"Πειραϊκές ιστορίες του Μεσοπολέμου"

Τρεις κουβέντες λιμανίσιες (Καββαδίας, Κόντογλου, Λεβάντας)

(Eva Hunting)
    


Οι άλλοι... τρωγόντανε με την έγνοια... τι θα απογίνει στην Ελλάδα, στον κόσμο; 

Τίποτα δεν θα γίνει, κι αυτό θα περάσει, όπως έρχονται και παρέρχονται και περνούνε και χάνονται όλα μέσα στο τίποτα και Κράτη και πολιτεύματα και πολέμοι. 

Και το μόνο που μένει, το μόνο σπουδαίο και πρώτα και τώρα και πάντα, ήτανε κι είναι και θα΄ ναι ο άνθρωπος και η  θάλασσα. Αυτό είναι το μόνο σπουδαίο, το ουσιώδες* 

(Eva Hunting)


"Άκου λοιπόν. Υπηρετούσα τη θητεία μου, όταν πήρα του τρίτου. Απολύθηκα και μπαρκάρησα τριτάκι με φορτηγά. Έπειτα από δύο χρόνια πήρα του δευτέρου, χωρίς εξετάσεις. Ξανάφυγα κι έλειψα δυόμισι χρόνια. Έξι μήνες μου λείπανε για να το πάρω. Λεφτά δεν είχα στην μπάντα. Μα τό 'θελα. Όχι πως θα με βάζανε πρώτο, εικοσιοχτώ χρονώ και δίχως πλάτες, μα έτσι, για να το ΄χω στην τσέπη. 

Ένας μακρινός συγγενής με σύστησε και μπήκα δεύτερος σ΄ ένα ποστάλι. Δεν τ΄ αγαπούσα κι εγώ, σαν κι εσένα τα ποστάλια. Τα σιχαινόμουνα. Κάναμε γραμμή Αλεξάνδρεια - Πειραιά - Πρίντεζι. Άρχισα να μπαίνω στο νόημα και να βγάνω δεκάρες. Κάνα φιλέ, καμιά ρόμπα μεταξωτή, τίποτα τσακμακόπετρες, λίγο τσιγαρόχαρτο. Το λαθραίο δεν είναι αμαρτία. 

Τα λεφτά σου δίνεις κι αγοράζεις. Δεν το κλέβεις. Βάρδα από ναρκωτικά. Δεν το σήκωνε το φιλότιμό μου. Κάτι που δεν βλάφτει τον άλλονε, μην το φοβάσαι, σκεφτόμουνα. Μου ΄ρχότανε δύο και τρεις χιλιάδες δραχμές το ταξίδι. Γερά λεφτά τότε. Σε τρεις μήνες είχα λεφτά για τον φροντιστήριο, περισσεύανε κιόλας. Είχαμε ένα οικόπεδο μικρό, μια σταλιά στην Αθήνα. Μια σκεπή συλλογίστηκα, να μη βρέχεται η γριά στα γεράματα. Τη θαμάσαι τη μάνα μου;

Νίκος Καββαδίας, "Βάρδια Πρώτη" - 1954

Το τελωνείο και ο Άγιος Νικόλαος με τον τρούλο του ακόμα κόκκινο
(Charles W. Gushman)

14 Αυγούστου 1960 - ψαρεύοντας στο Πασαλιμάνι
(Eva Hunting)


"Τράβηξα κι εγώ προχθές κατά κει που πέφτει η θάλασσα, και βρέθηκα στον Πειραιά. Μια είναι η θάλασσα, μα άλλη είναι η θάλασσα του λιμανιού κι άλλη η θάλασσα του πελάγου, άλλη η θάλασσα που κολυμπάνε κι άλλη η θάλασσα που ψαρεύουνε, άλλη η θάλασσα του καραβιού κι άλλη η θάλασσα του παποριού.


Η θάλασσα του λιμανιού είναι διαφορετική από την ανοιχτή θάλασσα. Το πέλαγο είναι απλόχωρο, καθαρό, ξεκουραστικό, δίχως φωνές, έχει μιαν όψη, μια μυρωδιά, μα γίνεται και κουραστικό, μονότονο, προπάντων με το παπόρι και σε μέρη που δεν έχει νησιά. 

Ενώ το λιμάνι είναι στενόχωρο, λερό, ζαλιστικό, φωνακλάδικο, τ΄ αυτιά σου ακούνε λογιών-λογιών σαματάδες, κουβέντες, μηχανές, μακαράδες, αλυσίδες βίντσια, καλαφατίσματα, καρφώματα, χουγιαχτά, γαυγίσματα, βελάσματα, σφυρίγματα παποριών, καυγάδες και τα μάτια σου κουράζονται από χίλια άλμπουρα, μπερδεμένα σκοινιά, από λογής - λογής καράβια, άλλα διπλαρωμένα, άλλα με την πρύμνη στο μουράγιο, άλλα φουνταρισμένα ανοιχτά, ανακατεμένα, του ενός η πλώρη κολλημένη στην μπάντα τ΄ αλλουνού, τόνα περνά το μπαστούνι του ανάμεσα στ΄ άλμπουρα τ΄ αλουνού τα μικρά καΐκια είναι στριμωγμένα ανάμεσα στα μεγάλα που τα σφίγγουνε σαν κάστρα που λες θα τα ζουλίξουνε και θα τα λυώσουνε, του ενός η βάρκα είναι δεμένη στο μπομπέσο του κ΄ είναι κολλημένη στη μάσκα τ΄ αλλουνού, μ΄ έναν λόγο είναι ένα μπερδεμένο κουβάρι. Γιατί ο τόπος είναι ακριβός μέσα το λιμάνι, πιθαμή νερό δεν απομένει ελεύθερο...


