ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - 1930 - (ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ)

"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Από την Τριήρη «Φοίβη» στην σημερινή «Ολυμπιάς» της Μαρίνας Ζέας


του Στέφανου Μίλεση

Κατέπλευσε πάλι στον Πειραιά μετά από 29 ολόκληρα χρόνια η τριήρης «Ολυμπιάς», στα πλαίσια του εορτασμού "Ημέρες Θάλασσας". Ήταν 26 Αυγούστου 1987, όταν την είχε υποδεχθεί για πρώτη φορά η τότε Υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη. Η φιγούρα μιας τριήρους να πλέει στα Πειραϊκά ύδατα μάλλον είναι ιστορικά γνώριμη, αφού κάθε βράχος της Πειραϊκής χερσονήσου, κάθε σημείο της Ακτής, μπορεί να αναγνωρίσει το σκαρί που θεμελίωσε την ένδοξη ανάπτυξη της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Τα «ξύλινα τείχη» ενός χρησμού των Δελφών, έγιναν πράξη στον Πειραιά, απέδειξαν την αξία τους στη Σαλαμίνα όταν προστάτευσαν όχι μόνο τον ελληνικό πολιτισμό αλλά και ολόκληρο το έδαφος της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Στην σύγχρονη Ελλάδα από τους πρώτους που οραματίσθηκαν την ανακατασκευή μοντέλου αρχαίας τριήρης ήταν ο Καθηγητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων Κωνσταντίνος Ράδος. Το μοντέλο του Ράδου αναπτύχθηκε το καλοκαίρι του 1900, σε σμίκρυνση, έχοντας υπολογίσει τις διαστάσεις του πρωτοτύπου. Οραματίστηκε την κατασκευή μιας τριήρους 45 μέτρων μήκους κατά την ίσαλο γραμμή και 4,5 μέτρων μέγιστου πλάτους. Αφορούσε δηλαδή την ανακατασκευή μιας τριήρους την εποχή ενάρξεως του Πελοποννησιακού πολέμου. 

Η "Ολυμπιάς" έξω από τον Πειραιά
(Φωτογραφία από http://www.hellenicnavy.gr)
Η "Ολυμπιάς" στην Μαρίνα Ζέα, στην ίδια θέση
που τη δεκαετία του 1970 "έδενε" το "Καλυψώ" του Ζακ Υβ Κουστώ

Ως πηγή πάνω στην οποία στήριξε την εργασία του, ήταν ένα ανάγλυφο που βρέθηκε το 1852 στην Ακρόπολη. Επίσης σημαντικός ήταν ο ρόλος των ναυτικών επιγραφών του Πειραιά, που αφορούσαν στην περιγραφή ναυτικών εξαρτημάτων και σκευών που σύμφωνα με τις διαστάσεις της περιγραφής τους, οδήγησαν τον Ράδο να υπολογίσει αναλογικά τις διαστάσεις του σκάφους. 

Ο Κωνσταντίνος Ράδος, όχι μόνο επιθυμούσε να κατασκευάσει ένα ακριβές αντίγραφο μιας αρχαίας Τριήρους ως προς τις διαστάσεις, αλλά και ως προς το βάρος, καθώς έπρεπε να είναι ιδιαίτερα ελαφρύ ώστε να μεταφέρεται στην ξηρά, όπως συνέβαινε στην πραγματικότητα, όταν τα πλοία εισέρχονταν εντός των νεώσοικων. Επίσης είχε υπολογίσει ξύλινες ράμπες επί του καταστρώματος ώστε όλο το πλήρωμα της τριήρους να μετατρέπεται ταχέως σε αποβατικό άγημα, όπως συνέβη σε πολλές περιπτώσεις όταν το πλήρωμα ενός πλοίου διεξήγαγε την ίδια ημέρα ναυμαχία, και στη συνέχεια μάχη ξηράς!

Κατά τον Ράδο οι αρχαίοι Τριήρεις «κάθιζαν» πάντοτε στην αμμουδιά, και «ράμπες» εξέρχονταν σχηματίζοντας κλίμακες ανόδου – καθόδου.




Την τριήρη που ο Ράδος είχε σκοπό να κατασκευάσει την ονόμασε «Φοίβη» καθώς αυτό το όνομα είχε βρει μεταξύ 154 άλλων ονομάτων πλοίων, από σχετικές αρχαίες επιγραφές του Πειραιά. Τα ονόματα των Αττικών Τριηρών της εποχής του Περικλή που είναι σήμερα γνωστά, είναι γυναικεία ονόματα όπως «Ανθούσα», «Άμεμπτος», «Ερωμένη», «Γνωστή», «Ευτυχής», «Ευφυής», «Λαμπρά», «Νεανίς», «Πρώτη», «Γενναία», «Λέαινα» κ.ο.κ.

Ο Ράδος με μαθηματικούς υπολογισμούς απέδειξε πως το σκάφος που είχε σχεδιάσει η «Φοίβη», έχοντας 174 κωπηλάτες σε τρεις σειρές (Θρανίτες, Ζυγίτες, Θαλαμίτες) θα ανέπτυσσε ταχύτητα κωπηλασίας μάχης 10 ν.μ., ενώ κατά τον συνήθη πλου 5 ν.μ. Οι μελέτες του Ράδου δεν περιορίζονταν μόνο στην κατασκευή, αλλά αφορούσαν κάθε λεπτομέρεια όπως τους τρόπους κωπηλασίας, τον τρόπο με τον οποίο τα πληρώματα θα λάμβαναν τροφή (λόγω της έλλειψης χώρου), ποιοι επάνδρωναν την τριήρη και ποιες συγκεκριμένες θέσεις κατείχαν, ακόμα και τον προϋπολογισμό που απαιτούσε το 1900 η ανακατασκευή μιας τριήρους (είχε υπολογίσει στις 300.000 δραχμές). 

Είχε καταμετρήσει επίσης τον αριθμό των πλοίων με τις διαστάσεις τους που ετίθεντο στους νεώσοικους. Υπολογίζοντας τον αριθμό των ανδρών τους, την απόσταση στην οποία έπρεπε να κατοικούν ώστε ταχέως να το επανδρώνουν σε περίπτωση επίθεσης, είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως μόνο όσοι κατοικούσαν στον Πειραιά θα μπορούσαν να αποτελέσουν πληρώματα των πλοίων. Ήταν γνωστό πως κάθε κωπηλάτης λάμβανε μαζί του τον οπλισμό του και την κώπη του –όταν το πλοίο βρισκόταν εντός νεώσοικου-. Μάλιστα έπρεπε όχι μόνο να είναι κάτοικοι Πειραιά, αλλά και να ζουν πλησίον των πολεμικών λιμένων της πόλης. 

Φωτογραφία από http://www.hellenicnavy.gr/


Το όραμα του Ράδου για την ανακατασκευή αρχαίας Τριήρους δεν επετεύχθη καθώς ουδέποτε βρέθηκαν τα κεφάλαια που απαιτούσε η ναυπήγηση. Ο Ράδος προκειμένου να πείσει το 1900 τον κόσμο ώστε να συνεισφέρει οικονομικά για την υλοποίηση της κατασκευής, έδινε σειρά διαλέξεων (Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσό») συνοδεία 30 φωτεινών εικόνων, που είχε παραγγείλει κατ΄ αποκλειστικότητα να του κατασκευάσουν οι φωτογράφοι Αδελφοί Ρωμαΐδη, με τις οποίες παρουσίαζε τα σχέδιά του. Παράλληλα μετέφερε όπου κι αν πήγαινε το μικρό ομοίωμα της Αττικής τριήρους.  

Τελικώς μια τριήρης, με το όνομα «Ολυμπιάς» κατασκευάστηκε το 1987 για λογαριασμό του Πολεμικού Ναυτικού σε σχέδια του ναυπηγού John F. Coates. Πλησιάζει τις διαστάσεις της «Φοίβης» καθώς έχει μήκος 36,90 μέτρα, και μέγιστο πλάτος 5,50 μέτρα. Το εκτόπισμά της είναι 70 τόνοι. Σε κάθε περίπτωση οι υπολογισμοί του Ράδου επαληθεύονται στο έπακρο αφού η «Ολυμπιάς» πετυχαίνει ταχύτητα άνω των 9 κόμβων, ενώ η ταχύτητα «ταξιδιού» είναι 4 μίλια, με τους μισούς κωπηλάτες εκ περιτροπής. Έχει τη δυνατότητα να εκτελεί στροφή 180 μοιρών σε ένα λεπτό με τόξο μικρότερο από 2,5 μήκη πλοίου. Για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν 20.000 ξύλινες σφήνες, 17.000 ορειχάλκινα χειροποίητα καρφιά ενώ η καλύπτρα του εμβόλου που είναι χυτός ορείχαλκος έχει βάρος 200 κιλών!


Η καλύπτρα του εμβόλου που είναι χυτός ορείχαλκος έχει βάρος 200 κιλών




Σημαντικές στιγμές της «Ολυμπιάς» από το 1987 που καθελκύστηκε, ήταν όταν το επόμενο ακριβώς έτος (1988) γυρίστηκε ταινία του BBC που αφορούσε στο ταξίδι της σε Θεσσαλονίκη και Αλεξανδρούπολη. Το ίδιο έτος πραγματοποίησε πλόες στον Αργοσαρωνικό, το 1989 μετέφερε την Ολυμπιακή Φλόγα από την Ελευσίνα στο Φάληρο. Κορυφαία ίσως στιγμή ήταν το 1993 που συμμετείχε στον εορτασμό των 2.500 χρόνων του Δημοκρατικού Πολιτεύματος στο Λονδίνο, όπου κατέπλευσε στον Τάμεση.

Το 1997 η Τριήρης μεταφέρθηκε στο Άλσος Ναυτικής Παράδοσης στο Τροκαντερό όπου παρέμεινε ως έκθεμα στην ξηρά. Το 2002 τα Ναυπηγεία Ελευσίνας ανέλαβαν και το έκαναν πλεύσιμο ξανά και το 2004 μετέφερε την Ολυμπιακή Φλόγα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Το 2005 τοποθετήθηκε εκ νέου στο Άλσος Ναυτικής Παράδοσης όπου ευρίσκετο μέχρι πριν από λίγο καιρό.

Πηγή:
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Ψηφιακές πηγές 
Ενημερωτικό φυλλάδιο Πολεμικού Ναυτικού "ΟΛΥΜΠΙΑΣ"


  

Τα ευτράπελα μιας τελετής και μιας γραμμής (Σιδηρόδρομος Αθηνών - Πειραιώς, 1869)


Του Στέφανου Μίλεση

Στις 27 Φεβρουαρίου 1869 έγινε το πρώτο δρομολόγιο του ατμοκίνητου (ατμήλατου) Σιδηρόδρομου Αθηνών - Πειραιώς. Την εποχή εκείνη κάθε εγκατάσταση, κάθε πραγμάτωση καινοτόμου ιδέας, λάμβανε διαστάσεις εθνικού χαρακτήρα, ειδικά όταν εμφανιζόταν για πρώτη φορά. Και η σιδηροδρομική γραμμή Θησείου - Πειραιώς είχε πανελλήνιο χαρακτήρα. Όμοια συνέβη με το αεριόφως, την ύδρευση ακόμη και με τους ιπποσιδηροδρόμους όταν είχαν εμφανιστεί. 

Κάθε τελετή εγκαινίων, αποτέλεσε γεγονός είτε με την λαμπρότητά της, είτε με τα ευτράπελα που συνέβησαν κατά την εξέλιξή της. Έτσι και η τελετή εγκαινίων του ατμοκίνητου σιδηροδρόμου, δεν θα μπορούσε να υστερήσει. Λίγο πριν τα εγκαίνια πολλοί αποκαλούσαν το νέο μέσο μετακίνησης ως "ατμόδρομο" και μέχρι να επικρατήσει η υφιστάμενη σημερινή ονομασία, πέρασε αρκετό διάστημα με διενέξεις ανάμεσα στους φιλόλογους της εποχής. 

Η Βασίλισσα των εγκαινίων των μεγάλων έργων, η Βασίλισσα Όλγα ήταν αυτή που εγκαινίασε και το συγκεκριμένο. Κι αυτό καθώς τις ημέρες εκείνες ο Γεώργιος Α΄ απουσίαζε στο εξωτερικό. 

Μια "παραξενιά" της ιστορίας, ήθελε τα παλαιότερα χρόνια, την εποχή του Όθωνα και της Αμαλίας, όλα τα σοβαρά νομοθετήματα να τα μελετά ο Όθωνας αλλά στο τέλος να τα υπογράφει η Αμαλία, αφού ήταν γνωστό πως ο Όθωνας, είχε τέτοια εμμονή στις λεπτομέρειες, ώστε οι σύμβουλοι μάζευαν ότι έγγραφα έπρεπε να θέσουν προς υπογραφή και όταν έβρισκαν την ευκαιρία κάποιου ταξιδιού του στο εξωτερικό, τότε μόνο τα πήγαιναν μαζεμένα στην Αμαλία για να τα υπογράψει. Όμοια και με τον Γεώργιο Α΄, τύχαινε όλα τα μεγάλα έργα να θεμελιωθούν ή να εγκαινιασθούν από την Βασίλισσα Όλγα.

Σπάνιο σχέδιο που απεικονίζει την τελετή εγκαινίων του Σταθμού Πελοποννήσου του Πειραιά (Λιμάνι Αλών - 8 Νοεμβρίου 1882). Πρόκειται για τον Σταθμό, δίπλα ακριβώς από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Πειραιώς - Αθηνών.


Η τελετή εγκαινίων του σιδηροδρόμου περιλάμβανε ένα ταξίδι από το Θησείο μέχρι τον Πειραιά. Πιο μακριά από το Θησείο δεν ήταν εύκολο να προχωρήσει η γραμμή, καθώς λόφοι από βράχους υψώνονταν που το τραίνο δεν μπορούσε φυσικά να ανέβει. Αφού τελέστηκε πρώτα η καθιερωμένη δοξολογία, ακολούθησε ένας μακρύς συριγμός από την ατμομηχανή που προκάλεσε αναστάτωση για λίγο στα πλήθη. Αυτό ήταν το σύνθημα για την επιβίβαση στα έξι βαγόνια του συρμού, που εκ των προτέρων είχε κανονιστεί για το ποιοι θα επιβιβαστούν σε αυτά. Κάθε βαγόνι ανάλογα με τη σειρά του, θα είχε ως επιβάτες σημαντικά πρόσωπα, ενώ όσο πιο πίσω ήταν το βαγόνι στην εξάδα, τόσο πιο μικρός θα ήταν και ο βαθμός του επισήμου που θα επιβιβαζόταν. 

Έτσι με την λογική αυτή τα δύο πρώτα βαγόνια ήταν για τους υψηλούς επίσημους, που ήταν σύμφωνα με την εθιμοτυπία της εποχής η Βασίλισσα Όλγα που μαζί με την ακολουθία της και τον Πρωθυπουργό Θρασύβουλο Ζαΐμη θα επιβιβάζονταν στο πρώτο βαγόνι. Στο δεύτερο θα επιβιβαζόταν ο Μητροπολίτης και όλο το υπουργικό Συμβούλιο. Στα επόμενα θα επιβιβάζονταν τα μέλη του διπλωματικού σώματος, Ανώτατες στρατιωτικές και δικαστικές αρχές και άλλοι επίσημοι. Τότε λοιπόν έγινε, όπως συνήθως συμβαίνει, ένα επεισόδιο που λίγο έλειψε να προκαλέσει την αναβολή της τελετής εγκαινίων.

Η κόρη το Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Σιδηροδρόμου Αθηνών - Πειραιώς, η κυρία Παχή, πρώην Σκουζέ, εισήλθε άνευ αδείας μαζί με πολλές φίλες της στο δεύτερο βαγόνι αντί κάποιου από τα επόμενα. Η Σκουζέ θεώρησε πως η ιδιότητά της ως κόρη του Προέδρου, της επέτρεπε αυτή την "ασήμαντη" παρασπονδία. Νέα στην ηλικία, όπως και οι φίλες της, μόλις άκουσαν το σφύριγμα - σύνθημα της ατμομηχανής, άρχισαν να τρέχουν προς το δεύτερο βαγόνι. Ο Μητροπολίτης με το υπουργικό συμβούλιο που πήγαιναν με βραδύτητα, κατέληξαν, όταν εισήλθαν στο βαγόνι, να μη βρίσκουν θέση για να κάτσουν. Και τότε εξέφρασαν τη δυσφορία τους προς τον κοσμήτορα της εκδήλωσης, αυτόν δηλαδή που η εταιρεία Σιδηροδρόμων είχε ορίσει ως υπεύθυνο για την τήρηση της τάξης των εγκαινίων, που ήταν ο σύμβουλος του Δ.Σ., Σκαλτσούνης. Ειδικά ο Μητροπολίτης έθεσε θέμα αποχώρησης. 



Ο Σκαλτσούνης, αναγκάστηκε να εισέλθει στο δεύτερο βαγόνι και να ζητήσει από την κυρία Σκουζέ να σηκωθεί και να μεταβεί σε κάποιο από τα επόμενα βαγόνια. 
- Δεν έχω να πάω πουθενά, απάντησε η κυρία Παχή Σκουζέ.
Τότε ο Σκαλτσούνης πήγε να συναντήσει τον Πρόεδρο του Δ.Σ. τον Σκουζέ που μόλις το έμαθε ζήτησε από τον Σκαλτσούνη να βγάλει έξω από το βαγόνι την κόρη του όπως - όπως.

Έτσι για δεύτερη φορά ο Σκαλτσούνης πήγε, έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη του πατρός Σκουζέ, και λίγο με τις φωνές, λίγο με αγριάδα, έκανε την κόρη Σκουζέ να εξαναγκαστεί να βγει από το δεύτερο βαγόνι. Τότε και ενώ όλα φαίνονταν πως θα πήγαιναν καλά, εμφανίστηκε ένας καλοντυμένος νέος και άρχισε να σκαμπιλίζει τον Σκαλτσούνη στο πρόσωπο!



Ήταν ο γιος του Προέδρου Σκουζέ, αδελφός δηλαδή της κυρίας Παχή, ο οποίος εξέλαβε ως προσβολή την "έξωση" της αδελφής του από το βαγόνι των επισήμων, μη γνωρίζοντας φυσικά τη σύμφωνη γνώμη του πατέρα του. Ένας εργάτης της γραμμής, τεραστίων σε όγκο διαστάσεων, γνωρίζοντας την ιδιότητα του Σκαλτσούνη, έσπευσε να τον βοηθήσει, κυνηγώντας τον αδελφό Σκουζέ πάνω στις γραμμές. Το επεισόδιο έλαβε τέτοιες διαστάσεις, που λύθηκε με παρέμβαση της αστυνομίας και απομάκρυνση όλων των εμπλεκομένων - πλην Σκαλτσούνη- από τον Σταθμό του Θησείου. Τρεις ημέρες αργότερα η σατυρική εφημερίδα "Βέλος" δημοσίευε τον γνωστό γλωσσοδέτη, που μέχρι σήμερα λέμε:

"Ο Παπάς ο παχύς, έφαγε παχιά φακή
Γιατί Παπά παχύ έφαγες παχιά φακή;"

εννοώντας φυσικά το επεισόδιο μεταξύ του Μητροπολίτη και της κυρίας Παχή.  

Εκείνη την ημέρα, των εγκαινίων, η αμαξοστοιχία των επισήμων αναχώρησε με καθυστέρηση. Όλη η διαδρομή αποτέλεσε αντικείμενο παρακολούθησης του διευθυντή αυτής Παρασκευαΐδη. Από την αγωνία του Παρασκευαΐδη να εκτελούνται τα δρομολόγια Θησείου - Πειραιώς στην ώρα τους, κτίσθηκε λίγο αργότερα, πάνω από τη σιδηροδρομική γραμμή ένα πανύψηλο κτήριο στον οποίο εγκαταστάθηκαν τα πρώτα γραφεία της εταιρείας Σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς. Εκεί πέρασε όλη του τη ζωή ο Παρασκευαΐδης και εκεί πέθανε. Κρατούσε διαρκώς ένα ναυτικό τηλεσκόπιο στο χέρι και έβλεπε προς τον Πειραιά αν ξεκινούσε το τραίνο. Και μόλις αυτό γινόταν, σήκωνε μια τεράστια πράσινη σημαία στο κτήριο, σημάδι πως το τραίνο είχε αναχωρήσει από τον Πειραιά και σε κάποια ώρα θα έφτανε στο Θησείο.     

Ο Σιδηροδρομικός Πύργος του Παρασκευαΐδη στο Θησείο, από τον οποίο έβλεπαν με τηλεσκόπιο, αν το τραίνο έφτανε στον τερματικό του σταθμό που ήταν ο Πειραιάς.

Αυτή η πρώτη γραμμή Πειραιώς - Θησείου ήταν μονή, πλάτους ενός μέτρου, περνούσε και από το Φάληρο (στα ηπειρωτικά του) χωρίς όμως να σταματάει εκεί, αφού στην περιοχή επικρατούσε ερημιά. Στη συνέχεια έστριβε προς βορρά και περνούσε πάνω από τον Ιλισσό, όπου είχε κατασκευαστεί αρχικά μια ξύλινη γέφυρα που είχε θεωρηθεί ως θαύμα μηχανικής της εποχής.

Τα δρομολόγια είχαν σχεδιαστεί να είναι οκτώ. Αλλά τον χειμώνα μόλις μετά βίας έκανε δύο δρομολόγια. Λόγω της βροχής και της λάσπης, ειδικά στην περιοχή του Φαλήρου, τα νερά σκέπαζαν τις γραμμές και οι μηχανικοί σταματούσαν τα δρομολόγια. Τότε ο κόσμος έμενε μέσα στα βαγόνια περιμένοντας να σταματήσει η βροχή. Αλλά και πάλι τα τραίνα δεν ξεκινούσαν καθώς η γραμμή συνέχιζε να είναι βυθισμένη στο νερό. Τότε ως δια μαγείας εμφανίζονταν οι αραμπάδες (ιπποκινούμενες άμαξες) που γνώριζαν τις αδυναμίες του τραίνου, και άρπαζαν την ευκαιρία, χρεώνοντας τα διπλάσια.

Τα ευτράπελα τα πρώτα χρόνια του Σιδηρόδρομου Θησείου - Πειραιώς ήταν πολλά, όπως και η συμβολή του στην ανάπτυξη ενός μεγάλου μέρους της Αττικής. 
Συμπληρωματικά ανάμεσα στα τόσα που θα μπορούσαν να γραφούν, αξίζει να αναφερθεί πως κατά παραγγελία των Σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς, δόθηκε παραγγελία στα ναυπηγεία Βασιλειάδη όπου κατασκευάστηκε η πρώτη ελληνική ατμομηχανή με το όνομα "ΕΛΛΗΝΙΣ". Η ατμομηχανή αυτή χρησιμοποιήθηκε αργότερα για την κίνηση του Θηρίου της Κηφισιάς. Χάρη στο Σιδηρόδρομο Αθηνών - Πειραιώς νέες περιοχές γεννήθηκαν όπως το Νέο Φάληρο, ενώ σε αυτόν οφείλεται κατά μεγάλο μέρος ο οφειλόμενος έπαινος, για την ώθηση που έδωσε στα θαλάσσια λουτρά, στα θερινά θέατρα και στην ανάπτυξη της πολιτιστικής ζωής της Αττικής.

Διαβάστε επίσης:

Σιδηρόδρομος Αθηνών Πειραιώς (ΣΑΠ) - Εποχή Ατμοκίνησης


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Πειραιάς (1869 - 1870)



του Στέφανου Μίλεση

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε ηλικία δεκαοκτώ ετών φτάνει στον Πειραιά. Η χρονιά του 1869 βρίσκει την πόλη σε μια διαρκή οικονομική, εμποροβιοτεχνική και ναυτιλιακή άνοδο και ευημερία. Είναι η χρονιά που ο ατμοκίνητος Σιδηρόδρομος Αθηνών - Πειραιώς ξεκινά τη λειτουργία του, συνδέοντας τον Πειραιά με το Θησείο, είναι η χρονιά επίσης που ολοκληρώνεται το πρώτο χρηματιστήριο Εμπορευμάτων, το μετέπειτα Δημαρχείο (Ρολόι). 

Ο Παπαδιαμάντης έρχεται σε μεγάλη σχετικά ηλικία στον Πειραιά προκειμένου να εγγραφεί στη τρίτη γυμνασίου. 

Ο Πειραιάς το 1869, τη χρονιά δηλαδή που βρέθηκε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
(Paul Baron des Granges)


Κι αυτό συμβαίνει καθώς η μέχρι τώρα πορεία των εγκύκλιων σπουδών του, δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο. Γεννημένος το 1851 στη Σκιάθο, τελειώνει το Δημοτικό εκεί, και φτάνει μέχρι την δευτέρα Σχολαρχείου. Γράφεται στη γ' τάξη του Σχολαρχείου Σκοπέλου και αργότερα βρίσκεται μαθητής πρώτης και δευτέρας τάξης του γυμνασίου στη Χαλκίδα. Όλα αυτά με χαμένες ενδιάμεσες χρονιές, στις οποίες κάθεται άπραγος, στην ιδιαίτερη πατρίδα του Σκιάθο. 

Από το γυμνάσιο Χαλκίδας "δραπετεύει" όπως γράφει ο ίδιος καθώς έρχεται σε σφοδρή διαφωνία με τον Καθηγητή Θρησκευτικών. Αρνείται να επιστρέψει εκεί και μετά από προτροπή του πατέρα του που ήταν ιερέας στο νησί, καταφτάνει στον Πειραιά σε μια προσπάθεια να ολοκληρώσει το γυμνάσιο.

Είναι πάμπτωχος καθώς οι ιερείς την εποχή εκείνη δεν έχουν μισθό και "οι γάμοι και άλλες τελετές" προσφέρουν ελάχιστες απολαβές στον πατέρα του καθώς το νησί είναι μικρό. Ο ίδιος δεν έχει ούτε τα απαραίτητα χρήματα μετάβασης, αφού ταξιδεύοντας από Σκιάθο προς Πειραιά πότε με το ατμόπλοιο "Πανελλήνιο" και πότε με το "Ύδρα" αδυνατεί να καταβάλλει και το εισιτήριο ακόμη! Γράφει προς τον πατέρα του σε μεταγενέστερη επιστολή πως "εντός του ατμοπλοίου δεν ημπόρεσα να γλιτώσω τον ναύλον. Τι αναποδιά!"

Αυτή η οικονομική δυσπραγία τον κατατρέχει. Ο Πειραιάς τότε διαθέτει ακτοπλοϊκή σύνδεση με τη Σκιάθο. Πράγμα που σημαίνει πως τα νέα ταξιδεύουν εύκολα προς το νησί και αντίστροφα. Από τον πατέρα του έχει "οδηγία" να εγγραφεί στο Δεύτερο Γυμνάσιο Πειραιώς (!) καθώς θεωρείται πιθανό να υπήρχε σε αυτό γνωστός. Όμως για αυτόν ακριβώς τον λόγο, αλλά και διότι εκεί βρίσκονται γραμμένοι πολλοί νησιώτες, ο Παπαδιαμάντης δεν θέλει να φοιτά με γνωστούς του, δεν θέλει να υπάρχουν πληροφοριοδότες που θα αναφέρουν τη ζωή του "χαρτί και καλαμάρι" πίσω στο νησί.

Έτσι γράψει ψέματα στον πατέρα του πως στο Δεύτερο γυμνάσιο δεν υπήρχε θέση.  Στο Πρώτο Γυμνάσιο ο ίδιος δεν επιθυμεί να πάει καθώς το θεωρεί "κυκεών" όπως γράφει.

Εφημερίδα "Ο ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ", Εν Πειραιεί 2 Δεκεμβρίου 1860


Αμφιταλαντεύεται και τριγυρνά άσκοπα χάνοντας ξανά τον καιρό του. Ανεβαίνει στην Αθήνα όπου κάνει βόλτες στην Ακρόπολη, στον Κεραμεικό και στο Θησείο. Ο πατέρας του στέλνει μια επιστολή που τον ελέγχει "οι κακές γλώσσες" του γράφει "πληροφορούν πως αποφεύγεις το σχολείο και χάνεις τον καιρό σου".  

Έτσι στο τέλος, στις 18 Οκτωβρίου 1869 προτιμά να γραφτεί στο Γυμνάσιο Πειραιώς αφού πρώτα φροντίζει να νοικιάσει ένα δωμάτιο αντί 8 δραχμών, μάλλον ακριβό αφού γράφει στον πατέρα του να μην οργίζεται. 

Σε καμία επιστολή ο Παπαδιαμάντης δεν παρέχει πληροφορίες για τις σκέψεις του, για τα συναισθήματά του. Μόνο όσα οι γονείς του θέλουν να ακούσουν. Πληροφορεί τον πατέρα του, πως το Γυμνάσιο του Πειραιά είναι το ίδιο (με το Δεύτερο γυμνάσιο που δεν γράφτηκε), και καλλίτερο. Έχει σπουδαίους Καθηγητές, που ήταν στην επαρχία γυμνασιάρχες και που τοποθετήθηκαν στον Πειραιά ως απλοί Καθηγητές. 

Για την εγγραφή του χρησιμοποιεί το πραγματικό του όνομα που είναι Αλέξανδρος Αδαμαντίου, τοποθετώντας ενδιάμεσα το διευκρινιστικό "Παπά" που σημαίνει ότι είναι γιος ιερέα, σχηματίζοντας έτσι το Αλέξανδρος Παπά Αδαμαντίου.

ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 1867


Ο πατέρας του παρά τη φτώχεια του, στέλνει στον Παπαδιαμάντη χρήματα, λίγα όμως κάθε φορά. Ο πατέρας του όμως θεωρεί πως ο Παπαδιαμάντης βρίσκεται σε οικονομική αταξία και πως τα χρήματα που του στέλνει είναι αρκετά για τις σπουδές του. Ο Αλέξανδρος από την άλλη, κατεβαίνει διαρκώς στο λιμάνι και περιμένει για ώρες, είτε το πλοίο της γραμμής, είτε κάποιο καΐκι από τη Σκιάθο. Ρωτάει συντοπίτες διαρκώς, για κάποια νέα δόση χρημάτων που ο πατέρας του θα του στείλει ή και για δανεικά. Στο τέλος δανείζεται υπέρμετρα, χρεώνεται και όλο παραπονιέται. Χρησιμοποιεί ακόμη για την παραλαβή χρημάτων και κάποιο Ρετσίνα (πρόκειται άραγε για τον γνωστό στον Πειραιά Ρετσίνα ή για κάποιον άλλον;), τον οποίο μάλιστα τον χαρακτηρίζει ως γνωστό τρεπεντέρη!

Γράφει στον πατέρα του διαρκώς πως υποφέρει από τη στενότητα, πως πνίγεται. Ο πατέρας του απαντά πως είναι σπάταλος. Ο Παπαδιαμάντης απαντά. Αυτή η αλληλογραφία Πειραιά - Σκιάθου κάνει στο τέλος τον πατέρα του να ορίσει επόπτη στα οικονομικά του Παπαδιαμάντη τον Δημήτριο Οικονόμου. Αυτό κάνει τον Παπαδιαμάντη να απαντήσει: "Λυπούμαι διότι δεν θέλετε να εννοήσητε αιωνίως, ότι ουδεμίαν έχω εμπιστοσύνην εις τον γνωστόν Δημήτριον Οικονόμου, δια να τω αναθέσητε την φροντίδα του απολωλότος εμού προβάτου". Φτάνει μάλιστα στο σημείο να απειλεί με αυτοκτονία! Δεν δέχεται τέτοιου είδους κηδεμονίες.

Πειραιάς 1868

Στο τέλος ο Παπαδιαμάντης δέχεται να ομολογήσει πως είναι σπάταλος. "Τι τα θέλετε, ομολογώ ότι δεν είμαι διόλου οικονόμος και τούτο είναι εις εκ των λόγων οίτινες με έπεισαν να το ρίξω έξω κατ΄ αρχάς, διότι επερίμενον ανάλογον απάντησιν εις την από 1η Ιανουαρίου επιστολή μου". Ομολογεί δηλαδή πως επειδή περίμενε έγκριση για διακοπή των σπουδών του στον Πειραιά, το έριξε έξω σπαταλώντας τα λίγα χρήματα που είχε.

Η αλληλογραφία μεταξύ του Αλέξανδρου και του πατέρα του δεν είναι μικρή. Άλλοτε ο Αλέξανδρος γράφει "πως δεν είναι ηθικόν να ζητώ χρήματα από τον τυχόντα πατριώτην. Αρκετές εντροπές έφαγα έως τώρα". Προτείνει να διακόψει τις σπουδές του και να γυρίσει πίσω. Άλλες φορές επικαλείται για την επιστροφή του θέματα υγείας "Εχθρός μεταξύ των οχληροτέρων είναι και η επιταθείσα δυσυπνιά μου, ήτις και μεθ΄ όλα εις όσα κατέφυγον μεθοδεύματα, με αναγκάζει πολλάκι, ναι.... δεν ερυθριώ... το λέγω... να μην πηγαίνω εις το σχολείον". Η αλήθεια είναι πως ο κονιορτός από τους χωμάτινους δρόμους του προκαλεί αναπνευστικό πρόβλημα. Διαρκής η κίνηση στον εμπορικό και ναυτικό Πειραιά.

Στο τέλος βλέποντας πως τίποτα δεν κάμπτει την απόφαση του πατέρα του γράφει "Εν ονόματι του Θεού, δεν δύναμαι πλέον. Κατασπασθήτε πάντας δι'  εμέ, και μη αναγνώσητε το αγροίκον τούτο έγγραφον εις ουδένα. Αποφασίσατε ταχέως και απαντήσατέ μου". 

Και πάλι όμως ο πατέρας του δεν δέχεται την επιστροφή του. Αν δεν μπορείς να τελειώσεις το σχολείο, τότε να δουλέψεις του λέει. Του στέλνει συστάσεις να πάει να συναντήσει τον Κουμουνδούρο για να του βρει θέση εργασίας. Ο Παπαδιαμάντης όμως ντρέπεται και γράψει ψέματα, πως πήγε αλλά "ο κ. Κουμουνδούρος πάσχων υπό ποδάγρας δεν εξήρχετο". Τελικά προς τα τέλη του Ιανουαρίου του 1870, ο Παπαδιαμάντης εγκαταλείπει τον Πειραιά χωρίς την έγκριση του πατέρα του και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής προς την αγαπημένη του Σκιάθο.

Για πάνω από τρεις μήνες περίπου, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έμεινε στον Πειραιά (18 Οκτωβρίου 1869 - τέλη Ιανουαρίου 1870) χρονικό διάστημα στο οποίο αντάλλαξε αρκετές επιστολές με τον πατέρα του, περιγράφοντας την πιεστική ζωή του στην πόλη. Από το νησί του θα φύγει τρία χρόνια αργότερα, το 1873, προκειμένου να ολοκληρώσει τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο γυμνάσιο στην Αθήνα. 

Το διάστημα της πειραϊκής του παραμονής δεν γνωρίζουμε ακριβώς πως το πέρασε, παρά μόνο εκείνα που ο ίδιος περιέγραφε στις επιστολές του. Ωστόσο δεν ανέφερε τίποτα για τον τόπο κατοικίας του, για τις συνήθειές του ή για την πόλη. Το μόνο που είναι γνωστό, το αίτημα να του στείλει ο πατέρας του το αγαπημένο του βιβλίο "Δον Κιχώτη" του Θερβάντες. 

Από τον Πειραιά γράφει στον πατέρα του να το πάρει και να του το στείλει. "Φροντίσατε, παρακαλώ, να λάβητε παρά του γυναικαδέλφου του Καρπέτου Νικαολάου Ι. Αποστόλου βιβλίον μου τι, επιγραφόμενον "ΔΟΝ ΚΙΣΟΤΟΣ". Φυσικά ο Παπαδιαμάντης δεν το ζητάει για να το διαβάσει για πρώτη φορά, καθώς ήδη το έχει διαβάσει αρκετές. Θεωρεί όμως πως οι διασκεδαστικές περιπέτειες, τα παράξενα περιστατικά του Δον Κισότου θα αποτελούν φωτεινά σημεία μέσα στις δυσκολίες που ο ίδιος περνά την πειραϊκή του περίοδο.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΠΕΙΡΑΪΚΩΝ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

 Εν Πειραιεί τη 22 Οκτωβρίου 1869

Σεβαστέ μου πάτερ!
Έλαβον την επιστολήν υμών και τα χρήματα. Είχετε δίκαιον αλλά δεν κατόρθωσα να εισέλθω εις το Β’ Γυμνάσιον, και το πρώτον είναι κυκεών.
Ήδη κατετάχθην εις το του Πειραιώς. Ω ησυχάσατε, είναι το αυτό. Ενοικίασα δωμάτιον δια δρ. 8, αλλά θα ελαττώσω, θα περικόψω τα έξοδά μου, θα κάμω όσην δυνηθώ οικονομίαν, μην παροργίζεσθε. Η βραδύτης της αποφάσεώς μου προήλθεν εκ του ότι είχον μάλλον σκοπόν να επανέλθω εις Χαλκίδα, ότε έλαβον την μνησθείσαν σοβαράν αποστολήν Σας.  Άλλως τε το Γυμνάσιον του Πειραιώς, είναι ήδη υπέρ παν άλλο καλώς κατηρτισμένον το προσωπικό του συνίσταται εξ απομάχων Γυμνασιαρχών, οίον του ιδικού του (εν Χαλκίδι) Σταθάκη, του Κουπιτώρη, έως χθες Γυμνασιάρχου Πατρών, οίτινες είναι ήδη απλοί Καθηγηταί. Φαντασθήτε εάν είχον δίκαιον οι κύριοι φίλοι παραγγέλοντες υμίν ότι φοβούμαι τα μαθήματα.
Έχω ανάγκην χρημάτων. Του λοιπού θα τακτοποιηθώ.
Σας ασπάζομαι ο υιός Σας.
Αλέξανδρος
  

Εν Πειραιεί τη 6 Οκτωβρίου 1869

Σεβαστέ μου πάτερ!
Έλαβον την επιστολήν υμών και το 30δραχμον χαρτονόμισμα αλλά δια να τα λάβω ηναγκάσθην να τρέχω εις τας Αθήνας δις, κλπ. Ο άνθρωπός σας ήτον εκλογή επιτυχεστάτη καθ’ όλα.
Επεθύμουν, ει δυνατόν, να μοι εστέλλετε  τα χρήματα δια του ατμοπλοίου, διότι ο Μανιώτης θα βραδύνη πολύ, πιθανώς.  Θέλετε ειπή ίσως σκληρόν τι, αλλ ιδού ο λογαριασμός μου από των μέσων Οκτωβρίου.
Εκ των 25 δρ. ας παρά του Αλ. Βαλσαμάκη έλαβον επλήρωσα πέντε εις ενοίκιον εν Αθήναις, 6 εις το Γυμνάσιον, 2 προς μετακόμισιν της αποσκευής μου απ’ Αθηνών εις Πειραιά. 13 αμέσως. Αλλ ενταύθα επικρατεί το σύστημα της προκαταβολής. Αι περιλειπόμεναι 12 δεν μου ήρκουν, να πληρώσω το ενοίκιον, ν’ αγοράσω τρία βιβλία, και να διέλθω δεκαπενθήμερον όλον. Ευρέθην λοιπόν εις την σκληράν δι εμέ ανάγκην να δανεισθώ 18 δρχ. παρά του Σωτηρίου, όστις δεν καυχάται ότι είναι πλούσιος βεβαίως, και ούτως επέρασα τσίκ τσίκ, όπως λέγουσι, μέχρι ότου λάβω τας 30, εξ ων επέδωκα τας μνησθείσας 18, και ούτως έμεινα με δώδεκα, διότι δεν ήθελον να βλέπω τον Κύριον τούτον αγριομουτσουνιάζοντα. Κρίνατε λοιπόν, εάν διάγω ωραίαν ζωήν…  Και ταύτα μεν ούτως. Λυπούμαι δε, και λυπούμαι εγκαρδίως και πολύ, επειδή ουδέν εις εμέ είναι μέτριον, λυπούμαι διότι δεν θέλετε να εννοήσετε αιωνίως, ότι ουδεμίαν έχω εμπιστοσύνην εις τον γνωστόν Δημήτριον Οικονόμου, δια να τω αναθέτητε την φροντίδα του απολωλότος εμού προβάτου.  Θα με βάσητε να έλθω εις θλιβερόν τι συμπέρασμα.
Σας ασπάζομαι
Ο υιός Σας
Αλέξανδρος


Εν Πειραιεί τη 4 Δεκεμβρίου 1869

Την από 23, του λήξαντος επιστολήν σας έλαβον αργά, ήτοι μόλις την 29, του αυτού. Έσπευσα επομένως να μεταβώ παρά τω Κυρίω Ρετσίνα, αλλά δεν εύρον τίποτε, διότι ο επιφορτισμένος την παράδοσιν των, περί ων διελάμβανε η ρηθείσα επιστολή σας, 32 δραχμών, λησμονήσας ίσως (είναι γνωστός εν γένει ως τρεπεντέρης) μετέβη εις Σύραν χωρίς να τας παραδώση. Ήλπισα ότι εις την επιστροφήν του ατμοπλοίου ήθελε λυθή αισίως και το δράμα τούτο, αλλά κακώς ήλπισα, διότι αντί του «Πανελληνίου» ήλθεν η «Επτάνησος».
Εννοείται πόσον βαρυθυμώ και πόσον υποφέρω δια πάντα ταύτα αλλ’ ήτο γραπτόν.
Εν τούτοις σας παρακαλώ να μη πέμψητε ήδη την λατινικήν Γραμματικήν του Καστόρχη, ήτις μοι χρησιμεύει. Ευρίσκεται νομίζω προ πολλού χρόνου κεκλεισμένη εις το ερμάριον, όπερ σας χρησιμεύει ως βιβλιοθήκη. Ταχέως, παρακαλώ.
                                                            Ουδέν άλλο ή ότι σας ασπάζομαι.
Ο υιός Σας
       Αλεξ. Παπά Αδαμαντίου

Υ.Γ. Γράψατε μοι σας παρακαλώ, και περί της Ουρανίας μας, εάν απηλλάγη αισίως της  εγκυμοσύνης της.
Ο αυτός
Αλέξ.




*: Στη σημερινή Ιωνίδειο, στο Μουσείο της, υπάρχει εντός προθήκης το μαθητολόγιο - βαθμολόγιο του δεκαοκτάχρονου τότε Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πραγματικό ιστορικό ντοκουμέντο για την πόλη του Πειραιά.

**: Οι επιστολές του Παπαδιαμάντης προέρχονται από το βιβλίο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, "Αλληλογραφία" - Φιλολογική επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αθήνα, Εκδόσεις Δόμος, 1992.

***: Οι πληροφορίες της πειραϊκής του ζωής συλλέχθηκαν από το τετράτομο έργο "Παπαδιαμάντης - Η ζωή - Το έργο - Η εποχή του", του Γ. Βαλέτα, Εκδοτικός Οίκος Βίβλος, 1955, Φιλολογική Μελέτη Βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών.

Διαβάστε επίσης:

Ένας Πειραιώτης φωτογραφίζει τον Παπαδιαμάντη


     
  



Οι ναυμαχίες για τα "βαρκαδιάτικα"


Του Στέφανου Μίλεση

Κάποτε ο Νάσος Γεωργάκαλος είχε περιγράψει στην εφημερίδα "Ελευθερία", τον παράξενο τρόπο ζωής των Λεμβούχων (βαρκάρηδων) του λιμανιού του Πειραιά, που με το σίδερο ανάκρουσης στη πλώρη της λέμβου, για να μην καταστρέφεται η βάρκα όταν προσκρούει στο καράβι, αλλά και με την "ισόβεια" στη ζώνη, όπως αποκαλούσαν το μαχαίρι, ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιος θα πλευρίσει πρώτος το καράβι που έμπαινε στο λιμάνι.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή ακόμη, που όταν τα πλοία έμπαιναν στον Πειραιά, έμεναν ακίνητα και εκατοντάδες βάρκες κολλούσαν στα πλευρά τους, για να κατεβάσουν από το κατάστρωμα από ανθρώπους έως οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς από πράγματα. Σε λίγα μόνο σημεία μπορούσε να πιάσει προβλήτα το πλοίο. Έτσι όλοι πλήρωναν τα λεγόμενα "βαρκαδιάτικα" για να βγουν οι ίδιοι ή να μεταφέρουν πράγματα. 

Παρότι ο Λιμενάρχης είχε απαγορεύσει στις βάρκες να εξέρχονται του λιμανιού για να πιάσουν πρώτοι το εισερχόμενο πλοίο, είχε γίνει σχεδόν κανόνας όλοι να καταπατούν την διαταγή και στο όνομα της βιοπάλης διεξήγαγαν έναν σκληρό αγώνα που σχεδόν πάντοτε κατέληγε σε συμπλοκές για τη διεκδίκηση ενός επιβάτη τον οποίο τραβολογούσαν δώθε κείθε ποιος θα τον βάλει στη βάρκα του.  

Και υπήρχαν ακόμη και περιπτώσεις που ενώ ο ταλαίπωρος επιβάτης έμπαινε σε μια βάρκα, κάποιος άλλος βαρκάρης του άρπαζε τα πράγματα και τα έβγαζε έξω με άλλη βάρκα, επιβαρύνοντάς τον με διπλά "βαρκαδιάτικα".

Και κάθε φορά που ένα αφικνούμενο ατμόπλοιο κατέφθανε στο λιμάνι, ορμούσαν οι λεμβούχοι όμοια με πειρατές, ποιος θα καταφτάσει πρώτος, σκεπτόμενοι διάφορα για να κερδίσουν ο ένας τον άλλον.



Το σύνηθες ήταν η κατασκευή τεράστιων κουπιών για να αυξήσουν την ταχύτητα της βάρκας. Όμως καθώς στους περισσότερους τα χρόνια είχαν περάσει, δεν είχαν την αντοχή να "τρέξουν" την βάρκα. Έτσι συνήθιζαν από πριν να βγαίνουν έξω από το λιμάνι για να συναντήσουν τα πλοία πριν ακόμη μπουν και ενώ αυτά ήταν σε κίνηση, τα "γάντζωναν" στην κυριολεξία καθώς χρησιμοποιούσαν σχοινιά που στην άκρη τους έφεραν γάντζους. Έτσι τα πλοία έμπαιναν στο λιμάνι σέρνοντας αργά πίσω τους όχι μια, αλλά δεκάδες βάρκες!

Και όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο έξω έβγαιναν οι βάρκες. Μέχρι τις Φλέβες είχαν κάποτε φτάσει για να είναι πρώτες. Κι όταν τα δρομολόγια είχαν καθυστέρηση, έβλεπε κάποιος από τη Βασσάνειο Σχολή (τη γνωστή Ναυτικών Δοκίμων) ή από την Πειραϊκή, δεκάδες βάρκες να είναι ακίνητες για ώρα έξω από το λιμάνι. Και η απραξία τους έφερνε λόγια, που οδηγούσαν σε αψιμαχίες. Ήταν οι γνωστές ναυμαχίες των βαρκάρηδων. 

Εφημερίδα "ΧΡΟΝΟΣ" - Ιανουάριος 1909

Μέχρι και την πρώτη δεκαετία του 1900, ο Λιμενάρχης με ένα μόνο μικρό ατμόπλοιο και μερικούς ναύτες προσπαθούσε να σταματήσει το "κακό" που όταν ξεκινούσε η φασαρία, τα λόγια σταματούσαν και έβγαιναν από το ζωνάρι οι "ισόβειες". Κερδισμένοι ή χαμένοι όμως κανείς δεν ήθελε να βρεθεί στο "μπαλαούρο" της "Σφακτηρίας" γιατί οι μέρες κράτησης θα ήταν πολλές όπως και τα μεροκάματα. Στη θέα της ατμακάτου λοιπόν οι λεμβούχοι σκορπούσαν προς όλους τους κόλπους της Πειραϊκής. 

Βαρκάρηδες το 1929

Τα κινήματα των προτομών και των προπλασμάτων



Του Στέφανου Μίλεση


"Δεν ξεχνώ πως είμαι κι εγώ ένα παιδί της Φρεαττύδας. Ήλθα στον Πειραιά πέντε χρονών κι έφυγα με άσπρα μαλλιά..."

Έτσι αποχαιρέτισε τον Πειραιά ο Παύλος Νιρβάνας, οκτώ μόλις μήνες πριν πεθάνει. Με μια επιστολή. Λες και γνώριζε πως είχε φτάσει η ώρα να αποχωρήσει. Η αποστολή του είχε τελειώσει. Η πόλη που τόσο αγάπησε, έζησε, δημιούργησε είχε φτάσει η στιγμή να τον αποχαιρετίσει. Άλλωστε ο Νιρβάνας στα στερνά του χρόνια είχε διατελέσει και Δημοτικός Σύμβουλος Πειραιώς. 

Ο Νιρβάνας άφησε τη τελευταία του πνοή ημέρα Κυριακή 29 Νοεμβρίου 1937. Ο Δήμος Πειραιά τρεις μήνες μετά τον θάνατό του τον Φεβρουάριο του 1938 , για να τον τιμήσει, είχε οργανώσει ένα φιλολογικό μνημόσυνο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς, στο οποίο μεταξύ άλλων είχε καλέσει και τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Ο μεγάλος λογοτέχνης τότε προθύμως κατέβηκε στον Πειραιά και μίλησε στο Δημοτικό Θέατρο για το έργο του Νιρβάνα. Σε εκείνη την ομιλία ο Ξενόπουλος για πρώτη φορά είχε προτείνει στο Δήμο να τιμήσει τον μεγάλο Ακαδημαϊκό Πειραιολάτρη τοποθετώντας μια προτομή. 

Ο καιρός όμως περνούσε και η πρόταση του Ξενόπουλου είχε περάσει στο περιθώριο. Όχι επίτηδες, αλλά υπήρχαν δύο ακόμα υποσχέσεις για προτομές που έπρεπε να υλοποιηθούν. Η πρώτη ήταν για τον Λάμπρο Πορφύρα και η δεύτερη για τον ιατροφιλόσοφο Θεόδωρο Αφεντούλη. Με την πρόταση του Ξενόπουλου για την κατασκευή μιας ακόμη προτομής, το θέμα άρχιζε να βαραίνει επικίνδυνα.  

Τότε άρχισε να γεννιέται ένα "κίνημα" διανοούμενων με σκοπό τη κατασκευή προτομής του Νιρβάνα. Πρώτος ο Μ. Πουρής έκανε την αρχή καθώς έπιασε έναν γνωστό γλύπτη της εποχής εκείνης τον Λεωνίδα Δέμπη και του πρότεινε την κατασκευή της προτομής του λογοτέχνη. Ο Δέμπης κατασκεύασε όπως απαιτεί η μεθοδολογία των γλυπτών πρώτα το πρόπλασμα αυτής (πρώτη φωτογραφία ανάρτησης). Έτσι τώρα έμεναν να λυθούν δύο ζητήματα. Το πρώτο ήταν το σημείο που θα παραχωρούσε ο Δήμος για να στηθεί η προτομή. Το δεύτερο ήταν η εξεύρεση του χρηματικού ποσού που απαιτούσε η κατασκευή της προτομής. Βλέπετε πρόθεση του γλύπτη Δέμπη ήταν, η κατασκευή της από Παριανό μάρμαρο.

Τότε ο Πουρής συγκέντρωσε εκλεκτά μέλη της πειραϊκής κοινωνίας όπως ο Ν. Χαντζάρας, κ.α. προκειμένου να υπογράψουν όλοι μια αίτηση προς το Υπουργείο Εσωτερικών, ώστε να τους επιτραπεί η διενέργεια εράνου με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τη κατασκευή της προτομής. Σε εκείνη την αίτηση γινόταν αναφορά της ζωής του Νιρβάνα και της σχέσης που είχε με την πόλη του Πειραιά. 

Ωστόσο για κάποιο λόγο που δεν έγινε γνωστός τουλάχιστον ακόμη, ο Δήμος Πειραιώς δεν έλαβε υπόψη του το ήδη κατασκευασμένο πρόπλασμα του γλύπτη Δέμπη, αλλά τον Μάιο του 1940, ανέθεσε σε έναν άλλο γλύπτη στον Ι. Παπαδημητρίου την κατασκευή νέου. Στη συνέχεια σε δύο συνεδριάσεις του Δημοτικού Συνεδρίου 7 Νοεμβρίου 1940 και 10 Φεβρουαρίου του 1941 ο Δήμος ενέκρινε το ποσό των 55.000 δραχμών για την κατασκευή μικρού κήπου εντός του οποίου θα τοποθετείτο η προτομή του Παύλου Νιρβάνα. Επιλέχθηκε δε η τοποθέτηση να λάβει χώρα στο Πασαλιμάνι, περιοχή όπου ο Νιρβάνας είχε ζήσει τα εφηβικά του χρόνια αλλά και που εκεί σύχναζε διαρκώς κάνοντας αδιάκοπη παρέα με τον ποιητή της Φρεαττύδας Λάμπρο Πορφύρα. 

Πάνω στην προτομή του Νιρβάνα που δεσπόζει σήμερα στη συμβολή των οδών Χαριλάου Τρικούπη με την Ακτή Τρ. Μουτζοπούλου μπορεί κάποιος να διαβάσει "  "Ο ΔΗΜΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΤΩ ΠΑΥΛΩ ΝΙΡΒΑΝΑ" ίσως για να γίνει κατανοητό πως τελικώς ο Πειραιάς τίμησε τον Νιρβάνα τοποθετώντας προτομή του Δήμου και όχι ολοκληρώνοντας το πρόπλασμα του γλύπτη Δέμπη. 

Όμοιες περιπέτειες με προτομές και προπλάσματα υπήρξαν και με τους Λάμπρο Πορφύρα και Θεόδωρο Αφεντούλη. Ο Δήμος ειδικά είχε δεχθεί μεγάλη επίθεση στην περίπτωση της προτομής του Πορφύρα, όπου η κατασκευή της είχε επιτευχθεί μέσω εράνου που είχε διενεργήσει ερανική επιτροπή με Πρόεδρο τον Α. Παπαναστασίου. Η προτομή του Πορφύρα είχε κατασκευαστεί από τον γλύπτη Γρ. Ζευγώλη, ο οποίος την είχε κατασκευάσει αφιλοκερδώς δεχόμενος μόνο τα χρήματα του εράνου για την αγορά του μαρμάρου. Η αποκαλυπτήρια τελετή είχε γίνει στις 24 Μαΐου 1938 και είχαν απαγγείλει ποιήματα ο Μ. Μαλακάσης (τότε Πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών) και ο Αιμίλιος Βεάκης (που ήταν γνωστός ως ηθοποιός και λιγότερο ως ποιητής). Ο Βεάκης είχε γράψει το ποίημα για τον Πορφύρα από το 1932 όταν είχε πεθάνει και το φιλούσε έξι χρόνια περιμένοντας τη στιγμή των αποκαλυπτηρίων για να το απαγγείλει. Με εκείνη την τελετή όμως έμεινε στο στάδιο του προπλάσματος μια άλλη προτομή φτιαγμένη από τον γλύπτη Θωμόπουλο! 

Πρόπλασμα προτομής Λ. Πορφύρα, κατασκευασμένο από τον γλύπτη Θωμόπουλο.
Η προτομή όμως που στήθηκε στη Φρεαττύδα είναι του γλύπτη Ζευγώλη.
      
Τι να συνέβη άραγε στα προπλάσματα και που να βρίσκονται σήμερα; Η ιστορία παίζει με τη ζωή, το θάνατο σε ένα ατέρμονο γαϊτανάκι γεγονότων και συμπτώσεων. Ήταν άραγε τυχαίο πως ο Νιρβάνας όσο ζούσε έδινε χρήματα στους εράνους για την προτομή του στενού και εγκάρδιου φίλου του Πορφύρα; Ή ήταν τυχαίο πως ο Νιρβάνας πρωτοστάτησε στην προτομή του Θ. Αφεντούλη, γράφοντας πύρινους λόγους για την προσωπικότητα του Ιατροφιλοσόφου; 
Τελικώς η τρίτη κατά σειρά προτομή που στήθηκε από τον Δήμαρχο Μιχάλη Μανούσκο ήταν του Αφεντούλη στην Πλατεία Κοραή. Αφού κι αυτή βέβαια πέρασε τη δική της Οδύσσεια καθώς τα προγραμματισμένα αποκαλυπτήριά της που ήταν για τις 30 Οκτωβρίου 1940 αναβλήθηκαν καθώς δύο ημέρες πριν είχε κηρυχθεί ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος. Αποκαλυπτήρια που τελικά έγιναν την 1η Νοεμβρίου του 1940, αφού είχαν σημειωθεί οι πρώτες ελληνικές επιτυχίες στο μέτωπο. 

  

 Διαβάστε επίσης:

Παύλος Νιρβάνας. Η ζωή του στο Νέο Φάληρο


Το "κλωτοσκούφι" της Αλίκης στον Πειραιά (1960)


Του Στέφανου Μίλεση

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη, για τις ανάγκες της ταινίας "Κλωτσοσκούφι", τον Δεκέμβριο του 1959 εισέρχεται, στον Πειραιά όρθια στο καλάθι μιας μηχανής. Περνά κατά μήκος της ακτής με τα πολλά πλοία ως φόντο πίσω της και αποβιβάζεται μπροστά από τη ναυτιλιακή εταιρεία, όπου ήταν και ο τελικός της προορισμός. 



Σε αυτό το εφοπλιστικό γραφείο, σύμφωνα με το σενάριο της ταινίας, είχε εναποθέσει τις ελπίδες της για μετανάστευση στην Αυστραλία, όπως το ίδιο έκαναν άλλωστε και χιλιάδες άλλες Έλληνες τις δεκαετίες του '50 και '60. Αφού λοιπόν κοντοστέκεται έξω, θαυμάζει στη βιτρίνα της εταιρείας ένα πλοίο μινιατούρα και αμέσως αποφασίζει να εισέλθει. 



Αυτή η είσοδος στην εταιρεία όμως, στην πραγματικότητα δεν γίνεται σε κάποιο γραφείο που δέσποζε με την παρουσία του τότε στον Πειραιά, αλλά στο στούντιο της "Φίνος Φιλμ" στις Τρεις Γέφυρες. Στο στούντιο θα γύριζε όλες εκείνες τις στιγμές των διαλόγων με τον "εφοπλιστή" Αλέκο Αλεξανδράκη. Είχε μπει ο Ιανουάριος του 1960 και τα γυρίσματα έπρεπε να τελειώνουν καθώς είχε προγραμματιστεί η ταινία το αργότερο το Μάρτιο του 1960 να βγει στις αίθουσες. 

Το ντεκόρ που έχει στηθεί, παρουσιάζει ένα εφοπλιστικό γραφείο, όμοιο με εκείνα που κατά δεκάδες υπήρχαν τότε στον Πειραιά. Το "κλωτσοσκούφι" μπαίνει στο γραφείο, ξαναβλέπει πάλι, άλλο ένα πλοίο σε μικρογραφία, σφυρίζει με θαυμασμό και τότε την υποδέχεται ο υπάλληλος του γραφείου που υποδύεται ο ηθοποιός Βελισσάριος Κοντογιάννης

Τότε την υποδέχεται ο υπάλληλος του γραφείου που υποδύεται ο ηθοποιός Βελισσάριος Κοντογιάννης


- Τον κύριο Βαγγέλη παρακαλώ (Βαγγέλης ήταν ο "εφοπλιστής" Α. Αλεξανδράκης).
- Τον ίδιο τον κύριο Βαγγέλη;
- Μάλιστα τον ίδιο...
- Τι τον θέλετε;
- Έχω να του δώσω ένα γράμμα. Πού το έχω μωρέ; Α, να το... 

Και η Αλίκη το βγάζει από τον κόρφο της.

Η σκηνή αυτή επαναλαμβάνεται τουλάχιστον δέκα φορές ανεπιτυχώς. 
Ξαφνικά η Αλίκη, μετά τη δέκατη φορά γυρίζει και λέει στο Ντίνο Δημόπουλο
-Φεύγω, έχω μια δουλειά που δεν σηκώνει αναβολή...

Ήταν γνωστό στον Δημόπουλο πως παρά τις αντιρρήσεις του, όταν η Βουγιουκλάκη έλεγε πως θα φύγει τίποτα δεν μπορούσε να την σταματήσει. 

Κι αυτό καθώς η Αλίκη είχε την ίδια ώρα προγραμματίσει συνέντευξη για λογαριασμό της εφημερίδας "Αθηναϊκή" στην Πάρνηθα, χωρίς να το αναφέρει στον Δημόπουλο, γιατί γνώριζε εκ των προτέρων πως θα αρνηθεί. 
Ωστόσο ο Δημόπουλος έκανε πως δεν άκουσε μήπως και γλυτώσει άλλη μια χρονοβόρα αναβολή
- Έτοιμοι "γυρίζουμε" φώναξε! Αλίκη μόνο μια προσπάθεια ακόμη...

Η Αλίκη σαν μικρό παιδί που την έχουν μαλώσει επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια για ενδέκατη φορά! Μια προσπάθεια ακόμη... 
Σφυρίζει μπροστά στη μικρογραφία του καραβιού:
- Τον κύριο Βαγγέλη παρακαλώ 
και ψάχνει τον κόρφο της για την επιστολή. Τότε ένα αεροπλάνο που περνά πάνω από το στούντιο καλύπτει με το βόμβο του το "γύρισμα".

Ο Ιταλός οπερατέρ που έχει καταλάβει ότι η Αλίκη δεν πρόκειται να επαναλάβει ούτε για μισή φορά το γύρισμα, είναι σίγουρος πως η Αλίκη θα φύγει. Αρχίζει λοιπόν να της φωνάζει:
 - Τσάο Τσάο Μπαμπίνα...Τσάο Μπαμπίνα 

Η Αλίκη τότε του γνέφει χαρούμενη για τη νίκη της, φεύγει από το στούντιο και βγαίνει τρέχοντας για τη Πάρνηθα. Μάλιστα παίρνει και το αυτοκίνητο της "Φίνος" για να πάει γρήγορα, ενώ στη διαδρομή παίρνει και τον δημοσιογράφο της "Αθηναϊκής" Γ. Μαλλούχο με τον οποίο έχει κανονίσει τη συνέντευξη.  


Η Αλίκη Βουγιουκλάκη οδηγεί το αυτοκίνητο της "Φίνος" έχοντας δίπλα της τον δημοσιογράφο της "Αθηναϊκής" Γ. Μαλλούχο. 

Μαζί πηγαίνουν στη Πάρνηθα για τις ανάγκες της συνέντευξης όπου μεταξύ άλλων προέβλεπε και φωτογραφίες της Αλίκης στο βουνό.


Όταν θα επιστρέψει από εκείνη τη ξαφνική εκδρομή της Πάρνηθας για τις ανάγκες της συνέντευξης, τα γυρίσματα θα πάρουν ξανά τον κανονικό τους ρυθμό, την επόμενη όμως ημέρα. 

Ανάμεσα στα γυρίσματα λοιπόν, των σκηνών στα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρείας του Πειραιά, μεσολαβεί μια ξαφνική εκδρομή στα χιόνια της Πάρνηθας, την οποία φυσικά οι θεατές δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν. Το περιστατικό αυτό "Πειραιά - Πάρνηθα" διασώθηκε από τον ίδιο τον δημοσιογράφο της "Αθηναϊκής" Γ. Μαλλούχο, όπως περιγράφεται στην φύλλο της 11ης Ιανουαρίου του 1960.  





- Τον κύριο Βαγγέλη παρακαλώ 
- Τον ίδιο τον κύριο Βαγγέλη;
- Μάλιστα τον ίδιο...
- Τι τον θέλετε;
Έχω να του δώσω ένα γράμμα. Πού το έχω μωρέ; Α, να το...