιά

Ο Γεώργιος Α΄ στο φωτογραφείο στο Παρίσι του Σόλωνα Βάθη. Ο Σ. Βάθης ήταν ο επίσημος φωτογράφος της Βασιλικής Αυλής
Οι αδελφοί Σόλων και Ξενοφών Βάθη άνοιξαν το πρώτο φωτογραφείο στον Πειραιά στην οδό Μπουμπουλίνας (Βουβουλίνας τότε για πολλούς), γύρω στα 1860 - 1861. Γιαυτό και θεωρούνται οι πρώτοι επαγγελματίες φωτογράφοι του Πειραιά. Όμως σε σύντομο χρονικό διάστημα τα δύο αδέλφια θα σταματήσουν να συνεργάζονται αφού όμως πρώτα είχαν γίνει γνωστοί. 

Ο μεν Σόλων Βάθης θα αναχωρήσει για το Παρίσι όπου θα ανοίξει εκεί φωτογραφείο και θα διακριθεί. Επειδή το φωτογραφείο του το άνοιξε δίπλα στο Γαλλικό Χρηματιστήριο το ονόμασε "Photographie Franco Hellenique de la bourse". Στην παρισινή έκθεση του 1887 κατέλαβε την πρώτη θέση, ενώ ο τότε Βασιλιάς των Ελλήνων τον είχε αναδείξει ως Βασιλικό Φωτογράφο, με αποτέλεσμα έκτοτε στο οπισθόφυλλο των φωτογραφιών του να βάζει την επισήμανση Photographe de S.M. Roi des Hellenes et de S.A.R. le Prince Royal.

Ο ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός και αυτός στο Ατελιέ του Σόλωνα Βάθη στο Παρίσι

Υπήρξε εφευρέτης νέων τεχνικών στην φωτογραφία ενώ κατασκεύαζε δικό του φωτογραφικό χαρτί που έφερε την ένδειξη Papier Vathis. Ήταν από τους πρώτους που πειραματίστηκαν με τον τεχνητό χρωματισμό των φωτογραφιών και είχε μια δική του τεχνική που χρωμάτιζε τις τότε άχρωμες φωτογραφίες. 

Τα "ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ" στις 15 Ιουνίου του 1902 αναφέρουν: 

"Ο εν Παρισίοις έλλην φωτογράφος κ. Σόλων Βάθης, προ μηνών εφεύρε μέθοδον δια της οποίας προσδίδει εις τα φωτογραφίας όψιν χρωματισμού"

Όσον αφορά εμάς στην Ελλάδα δεν υπάρχει φωτογραφία επιφανούς άντρα την εποχή εκείνη που δεν είναι δική του. Εύποροι, πολιτικοί, βιομήχανοι, ταξίδευαν στο Παρίσι με αποκλειστικό σκοπό μια φωτογράφηση στο ατελιέ του Σόλωνα Βάθη. Μερικοί εξ αυτών είναι ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄, ο Ανδρέας Συγγρός κ.α.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης φωτογραφίζεται στο ατελιέ του Σόλωνα Βάθη στο Παρίσι. Η φωτογράφηση αφορούσε διαφορετικές πόζες όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε ανάμεσα στις δύο φωτογραφίες
Ο Χαρίλαος Τρικούπης ποζάρει στο Ατελιέ του Σόλωνα Βάθη στο Παρίσι

O αδελφός του Ξενοφώντας Βαθής θα φύγει από τον Πειραιά λίγο αργότερα μετά τον χωρισμό με τον αδελφό του και θα εγκατασταθεί στην Αθήνα. Εκεί θα συνεργαστεί με έναν άλλο φωτογράφο τον Αθανάσιο Κάλφα. Όταν λοιπόν στο οπισθόφυλλο μιας φωτογραφίας βλέπουμε την σφραγίδα τους "ΑΔΕΛΦΟΙ ΒΑΘΗ" γνωρίζουμε ότι αναφερόμαστε στην εποχή που είχαν φωτογραφείο στον Πειραιά. Η σφραγίδα στο οπισθόφυλλο "ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Α. ΚΑΛΦΑ ΚΑΙ Ξ. ΒΑΘΗ" αναφέρεται στην μετά Πειραιώς εποχή. Μετά ανοίγει αποκλειστικά δικό του φωτογραφείο στην οδό Ερμού κοντά στον Σύνταγμα και κατέχει δύο ρεκόρ. Του πρώτου φωτογράφου στον Πειραιά και του πέμπτου επαγγελματία φωτογράφου στην Αθήνα του 19ου αιώνα.


Ο Ξενοφών Βάθης έγινε διάσημος από τις μοναδικές για την εποχή του φωτογραφίες. Φωτογράφησε τους ληστές του Δήλεσι καθώς και ληστρικές συμμορίες που λυμαίνονταν τότε την επαρχία όπως , έπιαναν ομήρους ξένους συνήθως και ζήταγαν λύτρα. Αποτελούσαν αληθινή μάστιγα για τους περιηγητές. Αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο τον πρώτο ρεπόρτερ αφού τα θέματά του απασχολούσαν τις ειδήσεις της εποχής. 

1870  Οι Αρβανιτάκηδες (οι τρεις στο κέντρο, ο ένας με την φουστανέλα αριστερά, δεξιά ο καθιστός και αμέσως δίπλα του ο όρθιος) μόλις έχουν συλληφθεί από την Βασιλική Χωροφυλακή. Υπεύθυνοι για την σφαγή απαχθέντων στο Δήλεσι
Τα κεφάλια των Ληστών του Δήλεσι προς λαϊκή έκθεση. Φωτογραφία του Ξενοφώντα Βάθη
Τρεις από την ληστοσυμμορία που η δράση της τερματίσθηκε στις 30 Μαΐου 1870
 Τους αδελφούς Βάθη, ακολούθησε ο Αναστάσιος Γαζιάδης ο οποίος επίσης άνοιξε φωτογραφία στον Πειραιά και τον οποίο θα παρουσιάσουμε σε επόμενη ανάρτηση.

Τυπογραφείο Αδελφών Ταρουσόπουλου στην Καστέλλα

Φωτογραφία Δημήτρη Παπαδήμου 1964

"Στο τυπογραφείο που ανακάλυψα.....αξιοπρόσεχτος τόπος. Στην άκρη του Νέου Φαλήρου, μια παλιά πόρτα σκουριασμένη στη ρίζα του βράχου της Καστέλλας. Ως την κορυφή του βράχου, κλιμακωτά, διάφορες οικοδομές που καταλήγουν στο σπίτι των Ταρουσόπουλων. Το τυπογραφείο μέσα, το ίδιος ύφος σκιερής ερημιάς και τάξης σαν μοναστήρι" έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης τον Φεβρουάριο του 1940 κατά την πρώτη του επίσκεψη στο θρυλικό αυτό τυπογραφείο.

Φωτογραφία Δημήτρη Παπαδήμου 1964


Εκεί στην Καστέλλα είχε μεταφερθεί από το χάραμα του 20ου αιώνα το τυπογραφείο μιας οικογένειας που αφοσιώθηκε στην τέχνη της τυπογραφίας αφού είχε ξεκινήσει αρχικά από τα μέσα του 19ου αιώνα στην Ζάκυνθο. Το 1851 άρχισε η διαδρομή στην τυπογραφική τέχνη της οικογένειας όταν ο Νέστορας Ταρουσόπουλος έγινε διευθυντής στο τυπογραφείο "ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ" που ίδρυσε στην Ζάκυνθο λόγιος Σέργιος Ραφτάνης στο οποίο εργάζεται μαζί με τα μικρότερα παιδιά του.

 Ο μεγαλύτερος γιος του ο Στέφανος Ταρουσόπουλος (γεν. 1859) ήταν αρχικά στρατιωτικός ιατρός αλλά με την καταστροφή του 1922 παραιτήθηκε λόγω του ότι ήταν φιλοβασιλικός και με την έκπτωση του Βασιλιά αποχώρησε από το στράτευμα και αφοσιώθηκε στο τυπογραφείο, το οποίο πλέον είχε μεταφερθεί στην Καστέλλα από το 1901 κάτω ακριβώς από την οικία του και που μέχρι τότε το λειτουργούσαν τα αδέλφια του. 

Παρά τα 63 χρόνια ο Στέφανος, δούλευε δραστήρια μαζί με τα αδέλφια του, τα ανίψια του και τα παιδιά του. Είχε τρία παιδιά την Άννα (1887-1975), τον Πέτρο (1889-1981) και τον Νέστορα (1883-1984).



Ο Στέφανος ήταν που αναδιοργάνωσε το τυπογραφείο με καινούργια μηχανήματα που ήρθαν από την Ευρώπη και με νέα σειρά στοιχείων που έφτασαν από την Βιέννη.

Άποψη της παραλίας σε φωτογράφηση του Δημήτρη Παπαδήμου (1964)

Οι Ταρουσόπουλοι απέκτησαν γρήγορα την φήμη των ιδιόρρυθμων τυπογράφων αλλά σπουδαίων καλλιτεχνών. Εκεί τύπωνε τα βιβλία του όχι μόνο ο Σεφέρης, αλλά και ο Στρατής Δούκας, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος.

Το σπίτι του Στέφανου Ταρουσόπουλου στην Καστέλλα. Κάτω ακριβώς βρίσκονταν το θρυλικό τυπογραφείο

Αργότερα τα παιδιά του Πέτρος και Νέστορας διαδέχτηκαν τον πατέρα τους και εργάστηκαν ασταμάτητα στο τυπογραφείο μέχρι και το 1969.

Το 1969 που το τυπογραφείο διαλύθηκε Ο γιος του Στέφανου, Νέστορας είπε ότι τα φορτηγά φόρτωσαν τυπογραφικά στοιχεία μοναδικά στην Ευρώπη που το βάρος τους έφτανε τους 18 τόνους. Υπήρχε τόσο μεγάλη ποικιλία τυπογραφικών χαρακτήρων σε όλη την κλίμακα πεζών και κεφαλαίων από τα στοιχεία των 6 στιγμών ως και των 48, σε διπλή σειρά ελληνικά και λατινικά που έφθαναν τον απίθανο αριθμό των 2.200 ειδών.

Τον Δεκέμβριο του 2000 το Τυπογραφείο Ταρουσόπουλου στην Καστέλλα γκρεμίζεται με τις ευλογίες της Πολεοδομίας Πειραιά. Το τυπογραφείο που μεταξύ άλλων είχε τυπώσει και το "ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ" του Οδυσσέα Ελύτη δεν υπάρχει πια. Κατεδαφίστηκε προκειμένου στην θέση του να ανεγερθεί εμπορικό κέντρο


Το 1990 ο Κάσδαγλης αφηγείται την ιστορία των αδελφών Ταρουσόπουλου στο βιβλίο "Το Αγλαότεχνο Τυπογραφείο των Αδελφών Ταρουσόπουλου" (Εκδόσεις Άγρα).

Αφιέρωμα στο Τυπογραφείο των Αδελφών Ταρουσόπουλων πραγματοποίησε το βιβλιοπωλείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας στην οδό Αμερικής 13.


Ποιος  ήταν ο φωτογράφος του Τυπογραφείου των αδελφών Ταρουσόπουλου;

Το 1964 ο φωτογράφος Δημήτρης Παπαδήμος, προβαίνει στην φωτογράφηση του τυπογραφείου που ακόμα και τότε αποτελούσε ένα είδος τυπογραφικού μουσείου. Ο Παπαδήμος ήταν Έλληνας προερχόμενος από την Αίγυπτο. Υπηρέτησε ως στρατιωτικός φωτογράφος των Ελληνικών Δυνάμεων της Μέσης Ανατολής και άφησε σε εμάς σήμερα ένα φωτογραφικό αρχείο αποτελούμενο από 65.000 φωτογραφίες, που μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν φωτογραφήσεις του Τσαρούχη, Ζαν Κοκτώ, Ανδρέα Νομικού, Φιλίπ Σέρραντ, Γεωργίου Σεφέρη, Γιώργου Καστίμπαλη, Μίνου Αργυράκη, Μελίνας Μερκούρη και πολλών άλλων.







Πηγές:
Εφημερίδα Καθημερινή (Θραύσμα ιστορίας το Τυπογραφείο των Αδελφών Ταρουσόπουλου)
Εφημερίδα Βήμα (Οι τυπογράφοι του Σεφέρη)
Εφημερίδα ΑΥΓΗ (Οι ιδιότροποι μάστορες της τυπογραφίας)
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (Αφιέρωμα στο τυπογραφείο των Αδελφών Ταρουσόπουλων)\
Φωτογραφίες του Δημήτρη Παπαδήμου 




Η παράξενη ιδέα του Δημοσθένη Βουτυρά


Ο συγγραφέας Δημοσθένης Βουτυράς που μένει στον Πειραιά σε ηλικία μόλις 16 ετών, το 1888, συγκεντρώνει γύρω του Πειραιώτες με αποκλειστικό σκοπό την δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους στην Αφρική. Οργανώνει συγκεντρώσεις σε πλατείες και συνοικίες γύρω από την περιοχή όπου έμενε και για έναν παράξενο λόγο, τους πείθει και κάποιοι μάλιστα φτάνουν στο σημείο να πωλούν την περιουσία τους προκειμένου να προχωρήσουν στην υλοποίηση αυτής της παράξενης ιδέας. Γράφει και σχετικό βιβλίο με τίτλο "Ο Νέος Μωυσής".

Η προτομή του Δημοσθένη Βουτυρά βρίσκεται στην Πλατεία Δηλιγιάννη στον Πειραιά μπροστά από το ΑΣΤΥΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟ. Η προτομή είναι έργο του γλύπτη Ευθύμιου Γκικάδη. 


Ποιος όμως ήταν ο Δημοσθένης Βουτυράς;

Ο Δημοσθένης Βουτυράς ήταν ο συγγραφέας των φτωχών και των απόκληρων, των χαμηλών και εξαθλιωμένων κοινωνικά στρωμάτων. 

Γεννήθηκε το 1872 στην Κωνσταντινούπολη, αλλά μετά από  μερικά χρόνια η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου ο πατέρας του διορίσθηκε συμβολαιογράφος. Στον Πειραιά τελείωσε το δημοτικό σχολείο και γράφτηκε και στο Α΄γυμνάσιο Πειραιά (σημερινή Ιωνίδειος) το οποίο όμως δεν τελείωσε ποτέ. Παρακολούθησε μαθήματα μουσικής, ξιφασκίας, γράφτηκε στην σχολή Μαχαιριάδη, υπήρξε τενόρος, εμποροπλοίαρχος, όλα όμως τα διέκοπτε. 

Το  1902 ο πατέρας του έφτιαξε εργοστάσιο σιδηρουργίας στο Νέο Φάληρο και ασχολήθηκε με τις οικοδομικές επιχειρήσεις. 

Όμως το 1905 το εργοστάσιο καταστράφηκε οικονομικά και ο πατέρας του αυτοκτόνησε. 
Αρχικά αρθρογραφούσε στα "Πειραϊκά Χρονικά" και στο "Περιοδικόν μας" του Γεράσιμου Βώκου. 

Έκτοτε η πορεία του ήταν ανοδική και μέχρι το 1923 είχε καταξιωθεί πλήρως και τον ίδιο χρόνο τιμάται με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών.

Το 1931 τιμάται με το Αριστείο του Δήμου Πειραιώς. Όμως κατά την διάρκεια της κατοχής τάχθηκε υπέρ της αντίστασης και πολιτικά ανήκε στον χώρο της αριστεράς αν και επίσημα δεν εντάχθηκε ποτέ. Ωστόσο αυτή η πολιτική του προτίμηση ήταν ευρέως γνωστή με αποτέλεσμα να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του φτωχός και παραμελημένος από την κρατική εξουσία. 
Αριστερά πάνω ο πατέρας του Δημοσθένης Βουτυρά σε φωτογράφηση, δεξιά η σύζυγός του Μπετίνα Φέξη  την χρονιά του γάμου τους το 1904 και κάτω δεξιά αναγνωστικό γραμμένο από τον Βουτυρά το οποίο όμως απαγόρευσε η Δικτατορία του Πάγκαλου (Φωτο: από το έντυπο 7 ημέρες της Καθημερινής)

Ήδη το 1920 η εφημερίδα  "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" διακόπτει την μισθοδοσία του (50 δραχμές για κάθε διήγημα) λόγω αντιδράσεων των Βασιλικών αναγνωστών.

Η Ακαδημία Αθηνών διακόπτει την τιμητική σύνταξη που του είχε απονέμει η οποία αρνήθηκε μετά από δύο συνεχείς εκλογές να τον κάνει μέλος της λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων και μέχρι τον θάνατό του το 1958 είναι πάμπτωχος. Αρθρογραφούσε και στην εφημερίδα ΑΥΓΗ



Η ιδέα του Βουτυρά για ανεξάρτητο κράτος στην Αφρική:


"είχα μια παράξενη ιδέα, ήθελα να πάω στην Αφρική κι εκεί να ιδρύσω ένα ελεύθερο κράτος. Μια πολιτεία χωρίς Βασιλιά. Θα φεύγαμε πολλά παιδιά από τον Πειραιά. Εγώ τους είχα παρακινήσει όλους. Εκεί θα παιρνούσαμε "ζωή και κότα". Και κοίτα να δεις ότι με πίστευαν, ένας μάλιστα παπουτσής πούλησε τα σουβλιά του και τα άλλα του σύνεργα και ετοίμαζε τα μπογαλάκια του."

Αλητεύει στην πόλη και γνωρίζει πολλές κρυμμένες γωνιές του. Διψάει για ελευθερία και περιπέτεια. Τον καιρό που οι συνομήλικοι του σπούδαζαν αυτός γύριζε όλη μέρα στην πόλη με μια μαγκούρα στο χέρι, παίζοντας πετροπόλεμο, συμμετέχοντας στις πορείες στον Πειραιά της δεκαετίας του 1880. Διαβάζει μετά μανίας τον "Γύρο του Κόσμου" του Φρανσουά Αραγκό και "Τα μύρια όσα" του Ισίδωρου Σκυλίτση. 

Συγκεντρώνει γύρω του αρχικά τους φίλους του και αργότερα  κατοίκους της γειτονιάς του και τους λέει την ιδέα του. Για ένα παράξενο λόγο οι άνθρωποι αυτοί τον πιστεύουν και αρχίζουν ομαδικά πλέον σε συγκεντρώσεις στην γειτονιά να οργανώνουν στο σχέδιό τους. Γίνεται ο λούμπεν του Πειραιά. Η εκμετάλλευση των εργαζομένων στα εργοστάσια, η απανθρωπιά και η δυστυχία των λαϊκών τάξεων, κοινωνικοί θεσμοί, κράτος εκκλησία, εκπαίδευση, δικαιοσύνη, στηρίζονται στην εκμετάλλευση του αδύνατου και αυτό προκαλεί επανάσταση στον εσωτερικό του κόσμο.

 Όλα αυτά αργότερα τροφοδότησαν το έργο του.

Έτσι το 1921 γράφει το έργο του με τίτλο "Ο Νέος Μωυσής" με θέμα τη νεανική του προσπάθεια. Ο ήρωας της νουβέλας σχεδιάζει τον εποικισμό μιας έκτασης στην Αφρική όπου μαζί με τους συντρόφους του θα δημιουργούσαν ένα κράτος ελεύθερο χωρίς Βασιλιά, χωρίς πλούσιους και φτωχούς, χωρίς κοινωνική εξαθλίωση.



Πηγές:

Το ντοκιμαντέρ της Ε.Ρ.Τ. για τον Δημοσθένη Βουτυρά στο οποίο μάλιστα γίνεται και αναφορά για την προσπάθεια του να ιδρύσει κράτος στην Αφρική μπορείτε να το δείτε εδώ.  

"Η περίπτωση του Δημοσθένη Βουτυρά" έρευνα της Έλενας Ματσάγκου.

Αφιέρωμα στον Βουτυρά από το "Πολιτικό Καφενείο"

Φιλολογική Σχολή Βελιγραδίου "Από την γενιά του 1880 στην γενιά του 1930"


Αφιέρωμα από το έντυπο Επτά ημέρες της Καθημερινής


Η πρόταση του 1834 για πρωτεύουσα τον Πειραιά

Η πρόταση του αρχιτέκτονα Γκούτενσον για την ανοικοδόμηση ανακτόρων στον Πειραιά ήταν η πρώτη που έγινε στο νεοσύστατο Ελληνικό Βασίλειο. Πολλά χρόνια αργότερα ακολούθησε δεύτερη πρόταση του Θεόφιλου Χάνσεν για ανέγερση θερινών ανακτόρων στον Πειραιά. Στην φωτογραφία τα σχέδια του Χάνσεν για τα θερινά ανάκτορα Πειραιώς (1888)


του Στέφανου Μίλεση

Οι περισσότερες πόλεις που προτάθηκαν για πρωτεύουσα του μικρού νεοσύστατου ελληνικού κράτους που μόλις είχε αποκτήσει την ελευθερία του είχαν ένα κοινό γνώρισμα. Ήταν οι περισσότερες παράλιες, ακόμα όμως κι αν δεν ήταν δεν απείχαν πολύ από τη θάλασσα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Κόρινθος για την οποία μάλιστα προτάθηκε η περιοχή του νέου συνοικισμού της που ήταν παραλιακή. 

Ο συνοικισμός αυτός καθώς είχε δημιουργηθεί μεταγενέστερα είχε λάβει την ονομασία "Νέα Κόρινθος". Προτάθηκαν επίσης το Άργος καθώς θα χρησιμοποιούσε ως λιμάνι το Ναύπλιο (ήδη Πρωτεύουσα), αλλά και η Σύρος ένα νησί πραγματικό θαλάσσιο σταυροδρόμι πολλών δρομολογίων με προορισμό τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Υποψήφια για πρωτεύουσα ήταν επίσης και  η Τρίπολη (η μόνη μη παράλια πόλη που προτάθηκε) καθώς βρισκόταν στο κέντρο της Πελοποννήσου. 

Πέρα όμως από τις πόλεις που προτάθηκαν για πρωτεύουσα, υπήρχε ένας μακρύς κατάλογος πόλεων που σήμερα μας φαίνονται μικρές ή ακατάλληλες για να διαδραματίσουν το ρόλο αυτό, ωστόσο την εποχή εκείνη αποτελούσαν σημαντικά κέντρα για διαφορετικούς λόγους. 

Για παράδειγμα η Ύδρα λίγο πριν την επανάσταση διέθετε 80 χιλιάδες κατοίκους και ήταν σπουδαίο ναυτικό κέντρο. Η Λιβαδειά ήταν σπουδαίο εμπορικό κέντρο της Ανατολικής Ρούμελης γνωστή για τη ζωντάνια της και τη μανιφακτούρα της. Στην Πελοπόννησο επίσης σπουδαίο πόλη ήταν ο Πύργος με έξι χιλιάδες κατοίκους, χωρίς μάλιστα να διαθέτουν οθωμανική μειονότητα, σπουδαίο επιχείρημα για να ληφθεί υπόψη την εποχή εκείνη. Ακόμα και το Μεσολόγγι ήταν ένα σπουδαίο κέντρο μέσα στη λιμνοθάλασσα των Αιτωλικών Ακτών πριν την καταστροφή του. 

Ύδρα 1882


Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες πόλεις που αναφέραμε η Αθήνα την εποχή εκείνη ήταν επί της ουσίας ένα μεγάλο χωριό. Δεν αποτελούσε ούτε πόλο έλξης εμπορίου, ούτε πληθυσμιακή ανάπτυξη είχε, ούτε καν σοβαρά οικοδομήματα. Ωστόσο ήταν περιζήτητος προορισμός ανάμεσα στους ξένους περιηγητές καθώς την επισκέπτονταν με κίνητρο το ένδοξο ιστορικό παρελθόν της. Η ομορφιά και το ενδιαφέρον των ξένων για την Αθήνα είχε λοιπόν να κάνει με την αγάπη που είχαν όσοι μελετούσαν την κλασική αρχαιότητα και το αρχαίο κλέος της. 

Όταν όμως οι ξένοι περιηγητές επισκέπτονταν την Αθήνα την Αθήνα απογοητεύονταν από όσα τελικώς αντίκριζαν.  Ο Πουκεβίλ γράφει στο έργο του "Ταξίδι στην Ελλάδα" ότι η Αθήνα που επισκέφθηκε, ελάχιστα θυμίζει την Αθήνα της αρχαιότητας. 

Και δεν ήταν μόνο ο Πουκεβίλ αλλά και πολλοί άλλοι περιηγητές περίπου τα ίδια έγραφαν στα ημερολόγιά τους όταν αντίκριζαν την πραγματική εικόνα της Αθήνας, σε αντίθεση με την Αθήνα που είχαν σχεδιάσει στη φαντασία τους. 

Το λιμάνι του Πειραιά από το λόφο της Πνύκας το 1836


Ένα ταξίδι προς την Αθήνα ήταν πραγματική οδύσσεια καθώς οι οδικές διαδρομές ήταν ανύπαρκτες, ο πληθυσμός της δεν ξεπερνούσε τις δέκα χιλιάδες εκ των οποίων το ένα τρίτο ήταν Οθωμανοί. Συγκριτικά με την Ύδρα που προαναφέραμε η Αθήνα ήταν ανύπαρκτη.

Το σπουδαιότερο γεγονός που καθορίζει άλλωστε αν μια πόλη ήταν σπουδαία ή όχι, καταδεικνύει το γεγονός ότι λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση, ότι η Αθήνα -αντίθετα με τα σημαντικά μέρη- δεν είχε κριθεί άξια για την έδρα ενός Πασά. Η Αθήνα είχε βοεβόδα δηλαδή τοποπαρατηρητή και λίγο πριν την επανάσταση βοεβόδας της Αθήνας ήταν ο Χατζή Αλή, που έμεινε στην ιστορία γνωστός ως Χασεκής των Αθηνών. 

Το λιμάνι του Πειραιά το 1836


Ο Χατζή Αλή αγαπήθηκε παράφορα στην Κωνσταντινούπολη από την Σουλτάνα Ασμά  (μια μεσόκοπη κυρία που ερωτεύθηκε έναν άνδρα κατά πολύ νεότερό της). Η Σουλτάνα Ασμά εκτός από μεσόκοπη όμως, είχε την τύχη να είναι η αδελφή του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ, στον οποίο υπηρετούσε ο Χατζή Αλή ως σωματοφύλακας (Χασεκής). Έτσι η Ασμά αγόρασε την έκταση "Αθήνα" και διόρισε τον Χασεκή (τον Σωματοφύλακα του αδελφού της) ως βοεβόδα της έκτασης στην οποία είχε επενδύσει. Η Ασμά είχε καταβάλλει το 1772 το ποσό των ενάμιση εκατομμυρίων γροσίων για την αγορά της. Ο Χασεκής έφτασε στην Αθήνα τρία χρόνια μετά την αγορά της Ασμά, το 1775, και φρόντιζε με τη βία να εισπράττει φόρους για να ικανοποιεί την Ασμά και να νιώθει εκείνη πόσο σημαντική επένδυση είχε επιτύχει, αφού εισέπραττε μεγάλα ποσά από τους φόρους των δυστυχισμένων ραγιάδων. Η Ασμά όχι μόνο πήρε πίσω τα γρόσια που έδωσε για την αγορά αλλά και εισέπραξε σημαντικά κέρδη.

Η Αθήνα κατά τα άλλα ήταν μια παρατημένη περιοχή που κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν διέθετε ούτε δρόμους, ούτε αξιόλογα σπίτια, ούτε άλλους σημαντικούς οικονομικούς πόρους. 

Ο Λουδοβίκος όμως ο πατέρας του Όθωνα ήταν εκείνος που επέμενε πεισματικά την Αθήνα για πρωτεύουσα καθώς εξέπεμπε την ιστορική μαγεία του παρελθόντος της και θα συνέδεε το σύγχρονο ελληνικό κράτος με το όνομα της αρχαίας Ελλάδας. Έτσι βρέθηκαν πολλοί ξένοι που συνηγορούσαν υπέρ της Αθήνας. Ποιας Αθήνας όμως; 

Όπως υπήρχε πρόταση για την Κόρινθο που στην ουσία δεν επρόκειτο για την αρχαία Κόρινθο, αλλά για τη Νέα Κόρινθο που είχε οικοδομηθεί στα παράλια, έτσι και η πρόταση για την Αθήνα ως πρωτεύουσα, δεν ήταν μια αλλά δύο προτάσεις!

Η μια από τις δύο εκδοχές ήταν η οικοδόμηση της παράλιας Αθήνας, στη θέση που κάποτε κατείχε ο αρχαίος Πειραιάς. Έτσι λοιπόν έμεινε ιστορικά να λέμε μέχρι σήμερα ότι ανάμεσα στις υποψήφιες πόλεις για τη μεταφορά της πρωτεύουσας από το Ναύπλιο ήταν και ο Πειραιάς, δεν τίθεται ακριβώς όπως ακούγεται, αλλά για την οικοδόμηση των Νέων Αθηνών στην έκταση που κάποτε υπήρχε ο αρχαίος Πειραιάς. 

Η επιλογή αυτή είχε να κάνει καθώς η περιοχή του Πειραιά διέθετε τρία φυσικά λιμάνια, παρείχε παρθένο έδαφος για να οικοδομηθεί μια πόλη, αντίθετα από την Αθήνα που εκείνη την εποχή ήταν ήδη άναρχα οικοδομημένη με σπίτια να ξεφυτρώνουν ατάκτως, με τουρκομαχαλάδες και αρχαία μνημεία ή καλύτερα ερείπια αρχαίων μνημείων. Επίσης η τροφοδοσία της πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους θα ήταν περισσότερο εύκολη δια θαλάσσης, ελλείψει οδικού δικτύου. 

Απόψεις του Πειραιά του 1836

Άποψη του Πειραιά το 1836 από τον λόφο της Μουνυχίας (σημερινή θέση Προφήτης Ηλίας Καστέλλας)


Μάλιστα ο Βαυαρός αρχιτέκτονας Γκούτενσον είχε ήδη εκπονήσει τα σχέδια του Πειραιά ως μελλοντικής πρωτεύουσας από το 1834. Σύμφωνα με τα σχέδιά του η πόλη θα εκτεινόταν ανάμεσα σε δύο λιμάνια, το κεντρικό εμπορικό και της Ζέας, ενώ η Πειραϊκή χερσόνησος (γνωστή σήμερα απλά ως Πειραϊκή), θα φιλοξενούσε τα ανάκτορα και τα άλλα δημόσια κτήρια. 

Τελικώς η πρόταση δεν ενεκρίθη καθώς ο Ρος θεώρησε ότι το σχέδιο αυτό ήταν άστοχο, αφού ανάκτορα και τα υπόλοιπα δημόσια κτήρια, θα ήταν εκτεθειμένα στην επίθεση του πρώτου εχθρικού πολεμικού πλοίου. Ένας ακόμα ενδοιασμός στην πρόταση "Πειραιάς", είχε να κάνει με το κατά πόσο ήταν χρήσιμο η νέα πρωτεύουσα να είναι αποκομμένη από το ιστορικό της παρελθόν. Πολλοί Βαυαροί επέμεναν ότι η νέα πρωτεύουσα θα πρέπει παράλληλα να αποτελεί και τόπο "προσκυνήματος" των περιηγητών. Στον αντίποδα άλλοι υποστήριζαν το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή ότι η σύγχρονη Αθήνα θα έπρεπε να είναι οικοδομημένη αλλού, δίπλα στην αρχαία, για να μην εμποδίζει τις ανασκαφές και τη σπουδή της αρχαιότητας.        

Ο Λούντβιχ Ρος (Ludwig Ross) είναι ένας από τους ειδικούς επιστήμονες, αρχαιολόγος ο ίδιος,  που ακολούθησαν τον Όθωνα προκειμένου να στελεχώσουν την κρατική μηχανή. 


Ο Λούντβιχ Ρος στην Ελλάδα το 1836 σε υδατογραφία του Χάνσεν (Hansen). Από το ημερολόγιο που διατηρούσε ο Ρος μεταξύ άλλων μάθαμε και για την πρόταση που υπήρξε για τον Πειραιά να είναι πρωτεύουσα της Ελλάδας και να φιλοξενεί και τα Βασιλικά Ανάκτορα



Φτάνοντας περιοδεύει σε διάφορα σημεία του ελληνικού κράτους και το κυριότερο είναι ότι κρατάει ημερολόγιο από το οποίο μαθαίνουμε πολλά για την εποχή εκείνη. Στο ημερολόγιο αυτό λοιπόν γράφει:

Το ημερολόγιο του Ρος

"Τότε άρχισε η συζήτηση του θέματος ποια πόλη έπρεπε να επιλεγεί για Πρωτεύουσα. Ο Βαυαρός αρχιτέκτονας Γκούτενσον (Johann Gutensohn) που ακολουθώντας την αντιβασιλεία είχε έρθει στην Ελλάδα, είχε υποδείξει για πρωτεύουσα τον Πειραιά.

Πήγαμε μια μέρα έφιπποι στον Πειραιά και ο Γκούτενσον ανέπτυξε επί τόπου τις απόψεις του και επεσήμανε και την θέση όπου έπρεπε να γίνουν τα ανάκτορα. Οι προτάσεις του όμως δεν βρήκαν απήχηση. Οι λόγοι κύρια ήταν ότι για να εγκαταστήσει το παλάτι ο Βασιλιάς στην ακτή του Πειραιά, θα έπρεπε να διαθέτει ισχυρό πολεμικό στόλο αλλιώς θα βρίσκονταν στην εμβέλεια των κανονιών κάθε εχθρικού σκάφους. Ενώ στην Αθήνα, το ίδιο το όνομα της πόλης, οι αναμνήσεις, τα ερείπια της αρχαιότητας, η ασφάλεια όλα συνηγορούσαν γι΄ αυτήν".



Η πρόταση του Γκούτανσον για πρωτεύουσα τον Πειραιά και την δημιουργία των βασιλικών ανακτόρων εδώ, αποτελεί διαχρονικά την πρώτη πρόταση που έγινε για τον Πειραιά. Μετά την επιλογή της Αθήνας όμως ως πρωτεύουσας το 1834 σχεδιάζεται και ο ταυτόχρονος εποικισμός του Πειραιά.


Τα σχέδια για τα Πειραϊκά ανάκτορα δεν βρέθηκαν αλλά το 1837 ο Φερδινάνδος ALDENHOVEN έκανε πιστό αντίγραφο των ανακτόρων που τυπώθηκε στα εργαστήρια της Βασιλικής Λιθογραφίας στην Αθήνας. Τα ανάκτορα αυτά δεν κτίστηκαν σύμφωνα με το διάταγμα της 29ης Δεκεμβρίου 1836.

Τοπογραφικό σχέδιο Αθήνας Πειραιά του ALDENHOVEN
Υπάρχει και συνέχεια στην ιστορία των Πειραϊκών Ανακτόρων αλλά μεταγενέστερη και όχι της εποχής του Όθωνα. Μιλάμε για την  μελέτη του Θεόφιλου Χάνσεν για ένα κτήμα στην Πειραϊκή που είχε παραχωρήσει ο Δήμος Πειραιώς στον τότε Βασιλιά Γεώργιο Α΄, αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε Παλατάκι.