Όμιλος Ερετών - Πασαλιμάνι
(Eva Hunting)

Τ'  αγαπώ αυτά τα καράβια, προ πάντων τα φτωχοκάϊκα. Γιατί εκειπέρα βλέπεις τη ρωμηοσύνη τη βασανισμένη, μα που δεν χάνει το κέφι της και το μεράκι της, ύστερ΄ από τόσα μαρτύρια που τράβηξε και τραβά ακόμα. Σαν εικονίσματα είναι οι καθρέπτες πίσω στην πρύμνη, κ΄ έχουνε γραμμένο τόνομα κάθε καϊκιού, σκέτο είτε ζωσμένο με λουλούδια και με κορνίζες πλουμισμένες. Πολλά αρχοντοκάραβα έχουνε και σκαλίσματα με πλουμιά και με γοργόνες..."

Φώτης Κόντογλου, "Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες"

Στο σιλό χωρίς ακόμη στην κορυφή του να δεσπόζει το Ρολόι του ΟΛΠ
(Eva Hunting)

(Eva Hunting)


"Το πρωί έχει τη γλύκα του κάτω στο λιμάνι. Γεμίζει το στήθος σου αλαφρό θαλασσινό αγέρι, δροσίζεται η καρδιά σου, κι ας κατακαίονται τα σωθικά σου απ΄ την αγκούσα, απ΄ το ταμάχι της τυραγνισμένης ζωής. Η ατμόσφαιρα είναι καθαρή. Τίποτα δε βαραίνει πάνω της. Την έχει φρεσκάρει, για καλά, η νύχτα. Κανένα σημάδι, δεν θυμίζει το βραδινό αποκάρωμα, ακόμα και σαν οι μέρες είναι ζεστές. 

Σαν πέφτουν οι νοτιάδες. Καιροί, που σου πλακώνουν την ψυχή, που σου πνίγουν την ανάσα. Ξανθό είναι το μουράγιο, σβέλτοι, ξεκούραστοι, ανασαίνεις και νοιώθεις μέσα σου μια αλλοιώτικη διάθεση. Σίγουρα θάθελες νάσουνα πουλί, ένας γλάρος του λιμανιού, ν΄ άνοιγες τα φτερά σου και νάπαιρνες τρελλές βουτιές στον αέρα και στο νερό, να τ΄ αγκαλιάζεις όλα.

 Όμως ο Μανώλης ο Ντουρούκος, ο λιμενεργάτης, καθώς φτάνει στο Τρίο Ντοκ, στο δεξί μουράγιο, πλάι στο Τελωνείο, όπου πάνε κι αράζουνε τα φορτηγοποστάλε, που έρχονται από μακρυνά λιμάνια, γιομάτα πραμάτειες, με το σακκάκι του κάτω απ΄ τη μασχάλη και το σκούφο του στα χέρια, μπορεί να πάρει όρκο, πως τίποτα από δαύτα δεν βλέπει το μάτι του, πως αντίθετα η ατμόσφαιρα είναι βαριά, πως η θάλασσα του λιμανιού είναι μαύρη πίσσα, πως το μουράγιο είναι γλυστερό κι άχρωμο, πως ο αέρας είναι πηχτός..."

Χρήστος Λεβάντας, "Ο Μανώλης ο Ντουρούκος" - 1960

Πασαλιμάνι παραμονές δεκαπενταύγουστου του 1960
 (EVA HUNTING)

Το λιμάνι με φόντο το Χατζηκυριάκειο ίδρυμα.
Στα δεξιά στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής το κωδωνοστάσιο βρίσκεται ακόμη υπό κατασκευή
(Charles W. Gushman)


*Δημήτρης Χατζής, "Το ουσιώδες" 


Επιλογές κειμένων από το όμορφα επιμελημένο βιβλίο της Βάννας Πανδή - Αγαθοκλή "Πειραιάς μια περιπλάνηση στην ιστορία, τη λογοτεχνία και τα τραγούδια του" που μου δώρισε το Δ.Σ. του Εξωραϊστικού Συλλόγου Νέου Φαλήρου "Αναγέννηση" μετά το πέρας της θεματικής εκδήλωσης "Κάποτε στο Νέο Φάληρο" στην οποία είχα προσκληθεί ως ομιλητής.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου