"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Το χρονικό της πειραϊκής καταστροφής της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1944



του Στέφανου Μίλεση

Οι Γερμανοί φεύγοντας από τον Πειραιά είχαν σχέδιο να ανατινάξουν όλο το λιμάνι και πολλές υποδομές της πόλης. Η 12η Οκτωβρίου έμελλε να είναι για τον Πειραιά ημέρα αγωνίας και τρόμου. Σε αντίθεση με την Αθήνα όπου οι Γερμανοί αποχώρησαν ήρεμα σχηματίζοντας μηχανοκίνητη πομπή,  στον Πειραιά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. 

Ωστόσο με κάποιο τρόπο οι ελληνικές αρχές στον Πειραιά πληροφορήθηκαν το καταστροφικό σχέδιο των Γερμανών και ζήτησαν να τους δεχθεί ο στρατιωτικός διοικητής, ο Γερμανός Συνταγματάρχης Σακόφσκυ. Η 12η Οκτωβρίου ήταν ημέρα Πέμπτη. Στις 13.30’ η ελληνική αντιπροσωπεία έφτασε στα γραφεία του Γερμανού διοικητή στην οδό Καραΐσκου, ο οποίος όμως αρνήθηκε να τους δεχθεί. Η επιτροπή έκατσε έξω από το γραφείο του περιμένοντας καρτερικά να του μιλήσει. Πραγματικά μια ώρα αργότερα ο Σακόφσκυ τους διέθεσε λίγα μόνο λεπτά, στα οποία η επιτροπή ζήτησε να μην γίνουν οι ανατινάξεις στο λιμάνι του Πειραιά καθώς από αυτό εξαρτάτο ο εφοδιασμός του Πειραϊκού και του Αθηναϊκού λαού που ήδη λιμοκτονούσε. Μάλιστα του είπαν, ότι οι ανατινάξεις θα προκαλούσαν αντίδραση λαού, ο οποίος θα στρεφόταν κατά των Γερμανών, παρεμποδίζοντας την ομαλή και ήρεμη αποχώρησή τους όπως συνέβη στην Αθήνα. 

Ο Σακόφσκυ όμως απάντησε ξερά: «Είμαι στρατιώτης. Έλαβον διαταγάς τις οποίες και θα εκτελέσω. Και μάλιστα έχω λάβει και τα μέτρα μου». Κι αφού χαιρέτησε στρατιωτικά την επιτροπή έκανε νεύμα στους στρατιώτες του να βγάλουν έξω από το μέγαρο την ελληνική αντιπροσωπεία. 

Στις τρεις το απόγευμα οι Γερμανοί κατέλαβαν όλες τις οδούς προς το λιμάνι και άρχισαν να πυροβολούν όλους τους Πειραιώτες, που λανθασμένα πίστευαν ότι οι Γερμανοί θα αποχωρούσαν ήρεμα. Ο κόσμος τότε πανικόβλητος, τρέχοντας απομακρυνόταν από το εμπορικό λιμάνι. Αυτό άλλωστε ήταν και το σχέδιο των Γερμανών, να απομακρύνουν δηλαδή τον κόσμο από την παράλια ζώνη ώστε να μπορέσουν μόνοι και ανενόχλητοι να επιδοθούν στο καταστροφικό τους έργο. 

Ήταν 12 Οκτωβρίου, τέσσερις και δέκα το απόγευμα, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες εκρήξεις της καταστροφής. Την πρώτη ανατίναξη, ακολούθησαν 147 άλλες σφοδρότατες και πολυάριθμες μικρότερες. 



Στις 12.45 η ώρα, δηλαδή τα πρώτα λεπτά της επομένης ημέρας Παρασκευής 13ης Οκτωβρίου οι ανατινάξεις άρχισαν να μεταφέρονται και εκτός λιμένα. Σημειώθηκαν δεκαπέντε νέες εκρήξεις στις εγκαταστάσεις των ΣΕΚ και ΣΠΑΠ στη συνοικία Λεύκα και στον Ρέντη, ενώ στις  05.05’ το πρωί ανατινάχθηκαν οι εγκαταστάσεις της ΣΕΛ του Περάματος. Ακολούθησε η Μάχη της Ηλεκτρικής Εταιρείας που διήρκεσε τρεις ώρες με 9 Γερμανούς νεκρούς, 45 αιχμαλώτους και άλλους 18 τραυματίες. 

Μνημείο Πεσόντων για τη διάσωση της "Ηλεκτρικής"


Περιττό δε να αναφέρω ότι στις 200 περίπου ανατινάξεις που συνέβαιναν στον Πειραιά και στην ευρύτερη περιοχή του, η αγωνία και ο τρόμος που κατείχε όλο τον πληθυσμό ήταν πρωτόγνωρος. Η γη έτρεμε και δονείτο από τους φοβερούς κρότους, τα τζάμια έσπαζαν, τα σπίτια σείονταν, ενώ κάθε έκρηξη, ακολουθούσε μια τσιμεντοβροχή! Οι τεράστιοι ογκόλιθοι από τις προβλήτες σηκώνονταν στον αέρα σαν να μην είχαν βάρος και έπεφταν όμοια με βροχή σε όλο τον Πειραιά. 



Μέσα σε αυτή την κόλαση των ανατινάξεων πολλοί κάτοικοι της Αγίας Σοφίας και των Ταμπουρίων εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και τρέπονταν σε φυγή για να σωθούν. Δυστυχώς όμως τους περίμεναν οι Γερμανοί που τους πολυβολούσαν από τον Λόφο του Βώκου, ενώ έβαλαν εναντίον τους και με όλμους. Εννιά άμαχοι, αθώοι Πειραιώτες σκοτώθηκαν στις 12 και στις 13 Οκτωβρίου χωρίς να προβάλουν αντίσταση, παρά μόνο διότι έτρεχαν στο δρόμο! 

Νεκροί έπεφταν οι πολίτες 
Θ. Τόπακας, 
Ζ. Τόκας, 
Χ. Μαλαματινάκης η σύζυγός του Αργυρώ και το μικρό παιδί τους Κωνσταντίνος. 
Επίσης οι Εξαργυρόπουλος, 
Κ. Ζυμβρακάκης, 
Κ. Μαλακός και 
Ι. Θωμάς. 

Μέχρι το μεσημέρι της 13ης Οκτωβρίου του 1944 οι Γερμανοί στον Πειραιά είχαν πετύχει να καταστρέψουν όλο το λιμενοβραχίονα τον ευρισκόμενο μπροστά από το κέντρο του Παρλαμά, στη Ναυτική Διοίκηση Αιγαίου. Ο Πλοηγικός Σταθμός και ο Σταθμός αγκυροβολίας ανατινάχθηκαν. Το ίδιο και η Φαρική βάση. Η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων καθώς οι Γερμανοί δεν προλάβαιναν να τοποθετήσουν δυναμίτιδα στα θεμέλιά της, κατεστράφη από χειροβομβίδες που οι Γερμανοί πετούσαν στις αίθουσες διδασκαλίας της. Για τη διάσωση των υπολοίπων εγκαταστάσεων διεξήχθη μάχη με άνδρες του ΕΛΑΣ όπου έπεσε νεκρός ο φοιτητής ακόμα Γεώργιος Βρετάκος. 



Η Προβλήτα Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή η γνωστή προβλήτα της Τρούμπας, κατεστράφη ενώ ανατινάχθηκε το οίκημα που χρησιμοποιείτο ως αίθουσα αποσκευών. Πυρπολήθηκε το συγκρότημα Τελωνείων του Αγίου Νικολάου. Όλα τα κρηπιδώματα μπροστά από τον ηλεκτρικό σταθμό ανατινάχθηκαν. Όλες οι αποθήκες του λιμανιού καταστράφηκαν ολοσχερώς όπως και οι γερανοί εκτός από δύο μόνο στους οποίους κατά τύχη ο πυροκροτητής τους δεν λειτούργησε. 

Έκρηξη ποντισμένης νάρκης στο λιμάνι του Πειραιά 


Ανατινάχθηκε ο λιμενοβραχίονας Βασιλειάδη και η γερανογέφυρα γαιανθράκων επίσης. Ανατινάχθηκαν οι μόνιμες δεξαμενές και τα ναυπηγεία Βασιλειάδου. Καταστράφηκαν τα μηχανοστάσια των ΣΕΠ και των ΣΠΑΠ, πυρπολήθηκαν όλες οι ατμάμαξες και τα βαγόνια. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λεύκας, τα μόνα βαγόνια που έμειναν άθικτα, ήταν οι λεγόμενες «κλούβες». 

Η «κλούβα» ήταν ένα ανοιχτό σιδηροδρομικό βαγόνι που μετατρεπόταν σε μεγάλο κλουβί σαν εκείνα τα σιδερένια κλουβιά που έχουν στους ζωολογικούς κήπους για τα θηρία. Στην «κλούβα» αυτή έβαζαν οι Γερμανοί κρατούμενους και την τοποθετούσαν μπροστά από τη σιδηροδρομική μηχανή, ώστε σε περίπτωση δολιοφθοράς, να σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες κρατούμενοι που επέβαιναν σε αυτή. 

Τα κτήρια και οι εγκατάστασης της Κοπής και της Γενικής Αποθήκης Υλικού του Στρατού ανατινάχθηκαν. Από τις ανατινάξεις κατέρρευσαν 27 σπίτια Πειραιωτών προκαλώντας 3 θανάτους ενοίκων.  Μια εκτέλεση εν μέσω των ανατινάξεων έλαβε χώρα από τους Γερμανούς μπροστά από τον Ι.Ν. του  Άγιου Σπυρίδωνα. Ο άγνωστος αυτός ήρωας, που το όνομά του δεν έγινε ποτέ γνωστό, έκοψε την τελευταία στιγμή τα καλώδια που θα προκαλούσαν την ανατίναξη των κρηπιδωμάτων από το Λιμεναρχείο που τότε έδρευε στο Μέγαρο Βάττη, μέχρι την Ακτή Τζελέπη. 



Οι Γερμανοί επίσης φρόντισαν να καταστρέψουν και τα πλοία του λιμανιού. Μπροστά από τα Τελωνεία Πειραιώς βύθισαν δύο ιστιοφόρα, άλλο μπροστά από το Κοντινεντάλ, ένα ρυμουλκό στου Τζελέπη και ένα τσιμεντόπλοιο στην Τρούμπα. Στην Ακτή Ξαβερίου βύθισαν το φορτηγό πλοίο «Αγαλλιανή» 1.656 τόνων. Φρόντισαν εν τω μεταξύ να καταστρέψουν και τα μέσα εκβάθυνσης του λιμανιού ώστε η αποκατάσταση να είναι αδύνατη καταστρέφοντας τις βυθοκόρους «Αιγαίον» και «Ιόνιον» και τα πλωτά μέσα «Ποσειδών» και «Τιτάν».  Μπροστά από την αποθήκη του Καμπά στου Ξαβέρη, βύθισαν το ρυμουλκό «Ζωοδόχος Πηγή». Στη συνέχεια έκαναν μια σειρά από καταβυθίσεις που σκοπό είχαν να φράξουν την είσοδο του λιμανιού και να καταστήσουν το λιμάνι άχρηστο. Οδήγησαν και καταβύθισαν στην μια άκρη της εισόδου του λιμανιού το ιταλικό ατμόπλοιο «Καρόλα» 1.860 τόνων. Δίπλα σε αυτό καταβύθισαν μια πλωτή δεξαμενή 2.000 τόνων, μια ακόμα μικρότερη και ακόμα παραπέρα ένα ιταλικό αντιτορπιλικό. Επίσης καταβύθισαν το βουλγαρικό ατμόπλοιο «Βουλγαρία» 1.108 τόνων, δύο σιδερένια σκάφη και ένα κότερο. Έτσι με τα επτά αυτά ναυάγια διαφόρων τύπων, κατάφεραν να φράξουν παντελώς την είσοδο του λιμανιού. Οι Γερμανοί πάνω στην καταστροφική τους έχασαν τέσσερις στρατιώτες, οι οποίοι δεν πρόλαβαν να φύγουν και ανατινάχθηκαν την ώρα της έκρηξης της πλωτής δεξαμενής. 


Αλλά και στους υπόλοιπους πειραϊκούς λιμένες έκαναν τα ίδια. Στην είσοδο του όρμου του Κερατσινίου ανατινάχθηκε σκάφος 3.000 τόνων πρώην πολεμικό πλοίο του γιουγκοσλαβικού στόλου. Στην είσοδο του λιμανιού της Δραπετσώνας βυθίστηκε το Δανέζικο μότορσιπ «Νορντ Πολ» 4.480 τόνων, ενώ στον δίαυλο μεταξύ Σαλαμίνος και Ψυτάλλειας βυθίστηκε το νορβηγικό δεξαμενόπλοιο «Τζον Κνουδσεν» 9.071 τόνων. 

Όταν στην Αθήνα απολάμβαναν ήδη την ελευθερία ο Πειραιάς ζούσε τον τρόμο της καταστροφής. Οι Γερμανοί σε οτιδήποτε επιδίδονταν τότε, το έπρατταν με σύστημα και με επιστημονικό τρόπο, έστω κι αν επρόκειτο για το χειρότερο κακούργημα. Η τελευταία πολεμική γερμανική σημαία που είχε ανυψωθεί από τον Γερμανό Φρούραρχο του Πειραιά Φον Μάνχαου και κυμάτιζε σε όλη τη διάρκεια των καταστρεπτικών ανατινάξεων της 12ης και της 13ης Οκτωβρίου του 1944, υπεστάλη από έναν αστυνομικό το μεσημέρι της 13ης Οκτωβρίου, ο οποίος την παρέδωσε στον Φρούραρχο Πειραιώς Συνταγματάρχη Καρπενησιώτη. Λέγεται ότι αυτός την παρέδωσε προς φύλαξη στο Εθνολογικό Μουσείο της Αθήνας. 

Η πρώτη ημέρα που ο Πειραιάς θα ανέπνεε ελεύθερος ήταν η 14η Οκτωβρίου 1944. Στις 16 Οκτωβρίου στις δύο το μεσημέρι κατέφθασε στον Πειραιά και το θρυλικό θωρηκτό «Αβέρωφ» με άλλα σκάφη του πολεμικού μας ναυτικού και του αγγλικού στόλου. Οι Πειραιώτες έσπευσαν στην Φρεαττύδα και στην Πειραϊκή για να δουν τον «Αβέρωφ» να σχίζει και πάλι τα ελληνικά νερά. Πίσω του ακολουθούσαν τα αγγλικά καταδρομικά «Αρόρα», «Ωρίων», «Μπλακ Πρίνς», «Έσσεξ», που ερχόμενα βομβάρδισαν τα επάκτια πυροβολεία των Φλεβών και της Αιγίνης, που οι Γερμανοί δεν είχαν εγκαταλείψει, πιστεύοντας ότι αιφνιδιάζοντας, έστω και την έσχατη στιγμή, θα μπορούσαν να προκαλέσουν απώλεια σε μονάδα των συμμάχων. Εκατοντάδες βάρκες, τράτες, καΐκια και κάθε άλλο διαθέσιμο μέσο, όλα κατάφορτα από λαό βγήκαν ανοικτά στην Φρεαττύδα να δουν από κοντά τον «Μπάρμπα Γιώργη» που αγκυροβόλησε ανοικτά της Φρεαττύδας, δίπλα από την αγγλική ναυαρχίδα. Ο ενθουσιασμός στην εμφάνιση το πλοίου θρύλου, ήταν πραγματικά πρωτόγνωρος. Οι βάρκες οι κατάμεστες από κόσμο που κατάφερναν να προσεγγίσουν το θρυλικό θωρηκτό πλεύριζαν στην κυριολεξία δίπλα του και οι επιβάτες τους αγκάλιαζαν και φιλούσαν το χαλύβδινο θώρακα του σκάφους. Η πολυπόθητη ελευθερία επιτέλους είχε φτάσει και στο μεγάλο λιμάνι.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου